ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 441/25i
Μεταξύ:
Ε.Ε.
Αιτήτριας
και
Χ.Φ.
Καθ’ ου η Αίτηση
Ημερομηνία: 04 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κα. Μαρία Παπαδημήτρη για ΜΑΡΙΑ Σ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΗ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ’ ου η αίτηση: κα. Μαρία Χαραλαμπίδου για ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ & ΤΣΙΑΝΝΗ Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(μόνο σε σχέση με τα έξοδα των ενδιάμεσων αιτήσεων
ημερομηνίας 11/04/2025 και 23/05/2025)
Εισαγωγή:
Η Αιτήτρια καταχώρισε στις 21/03/2025 την υπ’ αριθμό 46/2025 αίτηση γονικής μέριμνας ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου με την οποία αξίωνε την ακύρωση και/ή τροποποίηση του υπ’ αριθμό 408/2021 διατάγματος γονικής μέριμνας το οποίο εκδόθηκε στις 02/03/2022 σε σχέση με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, Μ.Ν.Φ. Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στην υπόθεση στις 04/04/2025.
Στα πλαίσια της πιο πάνω εναρκτήριας αίτησης, η Αιτήτρια καταχώρισε στις 11/04/2025 ενδιάμεση αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να υποχρεώνεται ο Καθ’ ου η αίτηση να παράσχει τη συγκατάθεσή του για την εγγραφή της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων στο ολοήμερο πρόγραμμα του Δημοτικού Σχολείου Κισσόνεργας της Επαρχίας Πάφου καθώς και στο θερινό σχολείο που θα λειτουργούσε μεταξύ Ιουνίου και Ιουλίου 2025 στο Δημοτικό Σχολείο Λέμπας της Επαρχίας Πάφου (στο εξής η «πρώτη αίτηση»).
Ακολούθησε δεύτερη ενδιάμεση αίτηση της Αιτήτριας στις 23/05/2025 με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να υποχρεώνεται ο Καθ’ ου η αίτηση να παράσχει τη συγκατάθεσή του για τη διενέργεια διάφορων οδοντιατρικών πράξεων στην ανήλικη από ειδικό παιδοδοντίατρο (στο εξής η «δεύτερη αίτηση»).
Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 27/05/2025 αναφορικά με την πρώτη αίτηση και έθεσε μεταξύ άλλων ότι, η Αιτήτρια κατά παράβαση του υπ’ αριθμό 408/2021 διατάγματος γονικής μέριμνας του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, διαμένει με την ανήλικη εκτός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.
Η ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση αποτέλεσε την αφορμή ώστε το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως τη θέση των συνηγόρων των διαδίκων επί του ζητήματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και ειδικότερα ως προς το κατά πόσο το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου ήταν κατά τόπον αρμόδιο.
Το Οικογενειακό Δικαστήριο Πάφου αποφάσισε στις 29/07/2025 ότι το κατάλληλο κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο για να ακούσει και να αποφασίσει την αίτηση είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Η απόφαση αυτή αναπόφευκτα συμπαρέσυρε και τις δύο προαναφερόμενες αιτήσεις, οι οποίες μετά της εναρκτήριας αίτησης παραπέμφθηκαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ως προς τα έξοδα έκρινε όπως αυτά παραμείνουν στην πορεία της πρώτης αίτησης αλλά σε καμία περίπτωση εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση.
Κατά την 03/10/2025 ημερομηνία που τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου τόσο η εναρκτήρια αίτηση όσο και οι δύο ενδιάμεσες, η συνήγορος της Αιτήτριας ως προς τις ενδιάμεσες αιτήσεις ανέφερε στην επικοινωνία ijustice τα ακόλουθα:
«(…) Εκ μέρους της Αιτήτριας, επιθυμούμε να αναφέρουμε ότι, πράγματι, κατόπιν των καταχωρήσεων των ενδιάμεσων αιτήσεων από πλευράς της Αιτήτριας, υπήρξε συμμόρφωση από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση, καθότι ήτο ο ίδιος που ευθύνετο για την καταχώρησή τους. Συγκεκριμένα, στη μεν πρώτη αίτηση, ήτο το ίδιο το σχολείο που επέτρεψε την παρακολούθηση δεδομένης της συνεχόμενης άρνησης του Καθ' ου η αίτηση να παράσχει την συγκατάθεσή του. Στη δε δεύτερη αίτηση, ο Καθ’ ου η αίτηση παρείχε την συγκατάθεσή του για την επίσκεψη και/ή διενέργεια χειρουργικής οδοντιατρικής επέμβασης στην ανήλικη, κατόπιν των πλείστων παραινέσεων και εκκλήσεων στις οποίες είχε προβεί η Αιτήτρια ώστε να παράσχει την συγκατάθεση του πριν την καταχώρηση της εν λόγω αίτησης. Ως αποτέλεσμα, φρονούμε ότι είναι ορθότερο ο Καθ’ ου η αίτηση να επωμιστεί τα έξοδα αμφοτέρων των ενδιάμεσων αιτήσεων, καθότι η Αιτήτρια κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου τα ανακύπτοντα ζητήματα να λυθούν εξωδικαστικά και, αφ’ ης της άρνησης του Καθ’ ου η αίτηση για οποιαδήποτε συνεργασία, εξαναγκάστηκε στην καταχώρησή τους. (…)».
Η συνήγορος του Καθ’ ου η αίτηση απάντησε τα ακόλουθα:
«(...) Εκ μέρους της αιτήτριας είχαν καταχωρηθεί δύο ενδιάμεσες αιτήσεις ημερ.11/4/25 και 23/5/25 η εκδίκαση των οποίων εκκρεμεί και όταν καταχωρήθηκε η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση στις 27/5/25 στην ενδιάμεση αίτηση ημερ.11/4/25 το Σεβαστό Δικαστήριο έθεσε το θέμα της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου Πάφου και κατόπιν ακρόασης το Δικαστήριο αποφάσισε την παραπομπή της υπόθεσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Είναι αίτημα μας όπως οι ενδιάμεσες αιτήσεις απορριφθούν με έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και υπέρ του καθ'ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. αφού ως φαίνεται η αιτήτρια δεν θα τις προωθήσει. (…)».
Οι συνήγοροι των διαδίκων συμφώνησαν εν τέλει στην απόσυρση των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων, πλην όμως δεν μπόρεσαν να καταλήξουν ως προς το θέμα των εξόδων. Ως εκ τούτου, αφού ανέπτυξαν τις πιο πάνω θέσεις τους και την επιχειρηματολογία τους για το ζήτημα των εξόδων, έμεινε να αποφασιστεί από το Δικαστήριο.
Η συνήγορος της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι οι δύο αιτήσεις καταχωρίστηκαν συνεπεία της άρνησης του Καθ’ ου η αίτηση να συγκατατεθεί για εκπαιδευτικά και ιατρικά θέματα που αφορούν την ανήλικη. Είναι η θέση της ότι, η Αιτήτρια προτού προβεί στην καταχώριση των δύο αιτήσεων ενημέρωσε επανειλημμένως τον Καθ’ ου η αίτηση και κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή του. Μετά την καταχώριση των εν λόγω αιτήσεων, αμφότερες κατέστηκαν άνευ αντικειμένου, η μεν πρώτη διότι το ζήτημα διευθετήθηκε από το ίδιο το σχολείο, η δε δεύτερη διότι ο Καθ’ ου η αίτηση έδωσε τελικά τη συγκατάθεσή του. Ως εκ τούτου, η Αιτήτρια είναι το επιτυχόν μέρος που δικαιούται τα έξοδα και εισηγείται ότι πρέπει να επιδικαστούν υπέρ της σε αμφότερες τις αιτήσεις.
Η συνήγορος του Καθ’ ου η αίτηση, δεν συμφωνεί ότι τα θέματα που αφορούν τις δύο αιτήσεις «έκλεισαν» λόγω της συμπεριφοράς του Καθ’ ου η αίτηση ή λόγω του ότι κατέστηκαν άνευ αντικειμένου. Υποστηρίζει ότι, η Αιτήτρια καταχρηστικά προέβη στην καταχώριση των εν λόγω αιτήσεων. Αφενός μεν, με την πρώτη αίτηση επιχειρούσε να νομιμοποιήσει την παράνομη συμπεριφορά της και μόνο μετά την ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση αποκαλύφθηκε το ζήτημα της κατά τόπον αναρμοδιότητας, αφετέρου δε, ο Καθ’ ου η αίτηση είχε συγκατατεθεί για τον παιδοδοντίατρο προτού η Αιτήτρια καταχωρίσει τη δεύτερη αίτηση. Συνεπώς, η Αιτήτρια και ως ο διάδικος που αποσύρει τις εν λόγω αιτήσεις, οφείλει να επωμιστεί τη δικαστική δαπάνη. Ωστόσο, εισηγείται όπως επιδικαστούν υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση μόνο τα έξοδα της πρώτης αίτησης και να είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της εναρκτήριας αίτησης ενώ ως προς την δεύτερη αίτηση, εισηγείται όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της παρόλο που θεωρεί ότι τα δικαιούται και αυτά.
Νομική πτυχή:
Το ζήτημα των εξόδων διέπεται από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960) καθώς και τον Κ. 39.1 και Κ. 39.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με γνώμονα τις ιδιαίτερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα των εξόδων αποκρυσταλλώθηκαν σε σωρεία αποφάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα έξοδα συνήθως ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Στην υπόθεση Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη (1990) 1 ΑΑΔ 389 λέχθηκε ότι «Η απονομή των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειά θεμελιωμένη είναι η αρχή αυτή στην αστική διαδικασία, τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, ώστε να μη δίδονται κατά κανόνα λόγοι (εξυπακούονται) για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν η διαταγή για τα έξοδα συνάδει με την αρχή αυτή. Οι λόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία) είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δε συνεπάγεται δαπάνη».
Περαιτέρω, στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα։ «Η έκδοση διαταγής για έξοδα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του εκδικάζοντος δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της εξουσίας προέχει ο κανόνας λογικής σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο μάλιστα είναι ισχυρός που από μόνος του παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης. Παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται».
Επίσης στην υπόθεση Μαυρονικόλα Μαρία ν. Άντη Ξάνθου (2016) 1 ΑΑΔ 1366 λέχθηκε ότι «Το θέμα των εξόδων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα. Ο κανόνας ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης, τυγχάνει εφαρμογής και σε ενδιάμεσες αποφάσεις, όπως αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η οποία επέλυσε οριστικά το ζήτημα της παρακοής στο διάταγμα του Δικαστηρίου που τέθηκε με την αίτηση του εφεσίβλητου (βλ. Δημοκρατία v. Milouca Motor Trading Ltd (2000) 1 A.A.Δ. 630). Απόκλιση από τον κανόνα δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι, οι οποίοι ανάγονται στη γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης του συνόλου ή μέρους των εξόδων της δίκης, όπως, για παράδειγμα, στην περίπτωση που διάδικος συνέβαλε αδικαιολόγητα στη διόγκωση των εξόδων της δίκης για λόγους που δεν σχετίζονταν με το αποτέλεσμα (βλ. Spinneys Cyprus Ltd v. Χρίστου κ.ά (2004) 1 Α.Α.Δ. 1833, Θρασυβούλου v. Arto Estates Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 12 και Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (2015) 1 Α.Α.Δ. 2221)».
Τέλος, στην υπόθεση Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 Α.Α.Δ. 12, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης· σ' εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο».
Εξέταση του αιτήματος:
Υπό το φως των πιο πάνω αρχών και ιδίως του κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσον, ενόψει της απόσυρσης των ενδιάμεσων αιτήσεων χωρίς να εκδικαστούν επί της ουσίας και της εξάλειψης του αντικειμένου τους, δύναται να αποδοθεί επιτυχία ή αποτυχία σε οποιοδήποτε από τα μέρη ή να καταλογιστεί η πρόκληση των εξόδων με την απαιτούμενη βεβαιότητα.
Ως προς την πρώτη αίτηση, προκύπτει ότι η Αιτήτρια διαμένει με την ανήλικη στην Πάφο εδώ και κάποια χρόνια, εν γνώσει του Καθ’ ου η αίτηση. Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητη καταχώριση της πρώτης αίτησης από πλευράς της Αιτήτριας ούτε όμως και για αδικαιολόγητη καταχώριση ένστασης από πλευράς του Καθ’ ου η αίτηση. Η Αιτήτρια εύλογα ζητούσε τη συγκατάθεση του Καθ’ ου η αίτηση για τη συμμετοχή της ανήλικης στο ολοήμερο πρόγραμμα του σχολείου στο οποίο ήδη φοιτούσε, καθώς και τη συμμετοχή της σε καλοκαιρινό σχολείο της εκεί Επαρχίας. Ομοίως, ο Καθ’ ου η αίτηση εύλογα ενέστει στο αίτημά της, από τη στιγμή που διαφωνούσε και θεωρούσε ότι η Αιτήτρια ενεργούσε κατά παράβαση του εν ισχύ διατάγματος γονικής μέριμνας.
Περαιτέρω, ο λόγος για τον οποίο η Αιτήτρια ζήτησε άδεια να αποσύρει την πρώτη αίτηση οφείλεται, ως προς το ένα σκέλος της, σε εξωγενή παράγοντα, ήτοι στην παρέμβαση του ίδιου του σχολείου και ως προς το άλλο σκέλος, στο ότι αυτή κατέστη αναπόδραστα άνευ αντικειμένου λόγω της παραπομπής της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η παρέμβαση του σχολείου φαίνεται να επέλυσε το ζήτημα εξωδικαστικά, γεγονός που απέτρεψε τη συνέχιση της αίτησης ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Δικαστηρίου, στο οποίο διαφορετικά θα μπορούσε να προωθηθεί.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν θα ήταν εύλογο να αποδοθεί η δικονομική ευθύνη αποκλειστικά σε οποιοδήποτε από τα μέρη και να επιδικαστούν έξοδα σε βάρος του ενός ή του άλλου διαδίκου. Η επιβολή των εξόδων προϋποθέτει τη δυνατότητα καταλογισμού της πρόκλησης της διαδικασίας με την απαιτούμενη βεβαιότητα, η οποία, υπό τις περιστάσεις, δεν προκύπτει. Συνεπώς, αφ’ ης στιγμής η εν λόγω αίτηση δεν εκδικάστηκε επί της ουσίας της, δεν μπορεί να αποδοθεί επιτυχία ή αποτυχία σε οποιοδήποτε από τα μέρη, ούτε να υποκατασταθεί ουσιαστική ακρόαση η οποία ουδέποτε πραγματοποιήθηκε.
Ως προς τη δεύτερη αίτηση, προκύπτει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση τελικώς συγκατατέθηκε. Είτε η συγκατάθεση δόθηκε πριν την καταχώριση της εν λόγω αίτησης είτε δόθηκε μεταγενέστερα, με δεδομένο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν ενέστη και η Αιτήτρια την απέσυρε πάραυτα, δεν μπορεί, ελλείψει τελικής δικαστικής κρίσης, να γίνει λόγος για επιτυχόντα ή αποτυχόντα διάδικο ούτε για κακή δικονομική συμπεριφορά των διαδίκων που να καθιστά τον έναν ή τον άλλο υπόλογο εξόδων. Συνεπώς η απόσυρση της αίτησης δεν δύναται να εξομοιωθεί με αποτυχία της Αιτήτριας, ούτε η παροχή συγκατάθεσης με επιτυχία του Καθ’ ου η αίτηση.
Κατάληξη:
Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις, κρίνω ότι η πιο ορθή, εύλογη και δίκαιη διαταγή υπό τις περιστάσεις είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της, τόσο στην ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 11/04/2025 όσο και στην ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 23/05/2025.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο