ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΠΟΠΗΣ ΝΕΣΤΩΡΙΔΟΥ, Αίτηση αρ. Ε89/2022, 27/2/2026
print
Τίτλος:
ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΠΟΠΗΣ ΝΕΣΤΩΡΙΔΟΥ, Αίτηση αρ. Ε89/2022, 27/2/2026

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ - ΠΑΦΟΥ

ΤΜΗΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Γ. Χρ. Παγιάση, Προέδρου,

Α. Κωστή, Α. Γεωργίου, Παρέδρων

 

                                                                                                            Αίτηση αρ. Ε89/2022

ΜΕΤΑΞΥ:

                                 ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, από τη Λεμεσό

                                                                                                          Αιτητή  

και

ΠΟΠΗΣ ΝΕΣΤΩΡΙΔΟΥ, από τη Λεμεσό

                                                                                                    Καθ’ ης η Αίτηση

Ημερομηνία: 27/02/2026

Για τον Αιτητή: κ. Π. Παναγιώτου

Για την Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Χ. Παναγή

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ι.        ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ

Με την επίδικη αίτηση αξιώνεται η ανάκτηση της κατοχής ενός διαμερίσματος, κατ’ επίκληση ιδιοκατοίκησης, του υιού του Ιδιοκτήτη, που τώρα όλοι διαμένουν στο εξωτερικό.  

(α)       Η Κυρίως Αίτηση.

Η Κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε στις 4/10/2022. Αφορά το υποστατικό που περιγράφεται στην παράγραφο Α της Κυρίως Αίτησης. Πρόκειται για διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων στην περιοχή Καθολικής, στη Λεμεσό, που χρησιμοποιείται ως κατοικία (στο εξής: «το Υποστατικό»).  Ο Αιτητής είναι ο Ιδιοκτήτης του Υποστατικού (στο εξής: «ο Ιδιοκτήτης»). Η Καθ’ ης η Αίτηση είναι η θέσμια ενοικιάστρια (στο εξής: «η Ενοικιάστρια»). Η επίδικη ενοικίαση απορρέει από λήξασα μονοετή σύμβαση ενοικίασης ημερομηνίας 30/07/2018, που άρχισε την 01/09/2018, με αρχικό μηνιαίο ενοίκιο τα €550,00 πλέον κοινόχρηστα. Ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα, υποστηρίζεται πως ο Ιδιοκτήτης επιθυμεί την ανάκτηση της κατοχής, για την ιδιοκατοίκηση του υιού του και της οικογένειας του και «επιφυλάσσεται να δώσει λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο». Για αυτή την πρόθεσή του, ενημέρωσε τόσο προφορικά, όσο και γραπτώς την Ενοικιάστρια, μέσω επιστολής ημερομηνίας 10/05/2022, δίχως όμως ανταπόκριση. Περαιτέρω, αναφέρει τα εξής:

« 

6.       Έγιναν πολλές προσπάθειες από τον Αιτητή και από συγγενικά του πρόσωπα και/ή αντιπροσώπους του, για εξεύρεση άλλης ανάλογης κατοικίας και/ή υποστατικού ή χώρου διαμονής για την Καθ’ ης η αίτηση, με λογικό ενοίκιο και ενημέρωσαν σχετικά την Καθ’ ης η αίτηση, πλην όμως η Καθ’ ης η αίτηση επέδειξε αδιαφορία και δεν κατέβαλε οποιαδήποτε προσπάθεια να επιθεωρήσει τα εν λόγω υποστατικά.  Οι εν λόγω χώροι διαμονής, ήταν άμεσα διαθέσιμοι προς ενοικίαση (Ο Αιτητής επιφυλάσσεται να δώσει λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο).

7.       Ο Αιτητής διαμένει στο εξωτερικό με την σύζυγο του, τον γιο του και την οικογένεια του γιου του, η οποία αποτελείται από 4 άτομα.  Ο γιος του Αιτητή επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί πολύ σύντομα στη Κύπρο και γι’ αυτό το λόγο ο Αιτητής επιθυμεί να του παραχωρήσει το εν λόγω διαμέρισμα, για να μένει με την οικογένεια του.

8.       Εξαιτίας της ως άνω κατάστασης, δημιουργείται απίστευτη ταλαιπωρία, άγχος και δυσκολία σε όλη την οικογένεια του Αιτητή και του γιου του (Ο Αιτητής επιφυλάσσεται να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες, για τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας του ιδίου και του γιού του, κατά τη δικάσιμο).

»

 

(β)     Η Απάντηση.

Στην Απάντησή της, η Ενοικιάστρια αρνείται την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων, ότι ενοικιάζει το Υποστατικό από το 2002 και όχι από το 2018 που διατείνεται ο Ιδιοκτήτης. Κατοικεί σε αυτό μαζί με τα δύο ενήλικα τέκνα της. Συμφωνεί ότι το ενοίκιο ανέρχεται στα €550,00 μηνιαίως και αναφέρει ότι είναι πάντοτε συνεπής στην  πληρωμή του. Αμφισβητεί τόσο τη γνησιότητα όσο και τη λογικότητα του αιτήματος, λέγοντας μεταξύ άλλων, τα εξής: 

«

Η Καθ’ ης η Αίτηση, αγνοεί και συνεπώς αρνείται από το περιεχόμενον των σημείων 2 και 3 της παραγράφου Δ της Αίτησης του Αιτητή, παραδέχεται ότι έλαβε την επιστολή ημερ. 10/5/22.  Αγνοεί και συνεπώς αρνείται, τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή.  Περαιτέρω αναφέρει, ότι με την ίδια τακτική και/ή εκφοβισμό και/ή πίεση, ότι … δήθεν θα έλθη ο υιός του, (κατά και/ή περί το 2020) πέτυχε την εκκένωση δύο διαμερισμάτων (από τους ενοικιαστές) στην ίδια πολυκατοικία (ιδιοκτησίας του) και τα ενοικίασε και πάλι (σίγουρα με πολύ μεγαλύτερο ενοίκιο).  Το Διαμ υπ’ αρ. 11, το ενοικίασε αρχές Μαΐου 2022 και ευθύς αμέσως απέστειλε… την επιστολή ημ. 10/5/22 στην Καθ’ ης η αίτηση.  Μπορούσε άνετα, σε ένα εκ των δυο αυτών διαμερισμάτων, να μείνει ο υιός του, αν πράγματι πρόθεση του είναι να έλθη Κύπρο. (επιφυλάσσεται και η ίδια να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες κατά την δικάσιμο).     […]   

Η Καθ’ ης η Αίτηση, αγνοεί και συνεπώς αρνείται το περιεχόμενον του σημείου 6, της παραγράφου Δ της Αίτησης του Αιτητή.  Περαιτέρω αναφέρει ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ ούτε ο Αιτητής αλλά ούτε και οιαδήποτε συγγενικά του πρόσωπα, κατέβαλαν οιεσδήποτε προσπάθειες και/ή ενδιαφέρθηκαν και βρήκαν άλλα διαμερίσματα με … λογικό ενοίκιο για να δει και/ή επιθεωρήσει.  Ως σήμερα ουδέποτε της αναφέρθηκε και/ή ζητήθηκε να δει οιαδήποτε άλλα διαμερίσματα, που ο Αιτητής ισχυρίζεται. (Η Καθ’ ης η Αίτηση επιφυλάσσεται να δώσει λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο).     

Η Καθ’ ης η Αίτηση, αγνοεί και συνεπώς αρνείται το περιεχόμενον των σημείων 7 και 8 της παραγράφου Δ της Αίτησης του Αιτητή.  Περαιτέρω αναφέρει, αυτά που ίδια βιώνει, με την όλη συμπεριφορά και τακτική του Αιτητή.  Η ίδια είναι καρκινοπαθής, συνταξιούχος και διαζευγμένη εδώ και χρόνια. Παρά τα προβλήματα υγείας και όχι μόνον που έχει, προσπαθεί πάντα να είναι (και είναι) συνεπής προς τις υποχρεώσεις της.  Οι συνεχείς ψευδείς ισχυρισμοί του Αιτητή, είναι αυτοί που δημιουργούν πολύ περισσότερα ψυχολογικά προβλήματα, αναστάτωση και ταλαιπωρία, τόσον σε αυτή, όσο και στα δύο της παιδιά της.  Παιδιά της που ήταν μαζί της, όταν η Καθ’ ης η Αίτηση – μητέρα τους, ενοικίασε το εν λόγω διαμέρισμα και που τώρα εξακολουθούν να είναι με την μητέρα τους. 

Η παρούσα Αίτηση δεν αποτελεί γνήσια αίτηση για ανάκτηση κατοχής ως ισχυρίζεται ο Αιτητής, δήθεν για λόγους ιδιοκατοίκησης του υιού του (μετά της οικογένειας του) Γίνεται και βασίζεται σε αλλότριους σκοπούς και εξαναγκασμού και/ή εκβιασμού της Καθ’ ης η Αίτηση, να εγκαταλείψει το διαμέρισμα.  Ο Αιτητής παρενέβη πολλές φορές στην εύλογη χρήση του διαμερίσματος και προκάλεσε πολλές φορές προβλήματα στην Καθ’ ης η Αίτηση (επιφυλάσσεται να αναφερθεί σε αυτά κατά τη δικάσιμο).

»

ΙΙ.       Η ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ.

Η υπόθεση προχώρησε με τη διαδικασία της ταχείας εκδίκασης, με βάση τη Διαταγή 30. Έδωσαν μαρτυρία μόνο οι διάδικοι. Δεν ζητήθηκε η αντεξέτασή τους. Ακολούθως, θα προσπαθήσω να συνοψίσω την παρουσιασθείσα μαρτυρία σε ό,τι κρίνω πως είναι σημαντικό ως προς τα ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, παραλείποντας αναφορές σε μαρτυρία η οποία είτε αποτελεί κοινό τόπο,[1] είτε δεν έχει ιδιαίτερη αξία ως προς την αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης. Τονίζω ακόμη ότι, παρόλο που έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί και έχω προβεί στις σχετικές αντιπαραβολές όπου έκρινα αναγκαίο, για σκοπούς οικονομίας δεν θα αναφερθώ σε κάθε ένα ζήτημα και ή τεκμήριο ξεχωριστά παρά μόνο σε ό,τι κρίνω ότι έχει ειδική βαρύτητα προς αιτιολόγηση της παρούσας απόφασης.

(α)       Η μαρτυρία του Ιδιοκτήτη.

Στην έγγραφή του μαρτυρία, ο ιδιοκτήτης κατέθεσε τίτλο ιδιοκτησίας καθώς και αντίγραφο της συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 30/07/2018. Παραδέχθηκε ότι η ενοικίαση άρχισε από το 2002 και όχι το 2018 που αναφέρεται στην Κυρίως Αίτηση. Το Υποστατικό κατασκευάστηκε το 1987. Το υφιστάμενο ενοίκιο είναι στα €500,00 μηνιαίως, πλέον κοινόχρηστα και όχι €550,00 που δικογράφησε. Αναφέρει πως επιθυμεί την ανάκτηση της κατοχής του επίδικου διαμερίσματος, για λόγους ιδιοκατοίκησης του υιού του με την οικογένεια του, οι οποίοι προς το παρόν διαμένουν στην Αγγλία. Αναφέρει πως:

«

Σκοπός του υιού μου και της οικογένειας του είναι να εγκατασταθούν μόνιμα στην Κύπρο, καθ’ ότι έχει ήδη προγραμματιστεί η μεταφορά στην Κύπρο μέρους των εργασιών της οικογενειακής μας επιχείρησης που διατηρούμε στην Αγγλία, ήτοι της εταιρείας S.O.S CATERING EQUIPMENT AND ENGINEERING LIMITED.  Λόγω όμως του γεγονότος ότι, ο υιός μου θα καταβάλλει ενοίκιο για τον χώρο στον οποίο θα δραστηριοποιείται η εταιρεία στην Κύπρο, είναι πολύ δύσκολο να καταβάλλει και ενοίκιο για τον χώρο διαμονής του με την οικογένεια του, από την στιγμή που υπάρχει το ιδιόκτητο Διαμέρισμα, στο οποίο μπορούν να εγκατασταθούν. 

Από τη μεριά μου έγιναν πολλές προσπάθειες από εμένα, αλλά και από συγγενικά μου πρόσωπα και αντιπροσώπους μου, για εξεύρεση άλλης ανάλογης κατοικίας ή χώρου διαμονής για την Καθ’ ης η αίτηση, με λογικό ενοίκιο και την ενημερώσαμε σχετικά, πλην όμως η Καθ’ ης η αίτηση επέδειξε αδιαφορία και δεν κατέβαλε οποιαδήποτε προσπάθεια να επιθεωρήσει τα εν λόγω υποστατικά.  Οι εν λόγω χώροι διαμονής, ήταν άμεσα διαθέσιμοι προς ενοικίαση, σε καλή περιοχή της Λεμεσού και σε πολύ καλή κατάσταση, με ενοίκιο αντίστοιχο αυτού που καταβάλλει για το Διαμέρισμα που της ενοικιάζω.

Εγώ τώρα διαμένω στην Αγγλία με τη σύζυγο μου και τον υιό μου μαζί με την οικογένειά του, η οποία αποτελείται από 5 άτομα. O υιός μου επιθυμεί να δραστηριοποιηθεί πολύ σύντομα στη Κύπρο και γι' αυτόν τον λόγο επιθυμώ να του παραχωρήσω το εν λόγω Διαμέρισμα, για να μένει με την πολύτεκνη οικογένειά του.

Εξαιτίας της ως άνω κατάστασης δημιουργείται απίστευτη ταλαιπωρία, άγχος και δυσκολία σε όλη την οικογένεια μου, αλλά και στον υιό μου, o οποίος δεν μπορεί να σχεδιάσει με σταθερότητα τις επόμενες επαγγελματικές του δραστηριότητες, καθ' ότι επιθυμεί να υπολογίσει ένα κόστος διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του και με τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην Κύπρο, δεν ξέρει αν θα πρέπει να υπολογίζει και κόστος ενοικίου για την οικογενειακή στέγη ή μόνο για στέγαση και λειτουργία της επιχείρησής του. Σε περίπτωση που δεν μου παραδοθεί το Διαμέρισμα, ο υιός μου δεν θα μπορέσει να έρθει στη Κύπρο, αφού το κόστος διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειάς του θα είναι αρκετά μεγάλο, επειδή θα πρέπει να ενοικιάζει, εκτός των άλλων, και οικία για τη διαμονή του ιδίου και της οικογένειάς του.

»

 

Επίσης, παρουσίασε πιστοποιητικά σύστασης και λειτουργίας της αγγλικής εταιρείας που αναφέρει, ως επίσης, την επιστολή για ανάκτηση της κατοχής κατ’ επίκληση ιδιοκατοίκησης που απέστειλε στην Ενοικιάστρια. Λέει πως η Ενοικιάστρια δεν είναι εκτοπισθείσα και θα μπορούσε να μετακομίσει σε ένα άλλο υποστατικό ενός υπνοδωματίου, τα δε παιδιά της, είναι ενήλικα και για τα οποία, η Ενοικιάστρια «σε καμία περίπτωση δεν έχει ζητήσει την άδεια [τ]ου, για να διαμένουν μαζί της».

 

(β)       Η μαρτυρία της Ενοικιάστριας.

Στη δική της έγγραφη μαρτυρία, η Ενοικιάστρια σημειώνει πως ενοικιάζει το Υποστατικό από το 2002 και η συμφωνία του 2018 είναι επιπρόσθετη της αρχικής, που αφορά βασικά τα κοινόχρηστα. Δέχεται ότι το υφιστάμενο ενοίκιο, ανέρχεται στο ποσό που αναφέρει ο Ιδιοκτήτης. Απορρίπτει κατηγορηματικά την αξίωση του Ιδιοκτήτη, σημειώνοντας τα εξής:

«

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή, πού περιέχονται στην παράγραφο 8 της Γραπτής του Δήλωσης, περί ιδιοκατοίκησης του γυιού του καί της οικογένειας του, στο επίδικο διαμέρισμα καί ότι σκοπός του γυιού του καί της οικογένειας αυτού, είναι να εγκατασταθούν στην Κύπρο, αποτελούν επαναλαμβανόμενους ισχυρισμούς αοριστίας καί πιθανολόγησης καί ΟΧΙ απόλυτους ισχυρισμούς. Επίσης ο ισχυρισμός του Αιτητή, ότι έχει προγραμματιστεί η μεταφορά στην Κύπρο, μέρους των εργασιών της οικογενειακής του επιχείρισης, που διατηρούν στην Αγγλία, με το όνομα της κατονομαζόμενης στην εν λόγω παράγραφο Εταιρείας, αποτελεί εκ των υστέρων επινοηθέντα ψευδή ισχυρισμό, πού ΔΕΝ περιέχεται στην Αίτηση του.

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή , πού περιέχονται στην παράγραφο 9 της Γραπτής του Δήλωσης, ότι δεν ζήτησα την άδεια του για να μένουν μαζί μου και τα παιδιά μου, δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Τα παιδιά μου, διέμεναν καί διαμένουν μαζί μου, από το έτος 2002, οπότε καί άρχισε από μένα η ενοικίαση του επίδικου διαμερίσματος. Τούτο δε, έγινε ανεκτό από αυτόν έκτοτε, χωρίς καμμία διαμαρτυρία. Ως εκ τούτου, ο εν λόγω ισχυρισμός του, περί διαμονής των παιδιών μου στο επίδικο διαμέρισμα, αποτελεί κακοπιστία καί εν ολίγοις εκ των υστέρων ψευδή επινόηση του. Παρά ταύτα όμως, δεν περιέχεται στην Αίτηση, ισχυρισμός του Αιτητή ότι τα παιδιά μου, διαμένουν μαζί μου στο επίδικο διαμέρισμα, χωρίς την άδεια του.

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Αιτητή, πού περιέχονται στην παράγραφο 10 της Γραπτής Δήλωσης του, παραδέχομαι ότι παρέλαβα την επιστολή του Δικηγόρου του ημ. 10/5/22, όμως δεν συμμορφώθηκα ως οι οδηγίες του περιεχομένου της, επειδή ενώ έπρεπε παρέλειψε ΚΑΙ ο Αιτητής να συμμορφωθεί, με βάση τα προαπαιτούμενα και/ή προβλεπόμενα από τον Περί Ενοικιοστασίου Νόμο καί την σχετική Νομολογία, σχετικά με ανάκτηση κατοχής ακινήτου, από Ιδιοκτήτη, γιά σκοπούς ιδιοκατοίκισης. Περαιτέρω αναφέρω, ότι ουδέποτε, μου υποδείχθηκε από τον Αιτητή, είτε γραπτώς είτε καί προφορικώς από το έτος 2022 μέχρι καί σήμερα ακόμα, οιονδήποτε άλλο διαμέρισμα ή κατοικία, είτε στην γύρω περιοχή πού βρίσκεται το επίδικο διαμέρισμα ή καί αλλού με ανάλογο ενοίκιο, όπως αυτό του επίδικου διαμέρισματος, ώστε να καταστεί δυνατή η παράδοση σε αυτόν ελεύθερης της κατοχής του.

»

 

(γ)       Οι Αγορεύσεις.

Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν γραπτά κείμενα, το περιεχόμενο των οποίων υιοθέτησαν και απάντησαν σε σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Στο περιεχόμενο των εκατέρωθεν θέσεων θα αναφερθώ μόνο στην έκταση που κρίνω σκόπιμο, κατά το στάδιο παράθεσης των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Η απόφαση του Δικαστηρίου επιφυλάχθηκε στις 27/11/2025. 

 

ΙΙΙ.      ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ.

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, υποκείμενη στις πρόνοιες του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, (Ν. 23/83) (στο εξής: «ο Νόμος»), εκπηγάζει από το άρθρο 4(1) του Νόμου,[2] προσδιορίζεται στο άρθρο 2 αυτού και εκτείνεται σε κάθε θέμα που αφορά θέσμιες[3] ενοικιάσεις[4] και τους όρους αυτών,[5] καθώς και σε κάθε θέμα παρεμπίπτον ή συναφές προς τούτες τις προστατευόμενες σχέσεις μεταξύ ιδιοκτήτη και ενοικιαστή. Πέραν των βασικών ζητημάτων που σχετίζονται με την ανάκτηση της κατοχής και την αναπροσαρμογή ενοικίου, τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ασχολούνται, μεταξύ άλλων, με τα θέματα που άπτονται της επιδίκασης των καθυστερημένων και οφειλόμενων ενοικίων καθώς επίσης και αξιώσεις που αφορούν επιδίκαση αποζημιώσεων λόγω ζημιών που προκαλούνται σε ελεγχόμενα υποστατικά.[6]

Στο άρθρο 11 του Νόμου, τίθενται αναλυτικά και περιοριστικά οι λόγοι έξωσης θέσμιου ενοικιαστή.  H έκδοση διατάγματος ανάκτησης κατοχής προϋποθέτει την παρουσίαση «συγκεκριμένης και πειστικής»[7] μαρτυρίας, δοθέντος ότι, η εν λόγω ενέργεια συνιστά την πιο ακραία παρέμβαση[8] («most extreme form of interference») στο δικαίωμα σεβασμού της κατοικίας[9] και της επαγγελματικής στέγης.[10]  

·                Ανάκτηση κατοχής λόγω Ιδιοκατοίκησης. 

Η δυνατότητα για ανάκτηση κατοχής λόγω ιδιοκατοίκησης προβλέπεται στο εδάφιο (στ) του άρθρου 11(1), το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«

(στ) σε περίπτωση κατά την οποία το ακίνητο απαιτείται λογικά από τον ιδιοκτήτη για  ιδιοκατοίκηση ή για την κατοίκηση του συζύγου, τέκνου ή εξαρτώμενου γονέα ή του συζύγου του τελευταίου ή, όταν ο ιδιοκτήτης είναι οικογενειακή εταιρεία, για ιδιοκατοίκηση μέλους της και το Δικαστήριο θεωρεί λογική την έκδοση τέτοιας απόφασης ή τέτοιου διατάγματος:

Νοείται ότι ουδεμία απόφασις και ουδέν διάταγμα θα εκδίδωνται δυνάμει της παραγράφου αυτής, εάν το Δικαστήριού πεισθή ότι, λαμβανομένων υπ’ όψιν όλων των περιστάσεων της υποθέσεως, θα επροξενείτο μεγαλυτέρα ταλαιπωρία διά της εκδόσεως του διατάγματος ή της αποφάσεως παρά διά της αρνήσεως εκδόσεως τούτου.

Διά τους σκοπούς της παραγράφου αυτής ο όρος «περιστάσεις της υποθέσεως» περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το κατά πόσον ο ενοικιαστής είναι εκτοπισθείς ή παθών, ως οι όροι ούτοι καθορίζονται εις το Μέρος V του παρόντος Νόμου, το κατά πόσον υπάρχει διαθέσιμον έτερον ανάλογον και με λογικόν ενοίκιον μέρος στεγάσεως διά τον ενοικιαστήν, και το κατά πόσον ο ιδιοκτήτης ηγόρασε το ακίνητον μετά την ημερομηνίαν καθ’ ην ετέθη εν ισχύι ο παρών Νόμος προς τον σκοπόν αποκτήσεως κατοχής δυνάμει των διατάξεων της παρούσης παραγράφου·

»

Συνεπώς, η έκδοση του διατάγματος ανάκτησης κατοχής με σκοπό την ιδιοκατοίκηση προαπαιτεί τη διαπίστωση ότι η εν λόγω αξίωση είναι «λογική» εν τη έννοια του Νόμου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και όχι υποκειμενικό.[11] Στην Παμπορίδη ν. Χουλιώτη κ.α. (1996) 1Α Α.Α.Δ 604, λέχθηκαν τα εξής:

«

Η φράση “απαιτείται λογικώς” ερμηνεύτηκε σε αριθμό υποθέσεων. Έχει αποφασιστεί ότι η φράση προϋποθέτει την ύπαρξη ανάγκης η οποία πρέπει να είναι γνήσια υφιστάμενη ανάγκη, κάτι περισσότερο από απλή επιθυμία αν και κάτι κατά πολύ λιγότερη της απόλυτης ανάγκης (βλ. Yiannopoulos v. Theodoulou (1979) 1 C.L.R. 215), ενώ στην υπόθεση Andreou ν. Christodoulou (1978) 1 C.L.R. 192, λέχθηκε ότι η ανάγκη θα πρέπει να είναι οριστική και άμεση.

»

Ως όμως στο προπαρατεθέν άρθρο 11(1)(στ) υποδεικνύεται, η λογικότητα του αιτήματος δεν αρκεί. Απαιτείται, περαιτέρω, στάθμιση της ταλαιπωρίας hardship») έκαστου διαδίκου, ήτοι των συνεπειών που θα προκληθούν σε κάθε πλευρά, είτε από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ανάκτησης κατοχής, είτε την άρνηση του Δικαστηρίου να αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία, ταλαιπωρία η οποία συναρτάται με τα κατά περίπτωση πραγματικά δεδομένα.[12] Συνυπολογίζονται όλες οι «περιστάσεις της υπόθεσης», οι οποίες περιλαμβάνουν, όχι εξαντλητικά,[13] τα εξής:

(α)         Κατά πόσον ο ενοικιαστής είναι εκτοπισθείς ή παθών.

(β)         Κατά πόσον υπάρχει διαθέσιμον έτερον, ανάλογο και με λογικό ενοίκιο μέρος για να στεγαστεί ο ενοικιαστής. [14]

(γ)         Κατά πόσον ο ιδιοκτήτης αγόρασε το υποστατικό μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντα Νόμου.

 

ΙV.     ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ και ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ.   

Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι ένα πολυσχιδές έργο. Το Δικαστήριο οφείλει να προβεί στην αξιολόγηση, αντιπαραβάλλοντας και διερευνώντας τα επίδικα γεγονότα με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, αλλά να λάβει υπόψιν όλες τις σχετικές και νομικές αποδεκτές παραμέτρους αξιολόγησης. Η δε αποτίμηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει με βάση την κρίση του Δικαστηρίου για το αξιόπιστο αυτής και όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.  

Έχοντας υπόψιν τις σχετικές επί του θέματος νομικές αρχές,[15] προχωρώ στην αξιολόγηση της παρουσιασθείσας μαρτυρίας.

Πριν οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Ενοικιάστρια δεν υποστηρίζει[16] ότι η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει μεγαλύτερη ταλαιπωρία σε αυτήν, παρά η μη έκδοσή του και σε σχετική ρητή επί τούτου δήλωση προέβη και ο συνήγορος της κατά  το στάδιο των τελικών αγορεύσεών.[17]   

Επίσης, ως προς τα πραγματικά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα, αποτελεί κοινό τόπο ότι ο Αιτητής είναι ο ιδιοκτήτης και η Καθ΄ ης η ενοικιάστρια του Υποστατικού που περιγράφεται στην παρ. Α της Κυρίως Αίτησης, το οποίο αφορά ένα διαμέρισμα, τριών υπνοδωματίων, στην περιοχή Καθολικής στη Λεμεσό, επί πολυκατοικίας που κατασκευάστηκε πέριξ το 1987. Η επίδικη ενοικίαση απορρέει από λήξασα μονοετή σύμβαση ενοικίασης από το 2002, ο θέσμιος χαρακτήρας της οποίας δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Δεδομένο είναι και ότι απεστάλη η εκ του Νόμου προβλεπόμενη αναγκαία προειδοποιητική αποστολή.   

Όσον αφορά το ύψους του ενοικίου, στα δικόγραφα υπάρχει συμφωνία πως το ενοίκιο ανέρχεται στα €550,00, ενώ στις μαρτυρίες των διαδίκων υπάρχει ξανά ταύτιση απόψεων ότι το ενοίκιο ανέρχεται στα €500,00 πλέον κοινόχρηστα. Εν πάση περιπτώσει, το επ’ ακριβές ύψος του ενοικίου δεν είναι καθοριστικό στοιχείο στην παρούσα υπόθεση.  Το ενοίκιο καταβάλλεται κανονικά. Ο Αιτητής και η οικογένεια του διαμένουν μόνιμα στο εξωτερικό. Στο επίδικο διαμέρισμα διαμένουν με την Καθ΄ ης τα δύο, πλέον ενήλικα, τέκνα της. 

Η λογικότητα της αξίωσης.

Απομένει το θέμα της λογικότητας της αξίωσης για ανάκτηση, για λόγους ιδιοκατοίκησης. Το κριτήριο, θυμίζω συνίσταται στο εάν η ιδιοκτησιακή πλευρά έχει παρουσιάσει εκείνη τη «συγκεκριμένη και πειστική»[18] μαρτυρία, μέσω της οποίας αποδεικνύεται ο εν λόγω ισχυρισμός.

Η απάντηση είναι ξεκάθαρα αρνητική. Η λογικότητα του αιτήματος, ήτοι η ύπαρξη άμεσης ανάγκης, γνήσιας και οριστικής για ανάκτηση της κατοχής ουδόλως ικανοποιείται. Πρόκειται, στην καλύτερη για τον Ιδιοκτήτη περίπτωση, για απλή και μόνο επιθυμία του να ανακτήσει την κατοχή του Υποστατικού, όπως και ο ίδιος ουσιαστικά παραδέχεται, στην παράγραφο 15 της έγγραφης του μαρτυρίας. Τίποτα περισσότερο. Η μαρτυρία που προσέφερε, δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κατεύθυνση.

Διασαφηνίζω.

Μέσω της λέξης «ανάγκη», ως εξηγεί ο Μπαμπινιώτης,[19] «εκφράζεται η έννοια της πιεστικής υποχρέωσης ή δέσμευσης η οποία απορρέει από κάτι απαραίτητο ή αναπόφευκτο» ή διαφορετικά, συνίσταται στην «υποχρέωση που επιβάλλεται από συγκεκριμένες συνθήκες». Επί τούτου, στο πλαίσιο του άρθρου 11(1)(στ), η νομολογιακή διασύνδεση της λογικότητας με την ύπαρξη απτής ανάγκης, δεν μπορεί παρά να σχετίζεται και με την οικονομική άνεση του Ιδιοκτήτη. Συνεπακόλουθα, κάθε Ιδιοκτήτης που απαιτεί την ανάκτηση της κατοχής για λόγους ιδιοκατοίκησης, ως θέμα Νόμου και λογικής, αναμένεται όπως αποκαλύπτει στο Δικαστήριο τα οικονομικά του δεδομένα, δια μέσω των οποίων να βεβαιώνεται, όχι η απολυτότητα της ανάγκης, αλλά η γνησιότητα, η αμεσότητα και η οριστικότητά της. Τέτοια μαρτυρία δεν δόθηκε. Αντιθέτως, όπως προκύπτει εκ του τίτλου ιδιοκτησίας (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α στην έγγραφη μαρτυρία του Αιτητή) που έχει παρουσιαστεί, το Υποστατικό αποτελεί ένα μόνο διαμέρισμα στον 2ο όροφο, επί πολυκατοικίας που ανήκει εξ ολοκλήρου στον Αιτητή, εξ ου και ονομάζεται «Μέγαρο Παπανικολάου» (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β στην έγγραφη μαρτυρία του Αιτητή), δίχως να έχει επεξηγηθεί γιατί ο υιός του Αιτητή, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί μέσω κάποιου άλλου διαμερίσματος στην αναφερόμενη πολυκατοικία, ή άλλως πως.  

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι ο υιός του σκοπεύει να εγκατασταθεί με την οικογένεια του στην Κύπρο, δεν τεκμηριώνεται. Ούτε καν πρωτογενής μαρτυρία από τον ίδιο τον υιό του Αιτητή δεν έχει παρουσιαστεί. Δεν πρόκειται όμως για μια απλή μετακόμιση, αλλά για τη μετανάστευση μιας πενταμελούς οικογένειας από την Αγγλία στην Κύπρο, αποτελούμενη προφανώς από ανήλικα τέκνα,[20] ενέργεια που ασφαλώς προϋποθέτει προεργασία για τη ρύθμιση μιας μεγάλης σειράς καθημερινών οικογενειακών αναγκών και υποχρεώσεων, όπως είναι για παράδειγμα ρυθμίσεις που αφορούν τα σχολεία και γενικότερα την εκπαίδευση των παιδιών. Ουδεμία μαρτυρία δόθηκε για τούτα τα ζητήματα. Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για σημαντική παράλειψη. Ενώ δε στην Κυρίως Αίτηση, υποστηρίζεται πως λόγω της μη ανάκτησης «δημιουργείται απίστευτη ταλαιπωρία, άγχος και δυσκολία σε όλη την οικογένεια του Αιτητή και του υιού του» και αναφέρεται ρητώς ότι κατά την ακρόαση ο Αιτητής πρόκειται «να δώσει λεπτομέρειες για τις συνθήκες διαβίωσης του της οικογένειας του ιδίου και του υιού του» κατά τη δικάσιμο, ουδεμία τέτοια λεπτομέρεια έχει παρουσιαστεί, σιωπή η οποία δεν βοηθάει την υπόθεση του Ιδιοκτήτη.

Ομοίως, ούτε ο ισχυρισμός ότι επίκειται η μεταφορά στην Κύπρο μέρους των εργασιών της οικογενειακής τους επιχείρησης έχει αποδειχθεί. Παρεμβάλλω ότι μια επιχείρηση,[21] δεν είναι αφηρημένη έννοια. Σχετίζεται με την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας[22] και φέρει τουλάχιστον τα χαρακτηριστικά της συστηματικότητας, της συνέπειας και της συνέχειας.[23]  

Εν προκειμένω, δεν παραγνωρίζεται ότι η κύρια βάση της Αίτησης είναι η ιδιοκατοίκηση του υιού του Αιτητή. Όμως το εν λόγω αίτημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τον ισχυρισμό  ότι η ιδιοκατοίκηση θα είναι απόρροια της εν λόγω ισχυριζόμενης μεταφοράς μέρους των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του υιού του Αιτητή, από το εξωτερικό στην Κύπρο. Ουδέν όμως στοιχείο παρουσιάστηκε που να καταδεικνύει την ύπαρξη οποιωνδήποτε σχετικών προπαρασκευαστικών ενεργειών για την ισχυριζόμενη επιχειρηματική μεταφορά, η ύπαρξη τέτοιων ενεργειών, θα συνηγορούσε προς το καλόπιστο της αξίωσης. Το μοναδικό στοιχείο προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού που έχει παρουσιαστεί, είναι ότι υπάρχει μια εγγεγραμμένη εταιρεία στην Αγγλία υπό την ονομασία «S.O.S CATERING EQUIPMENT AND ENGINEERING LIMITED». Αυτό το δεδομένο, προφανώς δεν αρκεί. Ούτε τι είδους επιχειρηματική δραστηριότητα θα ασκείται αναφέρεται, ούτε το που θα ασκείται τούτη η δραστηριότητα, ούτε το πως θα ασκείται αναλύεται, ούτε δίδονται λεπτομέρειες για το πρόσφορο τούτης της επιχειρηματικής κίνησης. Υποστηρίζεται μόνο ότι ο υιός του Αιτητή «θα καταβάλλει ενοίκιο για τον χώρο στον οποίο θα δραστηριοποιείται η εταιρεία στην Κύπρο», δίχως όμως να παρουσιάζει το αναφερόμενο ενοικιαστήριο και δίχως να εξηγεί γιατί θα είναι «πολύ δύσκολο να καταβάλλει και ενοίκιο για τον χώρο διαμονής του με την οικογένεια του» με ειδική αναφορά στα οικονομικά δεδομένα του υιού του Αιτητή. 

Προφανώς, ο λόγος που δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία, είναι επειδή δεν υπάρχει. Τούτο συμπεραίνεται με ασφάλεια από το περιεχόμενο της παραγράφου 16 της γραπτής μαρτυρίας του Αιτητή, όπου τίθεται ως προϋπόθεση η ανάκτηση της κατοχής του Υποστατικού για τον σχεδιασμό των «επόμενων επαγγελματικών δραστηριοτήτων» του υιού του Αιτητή. Αλλά αυτή η αντίστροφη συλλογιστική, μέσω της οποίας χρησιμοποιείται το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα για να δικαιολογήσει την ανυπαρξία μαρτυρίας, δεν μπορεί βεβαίως να γίνει δικαστικά αποδεκτή. Σημειώνεται συναφώς, ότι η «αμεσότητα» της ανάγκης δεν αφορά απροσδιόριστες μελλοντικές επιθυμίες αλλά αποτελεί έννοια η οποία αναφέρεται σε αυτό που «συντελείται δίχως να μεσολαβήσει χρονικό διάστημα, δίχως καθυστέρηση».[24]

Για τους πιο πάνω λόγους, ο Αιτητής ουδόλως έπεισε με τη μαρτυρία του, η οποία και απορρίπτεται. Το υπό εξέταση αίτημα όχι μόνο δεν υπερβαίνει την απλή επιθυμία, αλλά ταξινομείται και ως προσχηματικό. Συνεπακόλουθα, δοθέντος ότι ο Αιτητής δεν απέσυρε το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του, η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενοικιάστριας καθίσταται ουσιαστικά ουδέτερης σημασίας.[25]

Μάλλον πλεοναστικά και επιγραμματικά, αναφέρεται ότι δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να διαβάλλει την αξιοπιστία της δικής της μαρτυρίας ή να ανατρέπει οτιδήποτε έχει ανωτέρω αναφερθεί. Αντιθέτως, η μαρτυρία της παρουσιάζει συνοχή, συνέπεια και λογική (π.χ. ότι εξ’ αρχής διάμενε στο διαμέρισμα μαζί τα παιδιά της) και επιβεβαιώνεται (π.χ. ότι ενοικίαζε το Υποστατικό από το 2002 και όχι από το 2018, που αναγράφηκε στην Κυρίως Αίτηση).

Αντιπαραβάλλοντας δε τη μαρτυρία της με τη μαρτυρία του Ιδιοκτήτη, προκύπτει πως ο βασικός ισχυρισμός της, ότι δηλαδή το αίτημα εδράζεται σε αλλότρια κίνητρα, θεμελιώνεται επί της θέσης ότι το 2020, ο Αιτητής, με παρόμοιες αιτιάσεις, πέτυχε να εκδιώξει άλλους ενοικιαστές από την εν λόγω πολυκατοικία, αλλά εν τέλει ενοικίασε ξανά εκείνα τα διαμερίσματα. Αυτή η θέση, δεν αντιμετωπίστηκε από την ιδιοκτησιακή πλευρά,  ούτε  με την προσκόμιση διαφορετικής μαρτυρίας σε σχέση με το τι πράγματι έγινε, με τα εν λόγω δικής του ιδιοκτησίας διαμερίσματα, το 2020, ούτε έστω με την επιδίωξη να αντεξεταστεί[26] η Ενοικιάστρια, επί τούτου του ισχυρισμού. Κατά συνέπεια, με βάση ό,τι έχει ήδη αξιολογηθεί, το Δικαστήριο αποδέχεται και τούτη τη θέση της Ενοικιάστριας.

Δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο.

Η Αίτηση θα απορριφθεί.

 

 

VΙΙ.    ΚΑΤΑΛΗΞΗ.

Ως εκ των ανωτέρω, με τη σύμφωνη γνώμη των Παρέδρων, η Κυρίως Αίτηση απορρίπτεται.  

Τα έξοδα της Κυρίως Αίτησης, με βάση τις σχετικές αρχές,[27] ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης και εναντίον του Αιτητή, ως υπολογιστούν από τη Γραμματέα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα €10.000 - €50.000.

 

 

                                        (Υπ.)………………………………………….

Γ. Χρ. Παγιάσης

 Πρόεδρος

 

 

(Υπ.)…………………..……………                            (Υπ.)…………..……………………            Α. Γεωργίου                                                             Α. Κωστή

                   Πάρεδρος                                                                  Πάρεδρος   

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Γραμματέας



[1] Δείτε: Ιωάννου ν. Αληφάντη Ποινικές Εφέσεις Αρ. 163 /2017 κ.α. ημερομηνίας 07/10/2019 και ΝΑΘΑΝΑΗΛ ν. ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ ΚΕΜΙΚΑΛΣ ΛΤΔ, Πολιτική Έφεση αρ. 406/2012, ημερομηνίας 25/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:A390.

[2] Το υπό αναφορά άρθρο 4(1) του Νόμου, έχει ως εξής: «Καθιδρύονται Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεων ο αριθμός των οποίων  δεν θα υπερβαίνη τα τρία επί σκοπώ επιλύσεως, μεθ’ όλης της λογικής ταχύτητος, των εις αυτά αναφερομένων διαφορών των αναφυομένων επί οιουδήποτε θέματος εγειρομένου κατά την εφαρμογήν του παρόντος Νόμου συμπεριλαμβανομένου παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού θέματος.»

[3] Ως «θέσμια», χαρακτηρίζεται η συμβατική ενοικίαση επί της οποίας έχει επενεργήσει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος με αποτέλεσμα η εν λόγω ιδιωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων να μην μπορεί πλέον να λειτουργεί σε αντίθεση με τα νομοθετικά προβλεπόμενα.

[4] Όσον αφορά την έννοια της «ενοικίασης» αυτή ορίζεται στο άρθρο 2 του Νόμου, όπου αναφέρονται τα εξής:« «ενοικίασις» σημαίνει ενοικίασιν, είτε έγγραφον ή άλλως, ή κατοχήν ακινήτου, δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέσις ιδιοκτήτου και ενοικιαστού αλλά δεν περιλαμβάνει ενοικίασιν γης χρησιμοποιουμένην διά γεωργικούς σκοπούς ή ενοικίασιν σταθμών διά την πώλησιν πετρελαιοειδών ή ενοικίασιν χώρου σταθμεύσεως μηχανοκινήτων οχημάτων, ή ενοικίασιν επιπλωμένων κατοικιών ή διαμερισμάτων βραχυτέραν των εξ μηνών ή ενοικίασιν ξενοδοχείων, ξενοδοχειακών μονάδων ή τουριστικών καταλυμάτων.»

[5] Δείτε: Ν. Κυθρεώτης κ.α. v. Α. Μιχαηλίδη Milington –Ward (2001) 1Β Α.Α.Δ 1480.

[6]Δείτε: Petsas v. Pavlides (1980) 3 C.L.R. 158, Efthymiadou v. Zoudros and Others (1986) 1 C.L.R. 341, Papageorghiou v. Karayiannis (1988) 1 C.L.R. 571, Cedrus Estates Ltd v. Πισσαρίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 590, Έλλη G. Mayes κ.α. ν. Θ. Παπαδοπούλου (1995) 1 Α.Α.Δ 652, Ιωάννης Κότσαπα & Υιοί  ν. Φ. Κυπριανού κ.α. (2001), και Π. Παρλάτα ν. Σ. Δημητρίου  Πολιτική Έφεση Αρ. 387/2009, ημερομηνίας 21/05/2014.

[7] Δείτε: Κόσμος Λτδ ν. Φυλακτού Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1086.

[8] Το δικαίωμα της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του ανθρώπου και το απαραβίαστο της κατοικίας του, αποτελούν θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα που συναρτώνται με την ίδια την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξ ου και διασφαλίζονται τόσο από τα Άρθρα 15 και 16 του Συντάγματος όσο και από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

[9] Δείτε: Lushkin ν.  Ρωσίας, Αιτήσεις αρ. 29775/14 and 29967/14, ημερ. 15/12/2020 (απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

[10] Δείτε: Σύγγραμμα Δρ. Κ. Παρασκευά,  Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, σελ. 253.

[11] Δείτε: Κασάπης ν. Χριστοδούλου (1989) 1E Α.Α.Δ 233.

[12] Στη Cumming v Danson [1942] 2 All ER 653 αναφέρθηκαν τα εξής: «In considering reasonableness under s 3(1), it is, in my opinion, perfectly clear that the duty of the judge is to take into account all relevant circumstances as they exist at the date of the hearing. That he must do in what I venture to call a broad, common-sense way as a man of the world, and come to his conclusion giving such weight as he thinks right to the various factors in the situation. Some factors may have little or no weight, others may be decisive, but it is quite wrong for him to exclude from his consideration matters which he ought to take into account. […]  The appellant, as I have said, was living in the cottage with a family of refugees, and she was proposing to take in—and there is no reason to doubt her word—both her invalid sister and the sister's husband to live with her. The county court judge said that he was not entitled to consider those persons at all in addressing his mind to the question as to whether the appellant needed the house. He rules them all out because, as he says, they are not persons within sufficient proximity to her from a family point of view. With all respect to him, that has nothing in the world to do with the question. He must look at the facts as they exist.»

[13] Δείτε: Κολόμπου ν. Κωνσταντίνου (1993) 1 Α.Α.Δ 358. 

[14] Πριν την τροποποίηση στον Νόμο το 1995 (Ν.102(Ι)/95), αντίστοιχη υποχρέωση υπήρχε και για τον ιδιοκτήτη, η απάλειψη της οποίας, προφανώς αποσκοπούσε στη διευκόλυνση της διαδικασίας έξωσης δυνάμει του εν λόγω άρθρου.

[15] Μεταξύ άλλων: Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά. (2008) 1 Α.Α.Δ. 676,  Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά. (2009) 1 Α.Α.Δ. 288, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α. (2008) 1Α Α.Α.Δ 676, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Χατζηπαύλου v. Κυριάκου κ.ά. (2006) 1(Α) Α.Α.Δ. 236,Τσιαττές v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd. (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 974), Wynne v. Mavronicola κλπ (2009) 1(Β) Α.Α.Δ. 1138Κάτσου ν. Global Capital Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 119/2011, ημερ. 12.12.2016, Αργυρίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 56/2012, ημερ. 06/02/2018.

[16] Δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός εκ μέρους της Ενοικιάστριας που να αφορά το ζήτημα της ταλαιπωρίας. Η ύπαρξη διαθέσιμης «έτερης, ανάλογης και με λογικό ενοίκιο» κατοικίας, δημιουργεί ένα ιδιότυπο βάρος απόδειξης, το οποίο επιβάλλει στον θέσμιο ενοικιαστή, σε πρώτο στάδιο, την υποχρέωση να εγείρει ρητώς στην Απάντησή του ζήτημα δικής του μεγαλύτερης ταλαιπωρίας, ως μέρος των «ουσιωδών γεγονότων που στηρίζουν την υπόθεσή του», ως προβλέπεται στον Κανονισμό 8(β) περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1983.

[17] Όπως λέχθηκε στη Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακης Δημοκρατιας, Αγωγή Αρ. 1/2019, ημερομηνίας 28/05/2020: «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.»

[18] Δείτε: Κόσμος Λτδ ν. Φυλακτού Λτδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1086.

[19] Δείτε: Λεξικό Συνωνύμων – Αντωνύμων του 2011, του Γ. Δ. Μπαμπινιώτη, σελ. 96.

[20] Κατά την καταχώριση της Κυρίως Αίτησης, η οικογένεια του υιού του Αιτητή προσδιορίζεται ως τετραμελής, ενώ 2½ χρόνια αργότερα, στην έγγραφη μαρτυρία του Αιτητή περιγράφεται ως πενταμελής. 

[21] Στο Black’s Law Dictionary, 5η έκδοση, σελ. 179, σχετικά με τη λέξη «business» αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής:«That which habitually busies or occupier or engages the time, attention, labor and efford of persons as a principal serious concern or interest or for livehood or profit.» Στο δε Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του 1998, ο Μπαμπινιώτης περιγράφει την λέξη «επιχείρηση» ως την «οικονομική δραστηριότητα (παραγωγική ή εμπορική που βασίζεται σε δεδομένα περιουσιακά στοιχεία και κεφάλαια και ασκείται υπό την ιδιοκτησία και διαχείριση φυσικού ή νομικού προσώπου για την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους». Για περισσότερα, δείτε: άρθρο 23(β) του Landlord and Tenant Act του 1954 («security of Tenure for Business, Professional and other»), το σύγγραμμα Renewal of Business Tenancies, των Reynolds & Clark, 4η Έκδοση, «is the occupation for the purpose of a business», «meaning of “business’’» παρ. 1-111, καθώς επίσης την ανάλυση στην καναδική απόφαση Re Pszon [1946] 2 DLR 507 at 511, Ont CA.

[22] Ως συναφώς υποδεικνύεται και στο Strouds Judicial Dictionary, 4η έκδοση, σελ. 352, η διαπίστωση ύπαρξης συγκεκριμένου είδους επιχείρησης, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, που δεν εξαρτάται από τον περιγραφικό χαρακτήρα της σύμβασης ενοικίασης.

[23]  Στη Hyde v Sullivan (1956) SR (NSW) 113 at 119 λέχθηκε ότι: «Speaking generally, the phrase 'to carry on a business' means to conduct some form of commercial enterprise, systematically and regularly, with a view to profit and implicit in this idea are the features of continuity and system.»

[24] Δείτε: Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Δ Έκδοση, του Γ. Μπαμπινιώτη.

 

[25] Δείτε: Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Κεφ. 4, Βάρος και επίπεδο απόδειξης, (α) Αποτυχία απόδειξης των ισχυρισμών του Ενάγοντος, σελ. 198.

[26]  Όπως λέχθηκε στη Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1Γ ΑΑΔ 1527: «Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. […] Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.»

[27] Με βάση τον κανονισμό 13(β) του Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμού του 1983, αλλά και τη νομολογία (πχ: Katsiantonis ν. Fragkeskou (1981) 1 CLR 566) το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων έχει ευρύτατη διακριτική εξουσία ως προς την επιδίκαση εξόδων, νοουμένου βεβαίως ότι αυτή η εξουσία ασκείται δικαστικά. Με βάση τη Χάσικος ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ, 389, «η δικαίωση διάδικου δεν συνεπάγεται δαπάνη» και ως αναφέρεται στη Θρασυβούλου v. Arto estate Ltd (1983) 1 Α.Α.Δ 12, «θεωρείται ασύννομο ο διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του».


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο