ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
Ενώπιον: Μ.Χ.Κάιζερ, Π.
Αρ. Αίτησης: 245/26 (i)
Μεταξύ:
Γ. Γ.
Αιτήτριας
και
Γ.Γ.
Καθ’ ου η Αίτηση
-------------------------------------
Ενδιάμεση αίτηση ημερ. 19/5/2026
------------------------------------
Ημερομηνία: 13 Ιουλίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Αιτήτρια: κος Σ. Κυριακίδης για Σάββας Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Καθ΄ου η αίτηση: κα Λ. Γιουσελή.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η παρούσα ενδιάμεση αίτηση αφορά ζήτημα το οποίο άπτεται άμεσα της άσκησης της γονικής μέριμνας και ειδικότερα της εκπαίδευσης των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων, ήτοι της Α. και της Ο. Η Αιτήτρια ζητεί την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων που να της επιτρέπουν να προχωρήσει στην επανεγγραφή και συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο Ιδιωτικό Σχολείο Terra Santa για το σχολικό έτος 2026-2027, καθώς και τη φοίτηση τους στο θερινό σχολείο του ίδιου εκπαιδευτηρίου κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 2026, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του Καθ’ου η αίτηση.
Επισημαίνω ότι η φοίτηση της ανήλικης Α. στο θερινό σχολείο του εκπαιδευτηρίου Terra Santa δεν αποτελεί πλέον επίδικο ζήτημα, εφόσον η Αιτήτρια μέσω του δικηγόρου της απέσυρε την εν λόγω θεραπεία.
Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Ο Καθ’ου η αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην οποία διατυπώνονται 14 λόγοι ένστασης συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του και 11 Τεκμήρια.
Αποτελούν παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα τα ακόλουθα:
1. Οι διάδικοι είναι Κύπριοι πολίτες ουκρανικής καταγωγής, τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 05/09/2003 και απέκτησαν δύο θυγατέρες, την Α. γεννηθείσα στις 14/02/2013 και την Ο. γεννηθείσα στις 03/07/2022.
2. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε δυνάμει αποφάσεως του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 14/10/2024. Η διάσταση των διαδίκων επήλθε τον Ιούνιο του 2024.
3. Με εκ συμφώνου διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στις 03/10/2024, στα πλαίσια της αίτησης Γονικής Μέριμνας 415/24 ανατέθηκε η φύλαξη και φροντίδα των ανηλίκων τέκνων στην Αιτήτρια, ορίστηκε ως τόπος διαμονής τους ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας στη Λευκωσία, και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Καθ᾽ου η αίτηση με τα ανήλικα τέκνα του. Σύμφωνα με το ίδιο διάταγμα, οι πτυχές της γονικής μέριμνας ασκούνται από κοινού από αμφότερους τους γονείς.
4. Μετά από ακροαματική διαδικασία εκδόθηκε απόφαση στις 23/03/2026 στην αίτηση Διατροφής 270/24 με την οποία διατάχθηκε ο Καθ᾽ου η αίτηση να καταβάλλει μηνιαία διατροφή ύψους €1.176 (για την περίοδο 01/08/2024 – 31/08/2025) και €1.199 (από 01/09/2025 και εφεξής), ως συνεισφορά του για την διατροφή των ανήλικων τέκνων του. Στο ποσό της διατροφής που διατάχθηκε να καταβάλλει συμπεριλαμβάνεται και η συνεισφορά του στα δίδακτρα ιδιωτικής φοίτησης των ανήλικων θυγατέρων του. Ο Καθ᾽ου η αίτηση άσκησε έφεση εναντίον της απόφασης αυτής.
5. Τα ανήλικα φοιτούν αμφότερα στο Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο «Terra Santa» στη Λευκωσία, η Α. για οκτώ συνεχόμενα έτη (από νηπιαγωγείο μέχρι και Α΄ Γυμνασίου κατά το σχολικό έτος 2025-2026) και η Ο. για τρία συνεχόμενα έτη. Μετά την έκδοση της απόφασης στο πλαίσιο της διατροφής, ο Καθ’ου η αίτηση δια επιστολής της δικηγόρου του ημερ. 27/04/2026 προς το σχολείο, γνωστοποίησε την κατηγορηματική άρνηση του για επανεγγραφή των ανηλίκων κατά το σχολικό έτος 2026-2027.
Ένορκη Δήλωση Αιτήτριας
Η Αιτήτρια, προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, προβάλλει ότι οι ανήλικες θυγατέρες των διαδίκων, Α. και Ο., φοιτούν επί σειρά ετών στο Ιδιωτικό Σχολείο «Terra Santa», η μεν Α. επί οκτώ συνεχόμενα σχολικά έτη, η δε Ο. επί τρία συνεχόμενα σχολικά έτη. Υποστηρίζει ότι η επιλογή του συγκεκριμένου εκπαιδευτηρίου δεν αποτέλεσε μονομερή δική της απόφαση, αλλά κοινή επιλογή των δύο γονέων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, η οποία εξακολούθησε να εφαρμόζεται και μετά τη διάσταση τους, με τον Καθ’ ου η αίτηση να συναινεί στη φοίτηση των ανηλίκων και κατά το σχολικό έτος 2024-2025. Σιωπηρά δεν συναίνεσε όπως φοιτήσουν κατά το σχολικό έτος 2025-2026.
Κατά τους ισχυρισμούς της, ο Καθ’ου η αίτηση ουδέποτε εξέφρασε οποιαδήποτε ουσιαστική διαφωνία ως προς τη συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο εν λόγω σχολείο, ενώ, αντιθέτως, φέρεται να διαβεβαίωνε την ανήλικη Α. ότι δεν θα έφερε αντίρρηση στη συνέχιση της φοίτησης της ίδιας και της αδελφής της στο «Terra Santa». Η δε άρνηση του εκδηλώθηκε, κατά την Αιτήτρια, μεταγενέστερα και ειδικότερα μετά την έκδοση της απόφασης στην αίτηση Διατροφής αρ. 270/24.
Συναφώς, η Αιτήτρια αναφέρει ότι στο πλαίσιο της αίτησης Διατροφής αρ. 270/24 εκδόθηκε στις 23/03/2026 απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκε διατροφή υπέρ των ανηλίκων και διατάχθηκε ο Καθ’ ου η αίτηση να καταβάλει τόσο τις τρέχουσες όσο και τις συσσωρευμένες οφειλόμενες διατροφές, καθώς και τα δικηγορικά έξοδα. Εναντίον της εν λόγω απόφασης ο Καθ’ου η αίτηση άσκησε έφεση, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, λόγους που σχετίζονται με τις δαπάνες φοίτησης των ανηλίκων στο Σχολείο «Terra Santa» και τα συναφή έξοδα στέγασης.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης, ο Καθ’ ου η αίτηση, μέσω της πληρεξούσιας δικηγόρου του, απέστειλε επιστολή προς τη Διεύθυνση του Εκπαιδευτηρίου, με την οποία γνωστοποίησε ότι δεν συναινεί πλέον στην εγγραφή ή επανεγγραφή των ανηλίκων στο συγκεκριμένο σχολείο. Η Αιτήτρια αναφέρει ότι πληροφορήθηκε το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής από σχετική ενημέρωση του σχολείου ημερομηνίας 29/04/2026.
Η θέση της Αιτήτριας είναι ότι η μεταστροφή της στάσης του Καθ’ου η αίτηση δεν υπαγορεύεται από οποιαδήποτε εκπαιδευτική ή παιδαγωγική σκοπιμότητα ούτε εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων, αλλά συνδέεται αποκλειστικά με την επιδίωξη του να μειώσει το ύψος της διατροφής που υποχρεούται να καταβάλλει, περιορίζοντας τις εκπαιδευτικές δαπάνες των ανηλίκων.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ακόμη ότι, από τον χρόνο της διάστασης των διαδίκων μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης, ο Καθ’ου η αίτηση ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο προς εξασφάλιση διατάγματος για αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος των ανηλίκων, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια για την εγγραφή τους σε άλλο ιδιωτικό ή δημόσιο εκπαιδευτήριο. Κατά την άποψη της, η συμπεριφορά αυτή καταδεικνύει έλλειψη ουσιαστικού ενδιαφέροντος για την εκπαιδευτική πορεία των τέκνων και επιβεβαιώνει ότι η άρνηση του περιορίζεται αποκλειστικά στη μη συναίνεση για τη συνέχιση της φοίτησης τους στο «Terra Santa», χωρίς να προτείνεται οποιαδήποτε εναλλακτική λύση.
Περαιτέρω, προβάλλει ότι ο Καθ’ου η αίτηση απέστειλε την πιο πάνω επιστολή προς το σχολείο χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της και χωρίς να της κοινοποιήσει το περιεχόμενο της.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι η πολύχρονη φοίτηση των ανηλίκων στο συγκεκριμένο εκπαιδευτήριο έχει δημιουργήσει ένα σταθερό εκπαιδευτικό και κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας τους. Αναφέρει ότι οι ανήλικες έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με το σχολικό τους περιβάλλον, συμμετέχουν στις δραστηριότητες του σχολείου και έχουν προσαρμοστεί πλήρως στη σχολική τους κοινότητα. Προσθέτει δε ότι η φοίτηση και των δύο ανηλίκων στο ίδιο εκπαιδευτήριο διευκολύνει ουσιωδώς την καθημερινή τους μεταφορά και εξυπηρετεί την ομαλή οργάνωση της οικογενειακής τους ζωής.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ου η αίτηση επιδεικνύει διαχρονικά περιορισμένο ενδιαφέρον για την εκπαιδευτική πρόοδο και γενικότερα την καθημερινότητα των ανηλίκων, αναφέροντας ότι δεν συμμετέχει ενεργά στη σχολική τους ζωή, δεν παρακολουθεί την πρόοδο τους, ούτε διατηρεί επικοινωνία με το σχολείο. Προς ενίσχυση των ισχυρισμών της επικαλείται, μεταξύ άλλων, περιστατικό κατά το οποίο ο Καθ’ου η αίτηση αρχικά αρνήθηκε να υπογράψει την απαιτούμενη συγκατάθεση για τη συμμετοχή της ανήλικης Α. σε αθλητική διοργάνωση στην Κρήτη, μεταβάλλοντας τελικώς τη στάση του μόνον όταν πληροφορήθηκε ότι η ίδια προτίθετο να αποταθεί στο Δικαστήριο για εξασφάλιση σχετικού διατάγματος.
Η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι από τον χρόνο της διάστασης των διαδίκων έχει αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα, ανατροφή και καθημερινή μέριμνα των ανηλίκων, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της, ο Καθ’ου η αίτηση δεν συμβάλλει ουσιαστικά στην κάλυψη των αναγκών τους πέραν των υποχρεώσεων που του έχουν επιβληθεί δικαστικώς.
Τέλος, η Αιτήτρια προβάλλει ότι η μη συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο Σχολείο «Terra Santa» θα προκαλέσει σημαντική αναστάτωση στην εκπαιδευτική και ψυχοσυναισθηματική τους σταθερότητα, ιδίως δε στην ανήλικη Α., η οποία φοιτά στο ίδιο σχολείο επί οκτώ συνεχόμενα έτη.
Με την ένσταση του ο Καθ'ου η αίτηση προβάλλει τους κάτωθι λόγους:
α) ‘‘Η αίτηση είναι λανθασμένη.
(β) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
(γ) Η παρούσα καταχωρήθηκε με τεράστια καθυστέρηση.
(δ) Τα ισχυριζόμενα από μέρους της Αιτήτριας γεγονότα δεν ευσταθούν.
(ε) Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση περιέχει ψευδείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς και/ή η αιτήτρια αποκρύβει ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και δεν προσέρχεται με καθαρά χέρια ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου.
(στ) Ο Καθ’ ου η αίτηση ουδεμία ένσταση έχει στο να εγγραφούν τα ανήλικα σε οιονδήποτε δημόσια σχολείο επιθυμεί η αιτήτρια, εντός της επαρχίας Λευκωσίας.
(ζ) Η αιτήτρια αιτείται την εγγραφή στο συγκεκριμένο καλοκαιρινό και για τη ανήλικη Αναστασία, ενώ στην πραγματικότητα αυτή δεν θα φοιτήσει σε αυτό και/ή σε καλοκαιρινό σχολείο.
(η) Η Αιτήτρια αιτείται τη εγγραφή των ανηλίκων στο συγκεκριμένο σχολείο, χωρίς να παραθέτει πρώτα το ύψος των διδάκτρων του.
(θ) Η Αιτήτρια προέβηκε στην εγγραφή των ανηλίκων και/ή καταχώρηση της παρούσας, χωρίς προηγουμένη ενημέρωση του Καθ’ ού η αίτηση και/ή χωρίς να του παρέχει λεπτομέρειες που αφορούν τη φοίτηση αυτή, συμπεριλαμβανομένου και του ύψους των διδάκτρων.
(ι) Η αιτήτρια προέβηκε κατά την σχολική χρονιά 2025-2026 στην εγγραφή και/ή επανεγγραφή των ανήλικων χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του καθ’ ου η αίτηση και παρά την άρνηση αυτού και χωρίς την έκδοση σχετικού διατάγματος και επεδίωξε την εγγραφή την ανήλικης Ο. και για την σχολική χρονιά 2026-2027. Για τη δε ανήλικη Α. θα προέβαινε στην εγγραφή της μετά το πέρας Μάϊου 2026 και πάλι χωρίς τη συγκατάθεση του καθ’ ου η αίτηση και παρά την άρνησή του και/ή χωρίς διάταγμα Δικαστηρίου.
(κ) Η Αιτήρια επιθυμεί την εγγραφή στο συγκεκριμένο καλοκαιρινό σχολείο, καταχρηστικά και χωρίς να λάβει υπόψη της τις οικονομικές δυνατότητες και/ή αδυναμίες του Καθ’ ού η αίτηση.
(λ) Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτες συνέπειες και ζημιά στον καθ’ ου η αίτηση και κατ’ επέκταση στις ανήλικες θυγατέρες των διαδίκων.
(μ) Η Αιτήτρια επιδιώκει τη φοίτηση στο συγκεκριμένο καλοκαιρινό σχολείο, που θεωρείται από τα πιο ακριβά, αν όχι το ακριβότερο, χωρίς να λάβει υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες και αδυναμίες του καθ’ ου η αίτηση και ενώ η ίδια στα πλαίσια αίτησης διατροφής, επικαλείτο οικονομικές της αδυναμίες να ανταπεξέλθει στα έξοδα των ανηλίκων.
(ν) Με βάση την από μέρους της Αιτήτριας ισχυριζόμενη πραγματική βάση της αίτησης ή και με βάσει τα γεγονότα, η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες, γι’ αυτό η παρούσα αίτηση της θα πρέπει να απορριφθεί’’.
Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του, ο Καθ’ου η αίτηση δεν αμφισβητεί ότι οι ανήλικες θυγατέρες των διαδίκων φοιτούν επί σειρά ετών στο Ιδιωτικό Σχολείο «Terra Santa». Αντιτίθεται, ωστόσο, στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προβάλλοντας ως κύριο λόγο την οικονομική του αδυναμία να ανταποκριθεί στο κόστος φοίτησης των ανηλίκων σε ιδιωτικό σχολείο.
Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η οικονομική του κατάσταση έχει μεταβληθεί ουσιωδώς μετά τη διάσταση των διαδίκων και ότι οι οικονομικές του υποχρεώσεις έχουν αυξηθεί σημαντικά. Προς τούτο επικαλείται το ύψος της διατροφής που του επιδικάστηκε με την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/03/2026 στην Αίτηση αρ. 270/24, τα αυξημένα προσωπικά του έξοδα διαβίωσης, τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην καταβολή του μισθού του λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζει η εταιρεία στην οποία εργάζεται, καθώς και την αβεβαιότητα ως προς τη διατήρηση της εργασίας του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ισχυρίζεται ότι η συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο «Terra Santa» υπερβαίνει τις πραγματικές οικονομικές του δυνατότητες.
Ο Καθ’ου η αίτηση αναφέρει ότι δεν αντιτίθεται στη συνέχιση της εκπαίδευσης των ανηλίκων, αλλά αποκλειστικά στη φοίτηση τους σε ιδιωτικό σχολείο. Δηλώνει ότι συναινεί στην εγγραφή τους σε οποιοδήποτε δημόσιο σχολείο επιλέξει η Αιτήτρια εντός της επαρχίας Λευκωσίας, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν κατάλληλα δημόσια σχολεία σε μικρή απόσταση από τον τόπο κατοικίας των ανηλίκων. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι το Σχολείο «Terra Santa» ακολουθεί την ίδια εκπαιδευτική ύλη με τα δημόσια σχολεία, ως ελληνόφωνο σχολείο, και ως εκ τούτου η μετάβαση των ανηλίκων σε δημόσιο σχολείο δεν θα επηρεάσει ουσιωδώς την εκπαιδευτική τους πορεία, ούτε θα προκαλέσει οποιαδήποτε πραγματική βλάβη στην πρόοδο ή στην ανάπτυξη τους. Αντίθετα, θεωρεί ότι η επιμονή σε ιδιωτική φοίτηση, υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, ενέχει τον κίνδυνο να οδηγηθεί ο ίδιος σε φυλάκιση λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των διατροφικών υποχρεώσεων, γεγονός που θα βλάψει τελικά τα ίδια τα παιδιά.
Ο Καθ’ου η αίτηση απορρίπτει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι η άρνηση του υπαγορεύεται από εκδικητικά ή κακόπιστα κίνητρα. Αντιθέτως, υποστηρίζει ότι η θέση του εδράζεται αποκλειστικά στην πραγματική οικονομική του κατάσταση και στην ανάγκη να ανταποκρίνεται με συνέπεια στις συνολικές γονικές και οικονομικές του υποχρεώσεις, λαμβανομένων υπόψη και των υποχρεώσεων που έχει αναλάβει μετά τη δημιουργία νέας οικογένειας.
Περαιτέρω, ο Καθ’ου η αίτηση υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια προέβη μονομερώς σε ενέργειες που αφορούν την εγγραφή και επανεγγραφή των ανηλίκων στο Σχολείο «Terra Santa», χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του και κατά παράβαση του ισχύοντος διατάγματος γονικής μέριμνας, το οποίο προβλέπει την από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας σε ζητήματα που αφορούν την εκπαίδευση των ανηλίκων. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ενημερώθηκε εγκαίρως για τις ενέργειες της Αιτήτριας, ούτε του δόθηκε η δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του ή να ενημερωθεί για το ύψος των διδάκτρων, ενώ η Αιτήτρια, κατά τους ισχυρισμούς του, αγνόησε τη ρητή άρνηση του, η οποία είχε ήδη γνωστοποιηθεί προς το σχολείο μέσω της πληρεξούσιας δικηγόρου του.
Σε σχέση με το ζήτημα της φοίτησης στο «Terra Santa Kindergarten Summer School», ο Καθ’ου η αίτηση αναφέρει ότι η ανήλικη Ο. συμμετείχε κατά τα προηγούμενα έτη μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα και όχι καθ’ όλη τη διάρκεια του θερινού προγράμματος.
Καταληκτικά, ο Καθ’ου η αίτηση υποστηρίζει ότι το πραγματικό και υπέρτερο συμφέρον των ανηλίκων εξυπηρετείται μέσω της διασφάλισης της οικονομικής του βιωσιμότητας και της δυνατότητας του να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις γονικές και διατροφικές του υποχρεώσεις, παρά μέσω της συνέχισης της φοίτησης τους σε συγκεκριμένο ιδιωτικό σχολείο, το κόστος του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς του, υπερβαίνει πλέον τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας μετά τη διάσταση των διαδίκων. Προς τούτο επαναλαμβάνει ότι είναι πρόθυμος να παράσχει τη συγκατάθεση του για την εγγραφή των ανηλίκων σε δημόσιο σχολείο, υποστηρίζοντας ότι η Αιτήτρια επιμένει αδικαιολόγητα στη φοίτηση τους στο Ιδιωτικό Σχολείο «Terra Santa», χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές οικονομικές συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί.
Με συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, ημερομηνίας 23/06/2026, ο Καθ’ ου η αίτηση προβάλλει, με αφορμή την επιστολή του Ιδιωτικού Σχολείου «Terra Santa» ημερομηνίας 19/06/2026, με την οποία γνωστοποιήθηκε η ματαίωση της τελετής αποφοίτησης για το σχολικό έτος 2025-2026, ότι το συγκεκριμένο περιστατικό καταδεικνύει, κατά τους ισχυρισμούς του, αδυναμία του Σχολείου να διασφαλίσει ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον για τους μαθητές του. Παράλληλα, επαναλαμβάνει τη θέση του ότι δεν δικαιολογείται η συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο συγκεκριμένο ιδιωτικό σχολείο, ενόψει της οικονομικής του κατάστασης και του γεγονότος ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, το σχολείο εφαρμόζει το ίδιο πρόγραμμα σπουδών με τα δημόσια σχολεία.
Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερομηνίας 25/06/2026, η Αιτήτρια αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι η μη πραγματοποίηση της τελετής αποφοίτησης δεν αποτελεί στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ως προς το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης ή την ποιότητα του σχολικού περιβάλλοντος. Υποστηρίζει ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι υπερβολικοί, στερούνται ουσιαστικής παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής σημασίας και προβάλλονται αποκλειστικά προς δημιουργία εντυπώσεων, χωρίς να συνδέονται με την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης ή με το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει ο ίδιος ο Καθ’ου η αίτηση στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, δεν είχε παραστεί ούτε στην τελετή αποφοίτησης της ανήλικης Α. από το δημοτικό σχολείο κατά το προηγούμενο σχολικό έτος.
Η Αιτήτρια επαναλαμβάνει την θέση ότι ο Καθ’ου η αίτηση δεν επιδεικνύει ουσιαστικό ενδιαφέρον για την εκπαιδευτική πορεία και τη σχολική ζωή των ανηλίκων, αναφέροντας ότι ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να ενημερωθεί από το σχολείο για την πρόοδο ή τυχόν δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι θυγατέρες τους. Τέλος, επαναλαμβάνει τη θέση της ότι η πραγματική επιδίωξη του Καθ’ ου η αίτηση είναι η μείωση των οικονομικών του υποχρεώσεων που απορρέουν από την υποχρέωση καταβολής διατροφής και όχι η προάσπιση του συμφέροντος των ανηλίκων, υποστηρίζοντας ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί περί του κινδύνου φυλάκισης του δεν αποτελούν ζήτημα που εμπίπτει στο αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
Ακολούθως, με απαντητική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 29/06/2026, ο Καθ'ου η αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, επιμένοντας ότι η ματαίωση της τελετής αποφοίτησης συνιστά ζήτημα το οποίο σχετίζεται με την ασφάλεια και την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου. Περαιτέρω, αντικρούει τον ισχυρισμό ότι δεν παρέστη στην τελετή αποφοίτησης της ανήλικης Α. κατά το προηγούμενο σχολικό έτος, προσκομίζοντας προς τούτο σχετικές φωτογραφίες.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 (3) του Ν.216/90, ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του (βλ. Γ.Δ. v. Α.Β. Έφεση αρ.1/2022 και 2/2022, ημερομηνίας 7 Ιουλίου 2022[1]). Συνεπώς στις 23/06/2026 πραγματοποιήθηκε κατ’ ιδίαν συνέντευξη των ανήλικων τέκνων των διαδίκων. Σχετική αναφορά θα γίνει κατωτέρω.
Η ακρόαση, διεξήχθη με τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υπάρξει αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μελέτησα την υπό εξέταση αίτηση, την ένσταση, το περιεχόμενο των αντίστοιχων ένορκων δηλώσεων και των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων, καθώς και τα όσα υποστήριξαν με τις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των διαδίκων.
Νομική πτυχή
Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως έχει τροποποιηθεί, θα πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση στην ακρόαση της εναρκτήριας αίτησης.
β) Η ύπαρξη πιθανότητας ο/η Αιτητής/τρια να δικαιούται θεραπεία ή να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
(γ) Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Οι προϋποθέσεις αυτές έχουν κατ' επανάληψη εξεταστεί στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, The Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263), Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 ΑΑΔ 253, Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co (1997) 1 AAΔ 1791).
Το Δικαστήριο πρέπει επίσης στο τελικό στάδιο να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152). Πρόσθετα, στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία, με μόνο σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα. Επιπλέον, αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή/τριας, όταν αιτείται την έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς, να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1992) 1 (Α) ΑΑΔ 583, Σάββα ν. Τηλεμάχου (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 2081).
Όπως έχει τονίσει το Ανώτατο Δικαστήριο στην Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης (1992) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 148, σελ. 1465 - 1466:
«... η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία με τον καθορισμό της διακήρυξης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παρούσα προσωρινή θεραπεία είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης.»
Επισημαίνω ότι ζητήματα που αφορούν το άρθρο 32 του Ν. 14/60 εξετάζονται στη βάση προϋποθέσεων. Αν ο Αιτητής/τρια με τη μαρτυρία που παρουσιάζει στην όψη της και μόνο, και όχι κατόπιν αξιολόγησης ή επιλογής εκδοχών των δυο πλευρών, παρουσιάζει μαρτυρία που χαρακτηρίζεται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, ώστε ακριβώς στη βάση αυτού του δεδομένου να κρίνεται, αν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60.
Παραπέμπω στην απόφαση Δίγκλης κ.α ν. Total Fit Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. E135/2015, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
‘‘Επομένως, αυτή δε θα μπορούσε και να προσκομιστεί, ως μέρος της μαρτυρίας της εφεσίβλητης, ως η περί του αντιθέτου εισήγηση των εφεσειόντων. Τα θέματα αυτά και τα υπόλοιπα θέματα που αναφέρονται στη συνέχεια εξετάζονται υπό το πρίσμα της φύσεως της παρούσας διαδικασίας, η οποία αναλήφθηκε δυνάμει του άρθρου 32(1) του Ν. 14/1960 και η οποία επιβάλλει την εξέταση των σχετικών με τα εν λόγω θέματα ισχυρισμών ως αυτοί έχουν στην όψη τους. Τούτο δε, εφόσον οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο της καθοδήγησης που παρέχεται, σχετικά, στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557. ’’
(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου).
Οι προϋποθέσεις που απαιτεί το άρθρο 32 του Ν.14/60 και οι οποίες αναφέρθηκαν ανωτέρω, κρίνονται με βάση τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και με βάση τις διατάξεις του Νόμου που διέπει το υπό κρίση θέμα. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, το Δικαστήριο θα αποφασίσει σε συνάρτηση με τον Περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμο του 1990 (Ν 216/90).
Το άρθρο 5(1)(α) του Ν. 216/90, αναφέρει ότι η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.
Σύμφωνα με το άρθρο 6(2)(α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου (Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 1911).
Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά. (2002) 1 (Γ) ΑΑΔ 1446, 1452 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω:
«Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδη, (2000) 1 ΑΑΔ 1108 από την οποία και η πιο κάτω επιγραμματική διατύπωση της αρχής: «Η ύψιστη αρχή που το Δικαστήριο θα πρέπει πάντα να έχει υπόψιν σε τέτοιες υποθέσεις είναι η ευημερία του ανηλίκου».
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588, 1593:
«Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».
Στην υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και εξηγώ.
Θεωρώ ότι ανακύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Αιτήτριας κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Η Αιτήτρια είναι η μητέρα των ανηλίκων, δηλαδή μια εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας. Η διαφωνία των γονέων ως προς την επιλογή του σχολείου φοίτησης των ανηλίκων εμπίπτει στον πυρήνα της άσκησης της γονικής μέριμνας και, εφόσον δεν κατέστη δυνατή η επίλυση της με συνεννόηση, η επίλυση της εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο καλείται να αποφασίσει με αποκλειστικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον των ανηλίκων.
Είναι πολύ λυπηρό δυο γονείς να μην μπορούν να αποφασίσουν από μόνοι τους σε ποιο σχολείο θα συνεχίσουν τη φοίτηση τα παιδιά τους. Ωστόσο, αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.
Η αδυναμία των διαδίκων να καταλήξουν σε συμφωνία επί ενός τόσο ουσιώδους ζητήματος της καθημερινής ζωής των τέκνων τους καταδεικνύει το ιδιαίτερα συγκρουσιακό επίπεδο της μεταξύ τους σχέσης, η οποία, δυστυχώς, επηρεάζει άμεσα την άσκηση της γονικής μέριμνας. Η συνέχιση της εκπαίδευσης των ανηλίκων δεν μπορεί να εξαρτάται από μια διαφωνία η οποία, όπως προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, δεν είναι δυνατό να γεφυρωθεί χωρίς τη δικαστική παρέμβαση.
Από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού προκύπτει ότι η ανήλικη Α. φοιτά στο Ιδιωτικό Σχολείο «Terra Santa» επί οκτώ συνεχόμενα σχολικά έτη, ενώ η ανήλικη Ο. επί τρία συνεχόμενα σχολικά έτη. Η φοίτηση των ανηλίκων στο συγκεκριμένο σχολείο δεν αποτελεί πρόσφατη ή μονομερή επιλογή της Αιτήτριας, αλλά μια εκπαιδευτική πραγματικότητα η οποία διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων και αποτελούσε κοινή γονική επιλογή. Κατά το διάστημα αυτό οι ανήλικες έχουν δημιουργήσει σταθερούς εκπαιδευτικούς, κοινωνικούς και συναισθηματικούς δεσμούς με το σχολικό τους περιβάλλον, το οποίο αποτελεί πλέον αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας τους.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και συνυπολογίζοντας τον αντίλογο του Καθ’ου η αίτηση, κρίνω ότι από την μια οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας μπορεί ευκόλως να θεωρηθεί ότι χαρακτηρίζονται από λογική επάρκεια και ότι τα όσα ο Καθ’ου η αίτηση υποστηρίζει δεν έχουν μεταβάλει την δυναμική των ισχυρισμών της Αιτήτριας (βλέπε ανωτέρω απόφαση Δίγκλης).
Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, οι διάδικοι δεν έχουν τη βούληση και γενικότερα δεν μπορούν να επιλύσουν μόνοι τους τα ζητήματα που άπτονται της γονικής μέριμνας των ανήλικων τέκνων τους. Προκύπτει δε αβίαστα ότι δεν είναι δυνατή η συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων τόσο στο ιδιωτικό σχολείο που ήδη φοιτούν, όσο και η ενδεχόμενη μεταγραφή τους σε δημόσιο σχολείο, χωρίς τη συγκατάθεση αμφότερων των γονέων, κάτι που δεν φαίνεται με τη στάση που τηρούν να μπορούν να συμφωνήσουν. Κατά συνέπεια, τυχόν μη έκδοση διατάγματος, θα συνεπαγόταν τη μη εγγραφή των ανηλίκων σε οποιοδήποτε εκπαιδευτικό ίδρυμα γεγονός που αντίκειται στον Περί Δημοτικής και Μέσης Εκπαίδευσης Νόμο του 1993 (Ν.24 (Ι)/1993), αλλά και στο Σύνταγμα. Δεν έχω ενώπιον μου οτιδήποτε που να δεικνύει ότι οι γονείς θα συγκατατεθούν, χωρίς την παρέμβαση του Δικαστηρίου.
Μου προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι, ενώ ο Καθ’ου η αίτηση αντιτίθεται κατηγορηματικά στη συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο συγκεκριμένο ιδιωτικό σχολείο, δεν έχει καταδειχθεί ότι προέβη σε οποιοδήποτε πρακτικό διάβημα για εξασφάλιση εναλλακτικής σχολικής φοίτησης. Δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο ότι επικοινώνησε με δημόσιο σχολείο, ότι διερεύνησε τη διαθεσιμότητα θέσεων, ότι προχώρησε σε αίτηση εγγραφής ή ότι έλαβε οποιοδήποτε συγκεκριμένο μέτρο ώστε να διασφαλίσει ότι οι ανήλικες θα είχαν εξασφαλισμένη θέση σε άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα κατά την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς.
Η στάση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η εκπαίδευση των ανηλίκων δεν μπορεί να παραμένει σε καθεστώς αβεβαιότητας. Η υποχρεωτική εκπαίδευση προστατεύεται από το Σύνταγμα και συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του παιδιού. Επομένως, ένας γονέας ο οποίος αντιτίθεται στη συνέχιση της φοίτησης σε συγκεκριμένο σχολείο οφείλει να παρουσιάζει μια ρεαλιστική, εφαρμόσιμη και άμεσα διαθέσιμη εναλλακτική λύση. Στην προκείμενη περίπτωση δεν παρουσιάστηκε τέτοια λύση. Η μόνη αίτηση που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το ζήτημα της φοίτησης των ανηλίκων είναι αυτή της μητέρας, στην οποία ο Καθ’ού η αίτηση αντιτίθεται σθεναρά, χωρίς στην πράξη να έχει προβεί σε κάποιο διάβημα.
Περαιτέρω, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στο γεγονός ότι ο ίδιος ο Καθ’ου η αίτηση ουσιαστικά παραδέχεται ότι εάν το οικονομικό βάρος των διδάκτρων δεν τον επηρέαζε, δεν θα είχε αντίρρηση στη συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο συγκεκριμένο σχολείο. Η παραδοχή αυτή καταδεικνύει ότι η αντίθεση του δεν συνδέεται με οποιοδήποτε στοιχείο σχετικό με την ευημερία των παιδιών, αλλά αποκλειστικά με το ζήτημα της οικονομικής επιβάρυνσης.
Παραθέτω αυτούσια αποσπάσματα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του:
8.(ε) ‘‘………… Αν η αιτήτρια έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει τα δίδακτρα του ιδιωτικού σχολείου και τα βιβλία αυτού, εγώ δεν φέρω οποιαδήποτε ένσταση στο να εγγραφούν τα παιδιά και να συνεισφέρω όσον αφορά την σχολική ένδυση και υπόδηση, γιατί ούτως ή αλλιώς και σε δημόσιο σχολείο να πήγαιναν, θα κατέβαλλα για τα έξοδα ένδυσης και υπόδησης αυτού’’.
14.(γ) ‘‘Δεν έχω κανένα θέμα, αν η Αιτήτρια αναλάβει τα δίδακτρα και τα βιβλία του εν λόγω σχολείου, να συγκατατεθώ’’.
Ο Καθ’ου η αίτηση δεν αμφισβητεί την ποιότητα του συγκεκριμένου εκπαιδευτηρίου, ούτε προβάλλει οποιοδήποτε πειστικό επιχείρημα ότι η συνέχιση της φοίτησης των ανηλίκων στο ίδιο σχολείο θα ήταν επιζήμια για την ψυχολογική, συναισθηματική ή ακαδημαϊκή τους ανάπτυξη. Ούτε προβάλλεται ότι το σχολείο αδυνατεί να καλύψει τις εκπαιδευτικές τους ανάγκες ή ότι η μετακίνηση των ανηλίκων σε άλλο σχολικό περιβάλλον θα ήταν προς όφελος τους.
Αντιθέτως, από την ένσταση και την ένορκη δήλωση του καθίσταται σαφές ότι η ουσιαστική και πραγματική βάση της αντίρρησής του είναι οικονομικής φύσεως. Ο ίδιος επανειλημμένα δηλώνει ότι η αντίθεση του στη φοίτηση των ανηλίκων στο Terra Santa οφείλεται αποκλειστικά στην αδυναμία του να επωμιστεί το σχετικό οικονομικό κόστος μετά τη διάσταση των διαδίκων, την υποχρέωση του να συντηρεί ξεχωριστή κατοικία και την επιβάρυνση του από το διάταγμα διατροφής που έχει ήδη εκδοθεί.
Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το μεγαλύτερο μέρος της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Καθ'ου η αίτηση ημερομηνίας 23/06/26, καθώς και της μεταγενέστερης απαντητικής ένορκης δήλωσης του ημερομηνίας 29/06/26, αφιερώνεται στην επιστολή του Εκπαιδευτηρίου «Terra Santa» ημερομηνίας 19/06/2026, με την οποία γνωστοποιήθηκε η μη πραγματοποίηση της τελετής αποφοίτησης για το σχολικό έτος 2025-2026.
Επισημαίνω ότι η ματαίωση της τελετής αποφοίτησης δεν δύναται, αφ' εαυτής, να αποτελέσει ασφαλές κριτήριο για την αξιολόγηση της ποιότητας του συγκεκριμένου σχολείου, ούτε να θεμελιώσει συμπέρασμα ότι το σχολείο δεν παρέχει υψηλού επιπέδου εκπαίδευση ή κατάλληλο σχολικό περιβάλλον στους μαθητές του. Η απόφαση της Διεύθυνσης του σχολείου να μη διοργανώσει τη συγκεκριμένη εκδήλωση, επικαλούμενη λόγους ασφαλείας, αποτελεί ένα μεμονωμένο διοικητικό γεγονός, το οποίο δεν συνδέεται κατ' ανάγκην με το επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης, ούτε με το ζήτημα που καλείται να επιλύσει το Δικαστήριο.
Υπογραμμίζω ότι σε καμία περίπτωση δεν υποτιμώ ούτε παραγνωρίζω τη σημασία του οικονομικού παράγοντα. Οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων συνιστούν ασφαλώς στοιχείο το οποίο δύναται να συνεκτιμηθεί κατά την εξέταση ζητημάτων που αφορούν την εκπαίδευση των ανηλίκων. Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση το σχετικό επιχείρημα προβάλλεται αποκομμένο από οποιαδήποτε συγκεκριμένη, ρεαλιστική και επαρκώς τεκμηριωμένη πρόταση ως προς την εκπαιδευτική πορεία των ανηλίκων, ώστε να καταδεικνύεται ότι η επιδιωκόμενη μεταβολή υπαγορεύεται από το συμφέρον τους και όχι αποκλειστικά από οικονομικές παραμέτρους.
Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι μόλις πρόσφατα και συγκεκριμένα στις 23/03/2026, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας, εκδόθηκε η τελική απόφαση στην αίτηση Διατροφής υπ' αριθ. 270/24. Κατά την έκδοση της εν λόγω απόφασης το Δικαστήριο προέβη σε ενδελεχή αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης αμφοτέρων των γονέων, των εισοδημάτων, των περιουσιακών τους στοιχείων, των οικονομικών τους υποχρεώσεων, καθώς και των αναγκών των δύο ανηλίκων, συμπεριλαμβανομένων και των διδάκτρων και των συναφών εξόδων φοίτησης τους στο ιδιωτικό σχολείο Terra Santa. Επί τη βάσει των δεδομένων αυτών καθορίστηκε το ύψος της συνεισφοράς του Καθ' ου η αίτηση στη διατροφή και συντήρηση των ανηλίκων.
Τα όσα ο Καθ' ου η αίτηση προβάλλει στην παρούσα διαδικασία αναφορικά με την προέλευση των εισοδημάτων του, τις οικονομικές του δυνατότητες και, γενικότερα, την οικονομική του κατάσταση, δεν διαφοροποιούνται από εκείνα που επικαλέστηκε και ανέπτυξε κατά την εκδίκαση της αίτησης διατροφής. Πρόκειται, κατ' ουσίαν, για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και τους ίδιους οικονομικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι αποτέλεσαν ήδη αντικείμενο πλήρους εξέτασης και δικαστικής αξιολόγησης πολύ πρόσφατα. Η επιχειρηματολογία του περιορίζεται στην επανάληψη ισχυρισμών που έχουν ήδη αξιολογηθεί και επί των οποίων το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία δεν μπορεί να αποτελέσει το κατάλληλο δικονομικό μέσο για την έμμεση αναθεώρηση ή επαναξιολόγηση ζητημάτων που αποτέλεσαν αντικείμενο πρόσφατης δικαστικής κρίσης, κατόπιν πλήρους ακροαματικής διαδικασίας. Η έκδοση ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων δεν δημιουργεί νέα οικονομική υποχρέωση, πέραν εκείνων που λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης.
Κατά συνέπεια, χωρίς ασφαλώς να προκαταλαμβάνω οποιοδήποτε ζήτημα που δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο της κυρίως αίτησης, κρίνω ότι για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
Η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης –ν- Κατσουρίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 415 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean,Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα.»
Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου.
Το συμφέρον του τέκνου ορίζεται ως πρωταρχικός οδηγός της δικαστικής κρίσης. Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 216/90, κάθε απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
Το δικαίωμα στην εκπαίδευση αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 20 του Συντάγματος, καθώς επίσης είναι και επιβαλλόμενο νομικό καθήκον.
Είναι κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι οι ανήλικες πρέπει να συνεχίσουν απρόσκοπτα την εκπαίδευση τους. Η μεταξύ τους διαφωνία δεν αφορά την αναγκαιότητα της φοίτησης, αλλά αποκλειστικά το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο αυτή θα συνεχιστεί. Πρόκειται, συνεπώς, για διαφωνία η οποία δεν μπορεί να παραμείνει άλυτη μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, αφού η εγγραφή των ανηλίκων σε σχολείο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματός τους στην εκπαίδευση.
Η παράταση της αβεβαιότητας και ρύθμισης του εγερθέντος ζητήματος στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, θα οδηγούσε, κατά την κρίση μου, σε διαιώνιση της εκκρεμότητας και αυτό με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον απαραίτητη προϋπόθεση για τη φοίτηση των ανήλικων, είναι η εγγραφή τους. Το μόνο βέβαιο είναι ότι τα ανήλικα δεν μπορούν να μείνουν χωρίς εκπαίδευση και μόρφωση αναμένοντας να ρυθμιστεί οριστικά η διαφωνία των γονέων τους, πόσο μάλλον όταν και με βάση την μαρτυρία του Καθ’ου η αίτηση μέχρι σήμερα δεν έγινε κανένα διάβημα και δεν υπάρχει καμία εναλλακτική πρόταση. Συνεπώς είναι επάναγκες να αποφασίσει το Δικαστήριο, προκειμένου να διαφυλάξει το δικαίωμα τους στην εκπαίδευση, εφόσον οι ίδιοι οι γονείς τους δυστυχώς δεν το κατόρθωσαν.
Συνακόλουθα και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 πληρούνται. Ωστόσο το θέμα δεν τελειώνει εδώ.
Πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει σαν θέμα ισοζυγίου της ευχέρειας, αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει διάταγμα.
Ο πιο σημαντικός παράγοντας είναι αυτός που αφορά στην ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από το άρθρο 32(1) του Ν. 14/60 να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι είναι ‘‘δίκαιον ή πρόσφορον’’. Ο όρος είναι συνώνυμος με τον όρο ‘‘ το ισοζύγιο της ευχέρειας’’.
Στο Σύγγραμμα των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», Έκδ. 2016, στη σελ. 145 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ' αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία.
Ως γενική αρχή το δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, λαμβάνει πρωτίστως υπόψη (i) τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και (ii) κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα του (status quo ante). Πέραν τούτου, δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων απαρίθμηση των παραγόντων οι οποίοι ενδεχομένως θα έχουν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλους. Μπορεί ένας παράγοντας να αποδειχθεί ο πιο σημαντικός από όλους. Γι' αυτό και κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοείται ή να υποτιμάται»
Στην απόφαση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20/01/2014 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
‘‘Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670)’’.
Λαμβάνοντας υπόψη 1) την ακραία θέση των δυο γονέων αναφορικά με το πού θα φοιτήσουν τα ανήλικα, 2) τη μέχρι τώρα εκπαίδευση και φοίτηση τους την έχουν λάβει στο συγκεκριμένο σχολείο, 3) ότι είναι λογικό και εύλογο να υπάρχει εξοικείωση των ανήλικων με το χώρο, τους δασκάλους, τις φιλίες που έχουν δημιουργήσει με τους συμμαθητές τους στο εν λόγω ιδιωτικό σχολείο, 8) ότι δεν έχει τεθεί τίποτα πειστικό ενώπιον μου από τον Καθ'ου η αίτηση ως προς το ότι αν συνεχίσoυν τα ανήλικα να φοιτούν στο εν λόγω σχολείο θα πάθουν οποιαδήποτε ζημιά, κρίνω ότι αν δεν εκδοθούν τα επιζητούμενα διατάγματα ελλοχεύει ο κίνδυνος, αν όχι ότι είναι βέβαιο, ότι δεν θα είναι δυνατή η φοίτηση των ανηλίκων.
Σημειώνω ότι δεν παραγνωρίζω τα όσα αναφέρει ο Καθ’ου η αίτηση σχετικά με τις μονομερείς ενέργειες της Αιτήτριας. Από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι η Αιτήτρια προέβη κατά το παρελθόν σε ενέργειες που αφορούσαν την επανεγγραφή των ανηλίκων χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση της συναίνεσης του πατέρα και χωρίς προηγούμενη δικαστική ρύθμιση του ζητήματος.
Η συμπεριφορά αυτή δεν συνάδει με το υφιστάμενο διάταγμα γονικής μέριμνας, δυνάμει του οποίου οι ουσιώδεις πτυχές της γονικής μέριμνας εξακολουθούν να ασκούνται από κοινού. Η επιλογή σχολείου συνιστά αναμφίβολα σημαντική απόφαση που εμπίπτει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας και δεν είναι επιτρεπτό ο ένας γονέας να παρακάμπτει τον άλλο ή να δημιουργεί τετελεσμένα γεγονότα. Ως εκ τούτου, θεωρώ δικαιολογημένη την κριτική που διατυπώνει ο Καθ’ου η αίτηση ως προς την παράλειψη της Αιτήτριας να τηρήσει πλήρως την υποχρέωση προηγούμενης διαβούλευσης και συναπόφασης.
Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν είναι αρκετή ώστε να οδηγήσει σε απόρριψη των αιτούμενων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο δεν καλείται να επιβραβεύσει ή να αποδοκιμάσει τη συμπεριφορά των γονέων, αλλά να αποφασίσει ποια λύση εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των ανηλίκων στο παρόν στάδιο.
Όπως ανέφερα στην αρχή της απόφασης μου, είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων κατά τη διενέργεια της προβλεπόμενης από το Νόμο συνέντευξης. Με βάση τη νομολογία η γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία και αναλόγως της ωριμότητας του πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται. Αυτό αποτελεί ένδειξη του σεβασμού της προσωπικότητας του, είναι δε υποχρεωτική όταν το επιτρέπει η ωριμότητα του και είναι σε θέση να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα. Λαμβάνεται υπόψιν νοουμένου ότι αυτή είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στην μονομερή επίδραση ενός εκ των γονέων (βλ. Π.Ε. v. K.R.U, Έφεση Αρ. 23/2018, ημερομηνίας 3.12.2019). Εναπόκειται στο Δικαστήριο να αξιολογήσει στο τέλος τη γνώμη του παιδιού και να αποφασίσει κατά πόσο θα της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα ή αξία και ανάλογα με την περίπτωση να εντάξει το αποτέλεσμα αυτής της διεργασίας στο υπόλοιπο υλικό προς συνεκτίμηση ( βλ. Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη (2002) 1 ΑΑΔ 1446).
Από τη συνέντευξη της ανήλικης Α., ηλικίας 13 ετών, προκύπτει ότι η ίδια διαθέτει την απαραίτητη ωριμότητα και αντιληπτική ικανότητα ώστε να εκφράσει με σαφήνεια, συνέπεια και αυθεντικότητα τις απόψεις, τα συναισθήματα και τις επιθυμίες της αναφορικά με τη σχολική της φοίτηση και τις οικογενειακές της σχέσεις.
Η ανήλικη εξέφρασε επανειλημμένα και με έντονη συναισθηματική φόρτιση την επιθυμία της να συνεχίσει τη φοίτηση της στο σχολείο Terra Santa, επικαλούμενη συγκεκριμένους και αντικειμενικούς λόγους, όπως (α) την πολυετή φοίτησή της στο εν λόγω σχολείο (από την Προδημοτική), (β) την ανάπτυξη ισχυρών κοινωνικών δεσμών με τους συμμαθητές και φίλους της, (γ) την προσαρμογή της στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό περιβάλλον, (δ) την ακαδημαϊκή της πρόοδο και τις πολύ καλές σχολικές της επιδόσεις, και (ε) τη διδασκαλία της ιταλικής γλώσσας, η οποία συνδέεται με τις μελλοντικές εκπαιδευτικές της επιδιώξεις.
Επιπλέον, η ανήλικη ανέφερε ότι τυχόν αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος θα της προκαλούσε σημαντική στενοχώρια, κυρίως λόγω της απομάκρυνσης της από τους φίλους της και της διακοπής της εκπαιδευτικής συνέχειας που έχει αναπτύξει στο συγκεκριμένο σχολείο.
Σε σχέση με τον πατέρα της, η ανήλικη εξήγησε τους λόγους για τους οποίους έχει διακόψει την επικοινωνία μαζί του, περιγράφοντας περιστατικά τα οποία, κατά την αντίληψη της, την έχουν πληγώσει συναισθηματικά και τα οποία θεωρεί ότι δεν αντιμετωπίστηκαν επαρκώς από τον ίδιο.
Αντίθετα, από τη συνέντευξη της ανήλικης Ο., ηλικίας σχεδόν τεσσάρων ετών, καθίσταται εμφανές ότι λόγω της πολύ μικρής ηλικίας της δεν ήταν σε θέση να εκφράσει ολοκληρωμένες απόψεις ή να αναπτύξει ουσιαστικά τις σκέψεις και τα συναισθήματά της αναφορικά με τα ζητήματα που αποτελούσαν αντικείμενο της διαδικασίας.
Ειδικότερα, η ανήλικη απάντησε σε ελάχιστες ερωτήσεις με μονολεκτικές ή ιδιαίτερα σύντομες απαντήσεις, δυσκολεύτηκε να παρακολουθήσει τη συζήτηση, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης έβηχε συνεχώς και έδειχνε να είναι αδιάθετη. Ως εκ τούτου, η συνέντευξη της δεν παρείχε επαρκές υλικό από το οποίο να μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς τις απόψεις ή τις προτιμήσεις της για τα επίδικα ζητήματα.
Είναι συνεπώς προφανές ότι η ηλικία και το αναπτυξιακό στάδιο της Ο. δεν της επέτρεπαν να συμμετάσχει στη διαδικασία με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό που κατέστη δυνατό για την 13χρονη Α., η οποία ήταν σε θέση να εκφράσει αιτιολογημένες και συνεκτικές θέσεις επί των ζητημάτων που της τέθηκαν.
Με γνώμονα τη διασφάλιση της σταθερότητας στις συνθήκες ανάπτυξης των ανηλίκων και την αρμονική ανταπόκριση τους στο σχολικό περιβάλλον, θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον τους να συνεχίσουν τη φοίτηση τους στο ιδιωτικό σχολείο Terra Santa. H ύπαρξη ασφάλειας και σταθερότητας στη ζωή τους συνεισφέρουν τα μέγιστα στην εξελικτική ανάπτυξη τους σε όλους τους τομείς, γνωστικό, συναισθηματικό, κοινωνικό, ηθικό, ψυχοκινητικό και αισθητικό καθώς και στην απόκτηση δεξιοτήτων ζωής, ορθών στάσεων, αρχών και αξιών.
Ο Καθ'ου η αίτηση με την μαρτυρία του δεν κατάφερε να ανατρέψει την επάρκεια και λογικότητα που χαρακτηρίζουν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ώστε να ανατραπεί η υπάρχουσα κατάσταση. Στην ουσία ζητά ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης, λόγω των οικονομικών του δεδομένων, ζήτημα για το οποίο έχω αναφερθεί ανωτέρω.
Σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα, κρίνω ότι η διατήρηση της εκπαιδευτικής συνέχειας των ανηλίκων, η αποφυγή αιφνίδιας απομάκρυνσης τους από το καθιερωμένο σχολικό τους περιβάλλον, η απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμένης εναλλακτικής πρότασης από τον πατέρα και η ανάγκη εξασφάλισης της απρόσκοπτης συνέχισης της εκπαίδευσής τους υπαγορεύουν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως προς τη σχολική φοίτηση για το σχολικό έτος 2026-2027.
Κατά συνέπεια κρίνω ότι τα όσα προβάλλει ο Καθ’ου η αίτηση, με τον τρόπο που τα προβάλλει, δεν έχουν μεταβάλει τη δυναμική της μαρτυρίας της Αιτήτριας.
Παρέμεινε προς εξέταση το αίτημα για φοίτηση στο θερινό σχολείο σε σχέση μόνο με την ανήλικη Ο., εφόσον όπως έχω αναφέρει ανωτέρω έπαψε να είναι επίδικο ζήτημα για την ανήλικη Α.
Σε σχέση με αυτό το ζήτημα ο Καθ’ου η αίτηση δεν τοποθετείται επί της ουσίας του αιτήματος, τοποθετήθηκε σε σχέση με την ανήλικη Α., όπου πλέον δεν είναι επίδικο ζήτημα. Αναγνώρισε ότι η ανήλικη Ο. φοιτούσε κατά τα προηγούμενα έτη στο Terra Santa Kindergarten Summer School», ανέφερε ωστόσο ότι ήταν μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα και όχι καθ’ όλη τη διάρκεια του θερινού προγράμματος.
Όσον αφορά το αίτημα για φοίτηση στο θερινό σχολείο, καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα. Από τη μαρτυρία προκύπτει ότι η φοίτηση αυτή δεν προβάλλεται ως δραστηριότητα πολυτελείας ή ψυχαγωγικού χαρακτήρα αλλά ως οργανωμένο πλαίσιο ημερήσιας απασχόλησης και φροντίδας κατά την περίοδο που τα σχολεία παραμένουν κλειστά. Η Αιτήτρια έχει την καθημερινή φροντίδα των παιδιών και εργάζεται. Ο Καθ'ου η αίτηση δεν πρότεινε οποιαδήποτε συγκεκριμένη εναλλακτική λύση φύλαξης ή φροντίδας της ανήλικης κατά τη θερινή περίοδο, ούτε δήλωσε ότι ο ίδιος δύναται να αναλάβει τη φροντίδα της κατά τις ώρες λειτουργίας του θερινού σχολείου. Η ένσταση του και στο ζήτημα αυτό παραμένει πρωτίστως οικονομικής φύσεως. Ζήτημα το οποίο επαναλαμβάνω δεν συνεπάγεται επιπλέον κόστος για τον ίδιο, εφόσον στο πλαίσιο της απόφασης διατροφής ημερ. 23/03/2026 στο ποσό που διατάχθηκε να καταβάλλει σε μηνιαία βάση συμπεριλαμβάνεται και το εν λόγω κόστος.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, θεωρώ ότι και ως προς το θερινό σχολείο η διατήρηση της υφιστάμενης ρουτίνας και της οργανωμένης απασχόλησης της ανήλικης Ο. εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον της από τη δημιουργία κατάστασης αβεβαιότητας, χωρίς συγκεκριμένη εναλλακτική πρόταση.
Συνακόλουθα, εκδίδονται τα εξής διατάγματα :
1.Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και συνέχιση της φοίτησης των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Α.Γ και Ο.Γ. στο Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο Terra Santa κατά το σχολικό έτος 2026-2027, χωρίς να απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση του Καθ’ου η αίτηση.
2. Διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στην Αιτήτρια να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η φοίτηση της ανήλικης Ο.Γ, στο Terra Santa Kindergarten Summer School που θα λειτουργήσει κατά τον μήνα Ιούλιο και Αύγουστο του 2026 στο Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο ‘‘Terra Santa’’ στη Λευκωσία, χωρίς να απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση του Καθ΄ ου η αίτηση.
Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ου η αίτηση.
(Υπ.) ..........................
Μ. Χ. Κάιζερ, Π.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] «Το συνδυασμένο αποτέλεσμα των προνοιών των Άρθρων 17(3) και 6(3) του Ν.216/1990 απολήγει στο ότι, όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για την άσκηση του δικαιώματος του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το παιδί για προσωπική επικοινωνία με το παιδί, ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται η γνώμη του. Επομένως, η γνώμη του παιδιού πρέπει να ζητείται εκτός και αν διαπιστώνεται ότι δεν έχει την ωριμότητα και βαθμό αντίληψης που απαιτούν οι περιστάσεις, για να εκφέρει τη γνώμη του.
…
Το Δικαστήριο οφείλει να ακούσει το παιδί. Τη θέση του, εφόσον βάσιμη και ειλικρινή και όχι καθοδηγούμενη ή προς ικανοποίηση του γονέα με τον οποίο διαμένει, θα συνεκτιμήσει. Δεν είναι όμως υπόχρεο να την ακολουθήσει. Όπως εξηγούμε στη συνέχεια, κυρίαρχη και καθοριστική παράμετρος παραμένει το συμφέρον του, όπως το Δικαστήριο θα αποφασίσει ότι εξυπηρετείται καλύτερα.»
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο