L. M. KONIOTIS INVESTMENTS LTD ν. ENIGMA ADVERTISING LTD, Αίτηση αρ.: Κ10/2024, 10/9/2025
print
Τίτλος:
L. M. KONIOTIS INVESTMENTS LTD ν. ENIGMA ADVERTISING LTD, Αίτηση αρ.: Κ10/2024, 10/9/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ – ΠΑΦΟΥ

ΤΜΗΜΑ Πάφου

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου

                                                                                    Αίτηση αρ.: Κ10/2024

Μεταξύ:

L. M. KONIOTIS INVESTMENTS LTD (ΗΕ 38057) Αθηνίωνα, 15, Στρόβολος 2035, Λευκωσία, Κύπρος

Αιτήτριας

και

ENIGMA ADVERTISING LTD, (ΗΕ 398598) Σπύρου Κυπριανού, 84, 4004, Λεμεσός, Κύπρος

Καθ’ ης η αίτηση

 

Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2025

Εμφανίσεις:

Για Αιτήτρια/ Καθ’ ης η κυρίως Αίτηση: κκ. ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Καθ’ ης η αίτηση/ Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση: κκ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΙΤΗΣΗ  ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15.05.2025

 

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

            Η κυρίως Αίτηση, με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό, η οποία καταχωρήθηκε στις 11.11.2024, αφορά το αίτημα της Αιτήτριας (υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτριας του επίδικου υποστατικού) για καθορισμό από το Δικαστήριο του καταβλητέου ενοικίου του υποστατικού αυτού.

 

Λόγω παράλειψης καταχώρησης Απάντησης το δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης της Αιτήτριας για έκδοση απόφασης (ημερ. 29.22.2024), στις 06.12.2024. Είχαν εκδοθεί τότε οδηγίες προς το Λειτουργό εκτιμήσεων για την διεξαγωγή έρευνας αναφορικά με το δίκαιο ενοίκιο του επίδικου υποστατικού και η Αίτηση ορίστηκε, τελικά, για απόδειξη στις 17.03.2025.

 

Εκείνη τη μέρα διαπιστώθηκε  ότι η Καθ’ ης η αίτηση είχε καταχωρήσει εκπρόθεσμα (στις 14.03.2025) Απάντηση στην Αίτηση (χωρίς να έχει προηγηθεί αίτημα για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης). Το δικαστήριο προτού προχωρήσει με την απόδειξη της Αίτησης, ζήτησε από τον συνήγορο της Καθ’ ης η αίτηση να τοποθετηθεί στο κατά πόσο η εκπρόθεσμη Απάντηση επηρεάζει την διαδικασία της απόδειξης.

 

Το ζήτημα αναπτύσσεται εκτενώς στην απόφαση που εκδόθηκε αυθημερόν[1], με την οποία κρίθηκε ότι η εκπρόθεσμη καταχώρηση της Απάντησης δεν διακόπτει την διαδικασία της Απόδειξης.

 

Ακολούθως η διαδικασία συνεχίστηκε κανονικά. Ακούστηκε η προφορική μαρτυρία του Λειτουργού εκτιμήσεων και επιφυλάχθηκε η τελική απόφαση (στις 17.03.2025). Απαγγέλθηκε η τελική απόφαση στις 23.04.2025 και με αυτήν εκδόθηκε διάταγμα καθορισμού (αύξησης) του ενοικίου του μίσθιου σε €2.578,00, μηνιαίως, (από €1.250,00) από την 11.11.2024, με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ’ ης η Αίτηση.

 

Την ίδια μέρα, της απαγγελίας της τελικής απόφασης (23.04.2025), είχε προηγηθεί άλλη, ενδιάμεση, απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης[2]. Σημειώθηκε στην εν λόγω απόφαση (μεταξύ άλλων) ότι το αίτημα για παράταση χρόνου υποβλήθηκε αφού πέρασαν σχεδόν 4 μήνες από την πάροδο της προθεσμίας για την καταχώρηση της Απάντησης. Κατά την αξιολόγηση του κριτηρίου της υλοποίησης του Πρωταρχικού σκοπού είχε ανατρέξει το δικαστήριο, τότε, στο περιεχόμενο της προτιθέμενης Απάντησης, όπου διαπιστώθηκαν τα εξής:

Η βασική υπεράσπιση της ενοικιάστριας στo αίτημα καθορισμού ενοικίου είναι πως «η επίδικη οικοδομή παραβιάζει πολεοδομικούς και οικοδομικούς νόμους και κανονισμούς και στερείται αδειών και πιστοποιητικού τελικής έγκρισης», ενώ η ενοικιάστρια ανταπαιτεί :

·         δήλωση ότι δεν δικαιολογείται αύξηση ενοικίου,

·         δήλωση ότι η συμφωνία ενοικίασης είναι άκυρη και

·         επιστροφή ποσού ύψους €478.950,00 το οποίο ποσό αντιστοιχεί στα ενοίκια που έχουν καταβληθεί στην περίοδο της (παραδεκτής) ενοικίασης, (ως ποσά που ληφθήκαν παράνομα).

 

Διαπιστώθηκε επίσης, ότι ως προς την ουσία της κυρίως  Αίτησης (που είναι ο καθορισμός του ενοικίου), προβάλλονταν μόνο αρνήσεις αναφορικά με το περιεχόμενο κάποιας έκθεσης εκτίμησης, με γενικές επίσης αναφορές στην κατάσταση του μίσθιου. Δεν επικαλέστηκε η ενοικιάστρια κάποια άλλη, δική της, έκθεση εκτίμησης, ως προς το δίκαιο ενοίκιο του μίσθιου.

     

Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, καταγράφηκε ότι αυτή δεν αφορά τα επίδικα θέματα και δεν σχετίζεται άμεσα με την κυρίως απαίτηση. Τυχούσα συνεκδίκαση των δύο, θα περιέπλεκε τα επίδικα ζητήματα και θα καθυστερούσε την εκδίκαση της αίτησης καθορισμού ενοικίου, αφού για το ζήτημα των «παρανομιών» θα πρέπει να παρουσιαστεί περαιτέρω μαρτυρία από ειδικούς (τεχνικούς και/ή εμπειρογνώμονες).

 

Κρίθηκε περαιτέρω, ότι η συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση  αποκάλυπτε και αμέλεια στον χειρισμό της υπόθεσης, αφού η Καθ’ ης η αίτηση αντί να προωθήσει αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης, καταχώρησε Απάντηση με καθυστέρηση τεσσάρων σχεδόν μηνών, ως εάν να μην είχε παρέλθει η σχετική προθεσμία.

 

Στην βάση (μεταξύ άλλων) των πιο πάνω, απορρίφθηκε το αίτημα για παράταση χρόνου.

 

Η παρούσα αίτηση για παράταση χρόνου

Με την παρούσα αίτηση, που καταχωρήθηκε στις 15.05.2025, η Καθ’ ης στην κυρίως Αίτηση (που στο εξής θα αναφέρεται ως “η Αιτήτρια”) ζητά την παράταση από το Δικαστήριο του χρόνου καταχώρισης ειδοποίησης έφεσης στην πιο πάνω αναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση (για περίοδο 15 ημερών).

 

Για τους σκοπούς της παρούσας αίτησης, η Αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση θα αναφέρεται, στο εξής, ως «η Καθ’ ης η αίτηση»

 

 

Η αίτηση βασίζεται “στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς 2023, Μέρος 23, 23.1, 23.2, 23.3, 23.5, 23.6, 23.9, 41, 41.2(2β), 41.6, Μέρος 1, Μέρος 2, Μέρος 3, ο Περί Χαρτοσήμων Νόμος (19/1963), στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου” και υποστηρίζεται από  την ένορκη δήλωση της Σοφίας Κύρου, δικηγόρου (συνεργαζόμενης με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια), η οποία  αναφέρει τα εξής: 

 

Η Αιτήτρια επιθυμούσε την καταχώριση έφεσης εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου ημερ. 23.04.2025, με την οποία έχει απορριφθεί το αίτημα της για παράταση του χρόνου καταχώρησής της Απάντησης και Ανταπαίτησης της (αίτηση ημερομηνίας 21.03.2025).

 

Η προθεσμία για την καταχώριση έφεσης εναντίον αυτής της ενδιάμεσης αποφάσης εξέπνευσε στις 06.05.2025. Η Αιτήτρια είχε προβεί σε εμπρόθεσμη καταχωρηση της Έφεσης εναντίον της προαναφερόμενης αποφάσης στις 06.05.2025. Ωστόσο, αυτή απορρίφθηκε στις 09.05.2025 από την Γραμματεία του δικαστηρίου, λόγω απουσίας πιστού αντίγραφου της εκκαλούμενης αποφάσης.

 

Επαναλήφθηκε η καταχώρηση της Έφεσης στις 09.05.2025, αλλά κι αυτή απορρίφθηκε, στις 12.05.2025, λόγω παράλειψης χαρτοσήμανσης του τύπου διορισμού δικηγόρου.

 

Σημειώνει η ενόρκως δηλούσα ότι τα πιο πάνω αποτελούσαν σφάλματα των συνηγόρων της Αιτήτριας, λόγω φόρτου εργασίας αλλά και λόγω άγνοιας για την ανάγκη χαρτοσήμανσης του διοριστηρίου έγγραφο. Η καθυστέρηση της Γραμματείας, αναφορικά με την έγκριση των καταχωρήσεων, προκάλεσε την παρανόηση περί αποδοχής των εγγράφων, με συνακόλουθη την εκπνοή τελικά της προθεσμίας των 14 ημερών χωρίς την καταχώρηση της Έφεσης. 

 

Ένσταση Καθ’ ης η αίτηση:

Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης που καταχώρησε στις 28/05/2025, η Καθ’ ης η αίτηση, προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ένστασης:

 

  1. Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι είναι δικονομικά εκπρόθεσμη ή/και έχει

υποβληθεί με μεγάλη καθυστέρηση, αφού η προθεσμία για την άσκηση έφεσης στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου ημ/νίας 23/04/2025 έχει εκπνεύσει τουλάχιστον 7 ημέρες πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, και οι αιτητές απέτυχαν να δικαιολογήσουν ή/και να δικαιολογήσουν επαρκώς την καθυστέρηση τους να καταχωρίσουν ή/και να προωθήσουν της Αίτηση ή/και την αποτυχία τους να αποταθούν στο δικαστήριο νωρίτερα, και/ή

  1. H νομική βάση και το αιτητικό της αίτησης είναι ελλιπή. H Αιτήτρια, στην ενδιάμεση αίτηση βασίζεται στο Μέρος 3.1(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εφεξής «οι κανονισμοί») και στην εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει προθεσμία συμμόρφωσης με οποιοδήποτε κανονισμό και δεν αιτείται απαλλαγή από κυρώσεις, και/ή
  2. H παρούσα αίτηση είναι δικονομικά εκπρόθεσμη αφού γίνεται μετά το πέρας της προθεσμίας που προνοούν οι κανονισμοί για καταχώρηση της επίδικης ειδοποίησης έφεσης και, ως εκ τούτου, η παρούσα αίτηση θα έπρεπε να επικαλείται ρητώς το μέρος 3.6 και να ζητά απαλλαγή από κυρώσεις, και/ή
  3. H συλλήβδην αναφορά στο Μέρος 3 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν αφού οι πλείστοι κανονισμοί που περιλαμβάνονται σε αυτό ουδεμία σχέση έχουν με το αιτητικό της παρούσας αίτησης, και ως εκ τούτου αναφορά του σε αυτό είναι άκυρη και γίνεται καταχρηστικά, και/ή
  4. H Αίτηση είναι καταδικασμένη να αποτύχει καθότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποκαλύψει οποιαδήποτε περίσταση με να δικαιολογεί απαλλαγή από κυρώσεις ως αυτές έχουν παρατεθεί από τη νομολογία και τους διαδικαστικούς κανονισμούς.
  5. H Αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθώς τυχόν ικανοποίηση του αιτητικού θίγεται ή/και δεν προωθείται ο πρωταρχικός σκοπός και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης.
  6. Δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης.
  7. Η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει σοβαρούς και/ή βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτημάτων και/ή απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βαραίνει και/ή
  8. H παράλειψη και/ή αμέλεια και/ή λάθος δικηγόρου δεν συνιστά καλό και/ή ικανοποιητικό λόγο για την ικανοποίηση της αιτούμενης θεραπείας και/ή την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτημάτων και/ή
  9.  Από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν επισυνάπτεται αντίγραφο της προτιθέμενης έφεσης ούτε αναφέρεται οποιοσδήποτε λόγος έφεσης ούτε αναφέρεται η πιθανότητα επιτυχίας αυτής, κάτι που καθιστά την αίτηση έκπτωτη σε απόρριψη αφού το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξετάσει τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Περαιτέρω, δεν παρουσιάζεται ως τεκμήριο στην ένορκη που υποστηρίζει την Αίτηση οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι οι απορρίψεις που έκανε το πρωτοκολλητείο αφορούσαν όντως σε προσπάθεια καταχώρησης ειδοποίησης έφεσης.
  10.  Ακόμη και εάν καταχωρηθεί έφεση αυτή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας αφού είναι άνευ αντικειμένου.
  11.  Σε περίπτωση που η προτεινόμενη παρούσα αίτηση γίνει αποδεκτή, θα επηρεαστούν αρνητικά και/ή δυσμενώς τα συνταγματικά δικαιώματα της Καθ’ ης η Αίτηση και/ή
  12. Με τη προτεινόμενη αίτηση της η Αιτήτρια αποσκοπεί στην εξασφάλιση δικονομικών πλεονεκτημάτων και/ή αθέμιτου οφέλους έναντι της Καθ’ ης η Αίτηση, πράγμα απαράδεκτο και/ή ανεπίτρεπτο και/ή αντινομικό, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και/ή του συνταγματικού δικαιώματος της Καθ’ ης η Αίτηση για δίκαιη δίκη και/ή εντός εύλογου χρόνου, και/ή
  13. H παρούσα αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει ουδόλως ικανοποιούν το κριτήριο της εξισορρόπησης των συμφερόντων των διαδίκων όπως αυτά επηρεάζονται από την παρούσα αίτηση, και/ή
  14. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. H τήρηση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, και/ή
  15. H παρούσα αίτηση αποσκοπεί αποκλειστικά στην καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης.

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η Δήμητρα Κονιώτη, Διευθύντρια της Καθ’ ης η αίτηση, απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Σ.Κ., υιοθετεί τους λόγους ένστασης, υποστηρίζοντας περαιτέρω τα εξής:

 

Η Αιτήτρια καταχώρησε εκπρόθεσμα (στις 14.03.2025) Απάντηση, χωρίς να αιτηθεί προγενέστερα την παράταση της σχετικής προθεσμίας. Στην συνέχεια, στις 21.03.2025, καταχώρησε αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απαντήσης.

 

Η σχετική απόφαση του δικαστηρίου στο αίτημα αυτό εκδόθηκε στις 23.04.2025 και ακολούθησε την ίδια μέρα η τελική απόφαση (στην κυρίως Αίτηση).

 

Εάν ότι η Γραμματεία κακώς απέρριψε την καταχώριση της έφεσης της, η Αιτήτρια έχει τη δυνατότητα να λάβει μέτρα εναντίον αυτής της απόφασης. Οι δικηγόροι της Αιτήτριας επέδειξαν αμέλεια τόσο αναφορικά με την παρουσίαση του πιστού αντιγράφου της πρωτόδικης απόφασης στην ειδοποίηση Έφεσης, αλλά και στην χαρτοσήμανση του έντυπου διορισμού δικηγόρου.

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση  Σ. Κ.

            Με σχετική άδεια του δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την Σοφία Κύρου (ημερομηνίας 10.06.2025), όπου αυτή αρνείται τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση και υποστηρίζει τα κάτωθι:

 

Δεν έχει παρουσιαστεί καθυστέρηση στην πρώθηση του παρόντος αιτήματος, αφού η αρχική ειδοποίηση έφεσης που καταχωρήθηκε στις 06.05.2025 (και τελικά απορρίφθηκε) ήταν εμπρόθεσμη. Δεν υπήρξε ουσιαστική παραβίαση δικονομικής προθεσμίας, αφού η ειδοποίηση έφεσης είχε καταχωρηθεί εμπρόθεσμα αλλά απορρίφθηκε λόγω της «άκαμπτης και απροειδοποίητης τυπικής απόρριψης που βασίστηκε σε τεχνικό ελάττωμα».

 

Δεν είναι ελλιπής η νομική βάση της αίτησης, ούτε καταχρηστική η αναφορά στο Μέρος 3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Η αποδοχή της αίτησης θα εξυπηρετήσει την δικαιοσύνη αφού θα διατηρήσει την δυνατότητα προσφυγής στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Αντιθέτως, η απόρριψη της αίτησης οδηγήσει σε στέρηση της Αιτήτριας από την προστασία που της προσφέρει το ένδικο αυτό μέσο και δεν θίγει, αλλά προάγει τον Πρωταρχικό σκοπό.

 

Επαναλαμβάνει την αρχική ένορκη της δήλωση, υποστηρίζοντας (αυτή τη φορά) ότι το λάθος που παρουσιάστηκε ήταν διοικητικής φύσεως και όχι αποτέλεσμα αμέλειας. Υπήρξε λέει, διοικητική και τυπική αδυναμία πέραν από τον έλεγχο της Αιτήτριας και των συνηγόρων της.

 

Ακόμα όμως κι αν θεωρηθεί ότι μεσολάβησε σφάλμα των συνηγόρων, το δικαστήριο διατηρεί την διακριτική εξουσία να επιτρέψει την θεραπεία που αφορά ελαφρά παράλειψη, αν ο διάδικος ενέργησε έγκαιρα κι αν το αποτέλεσμα της απόρριψης του αιτήματος θα είναι δυσανάλογο αναφορικά με το δικαίωμα του για πρόσβαση στη δικαιοσύνη.

 

Η ανυπαρξία αποδεικτικού της αποτυχίας της αρχικής καταχώρησης, οφείλεται και πάλι στην διοικητική δυσλειτουργία, την οποία η παρούσα αίτηση προσπαθεί να προσπεράσει.

 

Εφόσον δεν επετράπηκε η καταχώρηση της Έφεσης, δεν έχει δωθεί ακόμα στο δικαστήριο η ευκαιρία να αξιολογήσει αν η πρωτόδικη απόφαση στηρίχθηκε σε εσφαλμένα νομικά θεμέλια ή κατά πόσο η απόρριψη της αίτησης της αιτήτριας για παράταση του χρόνου καταχώρησής Απάντησης, της στέρησε το δικαίωμα να τύχει ουσιαστικής ακρόασης. Η διαδικασία πρωτοβάθμια, εξελίχθηκε χωρίς τη συμμετοχή της Αιτήτριας, η οποία ουδέποτε έτυχε ακρόασης στην ουσία της διαφοράς.

 

Δεν επηρεάζεται αρνητικά η Καθ’ ης η αίτηση από την έγκριση της παρούσας αίτησης, αλλά αντιθέτως θα αποκατασταθεί η διαδικαστική ισότητα.

 

Δεν ανατρέπει την τελεσίδικη απόφαση η αποδοχή της αίτησης, αντιθέτως  επαναφέρει την δικονομική δυνατότητα της Αιτήτριας να υποβάλει την έφεση της. Καμία καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης θα προκαλέσει η έγκριση της παρούσας αίτησης, αφού η παράταση που ζητείται είναι μόνο για 15 μόνο ημέρες. (βλ. παρ. 40.2 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση)

 

Η παράλειψη παρουσίασης του προσχεδίου έφεσης στην ένορκη δήλωση δεν είναι καταλυτική αφού η Αιτήτρια εξηγεί ότι με την άσκηση έφεσης έχει πρόθεση να αμφισβητήσει την απόρριψη της αίτησης της για παράταση του χρόνου καταχώρησής Απάντησης και έτσι να επαναφέρει την διαδικασία στο σημείο που βρισκόταν πριν εκδοθεί η απόφαση ερήμην της και να τύχει δίκαιης ακρόασης στην ουσία της υπόθεσης.

 

Εφόσον η Αιτήτρια λειτούργησε καλόπιστα, τότε σύμφωνα με την νομολογία η αίτηση για παράταση χρόνου θα πρέπει να γίνει δεκτή.

 

 

 

 

Διαδικασία:

Το παρόν ζήτημα είναι καθαρά νομικό και επομένως το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση[3]. Δεν αντεξετάστηκε οποιαδήποτε από της ενόρκως δηλούσες και οι δύο πλευρές αγόρευσαν επί του νομικού αυτού ζητήματος, υποστηρίζοντας την έγκριση και απόρριψη της αίτησης, αντίστοιχα.

 

Νομική Πτυχή:

            Με δεδομένη την ανυπαρξία ειδικής πρόνοιας στον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό, αναφορικά με την παράταση του χρόνου καταχώρησης της έφεσης, ενεργοποιείται στην παρούσα περίπτωση ο Κανονισμός 12(α)[4] και το Δικαστήριο θα εφαρμόσει τις σχετικές πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 

 

Εφόσον η κυρίως Αίτηση καταχωρήθηκε μετά την 01.09.2023, τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση οι Νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Το ζήτημα της παράτασης του χρόνου καταχώρισης έφεσης διέπεται από τους κανονισμούς 1.2.(α) του Μέρους 3, 2 και 6 του Μέρους 41, οι οποίοι προνοούν τα κάτωθι:

Κανονισμός 1.(2)(α) του Μέρους 3 των Κ.Π.Δ.

 

«3.1. Οι γενικές εξουσίες του δικαστηρίου

[…]

(2) Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται:

(α) να παρατείνει ή σμικρύνει προθεσμία συμμόρφωσης με οποιονδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (ακόμη και αν αίτηση για παράταση υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης)·

(Δική μου υπογράμμιση)

 

Κανονισμοί 2 και 6 του Μέρους 41 των Κ.Δ.Π.

 

«41.2. Ειδοποίηση εφεσείοντα

 

(1) Εφεσείων δύναται να καταχωρίσει έφεση με ειδοποίηση εφεσείοντα, Έντυπο αρ.ΕΕ63 ή Έντυπο αρ.ΕΕ64, μικρές απαιτήσεις.

 

(2) Ο εφεσείων οφείλει να καταχωρίσει την ειδοποίηση εφεσείοντα στο κατώτερο δικαστήριο, η απόφαση του οποίου αποτελεί αντικείμενο της έφεσης, συνοδευόμενη από το κατάλληλο τέλος:

(α) εντός 42 ημερών από την έκδοση της απόφασης προκειμένου για τελική απόφαση· ή

(β) εντός 14 ημερών από την έκδοση της απόφασης προκειμένου για ενδιάμεση απόφαση επί οποιουδήποτε θέματος το οποίο δεν κρίνει τελικά την απαίτηση.

[…]

 

41.6. Διαφοροποίηση προθεσμίας

(1) Αίτηση για διαφοροποίηση προθεσμίας για καταχώριση ειδοποίησης έφεσης, υποβάλλεται στο κατώτερο δικαστήριο ή στο Εφετείο. Η αίτηση υποβάλλεται πρώτα στο κατώτερο δικαστήριο και σε περίπτωση απόρριψης, στο Εφετείο.

(2) Οι διάδικοι δεν δύνανται να συμφωνήσουν να παρατείνουν οποιαδήποτε ημερομηνία ή χρόνο ο οποίος ορίζεται από:

(α) τους παρόντες κανονισμούς· ή

(β) διάταγμα του Εφετείου ή του κατώτερου δικαστηρίου.

[Ο κανονισμός 3.1(2)(α) προνοεί ότι το δικαστήριο δύναται να παρατείνει ή βραχύνει τον χρόνο συμμόρφωσης με οποιονδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (ακόμα και αν υποβληθεί αίτηση παράτασης μετά τη λήξη του χρόνου συμμόρφωσης)].

[Ο κανονισμός 3.1(2)(β) προνοεί ότι το δικαστήριο δύναται να αναβάλει ή να επισπεύσει μια ακρόαση].

Η πιο πάνω αναφερόμενη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ασκείται πάντοτε σε συνδυασμό με το Μέρος 1 και ειδικά τον Κανονισμό 3.(1) αυτού:

 

«1.3. Εφαρμογή από το δικαστήριο του πρωταρχικού σκοπού

(1) Το δικαστήριο επιδιώκει την υλοποίηση τού πρωταρχικού σκοπού κατά:

(α) την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας παρέχεται σε αυτό από τους κανονισμούς· ή

(β) την ερμηνεία οποιουδήποτε κανονισμού, εκτός αν οποιαδήποτε νομοθεσία ή κανονισμός προβλέπει διαφορετικά.»

            Ο Πρωταρχικός σκοπός δεν είναι, βεβαίως, άλλος από τον χειρισμό των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος[5]

 

            Οι πρόνοιες των πιο πάνω κανονισμών δεν διαφέρουν από τις αντίστοιχες πρόνοιες των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (Δ.35 θ.2 και Δ.57 θ.2).  Είναι η άποψη μου ότι οι νομικές αρχές, όπως έχουν εδραιωθεί μέσω της νομολογίας που ασχολήθηκε με το ζήτημα αυτό, στα πλαίσια των προηγούμενων θεσμών[6], τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση (υπό την προϋπόθεση πάντοτε της υλοποίησης του πρωταρχικού σκοπού).

 

Οι αρχές αυτές είναι:

  1. Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας και ασκείται δικαστικά, λαμβανομένων υπόψη όλων των ουσιωδών περιστατικών της υπόθεσης. Σε αυτά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη, ή όχι, ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη της τήρησης της σχετικής προθεσμίας.   

2. Οι προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά και η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον για τελεσιδικία και από αυτό εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης.  

3. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας. Για τον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα των Αιτητών .

4. Νοείται ότι το βάρος της ικανοποίησης του Δικαστηρίου ότι η παράταση χρόνου που ζητείται είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης βρίσκεται στους ώμους των Αιτητών.

 

 

Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώνω τα εξής:

  1. Η Αιτήτρια επιδιώκει την έγκριση της αίτησης της, χωρίς να είναι ειλικρινής με το δικαστήριο, αφού:

(α) οι εκδοχές που υποστηρίζει στις ένορκες δηλώσεις της, η Σ.Κ., αναφορικά με τους λόγους της εκπνοής, άπρακτης, της προθεσμίας για την καταχώρηση της έφεσης είναι αντιφατικές. Ενώ αρχικά αποδίδει την απόρριψη των διαδοχικών καταχωρήσεων της ειδοποίησης έφεσης σε αμέλεια των συνηγόρων της Αιτήτριας, αλλά και άγνοια από μέρους τους, στη συνέχεια (στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση[7]) αποδίδει την απόρριψη της καταχώρησης της έφεσης στην «άκαμπτη και απροειδοποίητη τυπική απόρριψη που βασίστηκε σε τεχνικό ελάττωμα» και σε «διοικητική και τυπική αδυναμία πέραν από τον έλεγχο της Αιτήτριας και των συνηγόρων της».

Αντιφάσκουν φανερά οι δυο αυτές τοποθετήσεις.

(β) Υποστηρίζει ότι δεν επιδιώκει την ανατροπή της τελεσιδικίας, άλλα την εξασφάλιση της άδειας να καταχωρήσει Απάντηση, ενώ παράλληλα δηλώνει και το προφανές (ότι δηλαδή σκοπό έχει να ανατρέψει την τελική απόφαση).

(γ) Παρόλα αυτά, δεν εξηγεί γιατί δεν έχει καταχωρήσει η Αιτήτρια έφεση εναντίον της τελικής απόφασης, για την οποία η προθεσμία δεν είχε ακόμα εκπνεύσει και υπήρχε χρόνος για την προώθηση της, ακόμα και μετά την απόρριψη των καταχωρήσεων της έφεσης στην ενδιάμεση απόφαση.

 

  1. Αυτό που η Αιτήτρια επιδιώκει είναι να ανατρέψει την τελεσίδικη απόφαση, αφού όμως πρώτα θέσει ως επίδικα θέματα τα όσα αναφέρονται στην  «εκπρόθεσμη» Απάντηση και ειδικά στην Ανταπαίτηση της (βλ. σελίδα 2, πιο πάνω) και αφορούν ζητήματα που είναι φανερά άσχετα με τον καθορισμού του ενοικίου και θα περιέπλεκαν τα επίδικα ζητήματα, καθυστερώντας την εκδίκαση της αίτησης καθορισμού ενοικίου).

 

Ειδικά  όσον  αφορά  την  υλοποίηση του  πρωταρχικού  σκοπού, υιοθετώ  το  πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην Πολιτική Έφεση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΗΣ ΚΑΝΤΟΥΝΑΣ v. ΧΡΙΣΤΟΣ ΗΛΙΑΔΗΣ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 54/2024, 18/10/2024
:

 

«Επισημαίνουμε ότι με τη θέσπιση των νέων Κανονισμών, πέραν των ουσιαστικών διαδικαστικών αλλαγών, επιχειρείται μια αλλαγή κουλτούρας και φιλοσοφίας. Μιας κουλτούρας και φιλοσοφίας σύγχρονης και προοδευτικής που θα επιτρέπει στο Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του πρωταρχικού σκοπού, να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με ευελιξία και πρακτικότητα προς εξυπηρέτηση του δικαίου και της δικαιοσύνης. Παράλληλα σκοπείται η απομάκρυνση από δυσλειτουργικές και αχρείαστες διαδικασίες που ενίοτε συνέτειναν σε καθυστερήσεις, αύξαναν  κατά τρόπο αχαλίνωτο τα έξοδα και τη δαπάνη της υπόθεσης και αντιστρατεύονταν την όλη προσπάθεια απονομής δικαιοσύνης. Ο πρωταρχικός σκοπός προάγει τη συμμετοχή στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης και όχι τον αποκλεισμό απ' αυτήν, τηρουμένων βεβαίως της κατά κανόνα συμμόρφωσης με τεθείσες προθεσμίες, τύπους και προϋποθέσεις.»

 

Επαναλαμβάνω ότι η Αιτήτρια επέλεξε να μην εφεσιβάλει την τελική απόφαση, παρόλο που κατά τον ουσιώδη χρόνο της απόρριψης της καταχώρησης της έφεσης εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης, η σχετική προθεσμία  (έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης) δεν είχε ακόμα εκπνεύσει.

 

Στην βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων μου και έχοντας επίσης υπόψη μου τους παράγοντες που συνθέτουν τον χειρισμό μιας υπόθεσης «δίκαια και με αναλογικό κόστος», καταλήγω αβίαστα στο συμπέρασμα πως η τυχούσα έγκριση της παρούσας αίτησης θα προκαλέσει δυσανάλογα πολλά έξοδα, εκτροπή από την αρχή της τελεσιδικίας και δεν θα εξυπηρετήσει την απονομή της δικαιοσύνης.

Ως εκ τούτου, η διακριτική μου ευχέρεια δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση (Αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση), στο ποσό των €375,00 πλέον Φ.Π.Α[8].

 

 

 

 

 

(Υπ.) ……………………………………….

                                                                                            Χρ. Ραγουζαίου

                                                                                        Πρόεδρος Δικαστηρίου

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

 

Γραμματέας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Ex tempore απόφαση ημερ. 17.03.2025.

[2] Στην μονομερή αίτηση μερ. 21.03.2025.

[4] Των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών.

[5] 1.2. Πρωταρχικός σκοπός

(1) Οι παρόντες κανονισμοί αποτελούν διαδικαστικό κώδικα, πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι η παροχή στο δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.

(2) Ο χειρισμός υπόθεσης δίκαια και με αναλογικό κόστος περιλαμβάνει, στον βαθμό που είναι πρακτικά εφικτό:

(α) τη διασφάλιση ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις·

(β) την εξοικονόμηση δαπανών·

(γ) τον χειρισμό μιας υπόθεσης με τρόπους αναλογικούς προς:

(i) το υπό αναφορά χρηματικό ποσό·

(ii) τη σοβαρότητα της υπόθεσης·

(iii) την πολυπλοκότητα των θεμάτων· και

(iv) τις οικονομικές συνθήκες κάθε διαδίκου·

(δ) τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού·

(ε) την κατανομή σε αυτήν κατάλληλου μέρους των πόρων του δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις· και

(στ) την επιβολή συμμόρφωσης με κανονισμούς και διατάγματα.

 

[6] Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 1 Α.Α.Δ. 364, 1 Α.Α.Δ. 399, Χόππης ν. Παναγή (1993) Α.Α.Δ. 140, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 241 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 257,  Βουριά ν. Δασκάλου (1993) 1 Α.Α.Δ. 808, ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΑΙ ΜΕΛΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ν. ΒΑΛΕΝΤΙΝΑΣ ΚΑΡΑΣΑΒΒΑ (2012)

[7] Βλ. σελίδα 9, πιο πάνω.

[8] Σημειώνεται ότι η κλίμακα των υποθέσεων καθορισμού ενοικίου υπολογίζεται στο ύψος του μηνιαίου ενοικίου.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο