ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΑΠΑΓΩΓΗΣ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 1/25i
Μεταξύ:
Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ως Κεντρική Αρχή με βάση το Νόμο 11(ΙΙΙ/94), ύστερα από εξουσιοδότηση του D.G., από την Κροατία
Αιτητή
και
Ε.Κ.
Καθ’ ης η Αίτηση
Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κα. Βαλάντω Χ. Ψωμά για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Για την Καθ’ ης η αίτηση: κ. Σπύρος Αρότης για Σπύρος Αρότης – Έλενα Αρότη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για το ενδιαφερόμενο μέρος: κ. Κρίτων Διονυσίου
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή - Υπό κρίση αίτηση:
Η Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (στο εξής η «Σύμβαση»), κυρώθηκε με τον περί της Συμβάσεως για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικό) Νόμο του 1994 (Ν.11(III)/94). Η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 29/09/2025, καταχωρίστηκε από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν.11(III)/94 ως Κεντρική Αρχή στην Κυπριακή Δημοκρατία (στο εξής ο «Αιτητής»), για να ασκεί όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητες που προβλέπονται για την αρχή αυτή από τη Σύμβαση.
Ο Αιτητής μετά από εξουσιοδότηση του D.G. (στο εξής ο «πατέρας») ζητά την άμεση επιστροφή του ανήλικου A.K.G. (στο εξής ο «ανήλικος») ο οποίος γεννήθηκε στις 03/11/2023, στον τόπο της συνήθους διαμονής του, δηλαδή στην Κροατία. H αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26/09/2025 της κας. Τροοδίας Διονυσίου, αρμόδιας Διοικητικής Λειτουργού του Τμήματος Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού, τοποθετημένης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως στην οποία αναφέρονται τα επίδικα γεγονότα.
Ένσταση:
Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση ημερομηνίας 30/10/2025, υποστηριζόμενη από την ένορκη δήλωση της ιδίας και προέβαλε τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
1. Δεν υπήρξε απαγωγή του ανήλικου τέκνου των διαδίκων σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικού) Νόμου του 1994 11 (ΙΙΙ)/94.
2. Η μεταφορά του ανήλικου τέκνου των διαδίκων δεν ήταν παράνομη και/ή δεν υπήρξε παράνομη μετακίνηση ή παρακράτηση του ανήλικου τέκνου των διαδίκων.
3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της Σύμβασης για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (Κυρωτικού) Νόμου του 1994 11 (ΙΙΙ)/94 γιατί το ανήλικο τέκνο των διαδίκων είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης την συνήθη διαμονή του στην Κύπρο.
4. Ο Αιτητής γνώριζε και έδωσε την συγκατάθεση του στην παραμονή του ανήλικου τέκνου στην Κύπρο.
5. Υφίσταται σοβαρός κίνδυνος ότι η επιστροφή του ανήλικου Αντώνιο, θα το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία και/ή σε αφόρητη κατάσταση.
6. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή άκυρη και/ή δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση καθότι η ενόρκως δηλούσα δεν έχει προσωπική γνώση των ισχυριζόμενων γεγονότων και/ή δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης ή γνώσης της.
7. Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζουν την αίτηση είναι ψευδείς και/ή ανυπόστατοι.
8. Ο ανήλικος δεν είχε την συνήθη διαμονή του στην Κροατία.
9. Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής.
Ακολούθησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας. Διονυσίου ημερομηνίας 14/11/2025 και της Καθ’ ης η αίτηση ημερομηνίας 21/11/2025 κατόπιν έγκρισης του προφορικού αιτήματος των συνηγόρων των μερών κατά το στάδιο της διαχείρισης της υπόθεσης, λόγω της φύσης της διαδικασίας και προς αποφυγή περαιτέρω αιτημάτων προς τούτο αλλά και περιορισμού τυχόν αιτημάτων αντεξέτασης ώστε να διαφυλαχθεί ο σύντομος χρόνος που απαιτείται για τη διεκπεραίωσης της όλης διαδικασίας.
Μέρος στη διαδικασία έλαβε εκτός από τα μέρη, ο πατέρας του ανήλικου ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο, ο οποίος ωστόσο δεν καταχώρισε οποιαδήποτε ένορκη δήλωση διότι τα όσα κατέθεσε ενόρκως η κα. Διονυσίου ήταν αρκούντως ικανοποιητικά. Έθεσε ωστόσο εαυτόν διαθέσιμο προς αντεξέταση στη βάση προφορικής μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης σε περίπτωση που η άλλη πλευρά επιθυμούσε την αντεξέταση και του ιδίου.
Λόγω της ηλικίας του ανηλίκου, ήτοι μόλις 2 ετών και κατόπιν διαβεβαιώσεων των συνηγόρων των διαδίκων, του ενδιαφερόμενου μέρους καθώς και της ίδιας της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία ήταν παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, ότι ο ανήλικος πλην μερικών λέξεων δεν μπορεί να μιλήσει, δεν πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με το παιδί.
Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες επί των ενόρκων δηλώσεών τους. Οι συνήγοροι των διαδίκων καθώς και του πατέρα ως ενδιαφερόμενου μέρους κατέθεσαν τις γραπτές τους αγορεύσεις ως οι οδηγίες του Δικαστηρίου και προέβησαν σε προφορικές διευκρινίσεις.
Αιτητής:
Η κα. Τροοδία Διονυσίου στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 26/09/2025 (στο εξής η «ΕΔ ΤΔ») αναφέρει ότι στις 01/07/2025 λήφθηκε από την Κεντρική Αρχή της Κροατίας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ηλεκτρονικό μήνυμα και αίτημα για επιστροφή του ανηλίκου στην Κροατία, ο οποίος κατ’ ισχυρισμό του πατέρα μετακινήθηκε και παράνομα κατακρατείται από τη μητέρα του στην Κύπρο χωρίς την προηγούμενη συναίνεση ή μεταγενέστερη συγκατάθεση του πατέρα του (Τεκμήρια 1 έως 4 και 14).
Ο ανήλικος γεννήθηκε στις 03/11/2025 στον Στρόβολο της Λευκωσίας στην Κύπρο και έχει κροατική και κυπριακή υπηκοότητα (Τεκμήρια 5, 12 και 16). Οι γονείς του ανηλίκου διατηρούσαν σχέση και διέμεναν στο Ζάγκρεμπ στην οδό Οντακόβα 5 στην Κροατία μαζί με τον ανήλικο. Ο ανήλικος γεννήθηκε στην Κύπρο λόγω προβληματικής εγκυμοσύνης της Καθ’ ης η αίτηση και αδυναμίας της να ταξιδέψει στην Κροατία και όταν ήταν 6 εβδομάδων μετέβηκαν στο Ζάγκρεμπ στην Κροατία οπότε και καταγράφηκε αμέσως στη διεύθυνση κατοικίας του πατέρα, όπου διέμενε η οικογένεια με την προσυπογραφή της Καθ’ ης η αίτηση ενώπιον των αστυνομικών της εν λόγω πόλης (Τεκμήριο 6).
Η Καθ’ ης η αίτηση τους τελευταίους μήνες απείλησε τον πατέρα ότι θα πάρει τον ανήλικο και θα μεταβεί στην Κύπρο και ο πατέρας κατέθεσε αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο για έκδοση προσωρινού μέτρου περιορισμού και στις 14/03/2025 ενημέρωσε την Καθ’ ης η αίτηση για την κινηθείσα διαδικασία (Τεκμήρια 7, 8 και 9). Στη συνέχεια η Καθ’ ης η αίτηση αγόρασε αεροπορικά εισιτήρια για να ταξιδέψει στην Κύπρο στις 16/03/2025 και επειδή ο πατέρας εξέφρασε ρητά τη θέση του ότι δεν συναινεί προς την κίνηση αυτή, η Καθ’ ης η αίτηση και ο ανήλικος έχασαν την πτήση.
Ακολούθως αναφέρει ότι στις 18/03/2025, ο πατέρας μετέβηκε στη δουλειά του και η Καθ’ ης η αίτηση έμεινε στο σπίτι με τον ανήλικο. Εκείνη τη μέρα, η Καθ’ ης η αίτηση έκλεισε την κάμερα ασφαλείας που υπήρχε τοποθετημένη στην εξώπορτα του διαμερίσματος που διέμεναν και όταν ο πατέρας ανακάλυψε πως δεν λειτουργούσε προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με την Καθ’ ης η αίτηση αλλά αυτή δεν απαντούσε τις κλήσεις του. Πριν προλάβει ο πατέρας να φύγει από τη δουλειά, η Καθ’ ης η αίτηση του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι ήταν στο πάρκο με τον ανήλικο και ότι ο ανήλικος κατά λάθος έκλεισε την κάμερα ασφαλείας και έτσι ο πατέρας παρέμεινε στη δουλειά. Όταν ο πατέρας επέστρεψε στο σπίτι από τη δουλειά του στις 16:00 βρήκε το διαμέρισμα άδειο και ανακατεμένο. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Καθ’ ης η αίτηση αλλά αυτή δεν απαντούσε. Ο πατέρας ενημέρωσε την αστυνομία και έδωσε σχετική κατάθεση. Την ίδια μέρα η Καθ’ ης η αίτηση ενημέρωσε με μήνυμα τον πατέρα ότι και οι δύο είναι καλά και ότι θα τον πάρει τηλέφωνο αργότερα, κάτι το οποίο δεν έπραξε αλλά ούτε και απαντούσε τις τηλεφωνικές κλήσεις του πατέρα. Ο πατέρας έστειλε μέσω της εφαρμογής WhatsApp τη δικαστική απόφαση η οποία απαγόρευσε στην Καθ’ ης η αίτηση να πάρει το παιδί εκτός των συνόρων της Δημοκρατίας της Κροατίας και η Καθ’ ης η αίτηση απάντησε ότι δεν καταλάβαινε επειδή η εντολή είναι στην κροατική γλώσσα.
Στις 19/03/2025 η Καθ’ ης η αίτηση απάντησε σε τηλεφωνική κλήση του πατέρα και του ανέφερε ότι ήταν στην Κύπρο μαζί με τον ανήλικο. Μέχρι σήμερα ο ανήλικος δεν έχει επιστρέψει στη χώρα της συνήθους διαμονής του και η Καθ’ ης η αίτηση δεν τον έχει ενημερώσει για πιθανή ημερομηνία επιστροφής, επισφραγίζοντας την μονομερή απόφασή της να μην επιστρέψει στην Κροατία ο ανήλικος.
Καθ’ ης η αίτηση:
Η Καθ’ ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 30/10/2025 (στο εξής η «ΕΔ ΕΚ») αναφέρει ότι με τον πατέρα του ανηλίκου συνήψαν σχέση το καλοκαίρι του 2018, η οποία ήταν πάντα εξ αποστάσεως. Η Καθ’ ης η αίτηση τον επισκεπτόταν στην Κροατία όποτε είχε διακοπές και όποτε μπορούσε αλλά ο πατέρας του ανηλίκου ερχόταν περισσότερο στην Κύπρο γιατί ήταν άνεργος για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Τον Απρίλιο του 2023 η Καθ’ ης η αίτηση ενώ διέμενε και εργαζόταν στην Κύπρο ενημερώθηκε ότι ήταν έγκυος και από τότε παρέμεινε μόνιμα στην Κύπρο και παρακολουθείτο από Κύπριους ιατρούς. Εξέφρασε δε επανειλημμένα την απροθυμία της να μετακομίσει μόνιμα στην Κροατία γεγονός το οποίο ήταν γνωστό στον πατέρα, ο οποίος δεν ήταν διατεθειμένος να μετακομίσει στην Κύπρο μόνιμα ούτε κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, ούτε αργότερα όταν θα γεννιόταν το μωρό.
Αναφέρει ότι έχοντας όλη την καλή διάθεση και θέλοντας να γνωρίσει το μωρό τον πατέρα του, συμφώνησε να πάνε μαζί στην Κροατία μόλις η γυναικολόγος και ο παιδίατρος του ανηλίκου το επέτρεπαν. Η Καθ’ ης η αίτηση γέννησε στις 03/11/2023 και στις 18/12/2023 μετέβηκε στην Κροατία. Η βάση της ως αναφέρει ήταν η Κύπρος και επίσης ότι από τότε που πήγε στην Κροατία με τον ανήλικο δεν είχε σεξουαλικές επαφές με τον πατέρα. Παρέμεινε εκεί σαν 2 συγκάτοικοι μέχρι να εξεύρει μόνιμη εργασία στην Κύπρο. Σύντομα αντιλήφθηκαν ότι η συγκατοίκηση ήταν αδύνατη και το καλοκαίρι του 2024 αφού διαπίστωσαν ότι η σχέση τους δεν μπορούσε να αναβιώσει, η Καθ’ ης η αίτηση ξεκίνησε προσπάθειες για συζήτηση για το πως θα διαχειρίζονταν την κατάσταση αλλά ο πατέρας απέφευγε τέτοιου είδους συζητήσεις και το ανέβαλλε για αργότερα. Η Καθ’ ης η αίτηση ταυτόχρονα έκανε αιτήσεις για Κύπρο και αιτήσεις αντικατάστασης ως καθηγήτρια αγγλικών. Ισχυρίζεται ότι έχασε ευκαιρίες για να αιτηθεί για αντικατάσταση σε δημοσιά σχολεία και συνεντεύξεις για δουλειά και μαθητές μετά από πίεση και εκφοβισμό που δεχόταν από τον πατέρα γι’ αυτό και επέστρεφε πίσω στην Κροατία.
Ακολούθως, η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι στις αρχές Ιανουαρίου του 2025 κατάφεραν με τον πατέρα να καταλήξουν σε μία συμφωνία με όρους και προϋποθέσεις που είχε θέσει ο πατέρας ώστε η ίδια και το μωρό θα μπορούσαν επιτέλους να επιστρέψουν στην Κύπρο μόνιμα. Στη βάση αυτής της συμφωνίας η Καθ’ ης η αίτηση ενέγραψε στις 20/02/2025 τον ανήλικο σε νηπιαγωγείο για την σχολική χρονιά 2026-2027 αλλά ο πατέρας δεν δέχτηκε να υπογράψει την εγγραφή γιατί το έγγραφο ήταν στα Ελληνικά και θα προσκόμιζε και ένα στα Αγγλικά για να μπορέσει να το υπογράψει με την επιστροφή της στην Κύπρο (Τεκμήριο 1). Οι όροι της συμφωνίας ήταν οι ακόλουθοι:
α. Κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι θα μετέβαινε στην Κροατία μαζί με τον ανήλικο.
β. Ένα Σαββατοκύριακο κάθε μήνα ο πατέρας θα ερχόταν στην Κύπρο για να έχει επικοινωνία με τον ανήλικο.
γ. Ένα Σαββατοκύριακο τον μήνα θα μετέβαινε η Καθ’ ης η αίτηση με τον ανήλικο στην Κροατία για να έχει επικοινωνία ο ανήλικος με τον πατέρα.
δ. Να έβρισκε η Καθ’ ης η αίτηση άτομο που η μητρική του γλώσσα είναι τα κροατικά για να διδάξει την κροατική γλώσσα στον ανήλικο.
ε. Ο πατέρας να έχει λόγο στα θέματα εκπαίδευσης και δραστηριοτήτων του ανηλίκου.
στ. Αν ο ανήλικος ζητήσει να εγκατασταθεί μόνιμα στην Κροατία να δώσει η Καθ’ ης η αίτηση τη συγκατάθεσή της.
ζ. Ο τόπος διαμονής του ανηλίκου να είναι στη Λευκωσία και όχι στον Καλοπαναγιώτη, όπου οι γονείς της Καθ’ ης η αίτηση έχουν εξοχική κατοικία και διαμένουν αρκετούς μήνες του χρόνου.
Η Καθ’ ης η αίτηση επαναλαμβάνει ότι η σχέση της με τον πατέρα ήταν πάντοτε εξ αποστάσεως μέχρι και τη γέννηση του υιού τους, ότι στις 18/12/2023 μετέβηκε στην Κροατία προσωρινά μέχρι να εξεύρει εργασία στην Κύπρο για να εγκατασταθεί με τον υιό της. Αναφέρει ότι ως δασκάλα Αγγλικών είχε μαθητές τους οποίους δίδασκε διαδικτυακά (Τεκμήριο 2) και ήρθε στην Κύπρο αρκετές φορές (Τεκμήριο 4), ήτοι:
α. 13/04/2024 μέχρι 27/04/2024 για να βοηθήσει τους μαθητές της που έδιναν εξετάσεις.
β. 11/07/2024 μέχρι 19/08/2024 για υποβολή αιτήσεων για επαγγελματική απασχόληση.
γ. 05/10/2024 μέχρι 14/10/2024 για interview και βρήκε μαθητές για ιδιαίτερα.
δ. 17/11/2025 μέχρι 05/01/2025 διορίστηκε αντικαταστάτρια σε σχολείο στην Κύπρο (Τεκμήριο 3).
Όταν επέστρεψε στην Κροατία συμφώνησε με τον πατέρα να παραμείνει εκεί με τον ανήλικο μέχρι να εξεύρει εργασία στην Κύπρο και συμφώνησαν τους όρους που θα λειτουργούσαν τα θέματα γονικής μέριμνας του ανηλίκου.
Η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι ο ανήλικος είναι εγγεγραμμένος στο ΓΕΣΥ και παρακολουθείται από τον παιδίατρο Δρ. Χαράλαμπο Χ’’Γεωργίου (Τεκμήριο 6). Καταχώρισε την υπ’ αριθμό 204/2025 αίτηση γονικής μέριμνας ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 7) και στις 29/04/2025 εκδόθηκε διάταγμα για stop list (Τεκμήριο 8). Ο ανήλικος έχει στενή σχέση με την Κύπρο διότι η ίδια ως δικαιούχος της γονικής του μέριμνας διαθέτει ιδιόκτητη κατοικία στην Κύπρο, όπως φαίνεται από την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος (Τεκμήριο 9), είχε και έχει την συνήθη διαμονή του στην Κύπρο, όπως φαίνεται από τη βεβαίωση του Κοινοτάρχη (Τεκμήριο 10), ο ανήλικος έχει κυπριακή ιθαγένεια (Τεκμήριο 5) και ότι συμφώνησε με τον πατέρα όπως η ίδια και ο ανήλικος επιστρέψουν στην Κύπρο και ότι ο πατέρας συμφώνησε με τους πιο πάνω όρους.
Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο ανήλικος είναι μόλις 2 ετών, πολύ δεμένος μαζί της και η απομάκρυνση του από το οικείο περιβάλλον της μητέρας του θα του προκαλέσει τραυματικές συνέπειες. Φοιτά από την 01/09/2025 σε νηπιαγωγείο και έχει προσαρμοστεί πλήρως στο περιβάλλον αυτό (Τεκμήριο 11) και σε περίπτωση επιστροφής του στην Κροατία θα απωλέσει την επαφή με τη μητέρα του και θα αναγκαστεί να προσαρμοστεί σε ένα άγνωστο περιβάλλον. Αναφέρει ότι είναι σε πολύ καλύτερη θέση από τον πατέρα να παράσχει στον ανήλικο τη φροντίδα και την περιποίηση, καθώς και το ήρεμο περιβάλλον που του είναι απαραίτητο για την ομαλή ψυχοσωματική του ανάπτυξη λαμβάνοντας υπόψη και την ηλικία του, ότι ο πατέρας δεν μπορεί να έχει επαρκείς διευθετήσεις για την επίβλεψη και φροντίδα του ανηλίκου, ότι η απομάκρυνση του από την αυτήν θα έχει δυσμενείς επιδράσεις στον ανήλικο εφόσον είναι η πρωταρχική του φροντιστής και ότι η ίδια είναι το κατάλληλο πρόσωπο που θα ενισχύσει τη σωματική, ψυχική και πνευματική του ανάπτυξη αφού έχει τις περισσότερες ικανότητες στους τομείς ανατροφής, επίβλεψης, μόρφωσης και εκπαίδευσης του ανηλίκου.
Συνεχίζοντας η Καθ’ ης η αίτηση επαναλαμβάνει ότι η σχέση της με τον πατέρα ήταν πάντα εξ αποστάσεως και διέμενε στη διεύθυνση του στο Ζάγκρεμπ όταν πήγαινε με τον ανήλικο, ότι ουδέποτε είχαν τη μόνιμη διαμονή τους εκεί διότι πηγαινοέρχονταν με τον ανήλικο στην Κύπρο και ότι ο ανήλικος εγγράφηκε στη διεύθυνση του πατέρα στο Ζάγκρεμπ ώστε να έχει δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Αναφέρει ότι η ίδια δεν έχει μόνιμη διαμονή στην Κροατία, ότι ουδέποτε μετακίνησε παράνομα τον ανήλικο διότι ο πατέρας ήταν ενήμερος ότι θα έρχονταν στην Κύπρο και ότι όσες φορές έρχονταν στην Κύπρο δεν χρειαζόταν η γραπτή του συγκατάθεση αλλά αυτή χρειαζόταν μόνο όταν θα έφευγε από την Κύπρο (Τεκμήριο 12).
Η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ενώ ο πατέρας ήταν ενήμερος πως θα έρχονταν στην Κύπρο, ύπουλα πήγε για να εκδώσει διάταγμα stop list. Ουδέποτε τον απείλησε ότι θα έρθει στην Κύπρο αλλά πηγαινοερχόταν για δουλειές μέχρι την εξεύρεση μόνιμης εργασίας και τον Ιανουάριο του 2025 συμφώνησαν και κατέληξαν στον τρόπο για να διαχειριστούν την επικοινωνία του πατέρα με το παιδί. Βάσει αυτής της συμφωνίας η Καθ’ ης η αίτηση ξεκίνησε να υποβάλλει αιτήσεις για δουλειές και στις 14/03/2025 έλαβε κλήση για συνέντευξη και έκλεισε εισιτήρια για την Κύπρο στις 16/03/2025. Όταν ενημέρωσε τον πατέρα αυτός εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του διότι θεώρησε ότι θα έπρεπε να τον ενημερώσει πριν την κράτηση των εισιτηρίων και ακολούθησε λεκτική αντιπαράθεση που διήρκησε το Σαββατοκύριακο από 15/03/2025 μέχρι 16/03/2025. Ωστόσο, τη Δευτέρα 17/03/2025 αφού η Καθ’ ης η Αίτηση απολογήθηκε για την έλλειψη συνεννόησης, συμφώνησαν να ταξιδέψουν στις 18/03/2025. Η Καθ’ ης η αίτηση μέχρι την 18/03/2025 δεν ήταν ενήμερη για την κατάθεση αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο για την έκδοση προσωρινού περιοριστικού μέτρου ή ανάληψη της κηδεμονίας. Η Καθ’ ης η αίτηση μετέβηκε στις 18/03/2025 στο αεροδρόμιο για να ταξιδέψει με τον ανήλικο εν γνώση του πατέρα, δεν έκλεισε καμία κάμερα ασφαλείας και ούτε θυμάται να έγινε κάποια αναφορά για δυσλειτουργία της όταν κατάφερε να επικοινωνήσει με τον πατέρα ενώ ήταν ακόμα στο αεροδρόμιο του Ζάγκρεμπ. Παραδέχεται ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο πατέρας προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους αλλά δεν ήταν δυνατό να απαντήσει γιατί το κινητό της βρισκόταν σε λειτουργία πτήσης και ότι κατάφερε να στείλει ένα μήνυμα για να τον ενημερώσει ότι είναι καλά έχοντας πρόθεση να του τηλεφωνήσει αργότερα. Έλαβε το μήνυμα με τη δικαστική απόφαση ενώ ακόμα ταξίδευε και ήταν ήδη εκτός συνόρων της Κροατίας και ένα δεύτερο μήνυμα με το οποίο ο πατέρας της έλεγε ότι παραβιάζει τον Ευρωπαϊκό Οικογενειακό Νόμο. Όταν έφτασε στη Λευκωσία μετέφρασε το έγγραφο μέσω Google και συνειδητοποίησε ότι παρά τη συμφωνία τους κινήθηκε νομικά για να της πάρει την κηδεμονία. Αποφάσισε λοιπόν να μην έρθει σε επαφή μαζί του μέχρι να συμβουλευτεί κάποιο δικηγόρο. Απάντησε σε τηλεφωνική κλήση του πατέρα στις 19/03/2025 και αργότερα σε βιντεοκλήση για να έρθει σε επικοινωνία με τον ανήλικο.
Καταλήγοντας στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι μέρος της συμφωνίας τους ήταν όπως ο πατέρας έρθει στην Κύπρο κατά τις διακοπές του Πάσχα τον Απρίλιο και θα υπέγραφε την συγκατάθεσή του ενώπιον πιστοποιών υπαλλήλου για να ταξίδευε η ίδια με τον ανήλικο στην Κροατία και αφού θα είχε κλείσει δουλειά στην Κύπρο για τον Σεπτέμβριο θα περνούσαν εκεί τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Ο πατέρας μέχρι σήμερα δεν απαντά αν και πότε θα έρθει να δει το παιδί και θα έρθει μόνο όταν του πει η δικηγόρος του ότι είναι εντάξει. Επιπλέον από τις 19/03/2025 μέχρι σήμερα έχει καθημερινή επικοινωνία με τον ανήλικο μέσω Skype, WhatsApp και Viber.
Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Αιτητή:
Η κα. Διονυσίου με τη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 14/11/2025 (στο εξής η «ΣΕΔ ΤΔ») απαντά ότι ουδέποτε υπήρξε γραπτή ή προφορική συμφωνία μεταξύ του πατέρα και της Καθ’ ης η αίτηση για μετακίνηση και εγκατάσταση του ανηλίκου στην Κύπρο και ουδέποτε συναίνεσε στην εγγραφή του ανηλίκου σε νηπιαγωγείο στην Κύπρο ή για να εγγραφεί η μόνιμη διαμονή του στην Κύπρο. Αντιθέτως, η Καθ’ ης η αίτηση είχε συναινέσει εξ αρχής ότι η συνήθης διαμονή του ανηλίκου είναι η Κροατία και προς τούτο έγινε σχετική εγγραφή και εκδόθηκε πιστοποιητικό διαμονής (Τεκμήρια 1 και 2 της ΣΕΔ ΤΔ). Με βάση το νομοθετικό πλαίσιο της Κροατίας, η Καθ’ ης η αίτηση δεν θα μπορούσε από μόνη της και με νόμιμο τρόπο να διαγράψει ή να αλλάξει τη διαμονή του ανηλίκου χωρίς την γραπτή συγκατάθεση του πατέρα ή χωρίς απόφαση της αρμόδιας αρχής (Τεκμήριο 3 της ΣΕΔ ΤΔ). Καμία τέτοια συγκατάθεση δεν δόθηκε επομένως η Κροατία παραμένει ο μόνιμος τόπος διαμονής του ανηλίκου.
Αναφέρει ότι ο ανήλικος έχει παιδίατρο στην Κροατία και έκανε όλους τους εμβολιασμούς του στο Ζάγκρεμπ (Τεκμήριο 4 και 5 της ΣΕΔ ΤΔ) και επίσης η βάφτιση του ανηλίκου έγινε στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία του Ζάγκρεμπ στις 22/02/2025 με την παρουσία και τη συναίνεση της Καθ’ ης η αίτηση (Τεκμήριο 6 της ΣΕΔ ΤΔ). Επαναλαμβάνει ότι ο πατέρας ενημέρωσε την Καθ’ ης η αίτηση ότι στις 14/03/2025 κίνησε δικαστική διαδικασία στην Κροατία για τη γονική μέριμνα του ανηλίκου και την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να της απαγορεύεται να μεταφέρει τον ανήλικο εκτός των συνόρων της Κροατίας χωρίς την γραπτή και συμβολαιογραφική συγκατάθεση του πατέρα. Η Καθ’ ης η αίτηση είχε γνώση για τη δικαστική διαδικασία που υπήρχε σε εκκρεμότητα και παρόλα αυτά μετακίνησε τον ανήλικο παράνομα και χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα στις 18/03/2025 ενόσω αυτός βρισκόταν στην εργασία του. Όταν επέστρεψε και διαπίστωσε ότι ούτε ο ανήλικος ούτε η Καθ’ ης η αίτηση βρίσκονταν στο σπίτι, προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της αλλά χωρίς ανταπόκριση. Τότε ο πατέρας απέστειλε στην Καθ’ ης η αίτηση μέσω της εφαρμογής WhatsApp τη δικαστική απόφαση και η Καθ’ ης η αίτηση απάντησε ώρες αργότερα ότι δεν καταλαβαίνει, ότι θα επιστρέψουν σύντομα στην Κροατία και ότι θέλει να σιγουρευτεί ότι η μητέρα της είναι καλά (Τεκμήριο 8 της ΣΕΔ ΤΔ). Ως αναφέρεται, τα μηνύματα που αντάλλαξαν μεταξύ τους αποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε συμφωνία αναχώρησης τους από την Κροατία και ουδέποτε ενημερώθηκε, ερωτήθηκε ή συγκατατέθηκε προς τούτο.
Συνεχίζοντας, η κα. Διονυσίου αναφέρει ότι η Καθ’ ης η αίτηση κατά την αναχώρησή της, πήρε μαζί της μόνο τον προσωπικό φορητό της υπολογιστή και τα ρούχα που φορούσε και άφησε πίσω όλα τα ρούχα, παιχνίδια και προσωπικά αντικείμενα του ανηλίκου καθώς και τον ίδιο της τον σκύλο. Ο σκύλος της Καθ’ ης η αίτηση γεννήθηκε στην Κύπρο το 2017 και ο πατέρας του ανηλίκου ενεγράφη ως συνιδιοκτήτης του ώστε να συνεχίσει η κτηνιατρική του φροντίδα στην Κροατία όπου διέμενε (Τεκμήριο 9 της ΣΕΔ ΤΔ). Η μόνη απευθείας πτήση από το Ζάγκρεμπ στην Πάφο εκτελείται από την Ryanair και στις 18/03/2025 δεν υπήρχε τέτοια πτήση με αποτέλεσμα να παραμένει άγνωστο το πώς η Καθ’ ης η αίτηση με τον ανήλικο έφυγαν από την Κροατία χωρίς τη συγκατάθεση του πατέρα.
Καταλήγοντας, αναφέρει ότι ο πατέρας του ανηλίκου ήταν παρών από τη γέννησή του σε κάθε πτυχή της φροντίδας και της ανάπτυξής του, περνούσε πολύ χρόνο μαζί του καθημερινά εξ ου και ο ανήλικος ήταν συναισθηματικά πολύ δεμένος με τον πατέρα του και αυτό το δέσιμο υπάρχει και σήμερα μέσα από τις βιντεοκλήσεις που γίνονται με την Καθ’ ης η αίτηση, παρά το γεγονός ότι η επικοινωνία του εμποδίζεται συστηματικά από την Καθ’ ης η αίτηση και την οικογένειά της. Οι κλήσεις καθυστερούν, διακόπτονται ή απορρίπτονται χωρίς αιτιολογία, δεν υπάρχει ενημέρωση ή φωτογραφίες από την καθημερινότητά του παρόλο που ο πατέρας το ζητά αλλά η Καθ’ ης η αίτηση τον αντιμετωπίζει με ειρωνεία. Τέλος, επαναλαμβάνει ότι σε όλους του ουσιώδεις χρόνους πριν την παράνομη μετακίνηση και παράνομη κατακράτηση του ανηλίκου στην Κύπρο, ο ανήλικος είχε τη συνήθη διαμονή του στην Κροατία και η μετακίνηση και κατακράτηση του στην Κύπρο χωρίς την προηγούμενη συναίνεση ή μεταγενέστερη συγκατάθεσή είναι παράνομη.
Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Καθ’ ης η αίτηση:
Η Καθ’ ης η αίτηση με τη συμπληρωματική ένορκη της δήλωση ημερομηνίας 21/11/2025 (στο εξής η «ΣΕΔ ΕΚ») αναφέρει ότι το παιδί ουδέποτε απέκτησε «συνήθη διαμονή» στην Κροατία αλλά οι παραμονές τους στην Κροατία ήταν πάντοτε προσωρινές, ασυνεχείς και απολύτως εξαρτημένες από τη δική της φροντίδα ενώ οι επιστροφές τους στην Κύπρο ήταν συχνές και τακτικές. Χαρακτηρίζει αναληθή τον ισχυρισμό του πατέρα ότι δεν συναίνεσε στη μετακίνησή τους διότι υπήρχε πάντοτε σταθερή προφορική συμφωνία ότι η Κύπρος αποτελούσε τη βάση ζωής τόσο τη δική της όσο και του ανηλίκου. Ο πατέρας γνώριζε όλες τις μετακινήσεις τους, δεν προέβαλε ποτέ οποιαδήποτε αντίρρηση και δεν υπάρχει ούτε ένα μήνυμα στο οποίο να ζητά να μην μετακινηθούν ή να εκφράζει διαφωνία.
Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 1 της ΣΕΔ ΤΔ, αναφέρει ότι αυτό φέρει την υπογραφή της διότι ο πατέρας την ενημέρωσε ότι είναι απαραίτητο για σκοπούς πρόσβασης του παιδιού σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη κατά την προσωρινή τους παραμονή. Παρόλο που ζήτησε αντίγραφο του εγγράφου στα αγγλικά, ο πατέρας την ενημέρωσε ότι δεν υπάρχει και αυτή καλή τη πίστει τον εμπιστεύτηκε και το υπέγραψε, φοβούμενη μήπως μείνει το παιδί χωρίς ιατρική κάλυψη. Το έμβασμα για το νηπιαγωγείο ως αναφέρει έγινε κατόπιν συναίνεσης του πατέρα και ότι δεν υπήρξε ποτέ ανάγκη καταχώρισης «μόνιμης διαμονής» του ανηλίκου στην Κύπρο διότι η μόνιμη διαμονή του ήταν ανέκαθεν η Κύπρος. Αναφέρει εν συνεχεία ότι η καταχώριση διεύθυνσης στην Κροατία δεν μπορεί να θεωρηθεί τεκμήριο συνήθους διαμονής ούτε αποδεικνύει πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης και ότι ουδέποτε ενημερώθηκε ότι απαιτείται συγκατάθεση του πατέρα ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο για να ταξιδέψει (Τεκμήριο 1 της ΣΕΔ ΕΚ), ούτε της επιδόθηκε ποτέ έγγραφο που να απαγορεύει το ταξίδι ή να θέτει οποιοδήποτε περιορισμό και ότι ο ίδιος ο πατέρας της ανέφερε ότι δεν χρειάζεται να έχει κάποια γραπτή συγκατάθεση για να περάσει τα σύνορα της Κροατίας. Η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι ο βασικός παιδίατρος του ανηλίκου βρίσκεται στην Κύπρο και τους διαβεβαίωσε αφού μελέτησε το εμβολιαστικό σχήμα της Κροατίας ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ορισμένοι εμβολιασμοί να γίνουν εκεί και ότι οι εμβολιασμοί που έγιναν στην Κροατία οφείλονταν στην προσωρινή παρουσία τους εκεί και όχι σε αποδοχή οποιαδήποτε αλλαγής της συνήθους διαμονής (Τεκμήριο 2 της ΣΕΔ ΕΚ). Τα έξοδα διαβίωσης στην Κροατία καλύπτονταν κυρίως από τον πατέρα ενώ αντίθετα τα έξοδα διαμονής στην Κύπρο καλύπτονταν εξ ολοκλήρου από την ίδια και την οικογένειά της. Ως προς τη βάφτιση του ανηλίκου στην Κροατία αναφέρει ότι αποτελεί τελετουργικό γεγονός και δεν συνιστά ένδειξη συνήθους διαμονής.
Η Καθ’ ης η αίτηση επαναλαμβάνει ότι ουδέποτε απείλησε τον πατέρα, ουδέποτε ενημερώθηκε ότι ο πατέρας είχε κινήσει διαδικασία για τη γονική μέριμνα και ότι είχε εκδοθεί προσωρινό διάταγμα stop list και ουδέποτε της επιδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 18/03/2025 παρά μόνο της κοινοποιήθηκε μετά το ταξίδι. Επαναλαμβάνει επίσης ότι ο ανήλικος δεν μετακινήθηκε παράνομα αλλά η μετακίνηση έγινε με την πλήρη συναίνεση του πατέρα με τον οποίο αφού προηγήθηκε μία λογομαχία μεταξύ 15 και 16 Μαρτίου εξαιτίας του γεγονότος ότι έκλεισε εισιτήριο για να μεταβεί στην Κύπρο χωρίς να τον ενημερώσει, του απολογήθηκε, συμφιλιώθηκαν και ο πατέρας συναίνεσε στις 17/03/2025 να ταξιδέψει με τον ανήλικο στην Κύπρο στις 18/03/2025 αφού του έδειξε και το εισιτήριο που είχε πρόθεση να κλείσει (Τεκμήριο 4 της ΣΕΔ ΕΚ). Η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι από το ίδιο το Τεκμήριο 8 της ΣΕΔ ΤΔ προκύπτει ότι ο πατέρας γνώριζε ότι ταξίδευαν και ότι τον ενημέρωσε χωρίς καθυστέρηση ότι θα ιδωθούν σύντομα. Πρώτο της μέλημα ως αναφέρει ήταν να δει εάν η μητέρα της, η οποία πρόσφατα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση, ήταν καλά επειδή είχε αναστατωθεί από την αντιπαράθεση της με τον πατέρα στις 15 και 16 Μαρτίου. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι δεν πήρε μαζί της προσωπικά αντικείμενα του παιδιού διότι υπήρχαν και στην οικία της στην Ανθούπολη αλλά και στον Καλοπαναγιώτη ενώ είχε ετοιμάσει βαλίτσα την οποία ο πατέρας θα έφερνε κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο τον Απρίλιο και επίσης υπήρχε πρόθεση της να ταξιδέψει το καλοκαίρι στην Κροατία οπότε θα μπορούσε να μεταφέρει οποιαδήποτε αντικείμενα χρειαζόταν.
Σε σχέση με τον σκύλο της αναφέρει ότι ταξίδεψε στην Κροατία στις 18/11/2023 με τον πατέρα ενώ η ίδια και ο ανήλικος παρέμειναν στην Κύπρο. Συγκεκριμένα ζήτησε από τον πατέρα να τον πάρει μαζί του διότι δεν θα μπορούσε, χωρίς καμία βοήθεια, να φροντίσει ταυτόχρονα και νεογέννητο και ζώο. Ο λόγος που ο πατέρας ενεγράφη ως ιδιοκτήτης του σκύλου ήταν για σκοπούς διευκόλυνσης του ταξιδιού ώστε να μην προκύψουν διαδικαστικά προβλήματα. Ο σκύλος ουδέποτε ταξίδεψε μαζί τους για να μην ταλαιπωρηθεί. Όμως βάσει της συμφωνίας του Ιανουαρίου του 2025, ο πατέρας όφειλε να επιστρέψει τον σκύλο μετά τις καλοκαιρινές διακοπές κάτι που δεν τήρησε και συνεπώς το ότι άφησε τον σκύλο πίσω δεν συνιστά ένδειξη αιφνίδιας ή απρογραμμάτιστης αναχώρησης.
Η Καθ’ ης η αίτηση επαναλαμβάνει ότι ήταν και παραμένει ο αρχικός φροντιστής του ανηλίκου, ότι ο πατέρας εργαζόταν πλήρες ωράριο, απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα και δεν ανέλαβε ποτέ την κύρια φροντίδα του παιδιού αλλά την ανέλαβε η ίδια που εργαζόταν με μερική απασχόληση για να μπορέσει να θηλάσει από τη γέννηση μέχρι και τον 7ο μήνα. Αποδίδει τις δυσκολίες στις βιντεοκλήσεις στην επιμονή του πατέρα να πραγματοποιούνται την ώρα του δείπνου που βρίσκονται με τους παππούδες και υπάρχει θόρυβος και συνομιλίες, ο πατέρας δεν ζητά ενημέρωση για την καθημερινότητα του παιδιού και το μόνο μήνυμα που λαμβάνει είναι για την βιντεοκλήση, περιόρισε την αποστολή φωτογραφιών του ανηλίκου στον πατέρα διότι η μητέρα του ανέβασε μια φωτογραφία σε κοινωνά δίκτυα χωρίς τη συγκατάθεσή της και ότι θα μπορούσε να γίνει καλύτερη διαχείριση όσον αφορά το θέμα της επικοινωνίας του πατέρα με τον ανήλικο αν δεχόταν να συζητήσουν το θέμα αυτό καθώς και τα θέματα που προέκυψαν λόγω της τωρινής κατάστασης και του αιτήματος του.
Η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει χαρακτηρίστηκα στην παράγραφο 17 της ΣΕΔ: «(…) η μετακίνησή μου ουδέποτε υπήρξε παράνομη. Η συνήθης διαμονή του παιδιού ήταν και παραμένει στην Κύπρο, όπου γεννήθηκε, όπου έχει την ιθαγένεια, όπου βρίσκεται το οικογενειακό μας περιβάλλον υποστήριξης, όπου παρακολουθείται από τον βασικό παιδίατρό του, όπου εργάζομαι και όπου επιστρέφαμε σταθερά. Δεν υπήρξε ποτέ πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης στην Κροατία. Πήγαμε στην Κροατία προσωρινά μέχρι να βρω μόνιμη εργασία στην Κύπρο. (…)».
Καταλήγοντας επαναλαμβάνει ότι το παιδί εξαρτάται πλήρως από τη δική της φροντίδα και παρουσιάζει έντονα σημάδια προσκόλλησης ως ο πρωταρχικός φροντιστής του. Δεν διατηρεί κανένα δεσμό στην Κροατία, δεν διαθέτει κατοικία, φίλους ή συγγενικά πρόσωπα, δεν μπορεί να εργαστεί διότι δεν γνωρίζει την κροατική γλώσσα και δεν υπάρχει Κυπριακό Προξενείο στη χώρα ώστε να αποταθεί σε περίπτωση ανάγκης. Η μετακίνηση του ανηλίκου στην Κροατία θα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα να της αφαιρεθεί η δυνατότητα να παρέχει τις βασικές και καθημερινές ανάγκες του παιδιού και θα την εξέθετε μαζί με τον ανήλικο σε σοβαρούς κινδύνους.
Νομική πτυχή:
Η αίτηση βασίζεται στη Σύμβαση και τον Κανονισμό των Βρυξελλών ΙΙβ, ΕΕ2019/1111 της 25/06/2019 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας και για τη διεθνή απαγωγή παιδιών (στο εξής ο «Κανονισμός»). Ο Κανονισμός ισχύει άμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπερέχει έναντι του ενικού μας δικαίου.
Η Σύμβαση εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις απαγωγής παιδιών μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ωστόσο συμπληρώνεται με ορισμένες διατάξεις του Κανονισμού, οι οποίες εφαρμόζονται σε τέτοιες υποθέσεις. Κατά συνέπεια, όσον αφορά τη λειτουργία της Σύμβασης στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, οι διατάξεις του κανονισμού υπερισχύουν.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης:
«Οι σκοποί της παρούσας Σύμβασης είναι-
α. να διασφαλίσει την άμεση επιστροφή των παιδιών που παράνομα μετακινήθηκαν ή κατακρατήθηκαν σε οποιοδήποτε από τα Συμβαλλόμενα Κράτη∙ και
β. να εξασφαλίσει ότι τα δικαιώματα φύλαξης και επικοινωνίας βάσει της νομοθεσίας ενός Συμβαλλόμενου Κράτους γίνονται σεβαστά, κατά τρόπο αποτελεσματικό, στα άλλα Συμβαλλόμενα Κράτη».
Το άρθρο 3 της Σύμβασης ορίζει ότι:
«Η μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού θεωρείται παράνομη εφόσον-
α. γίνεται κατά παράβαση των δικαιωμάτων φύλαξης που απονέμονται σε φυσικό πρόσωπο, ίδρυμα ή οποιαδήποτε άλλη οργάνωση, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά, δυνάμει του δικαίου του Κράτους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή κατακράτηση∙ και
β. κατά το χρόνο της μετακίνησης ή κατακράτησης τα δικαιώματα αυτά ασκούνταν, στην πραγματικότητα, είτε από κοινού είτε αποκλειστικά ή θα είχαν ασκηθεί με τον τρόπο αυτό, αν δεν είχε συμβεί η μετακίνηση ή κατακράτηση.
Τα δικαιώματα φύλαξης που αναφέρονται στην υποπαράγραφο α πιο πάνω, δύνανται να απορρέουν ιδίως είτε απευθείας από το νόμο είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο του Κράτους αυτού».
Το άρθρο 4 της Σύμβασης ορίζει ότι:
«Η Σύμβαση εφαρμόζεται για κάθε παιδί το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε Συμβαλλόμενο Κράτος αμέσως πριν από οποιαδήποτε παραβίαση δικαιωμάτων φύλαξης ή επικοινωνίας. Η Σύμβαση παύει να εφαρμόζεται όταν το παιδί φθάσει στην ηλικία των 16 ετών».
To άρθρο 5 της Σύμβασης ορίζει ότι:
«Για τους σκοπούς της Σύμβασης αυτής-
α. «δικαιώματα φύλαξης» περιλαμβάνουν δικαιώματα που αφορούν στην επιμέλεια του προσώπου του παιδιού και, ιδίως, το δικαίωμα ορισμού του τόπου διαμονής του παιδιού∙
β. «δικαιώματα επικοινωνίας»" περιλαμβάνουν το δικαίωμα μεταφοράς παιδιού σε μέρος άλλο από τη συνήθη διαμονή του παιδιού, για ορισμένο χρονικό διάστημα».
To άρθρο 12 της Σύμβασης προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης παιδιού και εφόσον δεν έχει παρέλθει περίοδος ενός έτους από την ημερομηνία της μετακίνησης ή κατακράτησης μέχρι την έναρξη της διαδικασίας, η αρμόδια αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του παιδιού
To άρθρο 13 της Σύμβασης ορίζει ότι η αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον αποδειχθεί ότι:
α. το πρόσωπο που είχε την επιμέλεια του παιδιού είχε συναινέσει ή μεταγενέστερα συγκατατεθεί στη μετακίνηση ή κατακράτηση· ή
β. υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή να το θέσει σε αφόρητη κατάσταση.
To άρθρο 14 της Σύμβασης παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να λάβει άμεση γνώση του δικαίου και των δικαστικών αποφάσεων του Κράτους της συνήθους διαμονής του παιδιού, χωρίς προσφυγή σε ειδικές αποδεικτικές διαδικασίες.
To άρθρο 19 της Σύμβασης προβλέπει ότι απόφαση που εκδίδεται δυνάμει της Σύμβασης και αφορά την επιστροφή του παιδιού δεν εκλαμβάνεται ως απόφαση επί της ουσίας οποιουδήποτε ζητήματος φύλαξης.
Αξιολόγηση της μαρτυρίας - Εξέταση της αίτησης - Ευρήματα - Συμπεράσματα:
Μελέτησα με προσοχή την ενώπιον μου μαρτυρία, όπως παρατίθεται στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα σχετικά τεκμήρια. Προχωρώ στην εξέταση της αίτησης και των προβαλλόμενων λόγων ένστασης, αξιολογώντας το σύνολο της μαρτυρίας και συνεκτιμώντας την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία. Σημειώνεται ότι οι λόγοι ένστασης που δεν υποστηρίχθηκαν ή δεν προωθήθηκαν δεν εξετάζονται περαιτέρω. Τούτου λεχθέντος σημειώνω ότι αν και με την ένσταση είχε προβληθεί η θέση ότι η ομνύουσα στην αίτηση δεν έχει προσωπική γνώση για τα όσα ορκίζεται, εν τούτοις η θέση αυτή δεν φαίνεται τελικά να προωθήθηκε είτε μέσω των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση είτε κατά την τελική επιχειρηματολογία. Σε κάθε περίπτωση η ομνύουσα ήταν και το αρμόδιο πρόσωπο να ορκιστεί προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Π. Χ. v. Υπουργός Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, Έφεση Αρ. 2/2022, 21/7/2022) αλλά και αποκάλυψε την πηγή της γνώσης της για τα όσα γεγονότα η ίδια ανέφερε ότι δεν γνώριζε προσωπικά, πηγή γνώσης η οποία τέθηκε στη διάθεση της αντίδικης πλευράς για αντεξέταση όντας ο ίδιος ο πατέρας του ανηλίκου.
Τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης συνοψίζονται ως ακολούθως:
Οι διάδικοι από τη σχέση τους απέκτησαν ένα παιδί τον A.K.G. ο οποίος γεννήθηκε στις 03/11/2023 στον Στρόβολο της Λευκωσίας (Τεκμήριο 5 της ΕΔ ΤΔ). Ο ανήλικος έχει τόσο την κροατική όσο και την κυπριακή υπηκοότητα (Τεκμήρια 12 και 15 της ΕΔ ΤΔ). Ο ανήλικος στις 18/12/2023 μετέβηκε με την Καθ’ ης η αίτηση στην Κροατία και διέμενε με τους γονείς του στο Ζάγκρεμπ στην οδό Οντακόβα 5. Ο σκύλος της Καθ’ ης η αίτηση που γεννήθηκε το έτος 2017 στην Κύπρο, μεταφέρθηκε από τον πατέρα του ανηλίκου στο Ζάγκρεμπ στις 18/11/2023 και μέχρι σήμερα βρίσκεται εκεί. Ο ανήλικος διέθετε παιδίατρο στο Ζάγκρεμπ και βαφτίστηκε στη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία του Ζάγκρεμπ στις 22/02/2025 με την παρουσία και τη συναίνεση της Καθ’ ης η αίτηση (Τεκμήριο 6 της ΣΕΔ ΤΔ). Η Καθ’ ης η αίτηση αγόρασε αεροπορικά εισιτήρια για να ταξιδέψει στην Κύπρο με τον ανήλικο στις 16/03/2025 χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως τον πατέρα και τελικά εκείνη την ημέρα δεν ταξίδεψαν λόγω διαφωνίας του. Η Καθ’ ης η αίτηση στις 18/03/2025 ταξίδεψε με τον ανήλικο στην Κύπρο.
Η ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση εδράζεται σε δύο κύριους άξονες. Με τον 3ο και 8ο λόγο ένστασης υποστηρίζει ότι δεν τίθεται θέμα παράνομης μετακίνησης του ανηλίκου διότι ο τόπος της συνήθους διαμονής του ήταν η Κύπρος και ουδέποτε η Κροατία. Με τον 4ο λόγο ένστασής της υποστηρίζει ότι δεν τίθεται θέμα παράνομης μετακίνησης του ανηλίκου διότι ο πατέρας γνώριζε και έδωσε τη συγκατάθεσή του για την παραμονή του ανηλίκου στην Κύπρο. Οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται σωρευτικά και όχι επικουρικά, γεγονός που δημιουργεί εσωτερική αντίφαση, αποδυναμώνει τη βασιμότητά τους και πλήττει την αξιοπιστία της Καθ’ ης η αίτηση. Η επίκληση συναίνεσης ή της συγκατάθεσης, ως θα αναλυθεί κατωτέρω, προϋποθέτει ότι ο ανήλικος είχε ως τόπο συνήθους διαμονής του την Κροατία και ότι η μετακίνηση έγινε κατόπιν συναίνεσης ή συγκατάθεσης του πατέρα. Σημειώνεται ότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση αναπτύσσεται εκτενώς στη μαρτυρία της Καθ’ ης η αίτηση.
Παρά την αντίφαση που διαπιστώνεται μεταξύ των λόγων ένστασης και των λεχθέντων στις ένορκες δηλώσεις της Καθ’ ης η αίτηση, το πρώτο ζήτημα που πρέπει να διαπιστωθεί είναι ο τόπος συνήθους διαμονής του ανηλίκου πριν από την κατ’ ισχυρισμό του πατέρα παράνομη μετακίνηση. Ο πατέρας υποστηρίζει ότι ο τόπος συνήθους διαμονής του ανηλίκου ήταν η Κροατία. Εξάλλου στην υπόθεση In the matter of C (Children) [2018] UKSC 8, το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου επεσήμανε ότι η Σύμβαση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής αν κατά το χρόνο της ισχυριζόμενης παράνομης πράξης, που αφορά τη μετακίνηση ή κράτηση, το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του στο κράτος από το οποίο ζητείται η επιστροφή (ΔΕΕ Υπόθεση C-376/14 PPU).
Υπενθυμίζεται ότι ο ανήλικος κατά το χρόνο της μετακίνησής του από την Κροατία στην Κύπρο ήταν ηλικίας 16 μηνών, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη λεπτομερή εξέταση των δεδομένων για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του. Η συνήθης διαμονή του παιδιού καθορίζεται σύμφωνα με το κριτήριο της εγγύτητας (principle of proximity), δηλαδή με ποια χώρα έχει το παιδί τη στενότερη ουσιαστική και πραγματική σύνδεση τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Το κριτήριο εγγύτητας δεν βασίζεται σε τυπικά ή νομικά στοιχεία αλλά σε πραγματικά δεδομένα της καθημερινής ζωής του παιδιού.
Όπως έκρινε το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση A v A (Children: Habitual Residence) [2013] UKSC 60, η συνήθης διαμονή αποτελεί ζήτημα πραγματικών περιστάσεων και ταυτίζεται με τον τόπο όπου το παιδί έχει ενταχθεί στο οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον. Στην περίπτωση βρεφών ή νηπίων, το ΔΕΕ στην υπόθεση Mercredi v Chaffe (C-497/10 PPU) τόνισε ότι η αξιολόγηση του κριτηρίου της εγγύτητας πρέπει να γίνεται κυρίως μέσω του περιβάλλοντος του βασικού φροντιστή, καθώς εκεί οργανώνεται η καθημερινή ζωή του παιδιού.
Σύμφωνα με το σύγγραμμα του κ. Σωτήρη Αθ. Λιασίδη, «ΔΙΕΘΝΗΣ (ΑΣΤΙΚΗ) ΑΠΑΓΩΓΗ ΠΑΙΔΙΩΝ (Με βάση τη Σύμβαση της Χάγης 1980 και ΕΚ 2201/2003)» 2019, σελ. 58, η συνήθης διαμονή του τέκνου αμέσως πριν από τη μετακίνησή του αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τον χαρακτηρισμό της μετακίνησης ως παράνομης ή όχι, καθώς από τον προσδιορισμό της εξαρτάται ποιος ασκεί δικαιώματα επιμέλειας και ποια δικαστήρια είναι αρμόδια για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης.
Παρότι η Σύμβαση και ο Κανονισμός δεν ορίζουν τον όρο «συνήθης διαμονή», η έννοια του προσδιορίζεται για τους σκοπούς αυτών μέσω της εκτίμησης των πραγματικών δεδομένων κάθε υπόθεσης και σύμφωνα με τους στόχους τους. Εκτενής ανάλυση της έννοιας έγινε στην απόφαση Φασαρίας Χάρης ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (2008) 1 ΑΑΔ 1024, όπου κρίθηκε ότι η συνήθης διαμονή δεν απαιτεί παρατεταμένη χρονική εγκατάσταση, αλλά καθορίζεται από την ύπαρξη κοινής πρόθεσης των μερών να ζήσουν σε ένα κράτος με ικανοποιητικό βαθμό συνέχειας. Η διαμονή δεν χρειάζεται να είναι αδιάλειπτη· έτσι, προσωρινή απουσία του παιδιού δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την εξακολούθηση της συνήθους διαμονής. Ακόμη και ένας μήνας μπορεί να επαρκεί, εφόσον αναδεικνύεται η βούληση για σταθερή εγκατάσταση. Η πρόθεση αυτή μπορεί να έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, αρκεί να αποδεικνύεται ότι η παραμονή στο κράτος εκείνο έχει πραγματικό πυρήνα σταθερότητας και συνέχειας. Στον καθορισμό της συνήθους διαμονής λαμβάνονται υπόψη παράμετροι όπως η επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, η υγεία, οι κοινωνικοί δεσμοί και η σύνδεση με τον τόπο διαμονής.
Στην υπόθεση Mercredi C-497/10 PPU που αφορούσε ένα κορίτσι βρέφος ηλικίας μόλις 2 μηνών όταν η μητέρα του το μετέφερε από την Αγγλία στη Γαλλία, το ΔΕΕ εξήγησε ότι η ηλικία του παιδιού έχει ιδιαίτερη σημασία. Κατά γενικό κανόνα, το περιβάλλον ενός παιδιού μικρής ηλικίας είναι κυρίως κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον που καθορίζεται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα με τα οποία ζει το παιδί, τα οποία επιμελούνται αυτού και το φροντίζουν. Επίσης στην υπόθεση HR C‑512/17 όπου το ΔΕΕ έπρεπε να καθορίσει τη συνήθη διαμονή ενός παιδιού ηλικίας 18 μηνών, το οποίο γεννήθηκε και ζούσε με τους δύο γονείς του στο Βέλγιο, έκρινε ότι η συνήθης διαμονή του παιδιού πρέπει να προσδιορίζεται βάση όλων των ιδιαίτερων πραγματικών περιστάσεων κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Εκτός της φυσικής παρουσίας του παιδιού εντός κράτους μέλους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλοι παράγοντες από τους οποίους μπορεί να συναχθεί ότι η παρουσία αυτή ουδόλως έχει προσωρινό ή ευκαιριακό χαρακτήρα και ότι εκφράζει την σε κάποιο βαθμό ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού περιλάμβανε και τους δύο γονείς και το παιδί ζούσε σαφώς στο Βέλγιο. Υπό αυτές τις συνθήκες το ΔΕΕ κατάρτισε κατάλογο με καθοριστικές και μη καθοριστικές περιστάσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής ενός παιδιού αυτής της νεαρής ηλικίας. Στο πλαίσιο αυτό, καθοριστικές περιστάσεις (decisive factors) αποτελούν ο τόπος στον οποίο το παιδί διαμένει και περνά τον περισσότερο χρόνο του, η άσκηση της καθημερινής φροντίδας από έναν ή και τους δύο γονείς, ο βαθμός ένταξής του σε συγκεκριμένο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον, η εγγραφή και παρακολούθηση από παιδίατρο ή εκπαιδευτικό πλαίσιο, η παρακολούθηση της υγείας του, καθώς και η συμμετοχή του σε γεγονότα που καταδεικνύουν τη δημιουργία κοινωνικών δεσμών. Αντίθετα, μη καθοριστικές περιστάσεις (non-decisive factors) είναι ο τόπος γέννησης ή η υπηκοότητα του παιδιού, προσωρινές ή περιστασιακές επισκέψεις, απλές διοικητικές εγγραφές για σκοπούς ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, οι υποκειμενικοί ισχυρισμοί ή προθέσεις των γονέων και η τυχόν συναίνεση για προσωρινή μετακίνηση.
Όπως έχει τονιστεί στη νομολογία, η χώρα στην οποία γεννήθηκαν τα παιδιά μπορεί να ληφθεί υπόψη στον προσδιορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής τους, πλην όμως δεν αρκεί από μόνη της για να θεμελιώσει την έννοια αυτή (βλ. Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (2002) 1 ΑΑΔ 1228, Φασαρίας Χάρης ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (2008) 1 ΑΑΔ 1024). Στην υπόθεση Re L-S (A Child) [2017] EWCA Civ. 2177, η μητέρα μετέβη στην Αγγλία για να γεννήσει ενώ ήταν 28 εβδομάδων έγκυος και επέστρεψε στις ΗΠΑ όταν το παιδί ήταν 4 μηνών. Το Εφετείο έκρινε ότι η μητέρα διατήρησε τη συνήθη διαμονή της στις ΗΠΑ, καθώς η γέννηση του παιδιού στην Αγγλία και η τετράμηνη παραμονή της εκεί δεν δημιουργούσαν νέα συνήθη διαμονή. Επιπλέον, η νομολογία έχει απορρίψει τη θέση ότι η συνήθης διαμονή ενός βρέφους ακολουθεί πάντα τη μητέρα, ακόμη και σε πολύ μικρή ηλικία (Maredith v. Maredith, 759 F. Supp. 1432 (D. Aviz 1991), Kijowska v. Haines, 463 F. 3d 583, 587-88 (7th Civ. 2006).
Οι θέσεις των διαδίκων ως προς τον συνήθη τόπο διαμονής του ανηλίκου διαφαίνονται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις τους και συνοψίστηκαν ανωτέρω. Παρά την εκδοχή της Καθ’ ης η αίτηση ότι η μεταφορά του ανηλίκου στην Κροατία συνιστούσε προσωρινή εγκατάσταση, αφενός μεν για να γνωρίσει το παιδί τον πατέρα του, αφετέρου δε μέχρι να βρει μόνιμη εργασία στην Κύπρο, τα πραγματικά περιστατικά καταδεικνύουν διαφορετικά.
Ο ανήλικος μόλις 45 ημερών ταξίδεψε στην Κροατία στις 18/12/2023 μαζί με τη μητέρα του και έκτοτε διέμενε με τους γονείς του στο Ζάγκρεμπ. Ο πατέρας εργαζόταν και συντηρούσε την οικογένεια ενώ η Καθ’ ης η αίτηση βρισκόταν στο σπίτι με τον ανήλικο και εργαζόταν μερικώς από εκεί διδάσκοντας μαθητές διαδικτυακά. Ο ανήλικος δηλώθηκε αμέσως στη διεύθυνση κατοικίας του πατέρα του, είχε παιδίατρο στο Ζάγκρεμπ όπου πραγματοποιήθηκαν όλοι οι προβλεπόμενοι εμβολιασμοί του και μεγάλωνε με τη συνεχή παρουσία αμφότερων των γονέων του, οι οποίοι συγκατοικούσαν. Περαιτέρω, η βάφτιση του ανηλίκου έγινε στο Ζάγκρεμπ στις 22/02/2025, με την παρουσία και τη συναίνεση και των δύο γονέων του. Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι το παιδί είχε ενταχθεί, κατά τρόπο συμβατό με την ηλικία του, στην καθημερινή και οικογενειακή ζωή στην Κροατία, αναπτύσσοντας σταθερούς δεσμούς τόσο με τον τόπο όσο και με τον πατέρα του, κάτι που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου.
Ο ισχυρισμός ότι η δήλωση κατοικίας και η ιατρική παρακολούθηση του ανηλίκου στην Κροατία έγιναν αποκλειστικά για σκοπούς δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης δεν αναιρεί το γεγονός ότι η καθημερινή ζωή του παιδιού οργανωνόταν και εξελισσόταν στο Ζάγκρεμπ. Ομοίως, η ύπαρξη παιδιάτρου και στην Κύπρο δεν είναι στοιχείο ικανό να μεταβάλει τον τόπο της συνήθους διαμονής του. Περαιτέρω, οι βεβαιώσεις παιδιάτρου και κοινοτάρχη που προσκομίστηκαν εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση είναι μεταγενέστερες της μετακίνησης του ανηλίκου στην Κύπρο και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής του κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Κροατία, δεν υπήρχαν συζυγικές σχέσεις, δεν κρίνεται ούτε πρόσφορος ούτε ικανός να αναιρέσει τη δημιουργία συνήθους διαμονής του ανηλίκου στη συγκεκριμένη χώρα. Τούτο διότι η ποιότητα της προσωπικής ή συζυγικής σχέσης των γονέων δεν συνιστά αυτοτελές κριτήριο για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής, η οποία κρίνεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων που αφορούν την πραγματική ζωή του παιδιού. Η έλλειψη συζυγικής συνάφειας δεν αναιρεί αφ’ εαυτής την ύπαρξη κοινής οικογενειακής ζωής ούτε αποδεικνύει ότι η διαμονή του παιδιού ήταν προσωρινή ή στερούμενη σταθερότητας, ιδίως όταν αυτό διέμενε συνεχώς επί σημαντικό χρονικό διάστημα στον ίδιο τόπο και υπό συνθήκες καθημερινής φροντίδας και οργάνωσης της ζωής του.
Τα ταξίδια του ανηλίκου στην Κύπρο, όπως προκύπτει από τη χρονική τους διάρκεια, τη συχνότητά τους και τις ημερομηνίες πραγματοποίησής τους, είχαν περιορισμένο και παροδικό χαρακτήρα και δεν διέκοπταν την καθημερινή ζωή του παιδιού στο Ζάγκρεμπ ούτε μετέβαλλαν τον τόπο της συνήθους διαμονής του. Η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι οι μετακινήσεις τεκμηριώνουν την Κύπρο ως τόπο συνήθους διαμονής του ανηλίκου δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, ακόμη και αν η Καθ’ ης η αίτηση δεν επιθυμούσε να παραμείνει μόνιμα στην Κροατία ή αναζητούσε εργασία στην Κύπρο, τα στοιχεία αυτά δεν είναι καθοριστικά διότι η συνήθης διαμονή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις προθέσεις των γονέων, αλλά από την πραγματική ζωή του παιδιού και την ένταξή του στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Στην προκειμένη περίπτωση, η διάρκεια της παραμονής, η συνεχής συγκατοίκηση με τον πατέρα, η καθημερινή φροντίδα, η ιατρική παρακολούθηση και η συνολική οργάνωση της ζωής του ανηλίκου στην Κροατία συγκροτούν ένα σταθερό πλαίσιο ζωής, το οποίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως παροδικό ή μεταβατικό. Εξάλλου, η απόφαση της Καθ’ ης η αίτηση να εγκατασταθεί στην Κροατία με νεογέννητο μόλις λίγων εβδομάδων, καθώς και η μεταφορά του κατοικίδιου της εκεί, συνιστούν αντικειμενικά στοιχεία που δεν προσιδιάζουν σε πρόσκαιρη ή δοκιμαστική παραμονή, αλλά ενισχύουν το συμπέρασμα περί εγκατάστασης με χαρακτήρα σταθερότητας και συνέχειας.
Ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση ότι η συνήθης διαμονή του ανηλίκου ήταν και παραμένει στην Κύπρο λόγω της γέννησής του, της ιθαγένειας του, της ύπαρξης οικογενειακού περιβάλλοντος υποστήριξης, της επαγγελματικής της δραστηριότητας στη χώρα και της τακτικής επιστροφής τους, επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Τα στοιχεία αυτά, αν και συνεκτιμώνται, δεν είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό της συνήθους διαμονής, η οποία εδράζεται πρωτίστως στην πραγματική και καθημερινή ζωή του παιδιού. Ούτε το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν υπήρξε πρόθεση μόνιμης εγκατάστασης στην Κροατία αναιρεί το γεγονός ότι ο ανήλικος απέκτησε εκεί το κέντρο της ζωής του και εντάχθηκε στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Το σύνολο των πραγματικών περιστατικών καταδεικνύει ότι ο ανήλικος έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στην Κροατία, ανέπτυξε σταθερούς και ουσιαστικούς δεσμούς με τον πατέρα του και με το περιβάλλον στην Κροατία ενώ η Κύπρος αποτέλεσε απλώς τόπο επισκέψεων.
Πέραν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, στο ίδιο συμπέρασμα συνηγορούν και ορισμένες χαρακτηριστικές δηλώσεις της ίδιας της Καθ’ ης η αίτηση. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της επικεντρώνεται στο ζήτημα της συναίνεσης του πατέρα ως προς τη μετακίνηση του ανηλίκου στην Κύπρο, στοιχείο που αφορά τη νομιμότητα της μετακίνησης και όχι τον προσδιορισμό του τόπου της συνήθους διαμονής.
Ειδικότερα, στην παράγραφο 8 της ΕΔ αναφέρει ότι «Πολύ σύντομα αντιληφθήκαμε ότι η συγκατοίκηση ήταν αδύνατη και το καλοκαίρι του 2024 (…) ξεκίνησα προσπάθειες για συζήτηση για το πως θα διαχειριζόμασταν την κατάσταση» ενώ στη παράγραφο 9 της ίδιας ΕΔ σημειώνει ότι «(…) επέστρεφα πίσω στην Κροατία». Περαιτέρω, στην παράγραφο 10 της ΕΔ αναφέρει ότι «Αρχές Ιανουαρίου του 2025, καταφέραμε να καταλήξουμε σε μια συμφωνία με όρους και προϋποθέσεις που είχε θέσει ο Αιτητής και ότι εγώ και το μωρό θα μπορούσαμε επιτέλους να επιστρέψουμε πίσω στην Κύπρο μόνιμα» διατύπωση η οποία, αυτή καθαυτή, προϋποθέτει ότι έως τότε η συνήθης διαμονή του ανηλίκου δεν βρισκόταν στην Κύπρο. Στην παράγραφο 13 της ΕΔ αναφέρει, επίσης, ότι συμφωνήθηκε να παραμείνει στην Κροατία με τον ανήλικο μέχρι την εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο.
Αντίστοιχα, στην παράγραφο 9 της ΣΕΔ αναφέρει ότι η μετακίνηση του ανηλίκου στην Κύπρο έλαβε χώρα με τη συναίνεση του πατέρα, στοιχείο που, και πάλι, αφορά το ζήτημα της συναίνεσης και όχι τον τόπο της συνήθους διαμονής. Προκύπτει από το σύνολο των δηλώσεων αυτών ότι η Καθ’ ης αίτηση δεν προσφέρει συνεκτική και σταθερή εικόνα ως προς τον τόπο της συνήθους διαμονής του ανηλίκου, γεγονός που αποδυναμώνει τους σχετικούς ισχυρισμούς της. Αντιθέτως, οι ίδιες της οι αναφορές επιβεβαιώνουν ότι η Κροατία αποτελούσε το κέντρο της καθημερινής ζωής του παιδιού, ενώ η Κύπρος εμφανίζεται ως τόπος μελλοντικής ή επιθυμητής επιστροφής.
Ως εκ τούτου, από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και λαμβάνοντας υπόψη το νόμο και τη σχετική νομολογία, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι τον χρόνο αμέσως πριν τη μετακίνηση του ανηλίκου, η Κροατία αποτελούσε τον τόπο της συνήθους διαμονής του και ότι αυτός διέμενε συγκεκριμένα επί της οδού Οντάκοβα 5 στο Ζάγκρεμπ.
Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο, σύμφωνα με το δίκαιο της Κροατίας, ο πατέρας έχει «δικαιώματα φύλαξης» τα οποία παραβιάστηκαν. Η Σύμβαση και ο Κανονισμός δεν καθορίζουν ποιος έχει τα δικαιώματα αυτά αλλά παραπέμπουν το ζήτημα αυτό στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση (βλ. ΔΕΕ Υπόθεση C-400/10 PPU). Η εξέταση του ζητήματος αυτού είναι καίριας σημασίας για την ύπαρξη ή όχι παράνομης μετακίνησης ή παράνομης κατακράτησης.
Με βάση το δίκαιο της Κροατίας αναφορικά με τη γονική μέριμνα, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική νομολογία που παρατέθηκε μέσω των Τεκμηρίων 3 της ΕΔ και ΣΕΔ ΤΔ και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, οι γονείς ασκούν από κοινού και εξίσου τη γονική μέριμνα. Σχετικές είναι οι ακόλουθες διατάξεις της κροατικής νομοθεσίας:
«Άρθρο 11
(1) Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου για τα αποτελέσματα της εξωσυζυγικής ένωσης εφαρμόζονται σε συμβίωση ζωής μεταξύ άγαμης γυναίκας και άγαμου άνδρα που διαρκεί τουλάχιστον τρία χρόνια ή λιγότερο εάν έχει γεννηθεί σ’ αυτή κοινό παιδί ή εάν συνεχιστεί με σύναψη γάμου».
«Άρθρο 96
(1) Τόπος διαμονής του παιδιού είναι η μόνιμη κατοικία ή ο τόπος διαμονής των γονέων του.
(2) Οι γονείς υποχρεούνται να καθορίζουν τον τόπο διαμονής του παιδιού με κοινή συμφωνία και αν οι γονείς δεν συγκατοικούν, το παιδί μπορεί να έχει τόπο διαμονής μόνο με ένα γονέα».
«Άρθρο 104
(1) Οι γονείς έχουν το δικαίωμα και το καθήκον να ασκούν τη γονική μέριμνα εξίσου, από κοινού και κατόπιν συμφωνίας».
Ο πατέρας κατέθεσε αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο της Κροατίας για έκδοση προσωρινού περιορισμού και στις 18/03/2025 πέτυχε την έκδοση απόφασης με την οποία απαγορευόταν στην Καθ’ ης η αίτηση η απομάκρυνση του ανηλίκου από τη Δημοκρατία της Κροατίας. Προκύπτει από το Τεκμήριο 8 της ΕΔ ΤΔ ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου δεν είχε, κατά τον κρίσιμο χρόνο ρυθμιστεί με οποιοδήποτε διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου. Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τα ανωτέρω άρθρα της κροατικής νομοθεσίας, η γονική μέριμνα ασκείτο από κοινού και εξίσου από αμφότερους τους γονείς.
Επιπλέον, η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε στις 08/04/2025 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την υπ’ αριθμό 204/2025 αίτηση γονικής μέριμνας με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνα, γεγονός που επίσης επιβεβαιώνει ότι η γονική μέριμνα ασκείτο από κοινού.
Η Καθ’ ης η αίτηση δεν αμφισβήτησε ότι οι γονείς ασκούσαν από κοινού πλήρη γονικά δικαιώματα σε σχέση με τον ανήλικο.
Προκύπτει, συνεπώς, από τα ενώπιον μου τεθέντα στοιχεία και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η γονική μέριμνα του ανηλίκου δεν είχε ρυθμιστεί δικαστικώς, ανήκε από κοινού και στους δύο γονείς του και ότι ο πατέρας ασκούσε πράγματι τα δικαιώματα φύλαξης του ανηλίκου, κατά την έννοια του άρθρου 5 της Σύμβασης.
Όταν η μονομερής μετακίνηση ή κατακράτηση παιδιού σε άλλο κράτος μέλος από έναν μόνο γονέα δεν επιτρέπεται από το νόμο, από δικαστική απόφαση ή από ισχύουσα συμφωνία, θεωρείται ότι συνιστά παραβίαση του δικαιώματος επιμέλειας (βλ. D v. D (Custody: Jurisdiction [1996] 1 F.L.R. 574, ΔΕΕ Υπόθεση C-262/21 PPU). Η κροατική νομοθεσία ως καταδείχθηκε από τα προσκομισθέντα τεκμήρια ανωτέρω, δεν επιτρέπει τη μονομερή αλλαγή του τόπου διαμονής του παιδιού χωρίς συγκατάθεση του άλλου γονέα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Φασαρίας Χάρης ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως (2008) 1 ΑΑΔ 1024 «(…) η Σύμβαση έχει ως υπόβαθρο την ιδέα ότι το καλύτερο συμφέρον των παιδιών απαιτεί όπως αυτά δεν μετακινούνται ή κατακρατούνται μονομερώς από τον ένα γονέα». Η συνήθης διαμονή των παιδιών μπορεί να αλλάξει μόνο εάν οι γονείς έχουν κοινό κατασταλαγμένο σκοπό (settled purpose) για την αλλαγή. Στην υπόθεση Dehaan v. Gracia (2004) AJ N: 94 (QL), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες χρονικό σημείο για τη διαπίστωση της πρόθεσης των μερών να αποκτήσουν νέα συνήθη διαμονή είναι ο αμέσως προηγούμενος χρόνος πριν από τη μετάβαση τους από τη μια χώρα στην άλλη.
Προχωρώ, συνεπώς, στην εξέταση του 4ου λόγου ένστασης της Καθ’ ης η αίτηση, με τον οποίο επικαλείται ουσιαστικά την υπεράσπιση του άρθρου 13(α) της Σύμβασης. Ο λόγος ένστασης, όπως διατυπώνεται, δεν διακρίνει σαφώς αν προβάλλεται ισχυρισμός περί προγενέστερης συναίνεσης (consent) του πατέρα στη μετακίνηση του ανηλίκου ή περί εκ των υστέρων συγκατάθεσης (acquiescence) στην παραμονή του ανηλίκου στην Κύπρο. Για το λόγο αυτό, η ένσταση εξετάζεται κατ’ αρχήν υπό το πρίσμα και των δύο εκδοχών, στο μέτρο όμως που αυτές προκύπτουν από τους ισχυρισμούς και τα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος απόδειξης φέρει η Καθ’ ης η αίτηση.
Στην υπόθεση Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (2002) 1 ΑΑΔ 1228 αναφέρθηκε ότι «Από τη λεκτική διατύπωση του άρθρου 13(α), προκύπτει πως όταν η αποδοχή για τη μετακίνηση ανηλίκου γίνει προτού πραγματοποιηθεί η μετακίνηση, η αποδοχή αυτή ονομάζεται συναίνεση (consent). Όταν όμως η αποδοχή δοθεί μετά την πραγματοποίηση της μετακίνησης αυτή, ονομάζεται συγκατάθεση (acquiescense)».
Επομένως, προτού εξεταστεί η ουσία της ένστασης, πρέπει να διακριθεί σαφώς ποιο είδος υπεράσπισης προβάλλεται και να αξιολογηθούν τα τεκμηριωμένα στοιχεία που αφορούν είτε προγενέστερη συναίνεση, είτε εκ των υστέρων συγκατάθεση.
Στην υπόθεση Re P‑J (Children) (Abduction: Consent) [2009] EWCA Civ 588; [2010] 1 WLR 1237 συνοψίστηκαν τα βασικά στοιχεία της έννοιας της συναίνεσης, ήτοι ότι αυτή πρέπει να είναι σαφής, συγκεκριμένη, ισχύουσα κατά τον χρόνο της μετακίνησης και ότι το βάρος απόδειξης φέρει εκείνος που την επικαλείται.
Η Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει ότι στις αρχές Ιανουαρίου 2025 επήλθε μεταξύ της ίδιας και του πατέρα συμφωνία, βάσει της οποίας εκείνη και ο ανήλικος θα μετεγκαθίσταντο μόνιμα στην Κύπρο, υπό συγκεκριμένους όρους που αφορούσαν την επικοινωνία του πατέρα με το παιδί και τη διατήρηση των δεσμών του με την Κροατία. Ο ισχυρισμός αυτός, ωστόσο, δεν επιβεβαιώνεται από τα συνολικά αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης και παρουσιάζει ουσιώδεις ασυνέπειες και αντιφάσεις.
Κατ’ αρχάς, η επικαλούμενη συμφωνία δεν αποτυπώθηκε ποτέ γραπτώς, ούτε τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο που να καταδεικνύει σαφή, συγκεκριμένη και ανεπιφύλακτη συναίνεση του πατέρα για μόνιμη μετακίνηση και αλλαγή της συνήθους διαμονής του ανηλίκου. Αντιθέτως, ακόμη και σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση, οι μεταξύ τους συζητήσεις αφορούσαν μελλοντικές ρυθμίσεις επικοινωνίας και όχι άμεση και οριστική μετεγκατάσταση. Μάλιστα η κατ’ ισχυρισμό συμφωνία περί μελλοντικής εγκατάστασης στην Κύπρο τελούσε υπό την προϋπόθεση εξεύρεσης εργασίας στην Κύπρο αφού χαρακτηριστικά αναφέρει στην παράγραφο 13 της ΕΔ «(…) συμφωνήσαμε (…) να παραμείνω στην Κροατία με τον ανήλικο μέχρι την εξεύρεση εργασίας στην Κύπρο (…)». Μέχρι τότε δηλαδή, η Καθ’ ης η αίτηση αποδέχεται ότι η διαμονή της και του ανηλίκου θα συνεχιζόταν στην Κροατία.
Εν προκειμένω, ουδεμία απόδειξη προσκομίστηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο είχε εξευρεθεί εργασία ή είχε οριστικοποιηθεί επαγγελματική εγκατάσταση της Καθ’ ης η αίτηση στην Κύπρο. Αντιθέτως, προκύπτει από τη μαρτυρία της ότι, κατά τον χρόνο της αναχώρησης στις 18/03/2025, το ζήτημα της εργασίας τελούσε ακόμη σε στάδιο διερεύνησης. Υπό τα δεδομένα αυτά, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι υπήρξε συζήτηση περί μελλοντικής εγκατάστασης, αυτή δεν συνιστούσε σαφή και άνευ όρων συναίνεση του πατέρα για άμεση και μόνιμη μετακίνηση του ανηλίκου.
Περαιτέρω, ως προς τον ισχυρισμό περί εγγραφής του ανηλίκου σε νηπιαγωγείο παρατηρείται χρονική και πραγματική ασυνέπεια. Ενώ η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρεται σε εγγραφή για το σχολικό έτος 2026 – 2027 (Τεκμήριο 1 ΕΔ ΕΚ), προκύπτει εν τέλει ότι ο ανήλικος εγγράφηκε για το σχολικό έτος 2025 - 2026 και μάλιστα σε διαφορετικό νηπιαγωγείο (Τεκμήριο 11 ΕΔ ΕΚ), χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση για τη μεταβολή αυτή. Η επίσπευση της εγγραφής και η αλλαγή εκπαιδευτικής μονάδας καταδεικνύει μονομερείς ενέργειες προσπάθειας οργάνωσης της ζωής του ανηλίκου στην Κύπρο, χωρίς να προκύπτει ότι είχαν προηγουμένως συμφωνηθεί από αμφότερους τους γονείς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η χρονική αλληλουχία των γεγονότων του Μαρτίου 2025. Είναι παραδεκτό ότι στις 15 και 16 Μαρτίου 2025 υπήρξε έντονη αντιπαράθεση, λόγω της κράτησης αεροπορικών εισιτηρίων από την Καθ’ ης η αίτηση χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του πατέρα. Η ακύρωση της προγραμματισμένης πτήσης στις 16/03/2025 κατόπιν ρητής αντίδρασης του πατέρα καταδεικνύει σαφή έλλειψη συναίνεσης. Ο ισχυρισμός περί μεταγενέστερης συναίνεσης στις 17/03/2025 δεν συμβιβάζεται με τη συνολική συμπεριφορά του πατέρα, ο οποίος ήδη από τις 14/03/2025 είχε κινήσει δικαστική διαδικασία στην Κροατία για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας και την απαγόρευση εξόδου του ανηλίκου. Παρά τον ισχυρισμό της Καθ’ ης η αίτηση ότι δεν είχε ενημερωθεί για τη διαδικασία αυτή, από την ένταση της αντιπαράθεσης, την ακύρωση της πτήσης και τη μετέπειτα συμπεριφορά της προκύπτει ως περισσότερο πιθανό ότι είχε γνώση, ή τουλάχιστον πλήρη επίγνωση, της σαφούς αντίθεσης του πατέρα στη μετακίνηση του ανηλίκου. Εξάλλου, η εκδοχή περί μεταστροφής της βούλησης του πατέρα επειδή απολογήθηκε για την κακή συνεννόηση δεν κρίνεται πειστική.
Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε τελικώς η αναχώρηση της Καθ’ ης η αίτηση στις 18/03/2025 κάθε άλλο παρά ενισχύει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης συναίνεσης του πατέρα. Η Καθ’ ης η αίτηση δεν ταξίδεψε απευθείας στην Κύπρο, όπως συνέβαινε σε όλες τις προηγούμενες μετακινήσεις της με τον ανήλικο, γεγονός που προκύπτει από τα αεροπορικά εισιτήρια που η ίδια προσκόμισε (Τεκμήριο 4 ΕΔ ΕΚ), αλλά ακολούθησε τη διαδρομή Ζάγκρεμπ (Κροατία) – Μόναχο (Γερμανία) – Βουκουρέστι (Ρουμανία) – Λάρνακα (Κύπρος), όπως αποδεικνύεται από το Τεκμήριο 4 της ΣΕΔ ΕΚ. Η επιλογή της συγκεκριμένης, πολυσύνθετης διαδρομής, με ένα βρέφος ηλικίας μόλις 16 μηνών, δεν συνάδει με ισχυρισμό διαφανούς και προσυμφωνημένης μετακίνησης στο πλαίσιο συνεννόησης μεταξύ των γονέων, αλλά, αντιθέτως, ενισχύει την εκτίμηση ότι η αναχώρηση πραγματοποιήθηκε μονομερώς και χωρίς την ενεργή συναίνεση του πατέρα. Συνιστά δε δικαστική γνώση ότι η Κροατία, η Γερμανία και η Ρουμανία αποτελούν κράτη μέλη της ζώνης Σένγκεν[1], μεταξύ των οποίων οι μετακινήσεις πραγματοποιούνται χωρίς συστηματικούς συνοριακούς ελέγχους. Υπό τα δεδομένα αυτά, η επιλογή της εν λόγω διαδρομής δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία ή υπαγορευόμενη από λόγους ευκολίας, αλλά συνιστά ένδειξη συνειδητής επιλογής τρόπου μετακίνησης απουσία ενεργούς συναίνεσης του πατέρα, κάτι που αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου.
Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι λόγοι της αναχώρησης της Καθ’ ης η αίτηση παρουσιάζουν ουσιώδεις μεταβολές και εσωτερικές αντιφάσεις. Αρχικώς, η Καθ’ ης η αίτηση επικαλείται ότι η μετακίνησή της συνδεόταν με κλήση για συνέντευξη εργασίας, την οποία φέρεται να έλαβε στις 14/03/2025. Η ημερομηνία αυτή συμπίπτει χρονικά με την ημέρα κατά την οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία εκ μέρους του πατέρα, εκείνος την ενημέρωσε ότι είχε ήδη κινήσει δικαστική διαδικασία στην Κροατία για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας και την έκδοση προσωρινού περιοριστικού μέτρου. Παρά ταύτα, η Καθ’ ης η αίτηση δεν προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη ή τον χρόνο της εν λόγω επαγγελματικής πρόσκλησης, ενώ, αντιθέτως, από τα τεκμήρια του πατέρα προκύπτει ότι η κράτηση εισιτηρίων για τις 16/03/2025 έγινε σε χρονικό πλαίσιο έντονης διαφωνίας και ενόψει της κινηθείσας δικαστικής διαδικασίας.
Ακολούθως, ο λόγος της αναχώρησης μετατοπίζεται, με την Καθ’ ης η αίτηση να προβάλλει ως αιτιολογία την ανάγκη να διαπιστώσει την κατάσταση της μητέρας της, η οποία είχε πρόσφατα υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και φέρεται να είχε αναστατωθεί από τη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Η μεταβολή αυτή των ισχυρισμών, χωρίς επαρκή επεξήγηση ή τεκμηρίωση, δεν παρουσιάζει συνοχή και αποδυναμώνει την αξιοπιστία της εκδοχής της περί των πραγματικών κινήτρων της αναχώρησης. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο του μηνύματος που απέστειλε η Καθ’ ης η αίτηση στον πατέρα κατά τη διάρκεια της μετακίνησης, στο οποίο αναφέρει: «We’ll be back soon. I just need to make sure my mum’s alright». Το μήνυμα αυτό παραπέμπει σαφώς σε πρόσκαιρη απουσία και όχι σε οριστική ή μόνιμη μετεγκατάσταση, στοιχείο που δεν συμβιβάζεται με τον ισχυρισμό περί προγενέστερης συναίνεσης του πατέρα για αλλαγή της συνήθους διαμονής του ανηλίκου. Σημειώνεται δε ότι στην παράγραφο 9 της ΣΕΔ η Καθ’ ης η αίτηση αποδίδει το περιεχόμενο του μηνύματος ως «θα ιδωθούμε σύντομα», ενώ στην αγγλική διατύπωση αναφέρει ρητώς επιστροφή («we’ll be back»), διαφορά η οποία μεταβάλλει ουσιωδώς το νόημα του περιεχομένου. Η αναντιστοιχία αυτή, ιδίως λαμβανομένου υπόψη της ακαδημαϊκής και επαγγελματικής κατάρτισης της Καθ’ ης η αίτησης (καθηγήτρια αγγλικών), δεν μπορεί να παραγνωριστεί κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της.
Δεν διαφεύγει περαιτέρω της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η Καθ’ ης η αίτηση επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της περί συναίνεσης του πατέρα προσκομίζοντας γραπτή συνομιλία μαζί του, η οποία φέρει ημερομηνία 27/02/2024, δηλαδή σε χρόνο σαφώς προγενέστερο των κρίσιμων γεγονότων και πριν από το πρώτο ταξίδι της με τον ανήλικο στην Κύπρο. Περαιτέρω, από το περιεχόμενό της δεν προκύπτει ότι αφορά ουσιαστική γονική συναίνεση για μόνιμη μεταβολή του τόπου της συνήθους διαμονής του ανηλίκου, αλλά σχετίζεται με ζητήματα διοικητικής πρακτικής και ελέγχων κατά τη διέλευση συνόρων. Κατά συνέπεια, δεν έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συναίνεσης για τη μετακίνηση και εγκατάσταση του παιδιού.
Πέραν των ανωτέρω, προκύπτουν κι άλλα στοιχεία από τη μαρτυρία της Καθ’ ης η αίτηση που παρουσιάζουν ασυνέπεια και δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Η ίδια επιχειρεί να δικαιολογήσει το γεγονός ότι αναχώρησε χωρίς να μεταφέρει προσωπικά αντικείμενα του ανηλίκου, επικαλούμενη την ύπαρξη εξοπλισμού στην Κύπρο, την πρόθεση μεταφοράς αποσκευής από τον πατέρα σε μεταγενέστερο χρόνο, καθώς και μελλοντικά ταξίδια κατά τη θερινή περίοδο, κατά τα οποία θα μπορούσαν να μεταφερθούν επιπλέον αντικείμενα του παιδιού. Εκ των υστέρων προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι η παραμονή του κατοικίδιου της στην Κροατία αποτελούσε μέρος της συμφωνίας τους την οποία ο πατέρας φέρεται να μην τήρησε. Οι αποσπασματικοί και εναλλασσόμενοι αυτοί ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση, σε συνδυασμό με την έλλειψη σαφούς και συνεπούς χρονικής αλληλουχίας, δεν συγκροτούν πειστική εικόνα προσυμφωνημένης μετεγκατάστασης και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία της Καθ’ ης η αίτηση. Το σύνολο της εκδοχής που παρουσιάζει η Καθ’ ης η αίτηση δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο πατέρας συναίνεσε στη μετακίνηση του ανηλίκου, αλλά, αντιθέτως, καταδεικνύει ενέργειες που δεν συνάδουν με την ύπαρξη προηγούμενης και σαφούς συμφωνίας, ιδίως υπό το φως της εκκρεμούσας δικαστικής διαδικασίας στην Κροατία.
Ως προς το κατά πόσο ο υπό εξέταση προβαλλόμενος λόγος ένστασης ενείχε και ισχυρισμό περί εκ των υστέρων συγκατάθεσης του πατέρα στην παραμονή του ανηλίκου στην Κύπρο, προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας και των ισχυρισμών της Καθ’ ης η αίτηση, όπως αναλύθηκαν ανωτέρω, ότι αυτοί στηρίζονται αποκλειστικά στην επικαλούμενη ύπαρξη προγενέστερης συμφωνίας και συναίνεσης του πατέρα για τη μετεγκατάσταση του ανηλίκου. Δεν προβάλλεται ούτε αποδεικνύεται αυτοτελής ισχυρισμός περί εκ των υστέρων συγκατάθεσης. Ελλείψει σχετικού πραγματικού υποβάθρου, το ζήτημα της εκ των υστέρων συγκατάθεσης δεν εξετάζεται περαιτέρω.
Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία, είναι εύρημά του Δικαστηρίου ότι ο πατέρας ουδέποτε συναίνεσε στη μετακίνηση του ανηλίκου στην Κύπρο. Κατά συνέπεια, η Καθ’ ης η αίτηση δεν εκπλήρωσε το βάρος απόδειξης που απαιτεί η υπεράσπιση του άρθρου 13(α) της Σύμβασης, την οποία απέτυχε να αποδείξει.
Τελευταίο προπύργιο της υπεράσπισης της Καθ’ ης η αίτηση συνιστά ο 5ος λόγος ένστασης, με τον οποίο επικαλείται την υπεράσπιση του άρθρου 13(β) της Σύμβασης, όπου το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να μην διατάξει την επιστροφή του ανήλικου αν αποδειχθεί ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος δοκιμασίας (φυσικής ή ψυχικής) ή αφόρητης κατάστασης στην οποία αυτός θα περιέλθει. Το βάρος απόδειξης και αυτής της υπεράσπισης είναι υψηλό (M v. T (Abduction [2009], 1 FLR 1309).
Η νομολογία επί του θέματος είναι άφθονη και καταδεικνύει ότι ο κίνδυνος στο παιδί θα πρέπει να είναι μεγαλύτερος από το συνήθη κίνδυνο ή μεγαλύτερος απ’ αυτόν που αναμένεται όταν ένα παιδί αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον ένα γονέα και να πάει στον άλλο (C v. B [2005] EWHC 2988). Το γεγονός ότι θα δημιουργηθεί σ’ ένα παιδί άγχος δεν είναι αρκετό από μόνο του να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο (De L v. H [2010] I FLR 1229).
Στην υπόθεση Σάββα ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (2002) 1 ΑΑΔ 1228 λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το άρθρο 13(β) (σελ. 1236): «Σε υποθέσεις (όπως η παρούσα) όπου η υπεράσπιση βασίζεται στο άρθρο 13(β)* της Σύμβασης, το θέμα της ευημερίας των παιδιών είναι μεν σημαντικό όμως δεν είναι το κυρίαρχο. Σ' αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το βάρος του κινδύνου της ψυχολογικής ζημιάς που θα φέρει η επιστροφή έναντι των ψυχολογικών συνεπειών που θα έχει η άρνηση της επιστροφής. Το Δικαστήριο, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια πρέπει να δίδει βαρύτητα (due weight) στο σημαντικό πρωταρχικό σκοπό της Σύμβασης που είναι η διασφάλιση της άμεσης επιστροφής των απαχθέντων παιδιών. Βλ. N. v. N. [1995] 1 FLR 107. Στην εν λόγω υπόθεση Ν. v. Ν. (ανωτέρω), παρά το γεγονός ότι υπήρχαν υπόνοιες σεξουαλικής κακοποίησης του ενός παιδιού από τον πατέρα (left behind parent) διατάχθηκε η επιστροφή των παιδιών»
Στην υπόθεση Νικολάου ν. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (2008) 1 ΑΑΔ 1311 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αγγλικές αυθεντίες δείχνουν πως για να επιτύχει η πρώτη υπεράσπιση του Άρθρου 13(β) της Σύμβασης θα πρέπει να υπάρχει σαφής και καθοριστική μαρτυρία του σοβαρού κινδύνου βλάβης ή της άλλως πως αφόρητης κατάστασης στην οποία θα περιέλθει ο ανήλικος. Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να κριθεί ως ουσιαστικός και όχι ως μηδαμινός και επίσης πρέπει να θεωρηθεί ως κίνδυνος πιο ουσιαστικός απ' αυτόν που είναι εγγενής στις περιπτώσεις της αναπόφευκτης αβεβαιότητας και του άγχους που συνοδεύουν μια μη καλοδεχούμενη επιστροφή στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων της χώρας της συνήθους διαμονής».
Στην υπόθεση B v. B [1993] 1 FLR 238 διευκρινίστηκε ότι πρέπει να αποδεικνύεται υψηλός βαθμός αφόρητης κατάστασης (high degree of intolerability) ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια αντίθετα από την καταρχήν υποχρέωση του για επιστροφή του παιδιού.
Στο σύγγραμμα του κ. Σωτήρη Αθ. Λιασίδη, «ΔΙΕΘΝΗΣ (ΑΣΤΙΚΗ) ΑΠΑΓΩΓΗ ΠΑΙΔΙΩΝ (Με βάση τη Σύμβαση της Χάγης 1980 και ΕΚ 2201/2003)» 2019, σελ. 150 γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα της Αναστασίας Γραμματικάκη – Αλεξίου «Η Διεθνής Απαγωγή Παιδιών Κατά τη Σύμβαση της Χάγης του 1980», Θεσσαλονίκη, 1996, σελ. 125-130 όπου αναλύοντας το άρθρο 13(β) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με την εξαίρεση της παραγράφου (β) του άρθρου 13 ο κίνδυνος για το παιδί πρέπει να είναι ορατός και όχι να πιθανολογείται απλώς και επίσης να είναι ιδιαίτερο σοβαρός, όχι απλώς σοβαρός. Ο όρος «αφόρητη κατάσταση» αφορά φυσικά το παιδί και όχι τον απαγωγέα και αναφέρεται σε καταστάσεις όπως πράξεις βίας σε βάρος του παιδιού ή σεξουαλική κακομεταχείριση και όχι σε απλώς λιγότερο κακές συνθήκες διαβίωσης, λ.χ. σε οικονομικά ή εκπαιδευτικά προβλήματα (…) Στην πράξη η εξαίρεση του άρθρου 13§β είναι εκείνη που επικαλούνται συχνότερα οι απαγωγείς και που λόγω της ευρύτητας της διατύπωσής της επιβάλλεται να ερμηνεύεται στενά, γιατί, διαφορετικά, μπορεί να μετατραπεί σε «Κερκόπορτα» που θα επιτρέπει το πέρασμα στην πλήρη έρευνα της ουσίας του προβλήματος, πράγμα που δεν επιτρέπει η σύμβαση».
Ο Κανονισμός ενισχύει την αρχή ότι το δικαστήριο διατάσσει την άμεση επιστροφή του παιδιού, περιορίζοντας τη δυνατότητα εφαρμογής των εξαιρέσεων του άρθρου 13(β) της Σύμβασης στο απολύτως ελάχιστο. Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός επεκτείνει την υποχρέωση να διατάσσεται η επιστροφή του παιδιού σε περιπτώσεις στις οποίες η επιστροφή θα μπορούσε να εκθέσει το παιδί σε τέτοια βλάβη, αλλά διαπιστώνεται ωστόσο, ότι έχουν προβλεφθεί τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί η προστασία του παιδιού μετά την επιστροφή (βλ. άρθρο 27 παράγραφος 3) ή έχουν ληφθεί προσωρινά ή ασφαλιστικά μέτρα για να διασφαλιστεί η ασφαλής επιστροφή του παιδιού στο κράτος μέλος προέλευσης (βλ. άρθρο 27 παράγραφος 5). Η πρόνοια αυτή περιορίζει την υπεράσπιση του Άρθρου 13(β) της Σύμβασης (βλ. F v. M (Abduction: Grave Risk of Harm) [2008] 2 FLR 1263, XK v JY [2023] EWHC 2996 (Fam).
Κύριο κριτήριο δεν είναι το συμφέρον του παιδιού, στις υποθέσεις απαγωγής (βλ. Re R (Abduction: Consent) [1999] 1 FLR 828). Τα Δικαστήρια τονίζουν ότι σύμφωνα με το πνεύμα της Σύμβασης, το συμφέρον του παιδιού αποφασίζεται καλύτερα από το Δικαστήριο της συνήθους διαμονής του.
Οι ισχυρισμοί της Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με την υπεράσπιση του άρθρου 13(β) της Σύμβασης περιστρέφονται γύρω από τον στενό συναισθηματικό δεσμό του ανηλίκου με την ίδια, την εξάρτησή του από τη φροντίδα της και τις δυσχέρειες που η ίδια ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής. Οι περιστάσεις αυτές, ακόμη και αν γίνουν αποδεκτές, δεν συνιστούν από μόνες τους σοβαρό κίνδυνο σωματικής ή ψυχικής βλάβης του ανηλίκου ούτε αφόρητη κατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 13(β) της Σύμβασης ως ερμηνεύθηκε από τη σχετική νομολογία. Επιπλέον, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε συγκεκριμένη, εξειδικευμένη ή αντικειμενική μαρτυρία, ιατρικής, ψυχολογικής ή άλλης φύσεως, που να καταδεικνύει την ύπαρξη άμεσου, πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου για τον ανήλικο σε περίπτωση επιστροφής του. Η συναισθηματική αναστάτωση ή οι προσαρμοστικές δυσκολίες που ενδέχεται να προκύψουν από την επιστροφή του ανηλίκου είναι εγγενείς σε κάθε περίπτωση μετακίνησης και δεν αρκούν για να ενεργοποιήσουν την εν λόγω εξαίρεση. Τέλος, οι προσωπικές, γλωσσικές ή επαγγελματικές δυσχέρειες που επικαλείται η Καθ’ ης η αίτηση δεν δύνανται να θεμελιώσουν σοβαρό κίνδυνο για τον ανήλικο.
Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με τη νομολογία του ΕΔΑΔ αναφορικά με την εφαρμογή του άρθρου 13(β) της Σύμβασης της Χάγης, όπως αυτή διατυπώνεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση G.K. v. Cyprus (Application no. 16205/21), η οποία επιβεβαιώνει ότι η αυστηρή και περιοριστική ερμηνεία της εξαίρεσης του άρθρου 13(β) της Σύμβασης δεν αντίκειται στο δικαίωμα σεβασμού της οικογενειακής ζωής, όταν το Δικαστήριο εξετάζει ουσιαστικά τους ισχυρισμούς και αιτιολογεί επαρκώς την κρίση του.
Με βάση τα ανωτέρω καταλήγω ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου σαφής και καθοριστική μαρτυρία που να ανταποκρίνεται στον αυξημένο βαθμό απόδειξης που απαιτείται για τη θεμελίωση σοβαρού κινδύνου βλάβης ή αφόρητης κατάστασης σε περίπτωση επιστροφής του ανηλίκου στην Κροατία. Η Καθ’ ης η αίτηση απέτυχε να αποδείξει την υπεράσπιση του άρθρου 13(β) της Σύμβασης.
Καταλήγοντας, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ σε δυο ακόμη ισχυρισμούς που διακρίνονται στη μαρτυρία της Καθ’ ης η αίτηση παρόλο που δεν διατυπώνονται ρητά ως λόγοι ένστασης. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά τη φοίτηση του ανηλίκου σε νηπιαγωγείο και την κατ’ ισχυρισμό προσαρμογή του στο περιβάλλον αυτό (βλ. Re N (Minors) Abduction [1991] FLR 413, Cannon v. Cannon [2005] 1 WLR 32) ενώ ο δεύτερος άπτεται ζητημάτων γονικής μέριμνας.
Η προσαρμογή του ανηλίκου εξετάζεται αποκλειστικά στο πλαίσιο του άρθρου 12 της Σύμβασης, το οποίο προϋποθέτει την παρέλευση χρονικού διαστήματος ενός έτους από τη μετακίνηση μέχρι την έναρξη της διαδικασίας, προϋπόθεση που εν προκειμένω δεν πληρείται. Η μετακίνηση του ανηλίκου έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2025, το σχετικό παράπονο από τον πατέρα υποβλήθηκε τον Ιούλιο του 2025 και οι δικαστικές διαδικασίες κινήθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2025. Κατά συνέπεια, ισχυρισμοί περί προσαρμογής ή εγκατάστασης του ανηλίκου στο περιβάλλον της Κύπρου δεν ασκούν έννομη επιρροή στην παρούσα διαδικασία και δεν μπορούν να εξεταστούν. Σκοπός της εν λόγω διάταξης είναι η επαναφορά του status quo πριν την παράνομη μετακίνηση. Ακόμη δε και αν γινόταν δεκτό ότι το άρθρο 12 της Σύμβασης τυγχάνει εφαρμογής, η απλή φοίτηση του ανηλίκου σε νηπιαγωγείο για περιορισμένο χρονικό διάστημα δεν αρκεί, ιδίως λόγω της μικρής ηλικίας του, για να στοιχειοθετήσει ουσιαστική και σταθερή προσαρμογή στο νέο περιβάλλον κατά την έννοια της Σύμβασης.
Ό,τι αφορά την κατ’ ισχυρισμό πλεονεκτικότερη θέση της να φροντίζει τον ανήλικο, την καταλληλόλητα της ως γονέα καθώς και τη σύγκριση των συνθηκών της με εκείνες του πατέρα, ανάγεται στη σφαίρα της γονικής μέριμνας και σύμφωνα με το άρθρο 19 της Σύμβασης, δεν μπορεί να αξιολογηθεί στο παρόν στάδιο και από το παρόν Δικαστήριο. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας, η οποία περιορίζεται αποκλειστικά στη διαπίστωση της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης του ανηλίκου και στην εξέταση των εξαιρέσεων που προβλέπονται ρητώς από τη Σύμβαση.
Κατάληξη:
Όλα τα πιο πάνω καταρρίπτουν τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι δεν υπήρξε παράνομη μετακίνηση του ανηλίκου, καθότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο τόπος της συνήθους διαμονής του ήταν η Κροατία, καθώς και τη θέση ότι ο πατέρας συναίνεσε, με οποιονδήποτε τρόπο, στη μετακίνηση ή παραμονή του ανηλίκου στην Κύπρο.
Υπό τα δεδομένα αυτά και λαμβανομένου υπόψη ότι ο θεμελιώδης σκοπός της Σύμβασης είναι η άμεση επαναφορά του παιδιού στον τόπο της συνήθους διαμονής του πριν από την παράνομη μετακίνηση, εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα:
1. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η άμεση επιστροφή του ανήλικου A.K.G., Αρ. Διαβατηρίου xxxxxxx, με ημερομηνία γέννησης 03/11/2023, στον τόπο της συνήθους διαμονής του, δηλαδή στην Κροατία.
2. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ’ ης η αίτηση να παραδώσει τον ανήλικο A.K.G., Αρ. Διαβατηρίου xxxxxxx, με ημερομηνία γέννησης 03/11/2023, στον Αιτητή και/ή σε εκπρόσωπο του και/ή σε άτομο που ενεργεί για λογαριασμό του και/ή στον πατέρα του D.G., το αργότερο μέχρι την 30/12/2025 η ώρα 16:00, για να διευθετήσει τη μεταφορά του ανηλίκου στην Κροατία, τόπο της συνήθους διαμονής του.
3. Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ’ ης η αίτηση να παραδώσει το διαβατήριο και/ή άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα του ανήλικου A.K.G., Αρ. Διαβατηρίου xxxxxxx, με ημερομηνία γέννησης 03/11/2023, στον Αιτητή και/ή σε εκπρόσωπο του και/ή σε άτομο που ενεργεί για λογαριασμό του και/ή στον πατέρα του D.G., το αργότερο μέχρι την 30/12/2025 η ώρα 16:00.
4. Διάταγμα, με το οποίο διατάσσεται η Καθ’ ης η αίτηση να καταβάλει τα έξοδα για την επιστροφή του ανήλικου A.K.G., Αρ. Διαβατηρίου xxxxxxx, με ημερομηνία γέννησης 03/11/2023, στην Κροατία, τόπο της συνήθους διαμονής του.
5. Νοείται ότι τα πιο πάνω διατάγματα θα υπερισχύουν της οποιασδήποτε απαγόρευσης εξόδου του ανήλικου A.K.G., Αρ. Διαβατηρίου xxxxxxx, με ημερομηνία γέννησης 03/11/2023, είχε προηγουμένως επιβληθεί και η οποία δεν ανεστάλη μέχρι σήμερα δυνάμει του άρθρο 16 της Σύμβασης και νοείται επίσης ότι όλες και οποιεσδήποτε αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας εμπλέκονται ή θα πρέπει να εμπλακούν για σκοπούς συμμόρφωσης με τα πιο πάνω διατάγματα και προς το σκοπό επιστροφής του ανηλίκου στην Κροατία θα μεριμνήσουν και θα λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα ώστε να αρθούν οι εν λόγω απαγορεύσεις και να επιτευχθεί η πλήρης συμμόρφωση με τα ανωτέρω διατάγματα.
Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως εντός της ημέρας αποστείλει αντίγραφο των εκδοθέντων διαταγμάτων σε όλες τις εμπλεκόμενες αρχές περιλαμβανομένων της Αστυνομίας, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ώστε να ενεργήσουν άμεσα ως ανωτέρω αναφέρεται.
Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται σε βάρος της Καθ’ ης η αίτηση.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 562/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη θέσπιση του κοινοτικού κώδικα σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν)», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 265/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 2010 - Κώδικας Συνόρων του Σένγκεν – βλ. επίσης αρ. 18ΟΔ του Κεφ. 105.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο