ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΧΡΗΣΗΣ ΣΤΕΓΗΣ
Ενώπιον: Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Αρ. Αίτησης: 1/2025
Μεταξύ:
Ε.Χ
Αιτήτριας
-και-
Π.Π
Καθ’ ου η αίτηση
------------------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ενδιάμεση Αίτηση ημερομηνίας 27/02/2025
Ημερομηνία: 1η Σεπτεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια : Μούσουλος, Κανέλλα & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: M.SKOULLOU LAW OFFICE LLC
Η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να παραχωρείται σε αυτήν η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης. Περαιτέρω αξιώνει την έκδοση διατάγματος το οποίο να παρατείνει την ισχύ του διατάγματος αποκλειστικής χρήσης στέγης για περίοδο δύο ετών από τη λύση του γάμου των διαδίκων.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση μονομερώς και πέτυχε την έκδοση μονομερώς διατάγματος με το οποίο παραχωρήθηκε στην ίδια προσωρινά η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης και διατάχθηκε ο Καθ’ ου η αίτηση να την εγκαταλείψει εντός 72 ωρών.
Το προσωρινό διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο και ο Καθ’ ου η αίτηση αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση με την οποία προβάλλει οκτώ (8) λόγους ένστασης.
Αμφότερες, η αίτηση και η ένσταση υποστηρίζονται από τις ένορκες δηλώσεις των μερών. Περαιτέρω, αμφότερες οι πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και η υπό κρίση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις.
Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε σκοπό η επαναδιατύπωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων, τις οποίες έχω μελετήσει και έχω λάβει υπόψη μου δεόντως και γι' αυτό δεν προτίθεμαι να επαναλάβω αυτά που αναφέρουν. Ωστόσο αν κριθεί ότι χρειάζεται θα αναφέρομαι σε αποσπάσματα τους.
Την ημέρα ακρόασης της υπό κρίση αίτησης οι δύο πλευρές δήλωσαν από κοινού στο δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 7/7/2025 επήλθε λύση του γάμου των διαδίκων. Ειδικότερα, οι δύο πλευρές δήλωσαν στο Δικαστήριο ότι η Αιτήτρια προχώρησε με απόδειξη της Ανταπαίτησης στην αίτηση διαζυγίου, με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση.
Η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση εισηγήθηκε στο δικαστήριο ότι ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης παρέλκει η ανάγκη για εξέταση της οριστικοποίησης ή μη του υπο κρίση προσωρινού διατάγματος, καθότι ως εισηγείται το προσωρινό διάταγμα με την έκδοση του διατάγματος λύσης του γάμου έπαψε αυτόματα να ισχύει.
Στην αντίπερα όχθη η πλευρά της Αιτήτριας υποστήριξε ότι η έκδοση του διαζυγίου των διαδίκων δεν επηρεάζει την ισχύ του προσωρινού διατάγματος, επικαλούμενη την τροποποίηση του νόμου που παρέχει τη δυνατότητα παράτασης της αποκλειστικής χρήσης στέγης μέχρι δύο χρόνια από τη λύση του γάμου.
Ενόψει της πιο πάνω εξέλιξης και της έγερσης του πιο πάνω νομικού ζητήματος, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση σε νέα ημερομηνία για Ακρόαση προκειμένου οι δύο πλευρές να αγορεύσουν και σε σχέση με το πιο πάνω εγειρόμενο νομικό ζήτημα και ως προς τούτου οι δύο πλευρές καταχώρησαν σχετικές γραπτές αγορεύσεις.
Νομική Πτυχή
Το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60 καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος , οι οποίες είναι οι ακόλουθες:
α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία στην αγωγή, και
γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν αναλυθεί σε έκταση στη νομολογία[1].
Όσον αφορά τη δεύτερη, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτή έχει ερμηνευθεί να σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
Η τρίτη προϋπόθεση, όπως αναλύεται στην υπόθεση Οδυσσέως[2], σχετίζεται με το θέμα επάρκειας της θεραπείας υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του Αιτητή, τότε η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.
Όπως έχει λεχθεί από την νομολογία[3], το κριτήριο για την έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, η έννοια δε της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή.
Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως[4]το Δικαστήριο, στο τελικό στάδιο, θα πρέπει να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα[5].
Στα πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει[6]. Θα προσεγγίσει τη μαρτυρία μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για να κριθεί το επίδικο στην ενδιάμεση αίτηση ζήτημα.
Η εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 , θα γίνει στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα, που στην εξεταζόμενη περίπτωση είναι το άρθρο 17(1) του Ν.23/1990, ως έχει τροποποιηθεί, που προνοεί τα ακόλουθα :
«Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης ή σε περίπτωση που δίνεται γνωστοποίηση στον Επίσκοπο ή στον αρμόδιο θρησκευτικό ηγέτη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 10, αντίστοιχα, του περί Απόπειρας Συνδιαλλαγής και Πνευματικής Λύσης του Γάμου Νόμου ή σε περίπτωση που καταχωρείται αγωγή διαζυγίου, το Οικογενειακό Δικαστήριο μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός από τους συζύγους, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας και ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των παιδιών, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει ως κύρια διαμονή των ιδίων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αν το δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής στέγης πηγάζει από σχέση εργασίας ανάμεσα στον έναν από τους συζύγους και έναν τρίτο, η παραχώρηση της χρήσης της στον άλλο σύζυγο από το Οικογενειακό Δικαστήριο, σύμφωνα με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να γίνει, μόνο εφόσον συναινεί σ’ αυτό και ο τρίτος:
Στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων πρέπει να καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν την μονομερή έκδοση του διατάγματος (άρθρο 9 (1) Κεφ.6).
Είναι καθιερωμένη αρχή ότι ο Αιτητής ο οποίος επιδιώκει μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα πρέπει να προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Πρέπει να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το επιστέγασμα της απουσίας αποκάλυψης είναι η κατάργηση του διατάγματος. Το Δικαστήριο αν θεωρήσει ότι η μη αποκάλυψη ήταν ουσιώδης, μπορεί να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα που το ίδιο εξέδωσε αρνούμενο ν' ακούσει περαιτέρω τον Αιτητή. Για να ακυρώσει, όμως, το διάταγμα θα πρέπει να τα γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν να ήταν ουσιώδη. Επίσης, θα πρέπει να βρίσκονταν εντός της γνώσης του Αιτητή[7].
Η χρήση δε από μέρους του νομοθέτη του ρήματος «παρατείνει» θεωρώ ότι δεν είναι τυχαία. Αντίθετα, θεωρώ ότι, εξυπακούει την κατάληξη αρχικά του Δικαστηρίου ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης σε ένα εν των συζύγων και ακολούθως να εξεταστεί εάν δύναται να εφαρμοστεί η επιφύλαξη του νόμου για παράταση της παραχώρησης.
Συνακόλουθα δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας, ο οποίος με επίκληση αποσπάσματα του FLA[13] εισηγείται ότι το διάταγμα χρήσης στέγης παραμένει ως έχει σε ισχύ και μετά το διαζύγιο, παραγνωρίζοντας ωστόσο ότι το εν λόγω ζήτημα ρυθμίζεται με τρόπο ειδικό από τη δική μας Νομοθεσία[14]. Σημειώνω μάλιστα ότι το άρθρο 17 (1) πρώτη παράγραφος ( άρθρο 17(1) πριν την τροποποίηση) του δικού μας νόμου, είχε ως πρότυπο το άρθρο 1393 του Ελληνικού Αστικού Κώδικα[15], που όπως έχει ερμηνευτεί δεν νοείται οικογενειακή στέγη μετά τη λύση ή ακύρωση του γάμου[16].
[Υπ.] .…..……….……………………….
Ν. Παπακωνσταντίνου Πότση, Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015 κ.α
[2][2] Βλ. ανωτέρω.
[3] Mitsingas Ltd v. Timberland (1997) 1 ΑΑΔ 1791
[4] Βλ. ανωτέρω
[5] βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χ" Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152
[6] Ν.Γ.Χ. ν. Τ.L., Έφ. Αρ.32/2021, ημερ.23.6.2022
[7] Βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 583, Γρηγορίου κ. ά. v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd (1996) 1 (A) Α.Α.Δ. 597
[8] Βλ. Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου, Έφεση αρ.60 ημερομηνίας 19/03/1996 (1996) 1 ΑΑΔ 260, Κατσουρίδης (1997) 1(Α) ΑΑΔ 415,Βουνού ν Βουνου (1995) 1ΑΑΔ 168
[9] Βλ. Χριστοδούλου (ανωτέρω)
[11] Όπως εξηγείται στην σελίδα 195 του συγγράμματος «Οικογενειακό Δίκαιο» Τρίτη έκδοση του Απόστολου Γεωργιάδη,
« δεν μπορεί να νοηθεί οικογενειακή στέγη μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ούτε στο πλαίσιο ύπαρξης ελεύθερης συμβίωσης»
[12] Άρθρο 13 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμος του 1991 (232/1991)
[13] Family Lar Act 1996
[14] άρθρο 17 (1) του Ν. 23/90
[15] Άρθρο 1393 -Αστικός Κώδικας – Ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης
«Σε περίπτωση διακοπής της συμβίωσης, το δικαστήριο μπορεί, εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας ενόψει των ειδικών συνθηκών του καθενός από τους συζύγους και του συμφέροντος των τέκνων, να παραχωρήσει στον ένα σύζυγο την αποκλειστική χρήση ολόκληρου ή τμήματος του ακινήτου που χρησιμεύει για κύρια διαμονή των ίδιων (οικογενειακή στέγη), ανεξάρτητα από το ποιος από αυτούς είναι κύριος ή έχει απέναντι στον κύριο το δικαίωμα της χρήσης του. Η απόφαση του δικαστηρίου υπόκειται σε αναθεώρηση, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις. Αν το δικαίωμα χρήσης της οικογενειακής στέγης πηγάζει από σχέση εργασίας ανάμεσα στον ένα από τους συζύγους και έναν τρίτο, η παραχώρηση της χρήσης της στον άλλο σύζυγο από το δικαστήριο, σύμφωνα με τους όρους της προηγούμενης παραγράφου, μπορεί να γίνει μόνο εφόσον συναινεί σ' αυτό και ο τρίτος».
[16] Όπως εξηγείται στην σελίδα 195 του συγγράμματος «Οικογενειακό Δίκαιο» Τρίτη έκδοση του Απόστολου Γεωργιάδη,
« δεν μπορεί να νοηθεί οικογενειακή στέγη μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ούτε στο πλαίσιο ύπαρξης ελεύθερης συμβίωσης».
[17] Βλέπε Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου (ανωτέρω)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο