TOGA TOGA DISCO LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΕΝΤΑΥΚΑ κ.α., Αίτηση αρ.: Ε11/2021, 12/8/2025
print
Τίτλος:
TOGA TOGA DISCO LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΕΝΤΑΥΚΑ κ.α., Αίτηση αρ.: Ε11/2021, 12/8/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΑΡΝΑΚΑΣ – ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΤΜΗΜΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον:       Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου και

Μ. Κοσμά Χατζηιωάννου, Β. Πιτσιλλίδης, Μελών

Αίτηση αρ.:  Ε11/2021

 

Μεταξύ:

TOGA TOGA DISCO LTD, εξ Αγίας Νάπας

Αιτητές

-και-

 

1. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΕΝΤΑΥΚΑ, εξ Αγίας Νάπας

2. STONE HOUSE HOTEL APARTMENTS LTD, εξ Αγίας Νάπας

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΕΝΤΑΥΚΑ

Εξ ανταπαιτήσεως Αιτητής

Και

 

ΝΙΚΟΛΑ ΛΟΙΖΟΥ

Εξ’ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση

 

 

Ημερομηνία: 12 Αυγούστου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητές και Εξ’ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση: κα Σιακού για κκ. Νέστορας Αδάμου Νικηφόρου ΔΕΠΕ

Για τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 και τον  Εξ’ ανταπαιτήσεως Αιτητή: κος Α. Αναστασίου

 

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα Αίτηση, η Αιτήτρια εταιρεία (υπό την ιδιότητα της ενοικιάστριας)  αξιώνει την έκδοση από το Δικαστήριο σε βάρος του Καθ’ ου η αίτηση 1 (υπενοικιαστή), διατάγματος ανάκτησης της κατοχής των επίδικων υποστατικών (εστιατόριο και/ή δισκοθήκη), τα οποία βρίσκονται στην Αγία Νάπα και ανήκουν στην Καθ’ ης η αίτηση 2.

 

Η Αιτήτρια βασίζει την απαίτηση της αυτή στο άρθρο 11(1)(α)(i)[1] του Ν.23/1983.

 

Αξιώνει επίσης την έκδοση απόφασης, σε βάρος του Καθ’ ου η αίτηση 1, για οφειλόμενα ενοίκια για την χρονική περίοδο 15/11/2020 – 14/07/2021 πλέον ενδιάμεσα οφέλη, τόκους, έξοδα και ΦΠΑ.

 

            Αναφορικά με την Καθ’ ης η αίτηση 2, η Αιτήτρια ζητά να της αναγνωριστεί το δικαίωμα να αποκόπτει από την δική της οφειλή προς την Καθ’ ης η αίτηση 2 (ιδιοκτήτρια του μίσθιου) τα ποσά που η τελευταία έχει παραλάβει κατευθείαν από τον υπενοικιαστή του μίσθιου, Καθ’ ου η αίτηση 1.

 

            Το παράπονο της Αιτήτριας είναι πως ενώ προέβηκε σε νόμιμη υπενοικίαση του μίσθιου στον Καθ’ ου η αίτηση 1 (στις 25.09.2000), ο τελευταίος χωρίς την δική της συγκατάθεση, σταμάτησε να καταβάλλει στην ίδια τα δεδουλευμένα ενοίκια (από τις 15.11.2020), τα οποία είναι παραδεκτό ότι πληρώνονται κατευθείαν στην ιδιοκτήτρια εταιρεία (Καθ’ ης η αίτηση 2).

 

Απάντηση Καθ’ ου η αίτηση 1

            Στην Απάντηση του, ο Καθ’ ου η αίτηση 1, αρνείται τις αιτούμενες θεραπείες και τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας υποστηρίζοντας ότι:

(α) Η Αιτήτρια ουδέποτε υπήρξε ενοικιάστρια του επίδικου ακινήτου.   

(β) ο ίδιος δεν είναι πλέον υπενοικιαστής, αλλά θέσμιος ενοικιαστής της Καθ’ ης η αίτησης 2.

 

Επικαλείται δε την παράβαση από μέρους της Αιτήτριας, της σύμβασης πώλησης επιχείρησης και ανταπαιτεί αποζημιώσεις.

 

Ανταπαιτεί, συγκεκριμένα, ο Καθ’ ου η αίτηση 1[2] από την Αιτήτρια και/ή τον εξ’ Ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση Νικόλα Λοΐζου:

(α) δήλωση από το δικαστήριο ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Αιτήτρια,

(β) αποζημιώσεις €220.000,00, ως έξοδα ανακαινίσεων και συντήρησης του μίσθιου,

(γ) ποσό €210.000,00, απώλεια εμπορικής εύνοιας σε περίπτωση που διαταχθεί να παραδώσει την κατοχή του μίσθιου στην Αιτήτρια.

(δ) γενικές αποζημιώσεις €307.800,00 (Λ.Κ. 180.000,00) για την παράβαση σύμβασης, ύπαρξη δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και αδικαιολόγητου πλουτισμού.

(ε) τόκο και έξοδα.

 

Απάντηση Καθ’ ης η αίτηση 2

Στην δική της Απάντηση, η Καθ’ ης η αίτηση 2 αρνείται επίσης τις αιτούμενες θεραπείες και τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας υποστηρίζοντας ότι:

(α) Η Αιτήτρια ουδέποτε υπήρξε ενοικιάστρια του επίδικου ακινήτου, αφού ενοικιαστής του μίσθιου ήταν ανέκαθεν ο Διευθυντής της Αιτήτριας Νικόλας Λοΐζου, υπό την προσωπική του ιδιότητα.    

(β) ο Καθ’ ου η αίτηση 1 δεν είναι υπενοικιαστής πλέον, αλλά έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής της ιδίας.

 

            Υποστηρίζει δε, ότι της οφείλονται ενοίκια τα οποία έχουν εισπραχθεί παράνομα από την Αιτήτρια και/ή τον διευθυντή αυτής

 

Η Ανταπαίτηση της Καθ’ ης η αίτηση 2 (η οποία αφορούσε την έκδοση εναντίον της Αιτήτριας και/ή του εξ’ Ανταπαιτήσεως Καθ’ ου, διατάγματος έξωσης και απόφασης για οφειλόμενα ενοίκια και ενδιάμεσα οφέλη), αποσύρθηκε στις 16.04.2025, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στην κυρίως Αίτηση[3]. Ο λόγος της απόσυρσης ήταν η παράλληλη προώθηση άλλης Αίτησης έξωσης Ε1/2021 στο ίδιο Δικαστήριο  από την Καθ’ ης η αίτηση 2 (ιδιοκτήτριας)  εναντίον του  εξ’ Ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση (Νικόλα Λοΐζου).[4]

 

Γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν στην ακροαματική διαδικασία

(α) Η διεύθυνση του μισθίου, η περιγραφή του, η ιδιοκτησία του, ο χρόνος αποπεράτωσης και ενοικίασης του.

(β) η σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης ημερ. 14.11.1986, ο τερματισμός της και η ακόλουθη σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης ημερ. 03.09.1989 (από την οποία αποχώρησαν στην πορεία[5] οι δυο από τους τρεις ενοικιαστές και απέμεινε ο Νικόλας Λοΐζου).

(γ) η ενοικίαση του 1986, περιλάμβανε όλα τα επίπεδα του κτιρίου (υπόγειο, ισόγειο και όροφο), γινόταν διαφορετική χρήση του κάθε επιπέδου. Στο υπόγειο λειτουργούσε νυκτερινό κέντρο (clubcabaret), στο ισόγειο επιχείρηση εστιατορίου και ο όροφος (διαμέρισμα) αποτελούσε κατοικία.

(δ) Το υπόγειο υπενοικιάστηκε από τον Καθ’ ου η αίτηση 1[6], ο οποίος σύναψε και σύμβαση αγοράς της επιχείρησης που διεξάγεται σε αυτό[7]. Η σύμβαση υπενοικίασης είχε διάρκεια 10 έτη και θα εξέπνεε στις 14.11.2010.

(ε) Δυνάμει γραπτής δήλωσης ημερ. 12.11.2010, η σύμβαση υπενοικίασης “ανανεώθηκε” μέχρι την 14.11.2020 και αφέθηκε να  εκπνεύσει στις 14.11.2020.

(στ) Ο Καθ’ ου η αίτηση 1 ουδέποτε αποχωρίστηκε την κατοχή του υπογείου, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα.

(ζ)  Το τελευταίο ενοίκιο της υπενοικίασης ανέρχεται σε €46.000,00 ετησίως.

(η) Το τελευταίο ενοίκιο που καταβλήθηκε από τον Καθ’ ου η αίτηση 1 για την υπενοικίαση  προς την Αιτήτρια και/ή τον Νικόλα Λοΐζου, αφορούσε την χρονική περίοδο από 15.11.2019 μέχρι 14.11.2020 (ποσό €46.000,00).

(θ) Από το έτος 2021 ο Καθ’ ου η αίτηση 1 καταβάλλει τα ποσά της υπενοικίασης κατευθείαν στην ιδιοκτήτρια Καθ’ ης η αίτηση 2.

 

Τα αμφισβητούμενα γεγονότα αφορούν πλέον:

(α) το πρόσωπο του ενοικιαστή του μίσθιου (αν δηλαδή αυτός είναι ο εξ’ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση ή η Αιτήτρια εταιρεία),

(β) το κατά πόσο υποκατέστησε τον ενοικιαστή του μίσθιου ο υπενοικιαστής και

(γ) αν οφείλονται στην Αιτήτρια ενοίκια από τον υπενοικιαστή.

 

Ακροαματική διαδικασία:

            Παρουσιάστηκαν τρεις συνολικά μάρτυρες στην ακροαματική διαδικασία [ο διευθυντής της Αιτήτριας (και εξ’ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση) και από ένας μάρτυρας για τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2] και κατατέθηκε αριθμός εγγράφων, ως τεκμηρίων.

     

Οι συνήγοροι παρουσίασαν τις τελικές αγορεύσεις τους και η απόφαση επιφυλάχθηκε την 11.02.2025.

 

Νομική πτυχή:

 

Βάρος Απόδειξης:

Δεν εκφεύγει η παρούσα υπόθεση του βασικού κανόνα που ισχύει  σε μια πολιτική δίκη. Το βάρος απόδειξης των απαιτήσεων της, φέρει η Αιτήτρια (βλ. Σοφοκλέους ν. Κυριάκου, (2010) 1 Α.Α.Δ. 665), ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 φέρουν το βάρος απόδειξης της ανταπαίτησης τους.  

 

            Στην παρούσα υπόθεση, με την προσαχθείσα μαρτυρία, προωθήθηκαν δύο αντικρουόμενες θέσεις (όπως έχουν προβληθεί και στα δικόγραφα).  Η μεν Αιτήτρια υποστηρίζει ότι οφείλονται σε αυτήν δεδουλευμένα ενοίκια, ενώ οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 υποστηρίζουν:

(α) ότι ενοικιαστής του μίσθιου δεν είναι η Αιτήτρια αλλά ο διευθυντής αυτής (προσωπικά),

(β) καμία αξίωση μπορεί να προβάλλει η Αιτήτρια, αφού δεν είναι η ίδια ενοικιάστρια του μίσθιου.

Ανταπαιτούν δε, την αναγνώριση του Καθ’ ου η αίτηση 1, ως θέσμιου ενοικιαστή του μίσθιου.

 

Α. Ανάκτηση κατοχής

Σύμφωνα με τον περί Ενοικιοστασίου Νόμο Ν.23/83, όπως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί (και που στο εξής θα αναφέρεται ως ο “Νόμος”), το Δικαστήριο  κατά κανόνα δεν εκδίδει απόφαση ή διάταγμα για ανάκτηση κατοχής ακινήτου που καλύπτεται από το Νόμο ή για την έξωση θέσμιου ενοικιαστή, εκτός από τις περιπτώσεις που ο ίδιος ο Νόμος προνοεί ειδικά και παραθέτει αναλυτικά στο Μέρος ΙV, άρθρο 11.

 

Σύμφωνα με την πρόνοια του άρθρου 2 του Νόμου, στην έννοια του “ενοικιαστή” περιλαμβάνεται και οιοσδήποτε υπενοικιαστής ή κάθε άλλο πρόσωπο που έχει αποκτήσει δικαίωμα κατοχής του ακινήτου από τον αρχικό ενοικιαστή ή υπενοικιαστή[8].

 

Η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στο άρθρο 11(1)(α)(i) του Νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής:           

            “11(1) Ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα εκδίδεται διά την ανάκτησιν της κατοχής οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, διά το οποίον ισχύει ο παρών Νόμος, ή διά την εκ τούτου έξωσιν θεσμίου ενοικιαστού, πλην των ακολούθων περιπτώσεων:

 

(α)(i) Εις περίπτωσιν Καθ’ ην οιονδήποτε νομίμως οφειλόμενον ενοίκιον καθυστερείται επί είκοσι μίαν ή περισσοτέρας ημέρας μετά την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως απαιτήσεως εις τον ενοικιαστήν και δεν υπάρξει οιαδήποτε προσφορά τούτου προ της καταχωρίσεως αιτήσεως δι’ ανάκτησιν κατοχής:

 

Νοείται ότι ενοίκιον θα θεωρήται προσφερθέν δυνάμει της παραγράφου αυτής, εάν τούτο εστάλη διά συστημένης επιστολής εις το πρόσωπον το δικαιούμενον να εισπράξη τούτο:

 

Νοείται περαιτέρω ότι το Δικαστήριο  δεν διατάζει την ανάκτηση από τον ιδιοκτήτη της κατοχής, όταν ο ενοικιαστής πληρώσει μέσα σε περίοδο δεκατεσσάρων ημερών από την επίδοση σ’  αυτόν της αίτησης παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόμενο από αυτόν εκτός αν ο ενοικιαστής διαρκούσης της μισθώσεως δεν καταβάλλει συστηματικά το νομίμως οφειλόμενον.”

 

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, αναλογικά, προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα έξωσης εναντίον του υπενοικιαστή, σύμφωνα πάντα με το άρθρο 11(1)(α)(i) του Νόμου, είναι οι εξής:

1.    Η Αιτήτρια να είναι ενοικιάστρια του μίσθιου.

2.    Το μίσθιο να καλύπτεται από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο.

3.    Ο Καθ’ ου η αίτηση 1  να είναι θέσμιος υπενοικιαστής.  

4.    Να καθυστερείται νομίμως οφειλόμενο ενοίκιο, για το οποίο επιδόθηκε έγγραφη ειδοποίηση στο θέσμιο υπενοικιαστή.

5.    Κατά την καταχώριση της Αίτησης να συνεχίζει να καθυστερείται νομίμως οφειλόμενο ενοίκιο για τουλάχιστον 21 ημέρες, χωρίς αυτό να έχει προσφερθεί.

6.    Να έχει παρέλθει περίοδος 14 ημερών από την επίδοση της Αίτησης στον Υπενοικιαστή, χωρίς ο τελευταίος να έχει πληρώσει “παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόμενο από αυτόν”.

 

Εξετάζω πιο κάτω, την πρώτη και σφοδρά αμφισβητούμενη προϋπόθεση του άρθρου 11(1)(α)(i), (δηλαδή, το κατά πόσον η Αιτήτρια εταιρεία είναι η ενοικιάστρια του μίσθιου), σε συνδυασμό με την προσαχθείσα μαρτυρία:

 

Μαρτυρία για το πρόσωπο του ενοικιαστή, παρουσιάστηκε από τους ΜΑ.1, Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2. 

 

Ο Μ.Α.1, διευθυντής της Αιτήτριας και εξ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση στην γραπτή του δήλωση αναφέρθηκε στις παραδεκτές συμφωνίες ενοικίασης, των ετών 1986 και 1989. Υποστηρίζει ότι κατά τον Ιανουάριο του 1987 συστάθηκε η Αιτήτρια, με διευθυντές και γραμματείς τους Λουκαΐδη, Φαούτα και τον ίδιο. Μέτοχοι  στην Αιτήτρια ήταν ο Λουκαΐδης, ο ίδιος ο μάρτυρας, και το νομικό πρόσωπο Black & White Night Disco Limited.

 

Ήταν γνωστή στην ιδιοκτήτρια (Καθ’ ης η αίτηση 2) η σύσταση της Αιτήτριας, της οποίας σήμερα είναι ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος. Κατά το έτος 1996, προέκυψαν διαφορές μεταξύ των συνενοικιαστών καθώς και καθυστερήσεις στην καταβολή των ενοικίων. Όταν εξοφλήθηκαν τα οφειλόμενα ενοίκια ακολούθησε, στο ίδιο έτος, η προφορική συμφωνία ενοικίασης (με τον ίδιο ως διευθυντή της Αιτήτριας) όπου η ιδιοκτήτρια αποδέχθηκε να νοικιάσει στην Αιτήτρια το μίσθιο με ετήσιο ενοίκιο €36.181,34 (Λ.Κ. 21.176,00). Σε εκείνο το χρονικό σημείο, επιστράφηκε στην ιδιοκτήτρια η κατοχή του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου.

 

Δεν καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία για αυτήν την ενοικίαση, διότι υπήρχε «συναντίληψη, συνεννόηση και εμπιστοσύνη» μεταξύ των συμβαλλομένων και δεν είχαν προκύψει προβλήματα κατά την εφαρμογή της προφορικής συμφωνίας. Είχαν πολύ στενές σχέσεις τότε, ο ίδιος με το διευθυντή της ιδιοκτήτριας. Η προφορική συμφωνία ενοικίασης με την Αιτήτρια επιβεβαιώνεται και από τις αποδείξεις είσπραξης των ενοικίων που εξέδιδε η ιδιοκτήτρια στο όνομα της Αιτήτριας.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Α.1

Η μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση, δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση και αυτή επεκτείνεται και στο ζήτημα του προσώπου του ενοικιαστή.

 

Σημειώνω τα εξής:

1.    Απέφευγε επανειλημμένα να απαντήσει σε ερωτήσεις αναφορικά με τα οφειλόμενα για την ενοικίαση ενοίκια, δηλώνοντας κατ’ επανάληψη την ίδια απάντηση. “Δεν χρωστώ, ούτε εγώ ούτε η Toga Toga Disco, στην Stone House…”, χωρίς άλλη εξήγηση.

2.    Επικαλείτο επίσης συχνά την “ασθενή μνήμη” του, αποφεύγοντας φανερά με αυτό τον τρόπο να απαντήσει σε ερωτήσεις για διάφορα ζητήματα (π.χ. για το ζήτημα της ενημέρωσης των ιδιοκτητών αναφορικά με την υπενοικίαση μέρους του ενοικιαζόμενου ακινήτου, ή για το κατά πόσον έλαβε τα χρήματα για την υπενοικίαση για το έτος 2020, ή αν υπήρχε η υπενοικίαση πριν το έτος 2000 και αν ενημερώθηκαν οι ιδιοκτήτες για την πώληση της επιχείρησης).

3.    Αντεξεταζόμενος, υποστήριζε ότι υπήρξε συμμόρφωση των ενοικιαστών με την αρχική συμφωνία ενοικίασης και ότι η Αιτήτρια είχε καταστεί ενοικιάστρια, δίδοντας τη δική του ερμηνεία στα γεγονότα στην σχετική πρόνοια της σύμβασης (τεκμήριο αρ. 4).

 

Η εκδοχή του Καθ’ ου η αίτηση, ως προς την ταυτότητα του ενοικιαστή, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Παρά τους ισχυρισμούς του για την συμμόρφωση με τις πρόνοιες της σύμβασης του 1996 (τεκμήριο αρ. 4)[9], παρέλειψε ο μάρτυρας να αναφερθεί σε ολόκληρη την πρόνοια της σύμβασης, αλλά παρόλα αυτά υποστήριξε ότι η αντικατάσταση έγινε, χωρίς να παρουσιάσει μαρτυρία για την ικανοποίηση των όρων που είχαν τεθεί (1. ίδρυση εταιρείας με μόνους μέτοχους και διευθυντές τα τρία φυσικά πρόσωπο των ενοικιαστών, 2.  υπογραφή νέας σύμβασης, 3. προσωπική εγγύηση στη νέα σύμβαση από τους τρεις αρχικούς ενοικιαστές).

 

Αρκέστηκε επιλεκτικά να αναφέρει ότι η Αιτήτρια ιδρύθηκε από τους Λουκαΐδη, Λοΐζου και ένα νομικό πρόσωπο (Black and White Night Disco Limited) με διευθυντή τον Φαούτα. Κανένας όμως από τους όρους που τέθηκαν στην σύμβαση έχει ικανοποιηθεί από τους ενοικιαστές και η προσπάθεια του μάρτυρα να μας πείσει για το αντίθετο παρέμεινε μετέωρη.

 

Παρακολουθώντας τον Μ.Α.1, στο εδώλιο του μάρτυρα, μου άφησε την εντύπωση πως δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας, αλλά μόνο για να βοηθήσει την υπόθεση της Αιτήτριας και του ιδίου.  Η μαρτυρία του υπήρξε υπερβολική, ανακριβής, ασαφής, ελλιπής και αντιφατική.

 

Εξέφρασε επίσης μαρτυρία γνώμης για νομικά ζητήματα χωρίς να έχει ο ίδιος νομικό υπόβαθρο. Για τους λόγους που εξήγησα, δεν αποδέχομαι την πιο πάνω μαρτυρία του Καθ’ ου η αίτηση, με μόνη εξαίρεση τα γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. πιο πάνω).

 

Ο Μ.K.1, Γεώργιος Παναγιώτη Πένταυκας, αναφερόμενος στο υπόγειο του μίσθιου δήλωσε ότι το υπενοίκιασε και το λειτουργούσε ως κλαμπ – καμπαρέ με την ονομασία TOGA TOGA εδώ και 29 περίπου έτη, με προφορική συμφωνία με τον τότε υπενοικιαστή του  υπογείου. Ακολούθως, κατά το έτος 2000 αγόρασε την επιχείρηση TOGA TOGA NIGHT CLUB CABARET.

 

Η συμφωνία υπογράφηκε μεταξύ του ίδιου ως αγοραστή και του Καθ’ ου η αίτηση και της Αιτήτριας. Παρέπεμψε στην σχετική αναφορά στο προοίμιο της συμφωνίας.

 

Κατέβαλε για το σκοπό αυτό το συνολικό ποσό των Λ.Κ.180.000. Ταυτόχρονα με την αγορά της επιχείρησης, υπογράφηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και η συμφωνία ημερομηνίας 25.09.2000 για την υπενοικίαση του υπογείου στο οποίο διεξαγόταν η επιχείρηση που αγόρασε (τεκμήριο αρ. 14).

 

Το ενοίκιο της υπενοικίασης προκαταβαλλόταν κάθε χρόνο και στις 15.11.2019 πλήρωσε €46.000,00 ως ενοίκιο για την περίοδο από 23.10.2019 μέχρι  15.11.2020. Αυτό αφορούσε το έτος 2020 και  ανέφερε στους ιδιοκτήτες ότι το ενοίκιο αυτό πληρώθηκε (και πως δεν είχε πλέον υποχρέωση να καταβάλει άλλα ενοίκια στον ενοικιαστή).

 

Έκτοτε διατηρεί την κατοχή του υπογείου του μίσθιου και ασκεί την επιχείρηση του εκεί και πληρώνει τα ετήσια ενοίκια κατευθείαν στους ιδιοκτήτες του μίσθιου. 

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Κ1

            Ο Μ.Κ.1 μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Δεν μου διαφεύγει, ωστόσο, ότι ο μάρτυρας αυτός,

(α) εξέφρασε γνώμη επί νομικών ζητημάτων και συγκεκριμένα ως προς το καθεστώς της ενοικίασης και υπενοικίασης και “το δικαίωμα του να καταβάλλει στην Ιδιοκτήτρια” το ενοίκιο της υπενοικίασης. Αυτή τη μαρτυρία γνώμης την απορρίπτω, για τον λόγο ότι ο μάρτυρας δεν ανέφερε ότι έχει νομικές γνώσεις (ούτε και συνάγεται κάτι τέτοιο από την κατάθεση του).

(β) επεκτάθηκε και σε άσχετα με τη υπόθεση ζητήματα, που αφορούσαν διαχρονικά τις επαγγελματικές σχέσεις του ιδίου με τον Νικόλα Λοΐζου (και ειδικά τις χρεώσεις ενοικίου)  αλλά και την εμπλοκή τρίτων πρόσωπο στα ζητήματα της ενοικίασης.

Ως άσχετη, αυτή η μαρτυρία απορρίπτεται.

 

Πέραν των σημείων που πιο σχολιάζω πιο πάνω, η υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Α.3 υπήρξε τεκμηριωμένη, σαφής, λογική, κατανοητή και πειστική. Δεν διακρίνω σε αυτήν σημαντικές αντιφάσεις ή κενά και συνεπώς, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία του Μ.Α.3,.

 

Ο Μ.Κ.2 Παναγιώτης Μούζουρας, διευθυντής της Καθ’ ης η αίτηση 2, στην γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι η αρχική συμφωνία για την ενοικίαση του μίσθιου υπογράφηκε στις 14.11.1986. Λόγω παράλειψης καταβολής οφειλόμενων ενοικίων, τερματίστηκε η συμφωνία και στην συνέχεια υπογράφηκε η σύμβαση ημερομηνίας 03.09.1989, με την οποία ανακλήθηκε ο τερματισμός της αρχικής συμφωνίας του 1986 (παραπέμπει ο μάρτυρας στην σχετικές αναφορές στο τεκμήριο αρ. 5).

 

Αναφορικά με την δυνατότητα σύστασης εταιρείας από τους ενοικιαστές, στη σχετική πρόνοια στο τεκμήριο 4 (ρήτρα 7) καταγράφεται η υποχρέωση για υπογραφή νέας συμφωνίας με τους ίδιους όρους και «προσωπική εγγύηση των ενοικιαστών», ενώ στην εταιρεία οι μόνοι μέτοχοι και διευθυντές θα ήταν οι αρχικοί ενοικιαστές.

 

Δόθηκε, επίσης, με τη συμφωνία του 1989, συγκατάθεση από την Αιτήτρια για υπενοικίαση του υπογείου, ως Καμπαρέ και το υπόγειο του μίσθιου  υπενοικιάστηκε ακολούθως στον Καθ’ ου η αίτηση 1.

 

Ο εξ’ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση είχε συμβληθεί και στις δυο συμφωνίες υπό την προσωπική του ιδιότητα και αυτός είναι το άτομο που ενοικιάζει μέχρι σήμερα το επίδικο υποστατικό.

 

            Κανένα ποσό έχει καταβληθεί στην ιδιοκτήτρια εταιρεία από τον ενοικιαστή του μίσθιου από το έτος 2020 και ακόλουθα.

 

Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι γνώριζε για την σύσταση της Αιτήτριας εταιρείας. Γνώριζε μόνο την ύπαρξη της “επιχείρησης” με αυτό το όνομα. Ο ίδιος ουδέποτε αναγνώρισε άλλο πρόσωπο (πέραν από τον Νικόλα Λοΐζου) ως ενοικιαστή. Τα ποσά λαμβάνονταν ως εάν να πληρώνονταν από τον Νικόλα Λοΐζου, προσωπικά,  και οι αποδείξεις εκδίδονταν σε όποιο όνομα ζητούσε αυτός να εκδοθούν.

 

Αρνήθηκε επίσης (α) ότι του είχε γνωστοποιηθεί από την Αιτήτρια η σύμβαση υπενοικίασης στον Καθ’ ου η αίτηση 1 και (β) ότι είχε γνώση για την πώληση της επιχείρησης στον Καθ’ ου η αίτηση 1. Αποδέχτηκε ότι εισπράττει απευθείας από τον Καθ’ ου η αίτηση 1 το ποσό των €41.800,00 (μέσω του κοινού συνηγόρου τους).

 

Υποστήριξε ωστόσο, ότι το ποσό αυτό αφορά μόνο το ενοίκιο του (υπενοικιασθέντος) υπογείου χώρου μόνο και όχι ολόκληρου του ακινήτου που ενοικιάζει ο  Νικόλας Λοΐζου από την Καθ’ ης η αίτηση. Το ποσό καταβάλλεται αδιάλειπτα από το έτος 2021 μέχρι και το έτος 2024.

 

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας M.Κ.2

Ο Μ.Κ.2 μου έχει κάνει καλή εντύπωση, με εξαίρεση τη μαρτυρία γνώμης που ο  μάρτυρας αυτός έχει παρουσιάσει, αναφορικά με:

(α)  με την ερμηνεία των εγγράφων που έχουν παρουσιαστεί και

(β) με τις νομικές και οικονομικές συνέπειες της είσπραξης του ενοικίου από τον Υπενοικιαστή.  

 

Αυτή η μαρτυρία γνώμης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού ο Μ.Α.1 δεν έχει τις απαιτούμενες νομικές γνώσεις.

           

Ως προς την υπόλοιπη μαρτυρία του, ο Μ.Α.1 υπήρξε σαφής και η μαρτυρία του φυσιολογική, χωρίς κενά και αντιφάσεις, παρά την έντονη αντεξέταση του. Απαντούσε άμεσα, ενώ το ουσιώδες μέρος της κατάθεσης του, υποστηρίχθηκε και από τα έγγραφα που παρουσίασε, ως τεκμήρια.

 

Με δεδομένη την συνοχή της μαρτυρίας του και την απουσία ασάφειών ή αντιφάσεων, αποδέχομαι ως αξιόπιστη την υπόλοιπη μαρτυρία  του Μ.Α.1.

 

Ευρήματα ως προς το πρόσωπο του Ενοικιαστή

  Στην βάση της αποδεκτής πιο πάνω μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, καταλήγω στα εξής ευρήματα:

1.    Η επίδικη ενοικίαση ξεκίνησε με τη σύναψη της σύμβασης ημερ. 14.11.1986. Με αυτήν συμβλήθηκε η Καθ’ ης η αίτηση (ως ιδιοκτήτρια) με τρία φυσικά πρόσωπα ως συνενοικιαστές: τον Διευθυντή της Αιτήτριας Νικόλα Λοΐζου και τους Παναγιώτη Λουκαΐδη και Παναγιώτη Φαούτα).

2.    Στο πλαίσιο συμφωνίας του 1989, μεταξύ της ιδιοκτήτριας και των τότε ενοικιαστών της, ανακλήθηκε ο προηγηθείς τερματισμός της αρχικής σύμβασης, η οποία αφέθηκε να συνεχιστεί κανονικά. Με τη συμφωνία του 1989  επιτράπηκε η υπενοικίαση του μίσθιου (υπό προϋποθέσεις).

3.    Οι πρόνοιες της συμφωνίας ενοικίασης αναφορικά με την αντικατάσταση των ενοικιαστών από νομικό πρόσωπο ουδέποτε ικανοποιήθηκαν και η ιδιοκτήτρια δεν αντικατέστησε τους ενοικιαστές.

4.    Ούτε και συμφωνήθηκε οποτεδήποτε η ενοικίαση του μίσθιου στην Αιτήτρια.

5.    Η σύμβαση ημερ. 14.11.1986 εξέπνευσε την 09.01.1997 και εφόσον δεν επιστράφηκε η κατοχή του μίσθιου στην ιδιοκτήτρια του, η ενοικίαση μετατράπηκε σε θέσμια από την 10.01.1997 και ακόλουθα, με μόνο θέσμιο ενοικιαστή του μίσθιου τον Νικόλα Λοΐζου (αφού οι Λουκαΐδης και Φαούτας είχαν ήδη αποχωρήσει από την ενοικίαση).  

 

Επομένως, ως θέσμιος ενοικιαστής του μίσθιου, ο Νικόλας Λοΐζου κατείχε νόμιμα το ακίνητο που είχε νοικιάσει από την Καθ’ ης η αίτηση 2 και οι σχέσεις των δυο αυτών προσώπων διέπονταν, έκτοτε, από τους όρους της τελευταίας μεταξύ τους συμφωνίας[10]. Ο Νικόλας Λοΐζου, είναι το μόνο πρόσωπο που είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επί του επίδικου ακινήτου και θα μπορούσε ενδεχομένως να αξιώσει την έξωση του υπενοικιαστή με βάση το πιο πάνω αναφερόμενο άρθρο 11 του Νόμου.

 

 Εφόσον η Αιτήτρια εταιρεία δεν έχει αποκτήσει πότε την ιδιότητα της ενοικιάστριας του μίσθιου, συνάγεται αβίαστα η απουσία αγώγιμου δικαιώματος  από μέρους της εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2.

 

Αυτή μου η διαπίστωση αποβαίνει μοιραία για την έκβαση της απαίτησης της Αιτήτριας εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, η  οποία δεν μπορεί παρά να απορριφθεί.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η περαιτέρω εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 11(1)(α) του Ν.23/1983 για την έξωση του Καθ’ ου η αίτηση 1 είναι πλέον περιττή.  Παρόλα αυτά, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης (και μόνο), θα προβώ και στην εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του Νόμου.

 

 

 

Προϋπόθεση αρ. 2: Ενοικιοστασιακό ακίνητο

Σύμφωνα με τα αποδεκτά γεγονότα της υπόθεσης, το μίσθιο βρίσκεται εντός ελεγχόμενης περιοχής, δυνάμει της Κ.Δ.Π. 519/07 (στο Δήμο Αγίας Νάπας) και έχει συμπληρωθεί και ενοικιαστεί πριν την 31.12.1999.

 

            Επομένως, βρίσκω ότι αυτή η προϋπόθεση, πληρούται.

 

Προϋπόθεση αρ. 3: Είναι ο Καθ’ ου η αίτηση 1,  θέσμιος υπενοικιαστής;

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου,

«“ενοικιαστής” σημαίνει παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον το οποίον συνήθως διαμένει ή έχει την έδραν αυτού εν Κύπρω και το οποίον είναι ενοικιαστής ακινήτου, εν σχέσει προς το οποίον υφίσταται ενοικίασις και περιλαμβάνει-

[…]

(β) οιονδήποτε υπενοικιαστήν ή παν έτερον πρόσωπον αποκτών δικαίωμα κατοχής του ακινήτου από τον αρχικόν ενοικιαστήν ή υπενοικιαστήν […]»

 

Στο άρθρο 28 του Νόμου αναφέρονται τα εξής:

«28.-(1) Εις περίπτωσιν καθ’ ην οιαδήποτε απόφασις ή διάταγμα διά την ανάκτησιν κατοχής ελήφθη καθ’ οιουδήποτε ενοικιαστού κατοικίας ή καταστήματος, η τοιαύτη απόφασις ή το τοιούτο διάταγμα δεν εφαρμόζεται καθ’ οιουδήποτε υπενοικιαστού τοιούτου ενοικιαστού εκτός εάν το Δικαστήριον πεισθή ότι τοιούτος ενοικιαστής παρημποδίζετο υπό των όρων της ενοικιάσεως του να προβή εις υπενοικίασιν ή ότι ο τοιούτος υπενοικιαστής εχρησιμοποίησε την κατοικίαν ή το κατάστημα διά παρανόμους ή ανηθίκους σκοπούς. Εκάστη απόφασις ή διάταγμα διά κατοχήν εκδιδόμενον καθ’ οιουδήποτε ενοικιαστού θα αναφέρη κατά πόσον θα εφαρμοσθή ή μη εναντίον οιουδήποτε υπενοικιαστού.

(2) Πας υπενοικιαστής εναντίον του οποίου δεν εφαρμόζεται η τοιαύτη απόφασις ή το τοιούτο διάταγμα, εάν παραμείνη κάτοχος κατόπιν της εις αυτόν επιδόσεως ειδοποιήσεως περί αποφάσεως ή του διατάγματος, παύει να είναι υπενοικιαστής του ενοικιαστού και καθίσταται θέσμιος ενοικιαστής του ιδιοκτήτου εν σχέσει προς την κατοικίαν ή το κατάστημα το περιλαμβανόμενον εις την υπενοικίασιν του.»

 

Επομένως, όσο διαρκεί η θέσμια ενοικίαση μεταξύ Ιδιοκτήτη και Ενοικιαστή, ο Υπενοικιαστής διατηρεί την ιδιότητα του “ενοικιαστή έναντι του αρχικού ενοικιαστή”.

 

Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης, ο Υπενοικιαστής (Μ.K.1) θα υπεισέλθει στην θέση του θέσμιου ενοικιαστή, και θα καταστεί ο ίδιος ενοικιαστής του ιδιοκτήτη, ΜΟΝΟ αφού εκδοθεί εναντίον του Νικόλα Λοΐζου (ενοικιαστή) διάταγμα ανάκτησης του υπογείου υποστατικού (και εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις του εδαφίου (1) του άρθρου 28, πιο πάνω).

 

Έχοντας δικαστική γνώση της Αίτησης Ε1/2021, θα πρέπει να επαναλάβω ότι σε αυτήν εκδόθηκε (στις 10.06.2025) εναντίον του Νικόλα Λοΐζου, διάταγμα ανάκτησης της κατοχής του επίδικου εκεί ακινήτου (μέρος του οποίου αποτελεί και το μίσθιο της παρούσας διαδικασίας).  Επομένως, από τις 10.06.2025, ο Καθ’ ου η αίτηση 1 έχει υπεισέλθει στη θέση του ενοικιαστή του μίσθιου αποβάλλοντας την ιδιότητα του υπενοικιαστή. Ο ουσιώδης ωστόσο χρόνος της παρούσας Αίτησης, προηγείται της πιο πάνω ημερομηνίας κατά πολύ, αφού ανατρέχει στο  χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.

 

Συνεχίζω με την εξέταση των υπόλοιπων προϋποθέσεων του άρθρου 11(1)(α)(i) του Νόμου. Tα πιο κάτω αποτελούν τα ουσιώδη για την υπενοικίαση γεγονότα και δεν έχουν αμφισβητηθεί:

 

 Στις 25.09.2000 συνάφθηκε σύμβαση υπενοικίασης του μίσθιου (υπόγειου χώρου) στον Καθ’ ου η αίτηση 1, η οποία ανανεώθηκε στις 12.11.2010 και  εξέπνευσε τελικά στις 14.11.2020, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση 1 συνεχίζει να διατηρεί την κατοχή του μίσθιου και να ασκεί εκεί επιχείρηση νυχτερινού κέντρου. 

 

Επομένως, εφόσον διατηρήθηκε η κατοχή του μίσθιου από τον Καθ’ ου η αίτηση 1, η υπενοικίαση μετατράπηκε σε θέσμια από την 15.11.2020 και ακόλουθα, με το τελευταίο ενοίκιο να ανέρχεται σε €46.000,00 ετησίως.

 

Ικανοποιείται έτσι και η τρίτη προϋπόθεση της νομοθεσίας.

 

Προϋπόθεση αρ. 4. Να καθυστερείται νομίμως οφειλόμενο ενοίκιο, για το οποίο επιδόθηκε έγγραφη ειδοποίηση στο θέσμιο υπενοικιαστή.

            Είναι παραδεκτό το γεγονός ότι από την 15.11.2020 και ακόλουθα, ο Καθ’ ου η αίτηση 1 πλήρωνε κατευθείαν και μόνο στην ιδιοκτήτρια του μίσθιου, το ποσό που οι δυο τους αναγνώριζαν ως το οφειλόμενο για την υπενοικίαση ποσό ετησίως.  

 

Συνάγεται αβίαστα η ύπαρξη οφειλόμενων ενοικίων (προς το πρόσωπο του ενοικιαστή του μίσθιου Νικόλα Λοΐζου) κατά τον χρόνο της επίδοσης της ειδοποίησης ημερ. 29.06.2021. Η ειδοποίηση ωστόσο ΔΕΝ στάληκε από τον ενοικιαστή, αλλά από την Αιτήτρια.

 

Επομένως, στην περίπτωση που η Αιτήτρια αναγνωριζόταν ως η ενοικιάστρια του μίσθιου, θα είχε ικανοποιηθεί και αυτή η προϋπόθεση της νομοθεσίας. Στην βάση όμως, της διαπίστωσης μου ότι η Αιτήτρια δεν είναι η ενοικιάστρια του μίσθιου, αυτή η τέταρτη προϋπόθεση δεν έχει ικανοποιηθεί.

 

Πέμπτη προϋπόθεση. Κατά την καταχώριση της Αίτησης να συνεχίζει να καθυστερείται νομίμως οφειλόμενο ενοίκιο για τουλάχιστον 21 ημέρες, χωρίς αυτό να έχει προσφερθεί.

Η παραδεκτή πρακτική του Καθ’ ου η αίτηση 1, να καταβάλλει τα ενοίκια της υπενοικίασης  κατευθείαν στην ιδιοκτήτρια εταιρεία, καταδεικνύει την παράλειψη προσφοράς του οφειλόμενου ενοικίου εντός της περιόδου των 21 ημερών.

 

Τα ίδια ακριβώς ισχύουν και όσον αφορά την έκτη προϋπόθεση της νομοθεσίας: “Να έχει παρέλθει περίοδος 14 ημερών από την επίδοση της Αίτησης χωρίς να έχει εξοφληθεί “παν ποσό το οποίο οφείλεται ή δυνατό να καταστεί οφειλόμενο από αυτόν”.

 

Όσα και όποια ποσά κατέβαλλε ο Καθ’ ου η αίτηση 1, ως ενοίκια για το μίσθιο, μετά το έτος 2020, αυτά καταβάλλονταν στην ιδιοκτήτρια εταιρεία.

 

Συμπέρασμα

Η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 11(1)(α)(i) αφορούσε την πληρότητα της απόφασης και μόνο.

 

Εφόσον δεν έχει αποδειχθεί η ιδιότητα της Αιτήτριας ως ενοικιάστριας,  η απαίτηση της εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 θα απορριφθεί.

 

Η Ανταπαίτηση του Καθ’ ου η αίτηση 1.

Το κατά πόσον οφείλονται οποιαδήποτε ποσά από τον Καθ’ ου η αίτηση 1 στην Αιτήτρια, έχει ήδη αποφασιστεί πιο πάνω, με το εύρημα ότι η Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση 1.

 

Ως προς τα ποσά που ανταπαιτεί ο Καθ’ ου η αίτηση 1, για την απώλεια εμπορικής εύνοιας και έξοδα ανακαίνισης και συντήρησης του μίσθιου, διακρίνω ότι αυτά τελούν υπό την αίρεση της έκδοσης του διατάγματος έξωσης, σε βάρος του Καθ’ ου η αίτηση 1.

 

Με δεδομένη την απόρριψη του αιτήματος για έξωση του Καθ’ ου η αίτηση 1, ελλείπει το υπόβαθρο για την εξέταση των απαιτήσεων αυτών.

 

Απομένει να εξεταστεί η απαίτηση του Καθ’ ου η αίτηση 1 για την επιστροφή του ποσού Λ.Κ.180.000,00, λόγω “παρανομίας” στην “Συμφωνία για Πώλησιν Επιχείρησης” ημερ. 25.09.2000[11]. Συγκεκριμενοποιεί, ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, την “παρανομία”, στην παράλειψη των “πωλητών” να εξασφαλίσουν την προηγούμενη έγκριση των ιδιοκτητών του μίσθιου για την πώληση αυτή.

 

Αδυνατώ να αντιληφθώ την “παρανομία” σε μια σύμβαση με νόμιμο αντικείμενο (πώληση επιχείρησης καμπαρέ) και νόμιμο αντάλλαγμα (χρηματικό ποσό Λ.Κ.180.000,00), η οποία δεν φαίνεται (εκ πρώτης όψεως) να καταστρατηγεί οποιαδήποτε νομοθεσία. Πως προέκυψε να αποτελεί συστατικό στοιχείο της σύμβασης αυτής, η “συγκατάθεση της Καθ’ ης η αίτηση 2”,  δεν μας έχει εξηγηθεί.

 

Όχι μόνο προέβαλε αυτή την ανυπόστατη θέση ο Καθ’ ου η αίτηση 1 (ότι δηλαδή η νομιμότητα της σύμβασης προαπαιτεί την έγκριση της Καθ’ ης η αίτηση 2), αλλά στηριζόμενος στο δικό του αβάσιμο επιχείρημα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση αυτή είναι “παράνομη”. 

 

Υποστηρίζει επίσης ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση στην αγόρευση του[12] ότι είναι παραδεκτό στην γραπτή μαρτυρία του Νικόλα Λοΐζου (τεκμήριο αρ. 1, παράγραφος 20) ότι  αυτός παρέστησε “ψευδώς” στον Καθ’ ου η αίτηση 1 ότι είχε εξασφαλιστεί η συγκατάθεση της Καθ’ ης η αίτηση 2 για την πώληση της επιχείρησης καμπαρέ. Δεν προκύπτει, όμως, κάτι τέτοιο από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου αρ.1.

 

Υποστηρίζεται περαιτέρω, στην ίδια αγόρευση, ότι εξαπατήθηκε ο Καθ’ ου  η αίτηση 1 ώστε να συνεχίσει να καταβάλλει ενοίκιο, μετά την αγορά της επιχείρησης (“ανεξέλεγκτο ενοίκιο, με απανωτές αυξήσεις”). Παραλείπει ωστόσο ο συνήγορος να αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 1 παράλληλα και ταυτόχρονα με την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης επιχείρησης, υπέγραψε και την (παραδεκτή) συμφωνία Υπενοικίασης του μίσθιου, στο οποίο διεξάγεται  η επιχείρηση που αγόρασε. Το ύψος του ενοικίου της υπενοικίασης και οι αυξήσεις του, αποτελούν αντικείμενο της καθόλα νόμιμης συμφωνίας υπενοικίασης, την οποία υπέγραψε με ελεύθερη βούληση ο Καθ’ ου η αίτηση 1.

 

Αυτοαναιρείται επομένως ο Καθ’ ου η αίτηση 1, όταν υποστηρίζει ότι δεν αντιλήφθηκε πως θα συνέχιζε να καταβάλλει ενοίκιο για την υπενοικίαση, μετά την αγορά της επιχείρησης. 

 

Τέλος, θα πρέπει να αναφέρω ότι ο ισχυρισμός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 1 είναι “αγράμματος” (ο ίδιος είχε αναφέρει στην κατάθεση του και δεν αμφισβητήθηκε ότι είναι απόφοιτος δημοτικής εκπαίδευσης μόνο), δεν βοηθά στο επιχείρημα του. Όφειλε να γνωρίζει ο Καθ’ ου η αίτηση 1 τις νομικές συνέπειες της κάθε συμφωνίας που σύναπτε και για την   παράλειψη του να ερευνήσει και να ενημερωθεί έγκαιρα, μόνο τον εαυτό του μπορεί να μέμφεται.

 

 

Πέραν από το γεγονός ότι κανένα ποσό οφείλει στην Αιτήτρια,  ο Καθ’ ου η αίτηση 1, δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της Ανταπαίτησής του.

 

 

Η ανταπαίτηση της Καθ’ ης η αίτηση 2

            Η ανταπαίτηση της Καθ’ ης η αίτηση 2 είχε αποσυρθεί, στο χρόνο και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και δεν θα σχολιαστεί περαιτέρω.

 

            Αυτό όμως που χρήζει σχολιασμού είναι η νομική τοποθέτηση της Καθ’ ης η αίτηση 2, με την οποία ταυτίζεται και ο Καθ’ ου η αίτηση 1. Αυτή αφορά την παράκαμψη του θέσμιου ενοικιαστή (Νικόλα Λοΐζου) και την απευθείας συναλλαγή μεταξύ Ιδιοκτήτριας και Υπενοικιαστή.

 

 Διαπιστώνω από την παραδοχή των  Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2, ότι έχουν παρακάμψει τον ενοικιαστή από το έτος 2021 και ότι οι δυο αυτοί διάδικοι υπέπεσαν στο ίδιο νομικό σφάλμα, αφού ο ενοικιαστής ουδέποτε αποχωρίστηκε τη νομική κατοχή του υπογείου και επομένως, δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την απευθείας συναλλαγή μεταξύ ιδιοκτήτριας και Υπενοικιαστή.

 

Για την διάκριση μεταξύ «νομικής» και «πραγματικής» κατοχής  (“Possession in fact and possession in law), σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Ikosi v. Karayiannis (1971) 1 CLR 189.

 

Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν για σκοπούς πληρότητάς της απόφασης και δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Στην βάση των συμπερασμάτων μου, που καταγράφονται πιο πάνω, με τη σύμφωνη γνώμη των Μελών:

1.    Η Απαίτηση της Αιτήτριας εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 απορρίπτεται (λόγω μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος).

2.    Η Ανταπαίτηση του Καθ’ ου η αίτηση 1 απορρίπτεται, ως μη αποδειχθείσα.

3.    H Ανταπαίτηση της Καθ’ ης η αίτηση 2 απορρίπτεται, ως αποσυρθείσα.

 

Στην βάση του πιο πάνω αποτελέσματος και εφόσον ο μόνος επιτυχόν διάδικος είναι ο εξ’ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση, βρίσκω ότι είναι ορθό και δίκαιο να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα αναφορικά  με την Αιτήτρια και τους Καθ’ ων η αίτηση  1 και 2.

 

Επιδικάζονται υπέρ του εξ’ ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση, και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 (αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά), τα έξοδα των σε βάρος του Ανταπαιτήσεων, όπως αυτά θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο μειωμένα κατά το ½ (διότι ο εξ’ Ανταπαιτήσεως Καθ’ ου η αίτηση είχε την ίδια νομική εκπροσώπηση με  την Αιτήτρια).

 

 

 

 

(Υπ.)  ….………….…………………………….

                                                                                      Χρ. Ραγουζαίου, Π.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Γραμματέας

 

 

 

 

 

 

 



[1] Δηλαδή στην παράλειψη καταβολής οφειλόμενων ενοικίων.

[2] Το αίτημα για διαγραφή της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η αίτηση 1 απορρίφθηκε στις 15.09.22 για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση.

[3] Το αίτημα για επαναφορά της Ανταπαίτησης της Καθ’ ης η αίτηση 2, απορρίφθηκε με την απόφαση ημερ. 06.06.2024.

[4] Η Αίτηση αυτή ολοκληρώθηκε με την τελική απόφαση ημερ. 10.06.2025, με την οποία απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του Νικόλα Λοΐζου ότι ενοικιαστής του μίσθιου είναι η TOGA TOGA DISCO LTD και εκδόθηκε σε βάρος του Νικόλα Λοΐζου διάταγμα έξωσης και απόφαση για οφειλόμενα ενοίκια και ενδιάμεσα οφέλη.

[5] Πριν το έτος 2000.

[6] Δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 25.09.2000, τεκμήριο αρ.10.

[7] Δυνάμει της συμφωνίας τεκμήριο αρ.8.

[8] Βλ. άρθρο 2, παράγραφος (β) στην έννοια “ενοικιαστής” (στη σελίδα 14, πιο κάτω).

[9] Η οποία προνοεί την υποκατάσταση των ενοικιαστών από νομικό πρόσωπο.

[10] Βλ. Άρθρο 27 (1) “Ενοικιαστής όστις, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, διατηρεί κατοχήν οιασδήποτε κατοικίας ή καταστήματος, εν όσω διατηρεί την τοιαύτην κατοχήν, τηρεί πάντας τους όρους και προϋποθέσεις του τελευταίου ενοικιαστηρίου συμβολαίου, έστω και αν έχει λήξει η ισχύς του και δικαιούται εις τα εξ αυτών απορρέοντα οφέλη, εφ’ όσον ούτοι είναι σύμφωνοι προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, δικαιούται να παραιτηθή της κατοχής της κατοικίας ή του καταστήματος μόνον κατόπιν επιδόσεως τοιαύτης ειδοποιήσεως οία θα απητείτο δυνάμει του ενοικιαστηρίου συμβολαίου […]”

 

[11] Βλ. Τεκμήριο αρ. 8.

[12] Βλ. σελίδα 10 στην γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 2.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο