ΑΝΔΡΕΑ ΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ν. ANDREAS CHR. DEMETRIADES LLC, Συνενωμένες Αιτήσεις Αρ.: Κ1/2023, Κ2/2023, 7/8/2025
print
Τίτλος:
ΑΝΔΡΕΑ ΝΗΣΙΦΟΡΟΥ ν. ANDREAS CHR. DEMETRIADES LLC, Συνενωμένες Αιτήσεις Αρ.: Κ1/2023, Κ2/2023, 7/8/2025

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΛΕΓΧΟΥ ΕΝΟΙΚΙΑΣΕΩΝ ΛΕΜΕΣΟΥ – ΠΑΦΟΥ

ΤΜΗΜΑ ΠΑΦΟΥ

 

Ενώπιον:  Χρ. Ραγουζαίου, Προέδρου

Συνενωμένες Αιτήσεις Αρ.:  Κ1/2023, Κ2/2023

 

Αίτηση αρ. Κ1/2023

Μεταξύ:

ΑΝΔΡΕΑ ΝΗΣΙΦΟΡΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ]), εκ Λεμεσού,

Οδός [ ] 34

Αιτητής

και

 

ANDREAS CHR. DEMETRIADES LLC (Αρ. Εγγραφής: 246526),

εκ Πάφου (Αρσινόης 5)

        Καθ’ ων η Αίτηση

 

Αίτηση αρ. Κ2/2023

Μεταξύ:

ΑΝΔΡΕΑ ΝΗΣΙΦΟΡΟΥ (Α.Δ.Τ. [ ]), εκ Λεμεσού,

Οδός [ ] 34

Αιτητής

και

ANDREAS CHR. DEMETRIADES LLC (Αρ. Εγγραφής: 246526),

εκ Πάφου (Αρσινόης 5)

        Καθ’ ων η Αίτηση

 

Ημερομηνία: 07.08.2025

 

Αιτήσεις ημερ. 07.03.2025 (σε αμφότερες τις συνενωμένες Αιτήσεις)

 

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή στην κυρίως Αίτηση/Καθ’ ου η αίτηση στην παρούσα αίτηση: κος Κ/νος Καμπανέλλας για κκ. Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ων η αίτηση/Αιτητές στην παρούσα αίτηση: κα Χριστιάνα  Δημητριάδη για κκ. Ανδρέας Χρ. Δημητριάδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι κυρίως Αιτήσεις με τους πιο πάνω τίτλους και αριθμούς (που καταχωρήθηκαν στις  05.01.2023), αφορούν αίτημα για καθορισμό (αύξηση) του ενοικίου των δύο διαμερισμάτων (γραφείων) ιδιοκτησίας του Αιτητή, που βρίσκονται στην Πάφο και κατέχονται από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Το αίτημα για τροποποίηση:

Με τις ταυτόσημες αιτήσεις που καταχώρησαν στις 07.03.2025, οι Καθ’ ων η αίτηση (στις Κυρίως Αιτήσεις και Αιτητές στις παρούσες, που στο εξής θα αναφέρονται ως “οι Αιτητές”), αιτούνται τα εξής:

 

Α.  Τροποποίηση της Απάντησης της Καθ’ ης η Αίτηση που καταχωρήθηκε τα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ως ακολούθως:

 

Διά της προσθήκης μετά την υποπαράγραφο 3.5 τις ακόλουθες τρείς νέες παραγράφους με την αρίθμηση 3.6, 3.7. και 3.8.:

«3.6.  Η Καθ’ ης η Αίτηση σε πρόσφατες έρευνες στις οποίες προέβη διαπίστωσε ότι η επίδικη οικοδομή δεν διέθετε και/ή δεν διαθέτει τις απαιτούμενες πολεοδομικές και/ή οικοδομικές άδειες και/ή πιστοποιητικό τελικής έγκρισης και η ενοικίαση της επίδικης οικοδομής ήταν εξ’ υπαρχής παράνομη τόσο κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας ενοικίασης όσο και κατά την εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας και η εν λόγω συμφωνία είναι εξ’  υπαρχής παράνομη και άκυρη.

3.7.  Ο Αιτητής γνώριζε ότι η επίδικη κατοικία δεν την αδειοδοτημένη και απέκρυψε αυτή την πληροφορία από την Καθ’ ης η Αίτηση με αποτέλεσμα να παραπλανήσει αυτήν.

3.8.  Η εν λόγω σύμβαση ενοικίασης αντιβαίνει στο δημόσιο συμφέρον και δεν είναι εκτελεστή.»”

 

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, ο Αιτητής στις κυρίως Αιτήσεις θα καλείται “Καθ’ ου η αίτηση”.

 

Οι αιτήσεις βασίζονται “στις διατάξεις των άρθρων 28 και 30 του Συντάγματος καθώς και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θθ. 1-9, Δ.39, Δ.40 θθ. 1,7, και 11, Δ.48 θθ. 1-9, 11 και 13, Δ.64, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/1983 και στις εκάστοτε τροποποιήσεις αυτού, άρθρο 6, τον περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικό Κανονισμό του 1983, Κανονισμοί 2, 11 και 12, στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και στην πρακτική του Δικαστηρίου”.  

 

Υποστηρίζονται αμφότερες οι αιτήσεις από ένορκη δήλωση του Διευθυντή των Αιτητών, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής[1]:

 

            Σε πρόσφατη έρευνα, οι Αιτητές διαπίστωσαν ότι η επίδικη οικοδομή δεν διαθέτει πολεοδομικές και/ή οικοδομικές άδειες και/ή πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Συνεπώς, η ενοικίαση του μίσθιου ήταν εξ’ αρχής παράνομη (κατά την συνομολόγηση της συμφωνίας και κατά την εκτέλεση της) και επομένως άκυρη. 

 

            Απέκρυψε αυτά τα γεγονότα ο Καθ’ ου η αίτηση, παραπλανώντας τους Αιτητές και είναι αναγκαία η τροποποίηση της Απάντησης για να προσδιοριστούν με ακρίβεια τα επίδικα ζητήματα. Τυχούσα απόρριψη της αίτησης θα πλήξει τα συμφέροντα των Αιτητών, αφού θα εμποδιστούν να προωθήσουν όλες τις αξιώσεις που έχουν εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση.

 

            Το αίτημα για τροποποίηση της Απάντησης είναι δικαιολογημένο, εύλογο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.     

 

Ενστάσεις:

Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε στις 30.04.2025, ειδοποιήσεις περί προθέσεως ενστάσεως (με ακριβώς ίδιο περιεχόμενο), στην κάθε αίτηση για τροποποίηση, προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης:

 

1.    Η παρούσα Αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και η Καθ’ ης η Αίτηση/Αιτήτρια ουδέναν επαρκή λόγο επικαλείται προς αιτιολόγηση της εν λόγω καθυστέρησης. 

 

2.    Οι λόγοι που επικαλείται η Καθ’ ης η Αίτηση/Αιτήτρια ως αυτοί αναφέρονται δια της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση νομικά δεν ευσταθούν. 

 

3.    Τα γεγονότα τα οποία η Καθ’ ης η Αίτηση/Αιτήτρια αιτείται να προστεθούν στην Απάντηση της ουδεμία σχέση έχουν με τη νομική βάση της Αίτησης Αρ. Κ1/2023 και ουδόλως μπορούν να την επηρεάσουν. 

 

4.    Η παρούσα Αίτηση  έχει καταχωρηθεί με σκοπό κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με σκοπό τον εκτροχιασμό της παρούσας υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία της και/ή την κωλυσιεργία και/ή την επιβράδυνση της εκδίκασης της υπόθεσης και δίκαιης διεξαγωγής της δίκης.

 

5.    Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγονται νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι αναληθείς και/ή ανυπόστατοι και/ή δεν τεκμηριώνονται με επάρκεια. 

 

6.    Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ούτε και αφορούν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά την καταχώρηση της Απάντησης. 

 

7.    Η Αίτηση καθώς επίσης και η Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζουν είναι νόμω και ουσία αβάσιμες, κακόπιστες και αόριστες μη προσκομίζοντας καμία ουσιαστική μαρτυρία κατά τρόπο ώστε το Σεβαστό Δικαστήριο να βασιστεί και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα τροποποίησης. 

 

8.    Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποβλέπουν στην διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών αλλά αντίθετα τείνουν να προκαλέσουν σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων του Αιτητή/Καθ’ ου η Αίτηση καθώς επίσης θα καθυστερήσουν την δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης. 

 

9.    Δεν συντρέχουν οι νομοθετικές, και/ή νομολογιακές, και/ή οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 

 

10.   Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ημερ. 07.03.2025 είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και στερούνται οποιεσδήποτε νομικής και/ή πραγματικής ουσίας και/ή βάσης και δεν καταδεικνύεται η αναγκαιότητα τη προτεινόμενης τροποποίησης. 

 

11.  Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή με αυτήν επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί, είναι αχρείαστη και/ή κακόπιστη και/ή παράλογη και/ή ενοχλητική και/ή δεν έχει νομικό, και/ή πραγματικό έρεισμα. 

 

12.  Η παρούσα Αίτηση έχει υποβληθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση και σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. 

 

13.  Η Ένορκη Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση είναι παραπλανητική και δεν τεκμηριώνει ούτε υποστηρίζει στο ελάχιστο τα αιτήματα της Καθ’ ης η Αίτηση/Αιτήτριας.

 

14.  Τυχόν έγκριση της Αίτησης, θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα, καθότι αν επιτρέπετο η προσθήκη των προτεινόμενων τροποποιήσεων θα περιπλεχθεί η υπόθεση, αφού θα επεκταθεί σε άλλα θέματα. 

 

15.  Οι αιτούμενες τροποποιήσεις και/ή γεγονότα των οποίων η Καθ’ ης η Αίτηση/Αιτήτρια αιτείται τη συμπερίληψη τους στην Απάντηση της, δεν ανάγονται σε θέματα που προέκυψαν πρόσφατα και/ή σε θέματα που δεν ήταν σε γνώση της και/ή δεν μπορούσαν να εντοπίσουν πριν και/ή μετά την καταχώρηση της Απάντησης και/ή της Κλήσης για οδηγίες, καθώς και σε όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση Κ1/2023 και πριν την Κλήση για οδηγίες.    

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο Καθ’ ου η αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Αιτητών, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της αίτησης.

 

Διαδικασία:

            Εφόσον το ζήτημα που εξετάζεται είναι αμιγώς νομικό, το Δικαστήριο συνεδρίασε με μονομελή σύνθεση. Δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις[2]. Σε αυτές θα αναφερθώ πιο κάτω, όπου κρίνεται  απαραίτητο.

Νομική Πτυχή:

Το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων διέπεται από την δευτερογενή νομοθεσία που βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο καταχώρησης της κυρίως Αίτησης (δηλ. τον Ιανουάριο του 2023). Οι τότε Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, εφαρμόζονται αναλογικά από το παρόν Δικαστήριο δυνάμει των κανονισμών 2(β) και 12(α) των Περί Ενοικιοστασίου Διαδικαστικών Κανονισμών του 1983 και της Δ.25 θ.7.

 

Αναφορικά με την τροποποίηση δικογράφων μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, στην Δ.25, θθ.1(3)-7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοούνται τα ακόλουθα:

 

«1. […]

 (3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.

2. Όταν οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή οποιοδήποτε δικόγραφο τροποποιηθεί, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, πρέπει να σημειωθεί σ' αυτό η ημερομηνία του διατάγματος σύμφωνα με το οποίο τροποποιήθηκε και της ημέρας κατά την οποία έγινε η τροποποίηση αυτή, με τον ακόλουθο τρόπο, δηλαδή:

«Τροποποιήθηκε την ....................... ημέρα του ....................... σύμφωνα με διάταγμα ημερομηνίας .......................του .......................»

3. Εάν διάδικος, ο οποίος έλαβε διάταγμα για άδεια να τροποποιήσει, δεν τροποποιήσει σύμφωνα με αυτό εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο διάταγμα ή αν δεν καθορίζεται σ' αυτό προθεσμία, τότε εντός δεκαπέντε ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος, τέτοιο διάταγμα για τροποποίηση, αφού εκπνεύσει η προθεσμία που καθορίζεται όπως ελέχθη πιο πάνω, ή οι δεκαπέντε μέρες, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται ipso facto άκυρο, εκτός εάν η προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο.

4. Όταν οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή οποιοδήποτε δικόγραφο τροποποιηθεί, το τροποποιημένο έγγραφο πρέπει να παραδοθεί στον αντίδικο μαζί με επίσημο αντίγραφο του διατάγματος που παρέχει άδεια για τροποποίηση, εντός του χρόνου που επιτρέπεται για τροποποίηση.

5. Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.

6. Γραφικά λάθη σε δικόγραφα, αποφάσεις ή διατάγματα, ή λάθη που προκύπτουν σ' αυτά από οποιοδήποτε τυχαίο σφάλμα ή παράλειψη, μπορούν σε οποιοδήποτε χρόνο να διορθωθούν ανάλογα με τη φύση και έκταση του λάθους από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης, γραπτής ή προφορικής, χωρίς δικαίωμα έφεσης.

7. Οι διατάξεις της Δ.25 εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στις διαδικασίες που λαμβάνονται στα Δικαστήρια Ειδικής Δικαιοδοσίας ανεξαρτήτως του τρόπου έναρξης της διαδικασίας σ’ αυτά και οι έννοιες του κλητηρίου και της αγωγής στις Δ.25, θα διαβάζονται ανάλογα.

[…]

 

Επομένως, μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, σε δύο μόνο περιπτώσεις δύναται να επιτραπεί η τροποποίηση δικογράφου:

 

(α)     όταν αποδειχθεί η ύπαρξη εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας, και

(β)     όταν προκύψουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης της δικογραφίας, της οποίας η τροποποίηση επιδιώκεται.

 

Στο βαθμό που εξακολουθεί να υπάρχει στην Δ.25 η πρόνοια ότι οι αναγκαίες τροποποιήσεις “γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος”, θεωρώ ότι τυγχάνει εφαρμογής η νομολογία που ερμηνεύει (στο πλαίσιο των καταργημένων διατάξεων) τις αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική ευχέρεια του, κατά την εξέταση τέτοιων αιτημάτων.

 

Σχετικές είναι οι αποφάσεις Tsiappas v. The Republic (1974) 1 C.L.R. 167, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 704, Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου v. Ιεροδιακόνου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε306/2016 και Ε307/2016, ημερομηνίας 06.07.2018.

 

Στη βάση της πιο πάνω αναφερόμενης νομολογίας, θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός από το ζήτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, τόσο (α) η γνησιότητα των προθέσεων των Αιτητών, όσο και (β) η αναγκαιότητα και ο βαθμός της χρησιμότητας της τροποποίησης.

 

Συνοψίζοντας την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία, σε συνδυασμό πάντοτε με τις πρόνοιες της νέας Δ.25, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράγοντες:

 

·    Η τροποποίηση δικογράφων, μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες, είναι δυνατή μόνο στις πιο πάνω αναφερόμενες περιπτώσεις και εφόσον αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς των διαδίκων.

  • Κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

Στην παρούσα υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση, υποβλήθηκε δύο έτη μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθώ επιγραμματικά στο περιεχόμενο της Αίτησης Καθορισμού και της Απάντησης.

 

Η Αίτηση καθορισμού, ως αναφέρεται και πιο πάνω[3], αφορά την έκδοση διατάγματος καθορισμού ενοικίου, με το οποίο να αυξάνεται το ενοίκιο των δυο υποστατικών που ενοικιάζουν οι Καθ’ ων η αίτηση.

 

Στις Απαντήσεις, ημερομηνίας 26.01.2023, οι Αιτητές υποστηρίζουν (μεταξύ άλλων) ότι:

(α)    η περιοχή που βρίσκονται τα υποστατικά καθώς και η κατάσταση τους δεν δικαιολογεί οποιαδήποτε αύξηση στο μηναίο ενοίκιο.

(β)    τα επίδικα υποστατικά δεν έχουν συντηρηθεί από τον Καθ’ ου η αίτηση.

(γ)     έχει γίνει από τους ίδιους τους Αιτητές εκτεταμένη συντήρηση των υποστατικών και η δαπάνη για αυτήν, ανήλθε σε €17.134,56.

(δ)    δεν πληρούνται η προϋποθέσεις του Ν.23/1983 για αύξηση του ενοικίου.

 

Αυτό που οι Αιτητές υποστηρίζουν τώρα, είναι ότι ενώ κατέχουν τα επίδικα υποστατικά από τα έτη 2014 και 2016, αντίστοιχα,  σε “πρόσφατη έρευνα τουςδιαπίστωσαν ότι η επίδικη οικοδομή δεν διαθέτει πολεοδομικές,  οικοδομικές άδειες και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης.

 

Δεν καθορίζουν οι Αιτητές τον χρόνο διεξαγωγής αυτής της “έρευνας”, αλλά και στην αγόρευση της συνηγόρου τους επαναλαμβάνεται ότι αυτή έγινε “πρόσφατα”[4], δηλαδή σε χρόνο που οι ίδιοι επέλεξαν μετά την κλήση για οδηγίες.

 

ΔΕΝ επικαλούνται οι Αιτητές την ύπαρξη νέων δεδομένων μη υπαρκτών  κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της δικογραφίας”, αλλά ούτε την “ύπαρξη καλόπιστου λάθους”.

 

Αυτό όμως που λανθασμένα τονίζουν στην αγόρευση τους, είναι πως “Η  προσέγγιση  της  νομολογίας  στο  θέμα  της  τροποποίησης  δικογράφων  είναι φιλελεύθερη.”

 

Πόρρω απέχει, ωστόσο, αυτή η τοποθέτηση από το λεκτικό της τροποποιημένης Δ.25.

 

Έχοντας αυτά κατά νου και εξετάζοντας την αιτούμενη τροποποίηση διαπιστώνω ότι:

1.    Με αυτήν δεν αποκαλύπτονται νέα δεδομένα, αλλά αναλύονται τα (κατά παραδοχή των Αιτητών), υπαρκτά κατά την καταχώρηση της Απάντησης τους δεδομένα, τα οποία μπορούσαν να εντοπίσουν.  Επέλεξαν, ωστόσο, να προβούν στην (ουσιώδη για αυτούς) σχετική  έρευνα μόλις πρόσφατα, χωρίς να δικαιολογούν τον χρόνο που διέρρευσε.

2.    Επιχειρείται να προστεθεί νέα γραμμή Υπεράσπισης στο δικόγραφο τους.

 

Το ζήτημα είναι απλό. Εφόσον η ανάγκη για τροποποίηση δεν προέκυψε λόγω (1) εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας ή (2) νέων δεδομένων μη υπαρκτών  κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της δικογραφίας, το ζήτημα δεν μπορεί να εξεταστεί περαιτέρω.

 

  Ελλείπουν οι βασικές προϋποθέσεις για την προώθηση του αιτήματος για τροποποίηση. Αυτή μου η διαπίστωση αποβαίνει μοιραία για την έκβαση των αιτημάτων για τροποποίηση των Απαντήσεων.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ:

Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια δεν πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης των αιτήσεων για τροποποίηση της Απάντησης.

 

Ως εκ τούτου, οι δύο αιτήσεις ημερομηνίας 07.03.2025, που έχουν καταχωρηθεί σε κάθε μια από τις κυρίως συνενωμένες Αιτήσεις, με τους πιο πάνω τίτλους και αριθμούς, απορρίπτονται, με έξοδα σε βάρος των Αιτητών (Καθ’ ων η κυρίως Αίτηση), €250,00, πλέον ΦΠΑ.

 

(Υπ.)……….……………………….

                                                                                    Χρ. ΡαγουζαίουΠρόεδρος

 

Πιστό Αντίγραφο

Γραμματέας

 



[1] Είναι ταυτόσημο και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις δυο αιτήσεις.

[2] Οι οποίες κατατέθηκαν γραπτώς.

[3] Βλ. Σελίδα 1 της παρούσας.

[4] Βλ. Σελίδα 3 στην γραπτή αγόρευση των Αιτητών.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο