Χ.Ε. ν. Π.Χ, Αρ. Αίτησης: 269/25, 15/5/2026
print
Τίτλος:
Χ.Ε. ν. Π.Χ, Αρ. Αίτησης: 269/25, 15/5/2026

 

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Ενώπιον: Μ.Χ.Κάιζερ, Π.

                                                                                 Αρ. Αίτησης:  269/25i

Μεταξύ:

 

Χ.Ε.

                                                                  Αιτήτριας

                                              και

 

                                              Π.Χ,

                                                                        Καθ’ου η Αίτηση

 

Δια κλήσεως αίτηση ημερ. 24/10/2025

 

Ημερομηνία: 15 Μαΐου, 2026

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κα Τ. Τζίρτη

Για τον Καθ’ου η αίτηση: κα Σ. Ρένου για Τορναρίτης & Σια ΔΕΠΕ

  

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η  Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι διάδικοι υπήρξαν ζευγάρι και, από τη μεταξύ τους σχέση, απέκτησαν ένα τέκνο, την Ν., η οποία γεννήθηκε στις 11/06/2024. Κατόπιν διαδικασίας δικαστικής αναγνώρισης της πατρότητας, και έπειτα από τη διενέργεια γενετικού ελέγχου (DNA), εκδόθηκε στις 20/05/2025 σχετικό διάταγμα, δυνάμει του οποίου ο Καθ’ου η αίτηση αναγνωρίστηκε ως πατέρας της ανήλικης.

Με την υπό εξέταση αίτηση, ημερομηνίας 24/10/2024, η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος, δυνάμει του οποίου ο Καθ’ου η αίτηση να καταβάλλει προς αυτήν το ποσό των €600 μηνιαίως, ως συνεισφορά για τη διατροφή της ως άνω ανήλικης.

Περαιτέρω, η Αιτήτρια αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ’ου η αίτηση να καταβάλλει ποσοστό ύψους 60% επί των εξόδων ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης της ανήλικης, τα οποία δεν καλύπτονται από το ΓΕΣΥ, περιλαμβανομένων ενδεικτικώς εξόδων για εμβολιασμούς, οδοντιατρική και ορθοδοντική φροντίδα, οφθαλμολογική παρακολούθηση (συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας γυαλιών οράσεως), καθώς και θεραπείες φυσιοθεραπείας και εργοθεραπείας. Η καταβολή των εν λόγω ποσών ζητείται να πραγματοποιείται εντός πέντε (5) ημερών από την αποστολή, εκ μέρους της Αιτήτριας, των σχετικών αποδείξεων και/ή αποδεικτικών απαίτησης.

Τέλος, η Αιτήτρια αιτείται όπως εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Καθ’ου η αίτηση να καταβάλλει τα ανωτέρω ποσά σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η ίδια στην Ελληνική Τράπεζα.

Ο Καθ’ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως όπου διατυπώνονται 8 λόγοι ένστασης και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του.  Το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, να παραθέσει αυτούσιους τους λόγους της ένστασης.  Θα αρκεστεί να εξετάσει όσους λόγους προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση του Καθ’ου η αίτηση, οι οποίοι είναι άμεσα συνυφασμένοι με το θέμα της έκδοσης ή μη προσωρινού διατάγματος, όπως αυτό διέπεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/1960 και τη σχετική επί του θέματος νομολογία.      

 

Τόσο η αίτηση, όσο και η ένσταση υποστηρίζονται αντίστοιχα από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. H ένορκη δήλωση της Αιτήτριας υποστηρίζεται από 13 Τεκμήρια και του Καθ’ου η αίτηση από 2.

 

Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η μεν Αιτήτρια στις 12/02/2026 συνοδευόμενη από ένα Τεκμήριο και ο δε Καθ’ου η αίτηση στις 26/02/2026 συνοδευόμενη από πέντε Τεκμήρια.

 

Η ακρόαση, διεξήχθη με τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.

 

Μελέτησα την εξεταζόμενη αίτηση και την ένσταση, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων και των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, καθώς και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων.

 

Η Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωση της, προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι ο Καθ’ου η αίτηση ουδέποτε επιθυμούσε τη γέννηση της ανήλικης και δεν της παρείχε οποιαδήποτε συναισθηματική ή οικονομική στήριξη, ούτε κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης ούτε και μεταγενέστερα, κατάσταση η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, εξακολουθεί μέχρι σήμερα. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η οριστική ρήξη της μεταξύ τους σχέσης επήλθε στις 29/01/2024, ημερομηνία κατά την οποία είχαν και την τελευταία τους επικοινωνία, ενώ η ανήλικη γεννήθηκε στις 11/06/2024.

 

Σύμφωνα με την ίδια, περί τον Δεκέμβριο του 2024 προέβη στην καταχώριση αίτησης για δικαστική αναγνώριση της πατρότητας της ανήλικης από τον Καθ’ου η αίτηση, καθότι ήταν πεπεισμένη ότι αυτός είναι ο βιολογικός της πατέρας. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, και κατόπιν διενέργειας γενετικού ελέγχου (DNA), εκδόθηκε στις 20/05/2025, στην αίτηση πατρικής αναγνώρισης αρ. 30/24 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, διάταγμα αναγνώρισης της πατρότητας του Καθ’ ου η αίτηση, συνεπεία του οποίου εκδόθηκε και νέο πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης.

 

Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι, παρά την έκδοση του ανωτέρω διατάγματος, ο Καθ’ου η αίτηση δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την ανήλικη, ούτε επιδίωξε να τη γνωρίσει ή να διατηρήσει επαφή μαζί της, ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε οικονομική συνεισφορά για την κάλυψη των αναγκών της.

 

Αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Καθ’ου η αίτηση, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι αυτός εργάζεται ως Αρχιλοχίας στις Διαβιβάσεις, στο Στρατόπεδο Πλατανιών, με καθαρές μηνιαίες απολαβές περί τα €3.000. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι απασχολείται επιπρόσθετα σε φίλο του μηχανικό στον Αγρό, με αμοιβή €7 ανά ώρα, αποκομίζοντας πρόσθετο μηνιαίο εισόδημα περίπου €400, ενώ λαμβάνει και εισόδημα από ενοικίαση διαμερίσματος, το οποίο βρίσκεται κάτω από την ιδιόκτητη κατοικία του στον Αγρό, ύψους περίπου €400 μηνιαίως. Κατά την Αιτήτρια, τα συνολικά μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται τουλάχιστον μεταξύ €3.800 και €4.000.

 

Σε σχέση με τη δική της οικονομική κατάσταση, η Αιτήτρια αναφέρει ότι εργάζεται ως νοσηλεύτρια στον δημόσιο τομέα, με καθαρές μηνιαίες απολαβές ύψους €2.396. Επιπλέον, λαμβάνει μονογονεϊκό επίδομα ύψους €215 μηνιαίως, καθώς και επίδομα τέκνου ύψους €44 μηνιαίως (ήτοι €535 ετησίως), με αποτέλεσμα τα συνολικά της μηνιαία εισοδήματα να ανέρχονται στο ποσό των €2.655. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, επισύναψε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο των μηνιαίων της απολαβών.

 

Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ου η αίτηση υποχρεούται να συνεισφέρει στα έξοδα της ανήλικης αναλόγως των οικονομικών του δυνατοτήτων, παρά το γεγονός ότι διατηρεί υποχρεώσεις έναντι δύο ακόμη τέκνων από προηγούμενο γάμο του, ηλικίας περίπου 16 και 14 ετών. Επισημαίνει δε ότι το βιοτικό επίπεδο των εν λόγω τέκνων είναι υψηλό, περιλαμβανομένης της φοίτησης τους σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, και ότι αντίστοιχη μέριμνα θα πρέπει να επιδειχθεί και για την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων.

 

Περαιτέρω, αναφέρεται στις ιδιαίτερες ανάγκες της ανήλικης, υποστηρίζοντας ότι, λόγω πρόωρης γέννησης της, κρίθηκε αναγκαία, από τον πρώτο μήνα ζωής της, η έναρξη φυσιοθεραπειών κατόπιν σύστασης του παιδιάτρου της, μέρος των οποίων καλύπτεται από το ΓΕΣΥ. Μετέπειτα, και ιδίως μετά που ξεκίνησε να περπατά, κρίθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της, επιβεβλημένη και η έναρξη εργοθεραπείας, η οποία δεν καλύπτεται από το ΓΕΣΥ, προς ενίσχυση του συντονισμού των κινήσεων και της ευχέρειας βάδισης της ανήλικης. Διευκρινίζει ότι δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει τη διάρκεια των εν λόγω θεραπειών και, ως εκ τούτου, αιτείται όπως ο Καθ’ου η αίτηση συνεισφέρει ποσοστιαία στα εκάστοτε προκύπτοντα έξοδα, με βάση την αναλογία των εισοδημάτων τους.

 

Όσον αφορά τα έξοδα διατροφής, συντήρησης και εν γένει ανατροφής της ανήλικης, η Αιτήτρια τα προσδιορίζει στο συνολικό ποσό των €1.386 μηνιαίως, όπως αναλυτικά καταγράφεται σε σχετικό πίνακα στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης της. Προς υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών, επισύναψε ως Τεκμήρια 2–12 αποδείξεις που αφορούν μέρος των εν λόγω εξόδων.

 

Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων είναι αναγκαία και επιβεβλημένη, προκειμένου να διασφαλιστεί η κάλυψη των αναγκών της ανήλικης, τόσο ως προς τη διατροφή και συντήρηση της όσο και ως προς την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, κατά τρόπο αναλογικό μεταξύ των δύο γονέων. Τονίζει δε ότι αδυνατεί να επωμίζεται μόνη της το σύνολο των σχετικών εξόδων, ιδίως υπό το φως των αυξημένων αναγκών της ανήλικης.

 

Ο Καθ’ου η αίτηση, στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση του, προβάλλει ότι αρχικώς αμφισβήτησε την πατρότητα της ανήλικης, επικαλούμενος το γεγονός ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο, η Αιτήτρια διατηρούσε παράλληλη σχέση με τρίτο πρόσωπο.

 

Αντικρούει περαιτέρω τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την ανήλικη θυγατέρα του, υποστηρίζοντας ότι η ίδια η Αιτήτρια προέβη σε καταχώριση αίτησης ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αποκλειστικής γονικής μέριμνας, με αποτέλεσμα, κατά τους ισχυρισμούς του, να αποκλειστεί ο ίδιος από οποιαδήποτε επικοινωνία με το τέκνο.

 

Σε σχέση με την οικονομική του κατάσταση, ο Καθ’ου η αίτηση παραδέχεται ότι υπηρετεί ως Αρχιλοχίας στην Εθνική Φρουρά, πλην όμως αμφισβητεί τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς το ύψος των εισοδημάτων του. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι οι καθαρές μηνιαίες απολαβές του ανέρχονται στο ποσό των €2.612,29, προς απόδειξη του οποίου επισύναψε ως Τεκμήριο 1 σχετική κατάσταση μισθοδοσίας εκδοθείσα από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας. Αρνείται, περαιτέρω, ότι διατηρεί δεύτερη απασχόληση σε μηχανικό, χαρακτηρίζοντας τον σχετικό ισχυρισμό της Αιτήτριας ως εικασία, αποδιδόμενη αποκλειστικά στη μεταξύ τους φιλική σχέση. Απορρίπτει επίσης τον ισχυρισμό ότι αποκομίζει σταθερό εισόδημα από ενοικίαση ακινήτου, υποστηρίζοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, τυχόν σχετική εκμετάλλευση είναι περιστασιακή και εξαρτάται από τουριστικές περιόδους, χωρίς να συνιστά σταθερή μηνιαία πηγή εισοδήματος.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι από τα ως άνω εισοδήματα του εξυπηρετεί προσωπικό στεγαστικό δάνειο, καταβάλλοντας μηνιαίως το ποσό των €651, καθώς και συναφή ασφάλιστρα που συνδέονται με το εν λόγω δάνειο.

 

Σε ό,τι αφορά τις οικογενειακές του υποχρεώσεις, παραδέχεται ότι καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €600 για τη διατροφή των δύο τέκνων που απέκτησε από προηγούμενο γάμο, δυνάμει σχετικού διατάγματος διατροφής στην αίτηση υπ’ αρ. 173/22, το οποίο επισύναψε ως Τεκμήριο 2.

 

Αναφορικά με τις ανάγκες της ανήλικης, ο Καθ’ου η αίτηση υποστηρίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας της (περίπου 1,5 έτους), τα έξοδα που επικαλείται η Αιτήτρια είναι υπερβολικά και διογκωμένα, αποδίδοντας την προσέγγιση αυτή σε πρόθεση εκ μέρους της Αιτήτριας να τον επιβαρύνει δυσανάλογα, συνεπεία της μεταξύ τους διάστασης.

 

Τέλος, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αρνήθηκε να συνεισφέρει οικονομικά για τη διατροφή της ανήλικης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι δεν του ζητήθηκε ποτέ συγκεκριμένο ποσό προς τον σκοπό αυτό. Αντιθέτως, κατά τους ισχυρισμούς του, η Αιτήτρια, ήδη από τη γέννηση του τέκνου, επέδειξε στάση αποκλεισμού του από κάθε μορφή επικοινωνίας και συμμετοχής, περιοριζόμενη αποκλειστικά στην επιδίωξη αναγραφής του ως πατέρα στο πιστοποιητικό γέννησης της ανήλικης.

Στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, η Αιτήτρια δηλώνει ότι υιοθετεί πλήρως τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην αρχική ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 24/10/2025.

Περαιτέρω, επαναλαμβάνει τη θέση της ότι ο Καθ’ου η αίτηση ουδέποτε επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την ανήλικη από τη γέννηση της μέχρι και σήμερα. Προς ενίσχυση του ισχυρισμού της, αναφέρει ότι επιχείρησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει μαζί του, αποστέλλοντας του μηνύματα και καλώντας τον να συνδράμει στη συμπλήρωση ερωτηματολογίου οικογενειακού ιστορικού, το οποίο απαιτήθηκε στο πλαίσιο ιατρικής διερεύνησης της ανήλικης, χωρίς, ωστόσο, να λάβει οποιαδήποτε ανταπόκριση. Επιπλέον, αναφέρει ότι κατά την έκδοση του διατάγματος γονικής μέριμνας, δυνάμει του οποίου της ανατέθηκε η αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης, ο Καθ’ου η αίτηση ενημερώθηκε για τα δικαιώματα του και ερωτήθηκε ρητώς κατά πόσον επιθυμεί να έχει επικοινωνία με το τέκνο, πλην όμως αρνήθηκε.

Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ου η αίτηση ουδέποτε, μέχρι σήμερα, προσφέρθηκε να συνεισφέρει οποιοδήποτε ποσό, έστω και ελάχιστο, για την κάλυψη των εξόδων της ανήλικης, ούτε και μετά την καταχώριση της παρούσας αίτησης διατροφής. Επισημαίνει, μάλιστα, ως αντιφατική τη στάση του, καθότι, ενώ με την υπεράσπιση του εισηγείται την καταβολή ποσού €250 μηνιαίως ως διατροφή, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 06/02/2026 προς τη δικηγόρο της, η πρόταση της πλευράς του περιοριζόταν στο ποσό των €200. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού της, επισύναψε ως Τεκμήριο 1 το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα.

Σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση του Καθ’ου η αίτηση, η Αιτήτρια επαναλαμβάνει τη θέση της ότι αυτός διατηρεί και δεύτερη, σταθερή απασχόληση σε μηχανικό, ενώ αποφεύγει, κατά τους ισχυρισμούς της, να αποκαλύψει το πλήρες εύρος των εισοδημάτων του από ενοικίαση ακινήτου, τα οποία, έστω και αν είναι περιστασιακά, παραδέχεται ότι υφίστανται. Επιπλέον, επισημαίνει ότι ο Καθ’ου η αίτηση επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 στην ένσταση του κατάσταση αποδοχών για τον μήνα Οκτώβριο 2025, ενώ η ένσταση καταχωρήθηκε στις 13/01/2026, υποστηρίζοντας ότι έκτοτε έχει λάβει αύξηση απολαβών (περιλαμβανομένων προσαυξήσεων και τιμαριθμικού επιδόματος), την οποία δεν αποκάλυψε. Περαιτέρω, αναφέρει ότι θα ήταν εύλογο να προσκομίσει λογαριασμούς κοινής ωφελείας (ΑΗΚ και νερού) για το ακίνητο που, κατά τους ισχυρισμούς της, εκμισθώνει στον Αγρό, προκειμένου να καταδειχθεί η πραγματική χρήση και, συνακόλουθα, η αναλήθεια των ισχυρισμών του περί μη σταθερού εισοδήματος.

Αναφορικά με τις επικαλούμενες δανειακές του υποχρεώσεις, η Αιτήτρια δηλώνει άγνοια ως προς την ακριβή τους έκταση, πλην όμως υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υφίστανται, αφορούν στεγαστικό δάνειο που εξυπηρετεί την απόκτηση ακίνητης περιουσίας εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση. Ως εκ τούτου, και υπό το πρίσμα ότι οι ανάγκες της ανήλικης υπερέχουν, κατά τους ισχυρισμούς της, έναντι της αποπληρωμής δανειακών υποχρεώσεων για σκοπούς περιουσιακής ενίσχυσης, θεωρεί ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.

Σε σχέση με το υφιστάμενο διάταγμα διατροφής υπέρ των δύο τέκνων του Καθ’ου η αίτηση από προηγούμενο γάμο, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι, μολονότι το διάταγμα προβλέπει καταβολή ποσού €600 μηνιαίως, ο Καθ’ ου η αίτηση καταβάλλει στην πράξη σημαντικά υψηλότερο ποσό, εκτός του πλαισίου του διατάγματος, προς κάλυψη, μεταξύ άλλων, δαπανών για φοίτηση σε ιδιωτικά σχολεία και λοιπές ανάγκες, γεγονός το οποίο, κατά την άποψη της, αποσιωπά.

Υποστηρίζει ότι η ίδια εξαναγκάστηκε να καταχωρίσει αίτηση για ανάθεση αποκλειστικής γονικής μέριμνας, δεδομένης της συνεχιζόμενης, κατά τους ισχυρισμούς της, αδιαφορίας του Καθ’ου η αίτηση ακόμη και μετά την επιβεβαίωση της πατρότητας μέσω γενετικού ελέγχου, γεγονός που κατέστησε ανέφικτη οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ τους προς όφελος της ανήλικης.

Τέλος, αναφορικά με τα έξοδα της ανήλικης, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ου η αίτηση, λόγω της πλήρους απουσίας του από τη ζωή της, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τις πραγματικές της ανάγκες, ώστε να τις χαρακτηρίζει ως διογκωμένες. Αντιθέτως, η ίδια ισχυρίζεται ότι έχει προσκομίσει επαρκή και τεκμηριωμένη μαρτυρία προς απόδειξη των εξόδων αυτών, την οποία ο Καθ’ου η αίτηση απορρίπτει χωρίς να διαθέτει, κατά την άποψη της, προσωπική γνώση των σχετικών δεδομένων.

Στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο Καθ’ου η αίτηση επαναλαμβάνει και υιοθετεί το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε στην αρχική του ένορκη δήλωση, εμμένοντας στις θέσεις που ήδη έχει εκθέσει.

Περαιτέρω, αναφέρει ότι προέβη στην καταβολή ποσού ύψους €200 στον τραπεζικό λογαριασμό της Αιτήτριας για τον μήνα Φεβρουάριο, προς απόδειξη του οποίου επισυνάπτει σχετική απόδειξη ως Τεκμήριο 2.

Σε ό,τι αφορά την οικονομική του κατάσταση, επαναλαμβάνει ότι οι μηνιαίες απολαβές του από την εργασία του ως Αρχιλοχίας στην Εθνική Φρουρά ανέρχονται στο ποσό των €2.677,60, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 3 πρόσφατη κατάσταση μισθοδοσίας από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας. Απορρίπτει εκ νέου τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί ύπαρξης δεύτερης απασχόλησης σε μηχανικό, χαρακτηρίζοντας τον ως αβάσιμη εικασία που εδράζεται αποκλειστικά στη μεταξύ τους φιλική σχέση. Ομοίως, αρνείται ότι αποκομίζει σταθερό εισόδημα από ενοικίαση ακινήτου, υποστηρίζοντας ότι τυχόν σχετική χρήση είναι περιστασιακή και εξαρτάται από τουριστικές περιόδους. Ειδικότερα, αναφέρει ότι το επίμαχο υποστατικό δεν αποτελεί ανεξάρτητο διαμέρισμα με σταθερή εκμίσθωση, αλλά χώρο αποθήκης στο ισόγειο της κατοικίας του, ο οποίος έχει διαμορφωθεί σε μικρό διαμέρισμα. Περαιτέρω, σημειώνει ότι δεν υπάρχουν ξεχωριστοί λογαριασμοί κοινής ωφελείας για το εν λόγω υποστατικό, επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 4 σχετικές καταστάσεις της ΑΗΚ, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει περιορισμένη κατανάλωση, ασύμβατη με συστηματική εκμίσθωση.

Αναφορικά με τις δανειακές του υποχρεώσεις, απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι προτεραιοποιεί την αύξηση της ακίνητης περιουσίας του, υποστηρίζοντας ότι το στεγαστικό δάνειο αφορά την κατοικία στην οποία διαμένει, το οποίο ανέλαβε μετά τη λύση του προηγούμενου γάμου του, καθότι παραχώρησε την πρώην συζυγική κατοικία, όπου διαμένουν τα τέκνα του, στην πρώην σύζυγο του. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού επισυνάπτει σχετική τραπεζική απόδειξη ως Τεκμήριο 5.

Περαιτέρω, αρνείται και/ή δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας αναφορικά με το βιοτικό επίπεδο των άλλων δυο τέκνων του, υποστηρίζοντας ότι τα ζητήματα αυτά είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία. Επισημαίνει, αντιθέτως, ότι η Αιτήτρια όφειλε να έχει ως κύρια μέριμνα τη διασφάλιση της ομαλής ένταξης του στη ζωή της ανήλικης, κατά τρόπο που να μην διαταράσσει την ισορροπία της.

Αντικρούει επίσης τους ισχυρισμούς περί αδιαφορίας εκ μέρους του προς την ανήλικη, υποστηρίζοντας ότι η αποξένωσή του από το τέκνο οφείλεται στην έκδοση διατάγματος αποκλειστικής γονικής μέριμνας υπέρ της Αιτήτριας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν του παρείχε ουδέποτε την ευκαιρία να προσεγγίσει και να αναπτύξει σχέση με την ανήλικη.

Αναφορικά με τα προβαλλόμενα έξοδα της ανήλικης, αρνείται και/ή δεν παραδέχεται το περιεχόμενο των σχετικών ισχυρισμών της Αιτήτριας, καλώντας την σε αυστηρή απόδειξη αυτών. Υποστηρίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας της ανήλικης (περίπου 1,5 έτους), το αιτούμενο ποσό διατροφής είναι υπερβολικό και δυσανάλογο προς τις πραγματικές της ανάγκες, επισημαίνοντας ότι, ως πατέρας δύο άλλων ανηλίκων τέκνων, διαθέτει επαρκή γνώση των σχετικών αναγκών.

Τέλος, προβάλλει τη θέση ότι το ύψος της αιτούμενης διατροφής καθορίστηκε από την Αιτήτρια κατά τρόπο υπέρμετρο και διογκωμένο, αποδίδοντας την προσέγγιση αυτή σε πρόθεση εκ μέρους της να τον επιβαρύνει οικονομικά, συνεπεία της μεταξύ τους διάστασης.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Για να δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις:

 

α)’’Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

β)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία   στην αγωγή, και

γ)ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως  δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estate and others (1982) 1 CLR 557,  Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253)’’.

 

Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη (1989) 1Ε ΑΑΔ 152).  Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία, με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα και δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα επί των οποίων θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 263).  Επιπλέον, υπάρχει η υποχρέωση του Αιτητή/τριας όταν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Στυλιανού v. Στυλιανού (1992) 1(Α) ΑΑΔ 583, Σάββα v. Τηλεμάχου (2001) 1(Γ) ΑΑΔ 2081).

 

Στην απόφαση Κωνσταντίνου Λόρδου κ.α ν. Πέτρου Σιακόλα κ.α Πολιτική Έφεση Ε143/2015, ημερ. 27/3/2017,  επαναεπιβεβαιώθηκε η θέση, ότι κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας. Επικεντρώνεται σε ό,τι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας.

 

Στην ίδια απόφαση υπεδείχθη επίσης  ότι «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου, ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.».

 

Στην υπόθεση  Σεβαστού v. Σεβαστού  (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.»

 

Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν. 14/60, στις οποίες έγινε ήδη αναφορά ανωτέρω, αξιολογούνται υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο. Εν προκειμένω, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις των άρθρων 33(1) και 37 του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/90).

 

Ειδικότερα, το άρθρο 33(1) του Ν. 216/90 προβλέπει ότι:


«Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του.»

 

Περαιτέρω, το άρθρο 37 ορίζει ότι:

 

«(α) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

(β)Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του». 

 

Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων καθίσταται σαφές ότι η υποχρέωση διατροφής ανηλίκου συνιστά αυτοτελή και επιτακτική νομική υποχρέωση αμφοτέρων των γονέων, η οποία δεν τελεί υπό αίρεση ούτε εξαρτάται από άλλες ρυθμίσεις που αφορούν τη γονική μέριμνα. Σκοπός της εν λόγω υποχρέωσης είναι η κάλυψη των πραγματικών αναγκών του ανηλίκου, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις συνθήκες διαβίωσης του και τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων. Επομένως, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι η Αιτήτρια έχει ορατές πιθανότητες επιτυχίας στην εναρκτήρια αίτηση. 

 

Ιδιαίτερης αναφοράς χρήζει ο τρίτος λόγος ένστασης που προβάλλει ο Καθ’ου η αίτηση, σύμφωνα με τον οποίο η Αιτήτρια, λόγω του ότι της έχει ανατεθεί η αποκλειστική γονική μέριμνα της ανήλικης κατόπιν δικής της επιδίωξης, δεν νομιμοποιείται να αξιώνει από τον ίδιο συνεισφορά για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου του. Ο ισχυρισμός αυτός δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο νόμο ούτε στη νομολογία και απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμος.

Η ανάθεση της αποκλειστικής γονικής μέριμνας σε έναν εκ των δύο γονέων δεν απαλλάσσει τον έτερο γονέα από την υποχρέωση διατροφής, ούτε περιορίζει κατ’οιονδήποτε τρόπο την έκταση της εν λόγω υποχρέωσης. Αντιθέτως, η υποχρέωση διατροφής είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής, απορρέουσα απευθείας από το νόμο και συνδεόμενη με την ιδιότητα του γονέα. Η δε αποκλειστική άσκηση της γονικής μέριμνας από τον ένα γονέα αφορά τη λήψη αποφάσεων για το τέκνο και την καθημερινή του φροντίδα, χωρίς να επηρεάζει το δικαίωμα του τέκνου να λαμβάνει διατροφή και από τους δύο γονείς.

Περαιτέρω, από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό συνάγεται ότι ο ίδιος ο Καθ’ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε την έκδοση του διατάγματος αποκλειστικής γονικής μέριμνας, αλλά, αντιθέτως, συναίνεσε σε αυτό ή, τουλάχιστον, δεν το αμφισβήτησε ενεργά στο πλαίσιο της σχετικής διαδικασίας. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν δύναται εκ των υστέρων να επικαλείται τη ρύθμιση αυτή ως λόγο απαλλαγής του από την υποχρέωση διατροφής.

Εξάλλου, η ανάθεση της αποκλειστικής γονικής μέριμνας στη μητέρα, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ενισχύει και δεν αποδυναμώνει την ανάγκη οικονομικής συνεισφοράς εκ μέρους του πατέρα, δεδομένου ότι η καθημερινή φροντίδα και κάλυψη των αναγκών της ανήλικης βαρύνει κατ’ αποκλειστικότητα την Αιτήτρια.

Περαιτέρω, το ζήτημα της διατροφής ανηλίκου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την καθημερινή διαβίωση και την ευημερία του. Η μη καταβολή εύλογης συνεισφοράς εκ μέρους του υπόχρεου γονέα επηρεάζει αναπόφευκτα και άμεσα το επίπεδο διαβίωσης του τέκνου, στερώντας του βασικά μέσα συντήρησης και ανάπτυξης. Οι ανάγκες διατροφής και συντήρησης είναι κατεπείγουσες και διαρκείς και δεν δύνανται να αναπληρωθούν εκ των υστέρων. Ιδίως στην παρούσα περίπτωση, από την ίδια τη μαρτυρία του Καθ’ου η αίτηση προκύπτει ότι, από τη γέννηση της ανήλικης στις 11/06/2024 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2026, το μοναδικό ποσό που έχει καταβάλει για τη συντήρησή της ανέρχεται σε €200. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει, prima facie, την απουσία οικονομικής συνεισφοράς εκ μέρους του, παρά τη σαφή και διαρκή νομική του υποχρέωση. Κατά συνέπεια, κρίνω ότι πληρούται και η τρίτη εκ των προϋποθέσεων για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.

Σε ό,τι αφορά τον 7ο λόγο ένστασης, με τον οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε από την Αιτήτρια αποκλειστικά για εκδικητικούς λόγους και όχι με γνώμονα το συμφέρον της ανήλικης, ο ισχυρισμός αυτός είναι παντελώς ανεδαφικός και εξηγώ.

Καταρχάς, ο εν λόγω ισχυρισμός είναι γενικός και αόριστος και δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή αξιόπιστη μαρτυρία, ικανή να καταδείξει ότι η άσκηση του δικαιώματος της Αιτήτριας υπαγορεύεται από αλλότρια κίνητρα. Αντιθέτως, το περιεχόμενο της αίτησης, καθώς και η συνοδευτική μαρτυρία, εστιάζουν κατ’ εξοχήν στις ανάγκες της ανήλικης και στην απουσία οικονομικής συνεισφοράς εκ μέρους του Καθ’ου η αίτηση.

Περαιτέρω, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστανται εντάσεις ή προσωπικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων, τούτο δεν αναιρεί ούτε περιορίζει την υποχρέωση διατροφής του ανηλίκου, η οποία, ως ήδη αναφέρθηκε, είναι αυτοτελής, επιτακτική και απορρέει ευθέως από το νόμο. Το κριτήριο που διέπει την επιδίκαση διατροφής είναι αποκλειστικά το συμφέρον και οι ανάγκες του ανηλίκου, σε συνάρτηση με τις οικονομικές δυνατότητες των γονέων, και όχι τα υποκειμενικά κίνητρα του ενός ή του άλλου διαδίκου.

Εξάλλου, από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία προκύπτει ότι η ανήλικη, από της γεννήσεως της μέχρι και την καταχώριση της αίτησης, δεν έτυχε οικονομικής στήριξης εκ μέρους του Καθ’ου η αίτηση, γεγονός που καθιστά την προσφυγή της Αιτήτριας στη Δικαιοσύνη όχι μόνο δικαιολογημένη αλλά και αναγκαία για τη διασφάλιση των βασικών αναγκών του τέκνου.

Πρέπει, επίσης, να υπογραμμιστεί ότι το ζήτημα της διατροφής ανηλίκου είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή του διαβίωση και ευημερία. Οι ανάγκες συντήρησης, διατροφής και εν γένει φροντίδας του τέκνου είναι τρέχουσες, διαρκείς και επείγουσες και δεν επιδέχονται αναβολή μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Η καθυστέρηση στην εξασφάλιση των αναγκαίων πόρων δύναται να επιφέρει άμεσες και ουσιώδεις επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής και ανάπτυξη του ανηλίκου.

Η υποχρέωση διατροφής, ως εκ του νόμου επιβαλλόμενη, προϋποθέτει τακτική και περιοδική καταβολή, κατά κανόνα σε μηνιαία βάση και σε καθορισμένες δόσεις. Δεν δύναται να εξαρτάται από τη διακριτική ευχέρεια του υπόχρεου γονέα, ούτε ως προς το ύψος του καταβλητέου ποσού ούτε ως προς τον χρόνο καταβολής του. Οποιαδήποτε αντίθετη προσέγγιση θα αναιρούσε τον προστατευτικό χαρακτήρα της σχετικής νομοθεσίας και θα άφηνε ακάλυπτες τις ουσιώδεις ανάγκες του ανηλίκου.

Ζητήματα που αφορούν το άρθρο 32 του Ν. 14/60 , εξετάζονται στη βάση προϋποθέσεων, και αν ο Αιτητής/τρια με τη μαρτυρία που παρουσιάζει στην όψη της και μόνο και όχι κατόπιν αξιολόγησης ή επιλογής εκδοχών των δυο πλευρών, παρουσιάζει μαρτυρία που  χαρακτηρίζεται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, ώστε ακριβώς στη βάση αυτού του δεδομένου να κρίνεται, αν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. απόφαση Δίγκλης κ.α ν. Total Fit Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. E135/2015).

 

Επομένως τονίζω ότι δεν θα καταλήξω σε ευρήματα στο παρόν στάδιο, ούτε όσον αφορά στο ύψος των εισοδημάτων των διαδίκων, ούτε όσον αφορά στα έξοδα της ανήλικης.  Αυτά θα γίνουν κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. Θεωρώ όμως σημαντικό να τονίσω ότι, ενώ ο Καθ’ου η αίτηση αμφισβητεί το ύψος των εξόδων της ανήλικης, χαρακτηρίζοντας τα ως υπερβολικά, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ανάλυση ή τεκμηριωμένη τοποθέτηση ως προς το ποιο θα ήταν, κατά την άποψη του, το εύλογο μηνιαίο κόστος συντήρησης και διατροφής της. Ούτε, άλλωστε, παραθέτει εξειδικευμένη θέση επί των επιμέρους κονδυλίων που καταγράφονται από την Αιτήτρια, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να αξιολογήσει, έστω εκ πρώτης όψεως, τη βασιμότητα των ισχυρισμών του περί υπερβολής.

Αντιθέτως, περιορίζεται αφενός στον γενικό ισχυρισμό περί διογκωμένων εξόδων και αφετέρου στην υιοθέτηση της θέσης ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, όπως ρητώς εισηγείται διά της αγόρευσης του, χωρίς όμως να προσφέρει εναλλακτική, τεκμηριωμένη προσέγγιση ως προς τις πραγματικές ανάγκες της ανήλικης.

Περαιτέρω, το μόνο συγκεκριμένο στοιχείο που προκύπτει από τη μαρτυρία του Καθ’ου η αίτηση είναι ότι ο ίδιος έχει μονομερώς καθορίσει τη συνεισφορά του για τη διατροφή της ανήλικης στο ποσό των €200 μηνιαίως, προβαίνοντας στην καταβολή του εν λόγω ποσού τον Φεβρουάριο του 2026. Εντούτοις, δεν παρέχει οποιαδήποτε επαρκή εξήγηση ως προς τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίστηκε το ποσό αυτό, ούτε καταδεικνύει με ποιον τρόπο αυτό ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της ανήλικης.

Ιδίως, η εν λόγω μονομερής προσέγγιση καθίσταται ακόμη πιο προβληματική, εάν ληφθεί υπόψη ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Αιτήτριας, μόνο το μηνιαίο κόστος για τη φροντίστρια της ανήλικης ανέρχεται στο ποσό των €300, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης της (βεβαίωση από τη φροντίστρια). Συνεπώς, το ποσό των €200 που ο ίδιος καθόρισε υπολείπεται ακόμη και ενός μεμονωμένου και βασικού κονδυλίου που αφορά την καθημερινή φροντίδα της ανήλικης, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη λοιπές ουσιώδεις ανάγκες αυτής.

Υπό τα δεδομένα αυτά, καθίσταται πρόδηλο ότι ο καθορισμός του εν λόγω ποσού δεν βασίζεται σε αντικειμενική αξιολόγηση των αναγκών της ανήλικης, αλλά συνιστά αυθαίρετη εκτίμηση. Top of Form

Αναφορικά με τις δανειακές υποχρεώσεις που προβάλλει ο Καθ’ου η αίτηση, επισημαίνεται ότι αυτές δεν δύνανται να υπερισχύσουν ούτε να περιορίσουν τη θεμελιώδη υποχρέωση του προς διατροφή του ανήλικου τέκνου του. Η υποχρέωση διατροφής ανηλίκου έχει, κατά πάγια νομολογία, πρωτεύοντα χαρακτήρα και προηγείται κάθε άλλης οικονομικής υποχρέωσης του γονέα.

Στην Δημητρίου v. Περδίου (2005) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1418 το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, σε υποθέσεις διατροφής ανηλίκων, η ύπαρξη χρεών ή δανειακών υποχρεώσεων δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο γονέα από τη νομική και ηθική του υποχρέωση να συνεισφέρει στη διατροφή των παιδιών του, ακριβώς επειδή οι ανάγκες των ανηλίκων προηγούνται και τυγχάνουν υπέρτερης προστασίας.

Η πιο πάνω νομολογιακή προσέγγιση ενισχύεται περαιτέρω από την Χριστίνα Χαραλάμπους v. Χαράλαμπου Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 951, όπου το Δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω τη διάκριση μεταξύ καταναλωτικών και κεφαλαιουχικών δαπανών, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι:

«… η διατροφή έχει σκοπό να καλύψει τις καταναλωτικές και όχι τις κεφαλαιουχικές δαπάνες, τις οποίες οι ίδιοι οι γονείς αναλαμβάνουν και επωμίζονται με σκοπό την επ΄ ονόματι τους απόκτηση περιουσίας. ……………………………………………………………………………………….η δόση που θα καταβάλλεται υπό τύπο «ενοικίου», στην πραγματικότητα θα βοηθά στην αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου, που μοναδικό σκοπό έχει την σταδιακή απόκτηση οικίας, που θα παραμείνει ως κεφαλαιουχικό δεδομένο, πολύ μετά που θα σταματήσει το διάταγμα διατροφής».

Επομένως, οι δανειακές υποχρεώσεις που επικαλείται ο Καθ’ου η αίτηση, ανεξαρτήτως της φύσεως ή του ύψους τους, δεν μπορούν να τεθούν σε προτεραιότητα έναντι της υποχρέωσης του να συμβάλλει επαρκώς στη διατροφή, φροντίδα και κάλυψη των αναγκών της ανήλικης θυγατέρας του. Αντιθέτως, ο Καθ’ου η αίτηση οφείλει να διαμορφώσει και να προσαρμόσει τις προσωπικές και οικονομικές του υποχρεώσεις κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται πρωτίστως η ευημερία και η ομαλή διαβίωση του ανηλίκου τέκνου του. Bottom of Form

 

Μια απλή ανάγνωση των ενόρκων δηλώσεων των διαδίκων αποκαλύπτει τη μεγάλη διάσταση τους σε σχέση με ουσιαστικές παραμέτρους της υπόθεσης και δη ως προς τα έξοδα της ανήλικης και το ύψος των εισοδημάτων του Καθ’ου η αίτηση. Σύμφωνα με τη Νομολογία, Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδης (1998) 1 ΑΑΔ 1386, 16 Iουλίου, 1998 το Δικαστήριο, ως προς τα έξοδα διατροφής ανηλίκου, δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης. Περαιτέρω, σύμφωνα και πάλι με τη Νομολογία, η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς αντιμετώπιση των πραγματικών αναγκών συγκεκριμένων ατόμων (Βλ. Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625, 17 Μαΐου, 2001).

 

Όπως τονίστηκε στην απόφαση του Δ.Ο.Δ. στην Κορελλίδης ν. Κορελλίδη  (2012) 1 ΑΑΔ 1975, 5 Σεπτεμβρίου, 2012 «Το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που να οδηγούν σε υπολογισμό με σεντ, αλλά θα πρέπει να σταθμίζει τις ανάγκες και να καταλήγει σε συμπεράσματα που να επιφέρουν όσο το δυνατό, τα ανήλικα τέκνα σε μια πλησιέστερη κατάσταση, όπως θα ήταν εάν οι γονείς τους ζούσαν μαζί». 

 

Το Δικαστήριο είναι σε θέση, λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων ως προς τα έξοδα διατροφής των ανηλίκων, τα οποία είναι συνακόλουθα βεβαίως και της ηλικίας τους, να καταλήξει σε ένα ποσό το οποίο αντανακλά το εύλογο και τα διδάγματα της κοινής πείρας και ζωής, ως εύστοχα αναφέρει η προαναφερθείσα νομολογία. 

Επισημαίνω ότι δεν μπορώ να παραβλέψω το ιδιαίτερα υψηλό συνολικό ποσό των €1.386 μηνιαίως, το οποίο η Αιτήτρια αξιώνει ως αναγκαίο για την κάλυψη των αναγκών ανηλίκου ηλικίας μόλις ενάμιση έτους. Το ύψος αυτό, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και της αρχής της αναλογικότητας που διέπει τον καθορισμό της διατροφής, παρίσταται εκ πρώτης όψεως δυσανάλογο προς τις πραγματικές και εύλογες ανάγκες ενός παιδιού της συγκεκριμένης ηλικίας.

Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι η διατροφή ανηλίκου πρέπει να ανταποκρίνεται μεν στις πραγματικές του ανάγκες, πλην όμως χωρίς να οδηγεί σε υπερβολές ή σε τεχνητή διόγκωση των εξόδων, ιδίως όταν αυτά δεν τεκμηριώνονται επαρκώς ή δεν συνάδουν με τα δεδομένα της ηλικίας και του τρόπου ζωής που πρέπει να έχει ένα παιδί αυτής της ηλικίας.

Εν προκειμένω, από την ανάλυση των επιμέρους κονδυλίων, διαπιστώνεται ότι ορισμένα εξ αυτών εμφανίζονται προδήλως υπερβολικά. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια εξ αυτών όπως το ποσό των €150 μηνιαίως για ένδυση και υπόδηση δεν ανταποκρίνεται στις συνήθεις ανάγκες ενός παιδιού ενάμιση έτους, λαμβανομένου υπόψη ότι σε αυτή την ηλικία οι ανάγκες ένδυσης, αν και υπαρκτές λόγω ταχείας ανάπτυξης, δεν δικαιολογούν τέτοια σταθερή μηνιαία δαπάνη, αλλά μάλλον περιοδικές και σαφώς χαμηλότερες επιβαρύνσεις.

Περαιτέρω, το ποσό των €200 μηνιαίως για μεταφορικά έξοδα που αποδίδονται στην ανήλικη δεν προκύπτει ότι στηρίζεται σε συγκεκριμένα και αναγκαία δεδομένα. Ένα παιδί αυτής της ηλικίας δεν έχει αυτοτελείς μετακινήσεις ούτε δραστηριότητες που να συνεπάγονται τέτοιας έκτασης δαπάνη, ώστε να δικαιολογείται η επιβάρυνση αυτή σε τόσο υψηλό κονδύλι.

Ομοίως, τα ποσά που καταλογίζονται ως αναλογία της ανήλικης για οικιακές δαπάνες, ήτοι €100 για ηλεκτρικό ρεύμα, €30 για γκάζι (ζεστό νερό) και €42 για ξύλα, κρίνονται δυσανάλογα σε σχέση με τη πραγματική συμβολή ενός παιδιού ενάμιση έτους στην κατανάλωση των εν λόγω πόρων. Η επιβάρυνση αυτή φαίνεται να αντανακλά κυρίως τις ανάγκες του ενήλικα νοικοκυριού και όχι αυτοτελώς και αποκλειστικώς τις ανάγκες του ανηλίκου.

Συνεκτιμώντας τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η συνολική αποτύπωση των εξόδων, όπως παρουσιάζεται από την Αιτήτρια, δεν αντικατοπτρίζει με ακρίβεια τις πραγματικές και εύλογες ανάγκες του ανηλίκου, αλλά μάλλον εμπεριέχει στοιχεία υπερβολής και αναντιστοιχίας, τα οποία δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά χωρίς την αναγκαία προσαρμογή τους σε ρεαλιστικά και αντικειμενικά πλαίσια.

Θεωρώ κατάλληλο το σημείο αυτό για να αναφέρω και να τονίσω ότι οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες έχει προβεί το Δικαστήριο γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος. Όλα τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στην αγωγή (εναρκτήρια αίτηση) παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beogradska Banka D.D. (1999) 1 ΑΑΔ. 225).

 

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ενώπιον μου δεδομένων, περιλαμβανομένων αφενός των εύλογων αναγκών της ανήλικης και αφετέρου των οικονομικών δυνατοτήτων και υποχρεώσεων των διαδίκων, κρίνω ότι ποσό ύψους €270 μηνιαίως, πλέον υποχρέωση του Καθ’ου η αίτηση για κάλυψη του 1/2 του κόστους της φροντίστριας, καθώς και του 1/2 των ιατρικών και εν γένει ιατροφαρμακευτικών εξόδων που δεν καλύπτονται από το ΓΕΣΥ, συνιστά εύλογη και δίκαιη συνεισφορά του στη διατροφή της ανήλικης.

Η δια κλήσεως αίτηση καταχωρήθηκε στις 24/10/2025. Επομένως, η έκδοση προσωρινού διατάγματος ανατρέχει από την 01/11/2025.

Συνακόλουθα, εκδίδονται τα κάτωθι προσωρινά διατάγματα, με τα οποία ο Καθ’ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλλει στην Αιτήτρια τα ακόλουθα ποσά:

(ι) €270 μηνιαίως από 01/11/2025 και κάθε αντίστοιχη ημέρα επόμενου μηνός, ως συνεισφορά του για τη διατροφή του ανήλικου τέκνου τους Ν.Ε.,

(ιι) από 01/11/2025 και κάθε αντίστοιχη ημέρα επόμενου μηνός, το ποσό των €150 μηνιαίως, το οποίο αντιστοιχεί στο ήμισυ του κόστους φροντίστριας του ανήλικου τέκνου Ν.Ε.,

(ιιι) από 01/11/2025 και κάθε αντίστοιχη ημέρα επόμενου μηνός, να καλύπτει εξ ημισείας οποιαδήποτε ιατροφαρμακευτικά έξοδα της ανήλικης Ν.Ε. τα οποία δεν καλύπτονται από το ΓΕΣΥ. Τα εν λόγω έξοδα περιλαμβάνουν, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, έξοδα που αφορούν ιατρικές ειδικότητες που δεν εντάσσονται στο ΓΕΣΥ, φαρμακευτική αγωγή, εμβόλια, οδοντιατρικές και ορθοδοντικές θεραπείες, ορθοπεδικά έξοδα, οφθαλμολογικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων γυαλιών όρασης και φακών επαφής, καθώς και έξοδα φυσιοθεραπείας και εργοθεραπείας.

Σε περίπτωση κατά την οποία η Αιτήτρια καταβάλει το σύνολο των εξόδων που αναφέρονται στις παραγράφους (ιι) και (ιιι) ανωτέρω, θα αποστέλλει γραπτή ειδοποίηση μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) στον Καθ’ ου η αίτηση, συνοδευόμενη από τις σχετικές αποδείξεις, και ο Καθ’ου η αίτηση θα υποχρεούται εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη της εν λόγω ειδοποίησης να καταβάλει στην Αιτήτρια το ποσό που αντιστοιχεί στο ήμισυ των εξόδων αυτών.

Σε περίπτωση παράλειψης ή άρνησης του Καθ’ου η αίτηση να συμμορφωθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας, η Αιτήτρια, εφόσον έχει καταβάλει το σύνολο των εν λόγω εξόδων, θα δικαιούται να διεκδικήσει το ποσό που αντιστοιχεί στο ήμισυ των εξόδων αυτών διά της διαδικασίας εκτέλεσης του παρόντος διατάγματος μέσω φυλακιστηρίου, με την προσκόμιση των σχετικών αποδείξεων.

(ιν) Προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ου η αίτηση να καταβάλλει τα πιο πάνω ποσά μέσω εμβάσματος στον τραπεζικό λογαριασμό της Αιτήτριας στην Ελληνική Τράπεζα με αριθμό λογαριασμού xxxxxxxxx και ΙΒΑΝ CY61 xxxxxxxxxxx.

Νοείται ότι οποιοδήποτε χρηματικό ποσό έχει καταβληθεί ή εμβασθεί από τον Καθ’ου η αίτηση σε τραπεζικό λογαριασμό της Αιτήτριας μετά την 01/11/2025 αναφορικά με την ανήλικη θυγατέρα τους, θα λαμβάνεται υπόψη και θα αφαιρείται από τις οικονομικές υποχρεώσεις του Καθ’ου η αίτηση, ως αυτές καθορίστηκαν ανωτέρω.

Το διάταγμα θα ισχύει μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της κυρίως αίτησης ή νεότερου διατάγματος του Δικαστηρίου.

 

Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

        (Υπ.) ……………………….

                                                                                                         Μ.Χ.Κάιζερ, Π.           

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ  

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο