ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Δικαιοδοσία Διατροφής
Ενώπιον: Σ. Νεοφύτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 395/24 (i)
Μεταξύ:
Μ.Φ.
Αιτητής
και
Β.Φ.
Καθ’ ης η αίτηση
Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή : Λ. Κούτρα (κα)
Για την Καθ’ ης η αίτηση: Μ. Χατζηδάκης για Μανούσος Χατζηδάκης & Σια ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 9.12.2019, στα πλαίσια της αίτησης διατροφής 424/18, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής διατάχθηκε να καταβάλλει στην Καθ’ ης η αίτηση, εν διαστάσει τότε σύζυγο του, το ποσό των €150 μηνιαίως, από 1.1.20, ως συνεισφορά στη διατροφή και συντήρηση της. O γάμος των διαδίκων λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ίδιας ημερομηνίας. Σήμερα και με την επιβολή της εκ του Νόμου αύξησης του 10%, το ποσό που ο Αιτητής καταβάλλει στην Καθ’ ης η αίτηση ανέρχεται σε €181.50.
Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί το αίτημα του Αιτητή για την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται το πιο πάνω διάταγμα διατροφής.
Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε Υπεράσπιση και η δικογραφία της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την καταχώριση Απάντησης στην Υπεράσπιση εκ μέρους του Αιτητή. Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη με την καταχώριση και ανταλλαγή της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων. Για την Καθ’ ης η αίτηση μαρτυρία έδωσε και ο κος Κ.Κ., Διευθυντής της εταιρείας που εργαζόταν η Καθ’ ης η αίτηση. Ουδείς εξ αυτών αντεξετάστηκε.
Από τη μαρτυρία του Αιτητή προκύπτει ότι στηρίζει το αίτημα του στο γεγονός ότι από την έκδοση του διατάγματος έχουν μεταβληθεί οι συνθήκες σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιβάλλεται η ακύρωση του. Υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι κατά την έκδοση του διατάγματος η Καθ’ ης η αίτηση εργαζόταν με εισόδημα ύψους €800 μηνιαίως, πλέον σύνταξη ύψους €580 μηνιαίως. Ο λόγος δε που ο Αιτητής συμφώνησε να της καταβάλλει κάποιο ποσό ως διατροφή, είναι διότι τότε η μια εκ των θυγατέρων των διαδίκων αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και διέμενε με την Καθ’ ης η αίτηση. Στη μαρτυρία του παραθέτει τον πίνακα εξόδων που είχε παρουσιάσει τότε η Αιτήτρια στην αίτηση της, συνολικού ύψους €1.900.
«Α) Διατροφή με την κόρη των €600
Β) Ένδυση/Υπόδηση €200
Γ) Ηλεκτρικό ρεύμα/νερό/θέρμανση €350
Δ) Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη €150
Ε) Μεταφορικά-αυτοκίνητο €150
ΣΤ) Διάφοροι φόροι €150
Ζ) Ψυχαγωγία €100
Η) Μικρά έξοδα €200»
Ο Αιτητής στη μαρτυρία του αναλύει κάθε ξεχωριστό κονδύλι των πιο πάνω εξόδων για να καταδείξει πως αυτά έχουν διαφοροποιηθεί. Για τη διατροφή συγκεκριμένα, αναφέρει ότι πλέον οι δύο θυγατέρες των διαδίκων είναι οικονομικά ανεξάρτητες. Η μεν Δ., ηλικίας 26 ετών είναι νυμφευμένη με δύο παιδιά και εργάζεται ενώ η Χ., 31 ετών, συζεί με τον νυν σύντροφο της και εργάζεται σε εταιρεία πληροφορικής. Συνεπώς, η Καθ’ ης η αίτηση δεν επιβαρύνεται με κάποιο ποσό για την κάλυψη των εξόδων διατροφής τους. Εξακολουθεί να εργάζεται με εισόδημα ύψους €900 μηνιαίως και συνεχίζει να λαμβάνει σύνταξη ύψους €580 μηνιαίως. Διαμένει σε κατοικία ιδιοκτησίας της θυγατέρας των διαδίκων, με δικαίωμα επικαρπίας οίκησης και χρήσης, συνεπώς δεν καταβάλλει κάποιο ποσό για ενοίκιο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1, γραπτή βεβαίωση της θυγατέρας του Χ. με την οποία βεβαιώνει ότι διαμένει με τον σύντροφο της στα «βοηθητικά» της πατρικής της οικίας, ότι μοιράζονται τα λειτουργικά έξοδα της οικίας με τη μητέρα της και ότι η μητέρα της διατηρεί δικαίωμα να διαμένει σε αυτήν. Στην δήλωση της αναφέρει επίσης ότι η μητέρα της, της καταβάλλει €100 μηνιαίως ως οικονομική βοήθεια.
Αναφορικά με τα έξοδα ένδυσης και υπόδησης, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι είναι υπερβολικό το ποσό των €200 μηνιαίως όχι μόνο για την Καθ’ ης η αίτηση αλλά και για ένα ανήλικο παιδί που οι ανάγκες του είναι τρέχουσες και αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς.
Χαρακτηρίζει τα λειτουργικά έξοδα της οικίας ύψους €350 μηνιαίως εκτός πραγματικότητας και υποδεικνύει ότι στην οικία διαμένουν και άλλα άτομα. Υποστηρίζει ότι τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης ύψους €150 μηνιαίως καλύπτονται από το Γενικό Σύστημα Υγείας και ότι το ποσό των €150 μηνιαίως για μεταφορικά έξοδα δεν είναι λογικό εφόσον η Καθ’ ης η αίτηση δεν έχει ανήλικα υπό τη φροντίδα της για να απαιτείται αυτό το ποσό.
Αναφορικά με το κονδύλι φόρων ύψους €150 μηνιαίως, ισχυρίζεται ότι αυτό δεν υφίσταται εφόσον αυτοί αποπληρώνονται από τους ιδιοκτήτες της οικίας και ότι το ποσό των €200 μηνιαίως για κάλυψη μικροεξόδων, είναι πλασματικό και αόριστο.
Αναφορικά με τις δικές του συνθήκες, αναφέρει ότι έχει δημιουργήσει νέα οικογένεια και είναι πλέον συνταξιούχος. Κατέθεσε ως τεκμήριο 2 σχετική βεβαίωση και ως τεκμήριο 3 την κατάσταση σύνταξης του όπου, όπως εξηγεί, φαίνεται και η αποκοπή δόσης δανείου που συνήψε για να βοηθήσει την θυγατέρα του Χ. να ανεγείρει οικία.
Τέλος, τονίζει ότι από την έκδοση του επίδικου διατάγματος έχουν παρέλθει χρόνια και ότι δεν δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του.
Η Καθ’ ης η αίτηση στη μαρτυρία της αναφέρεται στην έκδοση του υφιστάμενου διατάγματος διατροφής. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1, αντίγραφο των πρακτικών του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.12.18 και ως τεκμήριο 2, αντίγραφο του διατάγματος διατροφής, τονίζοντας ότι στο πρακτικό αναφέρεται ότι το διάταγμα θα ισχύει και μετά την έκδοση διαζυγίου, χωρίς χρονικό περιορισμό.
Αποδέχεται τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι συνεχίζει να διαμένει στη συζυγική οικία την οποία μεταβίβασε επ’ ονόματι της θυγατέρας της Χ., η οποία διαμένει σε ξεχωριστό οίκημα εντός του οικοπέδου και ότι διατηρεί δικαίωμα επικαρπίας. Υποστηρίζει δε ότι συνεχίζει να συντηρεί τη θυγατέρα της στον ίδιο και μεγαλύτερο βαθμό απ’ ότι όταν οι διάδικοι ζούσαν μαζί.
Σχολιάζοντας τα τεκμήρια που κατέθεσε ο Αιτητής για την οικονομική του κατάσταση, εξηγεί ότι ως συνταξιούχος λαμβάνει σύνταξη από το Ταμείο Συντάξεως Υπαλλήλων της ΑΗΚ ύψους €1.908 μηνιαίως και επιπλέον σύνταξη από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σύνολο €3.000 πλέον 13η σύνταξη. Κατά την έκδοση του διατάγματος ελάμβανε μηνιαίο μισθό ύψους €3.300. Ισχυρίζεται επίσης ότι ο Αιτητής εργάζεται περιστασιακά σε διάφορα έργα μαζί με τον κουμπάρο των διαδίκων, με επιπλέον εισόδημα €600 περίπου μηνιαίως, ποσά τα οποία δεν δηλώνει. Έλαβε επίσης περί τις €350.000 ως εφάπαξ λόγω της συνταξιοδότησης του, μέρος του οποίου έδωσε στις θυγατέρες τους και στη νυν σύζυγο του και το υπόλοιπο το σπατάλησε για προσωπικά του έξοδα. Αναφέρει επίσης ότι περί το 2023, ο Αιτητής αγόρασε στην νυν σύζυγο του διαμέρισμα αξίας €150.000.
Είναι η θέση της ότι η οικονομική κατάσταση του Αιτητή δεν έχει επηρεαστεί λόγω της συνταξιοδότησης του και ότι το γεγονός αυτό δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης του διατάγματος. Καταχώρισε δε εκδικητικά την παρούσα αίτηση, μετά που έλαβε επιστολή των δικηγορών της ότι οφείλει να της καταβάλει αναδρομικά την εκ του Νόμου αύξηση του 10%, ενώ προηγουμένως ήταν συνεπής στην υποχρέωση του, χωρίς ποτέ να προβάλει ως δικαιολογία το γεγονός ότι νυμφεύθηκε ξανά.
Επισημαίνει στο Δικαστήριο ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί δανειοδότησης δεν είναι δικογραφημένος και ότι σε κάθε περίπτωση η δόση καταβάλλεται από την θυγατέρα της.
Αναφέρει ότι είναι 73 ετών με πολλά προβλήματα υγείας και κινητικότητας γεγονός που δυσκολεύει την καθημερινότητα της. Χρειάζεται συνεχείς θεραπείες και φαρμακευτική αγωγή που δεν καλύπτει το ΓΕΣΥ και υπάρχει πιθανότητα στο μέλλον να υποβληθεί σε εντατική θεραπεία κιρσών στα χέρια και στα πόδια. Κατέθεσε ως τεκμήριο 3 αντίγραφα αποδείξεων εξόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
Από την 1η.12.25 σταμάτησε να εργάζεται λόγω του προχωρημένου της ηλικίας της και πλέον ζει μόνο με τη σύνταξη που λαμβάνει ύψους €580, σε αντίθεση με τον Αιτητή που λαμβάνει €3.000 περίπου μηνιαίως.
Δεν αρνείται ότι καταβάλλει το ποσό των €100 μηνιαίως στη θυγατέρα της λόγω της διαμονής της στην οικία που πλέον της ανήκει και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι καταβάλλει και μέρος των λογαριασμών κοινής ωφέλειας. Κατέθεσε ως τεκμήριο 4, αντίγραφο του τραπεζικού της λογαριασμού επί του οποίου όπως εξηγεί φαίνονται οι πληρωμές των εξόδων αυτών αλλά και των προσωπικών της εξόδων, τα οποία ισχυρίζεται ότι έχουν αυξηθεί από την έκδοση του διατάγματος. Εξηγεί ότι με βάση το τεκμήριο 4, απαιτείται το ποσό των €300 ανά διμηνία περίπου για την κατανάλωση ρεύματος, το ποσό των €25 για υπηρεσίες τηλεφώνου και διαδικτύου, €50 ανά διμηνία για την κατανάλωση νερού, €200 για τα μεταφορικά της, €150 για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, €200 για μικροέξοδα, €400 έξοδα διατροφής της ιδίας και της θυγατέρας της, επιπλέον του ποσού των €100 που δίνει στη θυγατέρα της. Συνολικά δηλαδή ισχυρίζεται ότι απαιτείται το ποσό των €1.250. Σχετικές αποδείξεις πληρωμής κατέθεσε ως τεκμήριο 5.
Τέλος, επισημαίνει επίσης ότι ο Αιτητής παρέλειψε να αναφερθεί στα δικά του έξοδα διαβίωσης και ότι δεν κατάφερε να αποδείξει μεταβολή των συνθηκών που να δικαιολογούν ακύρωση του διατάγματος.
Για την πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση μαρτυρία έδωσε και ο κος Κ.Κ., ως έχει ήδη αναφερθεί, διευθυντής της εταιρείας που εργοδοτούσε την Καθ’ ης η αίτηση. Αναφέρει ότι η Καθ’ ης η αίτηση εργαζόταν στην εν λόγω εταιρεία με καθεστώς μερικής απασχόλησης μέχρι τις 30.11.2025, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της και των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Εξηγεί ότι παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της να ανταπεξέλθει στα μειωμένα της καθήκοντα, δεν είναι σε θέση πλέον να τα εκτελέσει επιτυχώς γι’ αυτό και σταμάτησε να εργάζεται. Από συζητήσεις που είχε με την Καθ’ ης η αίτηση γνωρίζει ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ιδιαίτερα τώρα που το μοναδικό της εισόδημα είναι η σύνταξη της.
Η ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Έχω μελετήσει με προσοχή το σύνολο της έγγραφης μαρτυρίας, τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και τις θέσεις των διαδίκων, υπό το πρίσμα των διατάξεων του Νόμου που διέπει το υπό εξέταση θέμα. Επισημαίνεται εκ νέου ότι ουδείς εκ των μαρτύρων αντεξετάστηκε. Συνεπώς η αξιολόγηση της αξιοπιστίας τους βασίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο της γραπτής τους μαρτυρίας.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, το διάταγμα διατροφής εκδόθηκε εκ συμφώνου πριν τη λύση του γάμου των διαδίκων, έστω και εάν τα δύο διατάγματα φέρουν την ίδια ημερομηνία έκδοσης και συνεπώς πρόκειται για διατροφή εν διαστάσει συζύγων. Προς τούτο συμφωνούν και οι διάδικοι. Υπάρχει επίσης ρητή αναφορά στο διάταγμα ότι η ισχύς του θα συνεχιστεί και μετά την έκδοση του διατάγματος λύσης του γάμου των διαδίκων, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ημερομηνία παύσης της ισχύος του διατάγματος.
Η υποχρέωση διατροφής εν διαστάσει συζύγου ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 3, 4 και 6 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων και άλλα Συναφή θέματα Νόμου, Ν. 232/91.
Το άρθρο 3 προνοεί ρητά ότι «οι σύζυγοι έχουν, ανάλογα με τις δυνάμεις τους, αμοιβαία υποχρέωση διατροφής».
Το άρθρο 4 αναφέρει τα εξής:
«4(1) Αν η έγγαμη συμβίωση διακοπεί το Δικαστήριο μπορεί με αίτηση του συζύγου να εκδώσει διάταγμα διατροφής με το οποίο να διατάσσεται ο άλλος σύζυγος να καταβάλλει στον αιτητή διατροφή.
(2) Η υποχρέωση διατροφής παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.»
Περαιτέρω και αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιεί ένα διάταγμα διατροφής, σχετικό είναι το άρθρο 10 του Νόμου το οποίο αναφέρει τα εξής:
«10. (1) Το Δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε από τους συζύγους να τροποποιεί ή να ακυρώνει οποιοδήποτε διάταγμα διατροφής που εκδόθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), το ύψος του ποσού της διατροφής αυξάνεται αυτόματα κατά δέκα τοις εκατόν (10%) ανά περίοδο εικοσιτεσσάρων μηνών:
Νοείται ότι, το Δικαστήριο μπορεί, κατόπιν αίτησης του υπόχρεου διατροφής, να διατάξει όπως μη ισχύσει η αυτόματη αύξηση και/ή το ύψος αυτής περιοριστεί. Σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αίτησης, αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε ποσού αύξησης:
Νοείται περαιτέρω ότι, η απόφαση του Δικαστηρίου δυνάμει του παρόντος εδαφίου εκδίδεται εντός τριών μηνών από την καταχώρηση της αίτησης και δυνατόν να έχει αναδρομική εφαρμογή από την ημερομηνία κατά την οποία η αυτόματη αύξηση θα είχε εφαρμογή δυνάμει του παρόντος εδαφίου.»
Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το άρθρο 10 του Νόμου δεν προκαθορίζει τις προϋποθέσεις που το Δικαστήριο εξετάζει για να ακυρώσει ή να τροποποιήσει ένα διάταγμα διατροφής συζύγου ή πρώην συζύγου. Αντίθετα, το άρθρο 11 του Νόμου αναφέρει ρητώς ότι:
«11. Διάταγμα διατροφής που εκδόθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου παύει να ισχύει:
(α) Αν ο σύζυγος υπέρ του οποίου εκδόθηκε ξαναπαντρευτεί ή αν συζεί μόνιμα με κάποιο άλλο πρόσωπο σε ελεύθερη ένωση
(β) σε περίπτωση θανάτου του δικαιούχου ή του υποχρέου, εκτός αν αφορά παρελθόντα χρόνο ή δόσεις απαιτητές κατά το χρόνο του θανάτου
(γ) αν ακυρώθηκε από το Δικαστήριο.»
Στην υπό κρίση ωστόσο περίπτωση τίποτα από τα πιο πάνω δεν ισχύει.
Το άρθρο 4 του Νόμου, το οποίο αναφέρεται στην διατροφή πρώην συζύγου αναφέρει ότι το ποσό της διατροφής δύναται να διαφοροποιηθεί ή και να τερματιστεί η υποχρέωση διατροφής, όταν αυτό επιβάλλουν ειδικές περιστάσεις. Αυτές δεν απαριθμούνται, ούτε εξειδικεύονται στο Νόμο, ωστόσο από το λεκτικό του άρθρου 3 του Νόμου, προκύπτει ότι οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψιν και εξετάζεται στις υποθέσεις διατροφής συζύγων.
Ο υπόχρεος θα πρέπει να προβαίνει σε ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη των οικονομικών του δυνατοτήτων, εφόσον μόνο αυτός γνωρίζει την πραγματική κατάσταση πραγμάτων. Στην Δημητρίου ν. Περδίου (2005) 1(Β) Α.Α.Δ. 1418 έχει αναφερθεί σε σχέση με συνεισφορά για διατροφή ανήλικου παιδιού - ότι ενυπάρχει υποχρέωση στους υπόχρεους (γονείς) όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους (βλ. χχχ Γεωργίου ν. χχχ Ζαννέτου Γεωργίου, Εφ. Αρ. 33/2019, ημερομηνίας 5.2.21 ).
Συνεπώς, ένας από τους παράγοντες που λαμβάνεται υπόψιν πρωτίστως είναι η μεταβολή των οικονομικών δεδομένων των διαδίκων.
Ο Αιτητής στηρίζει το αίτημα του σε ισχυριζόμενη ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών από της εκδόσεως του διατάγματος. Ένα στοιχείο το οποίο προβάλλεται ότι διαφοροποιεί τα δεδομένα που επικρατούσαν το 2019 είναι το γεγονός ότι οι θυγατέρες των διαδίκων είναι πλέον ενήλικες και οικονομικά ανεξάρτητες. Ωστόσο, το επίδικο διάταγμα δεν αφορούσε διατροφή τέκνων αλλά συνεισφορά για τη διατροφή της εν διστάσει συζύγου του. Ο ισχυρισμός ότι το διάταγμα εκδόθηκε για τον λόγο ότι η μία εκ των δύο θυγατέρων έχρηζε οικονομικής στήριξης από την μητέρα της δεν τεκμηριώνεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ούτε επιβεβαιώνεται από τα πρακτικά της διαδικασίας που επισύναψε ως τεκμήριο η Καθ’ ης η αίτηση.
Προβαίνει σε σχολιασμό των εξόδων της Αιτήτριας ως αυτά ίσχυαν κατά την έκδοση του διατάγματος, με ισχυρισμούς που διατυπώνονται κυρίως σε επίπεδο προσωπικών εκτιμήσεων, σε αντίθεση με την Καθ’ ης η αίτηση η οποία προσέφερε τεκμηριωμένη μαρτυρία για τα τρέχοντα έξοδα της. Σε κάθε περίπτωση, η καταγραφή των εξόδων που περιλαμβάνονταν στην αίτηση διατροφής, επί της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, καθώς και ο αναλυτικός σχολιασμός εκάστου κονδυλίου, δεν εξυπηρετούν ουσιαστικό σκοπό ούτε υποβοηθούν το Δικαστήριο. Τούτο διότι το διάταγμα που εν τέλη εκδόθηκε εκ συμφώνου ήταν της τάξεως των €150 μηνιαίως, ποσό δυσανάλογο των ισχυριζόμενων εξόδων αλλά και της αναλογίας στα εισοδήματα των διαδίκων.
Περαιτέρω, ενώ ο Αιτητής επικαλείται μείωση της οικονομικής του δυνατότητας λόγω συνταξιοδότησης, προκύπτει από τα τεκμήρια που ο ίδιος κατέθεσε, ότι το συνολικό μηνιαίο εισόδημά του ανέρχεται περίπου σε €3.000, ποσό που δεν απέχει ουσιωδώς από τις απολαβές που είχε κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος (€3.300). Ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση ότι διεξάγει επιπλέον εργασία που δεν δηλώνει, παρέμεινε αναντίλεκτος. Ο δε ισχυρισμός του Αιτητή ότι τέλεσε νέο γάμο, δεν συνοδεύεται από μαρτυρία ικανή να καταδείξει την αύξηση των εξόδων του, εφόσον καμία αναφορά γίνεται στα έξοδα διαβίωσης του ιδίου ή και της συζύγου του ή ακόμα εάν αυτή εργάζεται, ώστε να καταδειχθεί πραγματική οικονομική επιβάρυνση ή αδυναμία συμμόρφωσης.
Ο ισχυρισμός του ότι έχει προβεί σε δανεισμό για να βοηθήσει οικονομικά την θυγατέρα του, πέραν του ότι δεν δικογραφείται και δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν, έχει απαντηθεί από την Καθ’ ης η αίτηση και η θέση της ότι στη ουσία το δάνειο αποπληρώνεται από την θυγατέρα των διαδίκων παρέμεινε αναντίλεκτη. Δεν τεκμηριώθηκε δηλαδή επαρκώς ως προς το κατά πόσον επιβαρύνει πράγματι τον ίδιο, ούτε αποδείχθηκε ότι επηρεάζει ουσιωδώς την οικονομική του δυνατότητα.
Συνεπώς, η μαρτυρία του, δεν καταδεικνύει ουσιώδη και μόνιμη μεταβολή των οικονομικών του συνθηκών που να δικαιολογεί ακύρωση του διατάγματος.
Η Καθ’ ης η αίτηση υπήρξε πιο συνεπής στη μαρτυρία της και έχει τεκμηριώσει επαρκώς τους βασικούς ισχυρισμούς της. Καθοριστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι από 1.12.2025 έχει παύσει να εργάζεται και το μοναδικό της εισόδημα ανέρχεται πλέον σε €580 μηνιαίως, τη σύνταξη δηλαδή που λαμβάνει. Το στοιχείο αυτό συνιστά ουσιώδη μεταβολή των οικονομικών της δεδομένων, σε σχέση με το 2019, όπου και διέθετε επιπλέον εισόδημα €800 μηνιαίως από την εργασία της. Η μαρτυρία του εργοδότη της, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη στο σύνολο της, ενισχύει την εκδοχή της ως προς την παύση εργασίας λόγω ηλικίας και προβλημάτων υγείας.
Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι, λόγω της ηλικίας της, ήταν απολύτως αναμενόμενο η Καθ’ ης η αίτηση να παύσει την επαγγελματική της δραστηριότητα, γεγονός το οποίο άλλωστε η ίδια αναφέρει ρητώς στο δικόγραφό της. Η εν λόγω απόφαση ουδόλως δύναται να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική ή αδικαιολόγητη. Αντιθέτως, συνιστά φυσική και εύλογη εξέλιξη της επαγγελματικής πορείας ενός ατόμου, συνδεόμενη με το στάδιο ζωής στο οποίο αυτό ευρίσκεται.
Το γεγονός ότι η Καθ’ ης η αίτηση διαμένει σε οικία ιδιοκτησίας της θυγατέρας της, μειώνει μεν το στεγαστικό της βάρος, δεν αναιρεί όμως την υποχρέωσή της να συνεισφέρει οικονομικά στην κάλυψη των λειτουργικών εξόδων της οικίας. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την δήλωση της θυγατέρας της, που κατέθεσε ο Αιτητής ως τεκμήριο 1.
Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι τα έξοδα της Καθ’ ης η αίτηση ως τα η ίδια τα παρουσιάζει σήμερα, ενδεχομένως να έχουν μειωθεί από την έκδοση του υφιστάμενου διατάγματος, ωστόσο έχει αποδειχθεί ουσιώδης και δυσανάλογη μεταβολή των εισοδημάτων της σε σχέση με την μείωση των εξόδων της. Στον αντίποδα, ο Αιτητής, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης των όσων ισχυρίζεται, δεν κατάφερε αρχικά να αποδείξει ουσιώδη μεταβολή των εισοδημάτων του και επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης, ούτε και δυσκολία συμμόρφωσης στο διάταγμα διατροφής.
Με βάση όλα τα ανωτέρω, κρίνεται ότι το ποσό των €181,50 μηνιαίως που ο Αιτητής καταβάλλει σήμερα είναι εύλογο και αναλογικό σε σχέση με τα εισοδήματα των διαδίκων και τις ανάγκες της Καθ’ ης η αίτηση. Όπως ήδη ανέφερα, οι ανάγκες του Αιτητή δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός και μόνο ότι παρήλθαν κάποια χρόνια από την έκδοση του διατάγματος δεν δικαιολογεί και την ακύρωση του.
Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
(Υπ.)…………………….
Σ. Νεοφύτου, Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο