ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ.Χ.Κάιζερ, Π.
Αρ. Αίτησης: 76/15
Μεταξύ:
S. C. T. C.
Αιτήτριας
και
1. Γ. Γ.
2. G.I.S. ESTATES LIMITED (HE11476)
3. TRANSCING GLOBAL SERVICES LIMITED (HE248069)
4. MILLENIA ENTERPRISES LIMITED (HE313489)
Καθ’ ων η Αίτηση
Αίτηση ημερ. 03/06/2025 για παρακοή διατάγματος
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Ιανουαρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: κα Αργυροπούλου για A. Δανός και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Καθ’ου η αίτηση 1: κος Γεωργιάδης για Γ. Γεωργιάδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Προς πλήρη και οριστική επίλυση όλων των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει των προνοιών του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), εκδόθηκαν στις 02/02/2023, στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήριας αίτησης, εκ συμφώνου τα ακόλουθα διατάγματα. Σημειώνεται ότι, παρά την προηγούμενη έντονη ρήξη και τις σημαντικές διαφορές που είχαν οδηγήσει τους διαδίκους σε σειρά διαδικασιών ενώπιον του δικαστηρίου, κατέστη δυνατή η επίτευξη συμφωνίας, η οποία οδήγησε στην έκδοση αυτών των διαταγμάτων, τα οποία παρατίθενται αυτούσια:
‘‘ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΥΤΟ ΜΕ ΤΟ ΠΑΡΟΝ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ως ακολούθως:
1. Εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 όπως αναλάβει και προβεί σε όλα τα αναγκαία μέτρα και ενέργειες προκειμένου να απαλλάξει την Αιτήτρια από εγγυήτρια και/ή πρωτοφειλέτιδα απ΄ όλα τα δάνεια που υπάρχουν και προκύπτουν από τη μεταξύ τους σχέση.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί διευθέτηση με την τράπεζα, ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεσμεύεται ότι θα αποπληρώσει όλα τα δάνεια και συνεχίσει να καταβάλλει τις δόσεις αυτών.
3. Εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Αιτήτρια όπως υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο απαιτηθεί ή οτιδήποτε άλλο χρειαστεί να κάμει σε σχέση με την επίτευξη νέας δανειοδότησης ή αναδιάρθρωσης προκειμένου να μπορέσει να υλοποιηθεί η δανειοδότηση και να επιτευχθεί η απαλλαγή της απ΄ όλα τα δάνεια που προκύπτουν από τη σχέση της με τον Καθ΄ ου η αίτηση 1.
4. Εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Αιτήτρια όπως μεταβιβάσει το ½ μερίδιο που κατέχει και/ή εκχωρήσει τα δικαιώματα της που απορρέουν επί του διαμερίσματος αρ. 503 με αρ. εγγραφής 0/[ ], αρ. Τεμαχίου με τη νέα ένδειξη 465 και την παλιά 148, Φ/Σχ. 2-296-376, Τμήμα [ ], Αμμόχωστος, Παραλίμνι, [ ], οδός [ ] 7, επ΄ ονόματι του Καθ΄ ου η αίτηση 1 εντός 2 μηνών από την απαλλαγή της Αιτήτριας από τις δανειακές υποχρεώσεις που προκύπτουν από την Τράπεζα.
Ο Καθ’ου η αίτηση επιδικάζεται στο ποσό των €15.000 έναντι των δικηγορικών εξόδων της Αιτήτριας. Κάθε προηγούμενη διαταγή για έξοδα ακυρώνεται.
Με την παρούσα διευθέτηση επιλύονται όλες οι διαφορές των διαδίκων που απορρέουν από τη σχέση τους ως πρώην σύζυγοι δυνάμει του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν. 232/1991) και η μεταβίβαση χωρεί απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής τελών και δικαιωμάτων’’.
Με την υπό εξέταση αίτηση της, η Αιτήτρια επιδιώκει την τιμωρία του Καθ'ου η Αίτηση 1, πρώην συζύγου της, για παράλειψη του, όπως ισχυρίζεται, να συμμορφωθεί με το πιο πάνω εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 02/02/2023.
Το επίδικο διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στον Καθ'ου η αίτηση 1 στις 20/05/2025 (Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της Αιτήτριας), ήτοι περίπου δυόμισι (2½) έτη μετά την έκδοση του.
Ο Καθ’ου η αίτηση 1 αντέδρασε στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας ένσταση, στην οποία προβάλλει 6 λόγους ένστασης, η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της.
Αμφότερες οι πλευρές καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η Αιτήτρια στις 30/09/2025 και ο Καθ’ου η αίτηση 1 στις 14/10/2025.
Κατά την ακρόαση, ουδείς των διαδίκων αντεξετάστηκε επί των ενόρκων δηλώσεων του, αλλά ούτε και προσκομίστηκε από οποιαδήποτε πλευρά προφορική μαρτυρία. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι τους, καταχώρισαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, και το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του.
Επισημαίνεται ότι, πριν από την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Ειδικότερα, δηλώθηκε ότι ο Καθ’ου η αίτηση 1 μεταβίβασε στην Αιτήτρια το επίδικο διαμέρισμα στον Πρωταρά, ελεύθερο παντός βάρους και περαιτέρω ότι σε σχέση με το overdraft στην Ελληνική Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού [ ], η Αιτήτρια απαλλάχθηκε πλήρως από οποιαδήποτε υποχρέωση, με την θυγατέρα των διαδίκων να αναλαμβάνει στη θέση της ως εγγυήτρια.
Μελέτησα με προσοχή τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση καθώς και το περιεχόμενο των αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων τους, καθώς και τα όσα υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών.
Έχει νομολογηθεί πως από την ίδια τη φύση της διαδικασίας παρακοής, ως οιονεί ποινικής (Halin Houssein ν. Naime Timour και Άλλων (2005) 1 ΑΑΔ 424) αναφύεται η ανάγκη πλήρους και αποτελεσματικής διαπίστωσης της ύπαρξης των πιο κάτω προϋποθέσεων επί ποινή ακυρότητας της διαδικασίας (Μακρίδης (1991) 1 ΑΑΔ 401:
(α) ύπαρξη διατάγματος
(β) ύπαρξη σχετικής οπισθογράφησης,
(γ) προσωπική επίδοση του διατάγματος,
(δ) προσωπική επίδοση της αιτήσεως παρακοής
Σημειώνω ότι οι ως άνω αναφερθείσες τυπικές προϋποθέσεις στην υπό εξέταση υπόθεση πληρούνται, εν πάση όμως περιπτώσει δεν έχουν αμφισβητηθεί από τον Καθ'ου η αίτηση 1.
Αμφότερες οι πλευρές παρουσίασαν εκτενή μαρτυρία, η οποία για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, δεν κρίνεται απαραίτητο να καταγραφεί. Αυτό θα καταστεί σαφές αφότου παραθέσω πρώτα τις νομικές αρχές που διέπουν το υπό εξέταση ζήτημα της παρακοής δικαστικού διατάγματος.
Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την υπόθεση Mιχαηλίδης Δρόσος ν. Margita Mιχαηλίδου Poliakova (Aρ. 1) (2011) 1 ΑΑΔ 356, στο οποίο η νομολογία συμπυκνώνεται και αναλύεται με σαφήνεια και πληρότητα, παρέχοντας εις βάθος απαντήσεις σε όλα τα σχετικά ζητήματα:
‘‘Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd [1970] Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No. 2) [1988] 1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ. (2004) σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι' αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ' ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ' ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd [1932] All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others [1968] 1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι:
«Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.»
Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μαύρος v. Στυλιανού κ.ά. (1998) 1(Δ) Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο Αρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου v. Σιδερά (1993) 1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μouzouris v. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, ότι:
«...... για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί· πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.»
Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (Δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2) [1897] Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)’’.
Από την ανωτέρω νομολογία προκύπτει αβίαστα ότι το λεκτικό ενός διατάγματος αποτελεί την πρωταρχική βάση επί της οποίας εξετάζεται αρχικώς εάν δύναται να θεμελιώσει αίτημα όπως το υπό εξέταση.
Κρίνω απαραίτητο να επισημάνω εξαρχής ότι το λεκτικό του διατάγματος δεν χαρακτηρίζεται από πλήρη σαφήνεια. Η έλλειψη αυτής της ξεκάθαρης αποτύπωσης οδηγεί αναπόφευκτα στην απόρριψη της αίτησης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, βάσει της μαρτυρίας της Αιτήτριας, υφίστανται δύο υποχρεώσεις από πλευράς του Καθ’ου η αίτηση 1: η πρώτη αφορά την απαλλαγή της από αριθμό δανείων στα οποία εμφανίζεται ως πρωτοφειλέτιδα ή εγγυήτρια, τα οποία προκύπτουν από τη μεταξύ τους σχέση, ενώ η δεύτερη συνίσταται στη μεταβίβαση διαμερίσματος με αρ. 502 στον Πρωταρά, με αρ. εγγραφής 0/ [], αρ. Τεμαχίου με τη νέα ένδειξη 465 και την παλιά 148, Φ/Σχ. 2-296-376, Τμήμα [ ], Αμμόχωστος, Παραλίμνι, [ ], οδός [ ] 7 επ΄ ονόματι της Αιτήτριας ελεύθερο και απαλλαγμένο από όλα τα εμπράγματα βάρη, με την εν λόγω υποχρέωση μεταβίβασης να ενεργοποιείται εντός δύο μηνών από την απαλλαγή της Αιτήτριας από όλες τις δανειακές υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη μεταξύ τους σχέση, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του εκ συμφώνου διατάγματος.
Κατά συνέπεια, προκύπτει ευχερώς ότι, χωρίς την προγενέστερη απαλλαγή της Αιτήτριας από τις δανειακές υποχρεώσεις στις οποίες εμφανίζεται ως εγγυήτρια ή πρωτοφειλέτιδα και οι οποίες υφίσταντο και προέκυψαν από τη μεταξύ τους σχέση (παράγραφος 1 εκ συμφώνου διατάγματος), δεν γεννάται καμία υποχρέωση μεταβίβασης του ακινήτου εκ μέρους του Καθ’ου η αίτηση 1.
Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι με την παρούσα αίτηση, ένας από τους βασικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας είναι ότι δεν απαλλάχθηκε από τα δάνεια. Δεδομένου ότι η ίδια ισχυρίζεται ότι δεν απαλλάχθηκε από τις εν λόγω υποχρεώσεις, καθίσταται εντελώς αντιφατικό να απαιτεί ταυτόχρονα να κριθεί ένοχος παρακοής του διατάγματος ο Καθ’ου η αίτηση 1 για την μη μεταβίβαση του ακινήτου. Αυτό το αναφέρω σε θεωρητικό επίπεδο, καθότι, βάσει της μαρτυρίας, η πραγματική κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική.
Επιπροσθέτως, όσον αφορά την υποχρέωση του Καθ’ου η αίτηση 1 να απαλλάξει την Αιτήτρια από τις δανειακές υποχρεώσεις, προκύπτει από το ίδιο το λεκτικό του διατάγματος ότι το τελευταίο προβλέπει ειδική επίπτωση στον Καθ’ου η αίτηση 1 σε περίπτωση μη απαλλαγής, καθιστώντας έτσι την απαλλαγή μη υποχρεωτική, αλλά προαιρετική.
Παραθέτω αυτούσιο το λεκτικό του εκ συμφώνου διατάγματος ημερομηνίας 02/02/2023 σε σχέση με αυτό το ζήτημα:
‘‘Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί διευθέτηση με την τράπεζα, ο Καθ΄ου η αίτηση 1 δεσμεύεται ότι θα αποπληρώσει όλα τα δάνεια και συνεχίσει να καταβάλλει τις δόσεις αυτών’’.
Στη βάση των ανωτέρω δεδομένων και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση της Αιτήτριας ότι ουδέποτε την απάλλαξε από τα δάνεια (χωρίς να εξετάζω αν η Αιτήτρια απέδειξε τον ισχυρισμό αυτό), προκύπτει ευχερώς ότι ούτε παρακοή δύναται να υφίσταται για τη μη απαλλαγή, καθότι το ίδιο το διάταγμα προβλέπει την εν λόγω επίπτωση, ούτε, όμως, δύναται να θεωρηθεί ότι ο Καθ’ου η αίτηση 1 παρήκουσε το διάταγμα λόγω μη μεταβίβασης, καθότι η εν λόγω υποχρέωση μεταβίβασης γεννάται μόνον αφού παρέλθουν δύο μήνες από την προγενέστερη υλοποίηση της απαλλαγής.
Κατά συνέπεια, η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, τόσο λόγω της ασάφειας του διατάγματος, όσο και λόγω των αντιφατικών ισχυρισμών της ίδιας της Αιτήτριας, οι οποίοι έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με το σχετικό λεκτικό του διατάγματος, παρά την όποια ασάφεια τούτου, όπως έχει ήδη επισημανθεί ανωτέρω.
Πέραν των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, τα οποία σφραγίζουν την τύχη της αίτησης, κρίνεται σημαντικό να επισημανθεί ότι ενώπιον μου παρατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα, καθώς και αναντίλεκτη μαρτυρία από τον Καθ’ου η αίτηση 1, για την οποία οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας αποδεικνύονται γενικοί, αόριστοι και σε πλήρη αντίφαση με τα παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία αυτή.
Από την ενώπιον μου μαρτυρία είναι ξεκάθαρο ότι ο Καθ’ου η αίτηση 1 έχει προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες προκειμένου να συμμορφωθεί με το εκ συμφώνου διάταγμα, απαλλάσσοντας την Αιτήτρια από όλα τα δάνεια πλην δύο, στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω, και μεταβιβάζοντας επ’ονόματι της το επίδικο ακίνητο στον Πρωταρά, ελεύθερο παντός βάρους.
Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε την 02/02/2023 και επιδόθηκε στον Καθ’ ου η αίτηση 1 την 20/05/2025, δηλαδή περίπου 2½ χρόνια αργότερα. Παρά ταύτα, ο Καθ’ ου η αίτηση, σε χρόνο πολύ προγενέστερο της επίδοσης, έσπευσε να συμμορφωθεί, παρόλο που η σχετική υποχρέωση γεννάται μόνον μετά την επίδοση του διατάγματος. Σχετική είναι η απόφαση Ονουφρίου Ανδρέας Μ. v. Josephine Bye, (2007) 1 Α.Α.Δ. 371.
Ο Καθ’ου η αίτηση 1 προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες, αποδεικνύοντας την αδιάλειπτη πρόθεση του να συμμορφωθεί με το διάταγμα ημερομηνίας 02/02/2023. Συγκεκριμένα: (α) διευθέτησε τα τραπεζικά δάνεια, (β) εξασφάλισε την απαλλαγή της Αιτήτριας από την ιδιότητα της πρωτοφειλέτιδας και εγγυήτριας, (γ) υπέγραψε συμφωνία εκχώρησης, (δ) εξασφάλισε φορολογικό πιστοποιητικό και (ε) υπέγραψε εκ νέου τα απαιτούμενα έγγραφα. Οι ανωτέρω ενέργειες αναμφίβολα αποδεικνύουν την πρόθεση του Καθ’ ου η αίτηση να συμμορφωθεί πλήρως με το διάταγμα και δεν επιτρέπουν την ερμηνεία ότι υπήρχε οποιαδήποτε πρόθεση μη συμμόρφωσης εκ μέρους του.
Υπενθυμίζεται περαιτέρω ότι, πριν από την επιφύλαξη της απόφασης του Δικαστηρίου, οι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν σε δήλωση παραδεκτών γεγονότων, σύμφωνα με την οποία ο Καθ’ου η αίτηση 1 μετεβίβασε στην Αιτήτρια το επίδικο διαμέρισμα στον Πρωταρά, ελεύθερο παντός βάρους. Επιπλέον, αναφορικά με το overdraft στην Ελληνική Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού [ ], η Αιτήτρια απαλλάχθηκε πλήρως από οποιαδήποτε υποχρέωση, με την θυγατέρα των διαδίκων να αναλαμβάνει, στη θέση της, ως εγγυήτρια.
Όλα τα ανωτέρω έχουν πλήρως υλοποιηθεί, με το μοναδικό εκκρεμές ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου να αφορά τα δύο δάνεια στην εταιρεία B2Kapital Κύπρου Ltd, ήτοι ο λογαριασμός με αριθμό [ ], για τον οποίο το οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται σε €49,00, και ο λογαριασμός με αριθμό [ ], με οφειλόμενο υπόλοιπο €11.481,00. Τα εν λόγω δάνεια, σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία του Καθ’ου η αίτηση 1, αφορούν χρηματοδότηση για την αγορά αυτοκινήτου μάρκας Audi Q7, στο οποίο η Αιτήτρια εμφανίζεται ως πρωτοφειλέτιδα. Το εν λόγω όχημα ήταν πάντοτε εγγεγραμμένο στο όνομα της Αιτήτριας, τόσο κατά τη διάρκεια της διάστασης των διαδίκων όσο και μεταγενέστερα, και βρισκόταν διαρκώς στην αποκλειστική κατοχή και χρήση της.
Λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του εκ συμφώνου διατάγματος ημερομηνίας 02/02/2023, και ιδίως της ρητής αναφοράς ότι η υποχρέωση του Καθ’ ου η αίτηση 1 συνίσταται στο να προβεί σε όλα τα αναγκαία μέτρα και ενέργειες προκειμένου να απαλλάξει την Αιτήτρια από την ιδιότητα της εγγυήτριας και/ή πρωτοφειλέτιδας σε όλα τα δάνεια που υπάρχουν και προκύπτουν από τη μεταξύ τους σχέση, καθίσταται σαφές ότι η εν λόγω υποχρέωση αφορά αποκλειστικά δάνεια που συνδέονται άμεσα και ουσιωδώς με την πρώην συζυγική σχέση των διαδίκων, και αφορούν υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν εξαιτίας αυτής, ήτοι κοινές υποχρεώσεις και κοινά δάνεια.
Ως εκ τούτου, η εν λόγω υποχρέωση περιορίζεται αυστηρά σε δανειακές υποχρεώσεις που απορρέουν από την κοινή τους σχέση, χωρίς να επεκτείνεται ή να επηρεάζει άλλες προσωπικές, αυτοτελείς ή ανεξάρτητες υποχρεώσεις της Αιτήτριας. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι το επίμαχο δάνειο εντάσσεται στην κατηγορία δανείων που «προκύπτουν από τη μεταξύ τους σχέση», όπως ρητά και περιοριστικά ορίζει το εκ συμφώνου διάταγμα.
Υπό το φως των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση παρακοής απορρίπτεται.
Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ου η αίτηση 1 και εναντίον της Αιτήτριας.
(Υπ.) ……………………….
Μ.Χ. Κάιζερ, Π.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο