Σ.Π. ν. Μ.Κ., Αρ. Αίτησης: 250/22, 1/7/2026
print
Τίτλος:
Σ.Π. ν. Μ.Κ., Αρ. Αίτησης: 250/22, 1/7/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 250/22i

 

Μεταξύ:

Σ.Π.

Αιτητή

και

 

Μ.Κ.

Καθ’ ης η αίτηση

 

Προδικαστικό ζήτημα στην ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 15/01/2026[1]

 

Ημερομηνία: 01 Ιουλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τον Αιτητή (κυρίως) – Καθ’ ου η αίτηση: κα. Χρύσω Ιωαννίδου για Χ. ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ & Μ. ΜΕΝΕΛΑΟΥ και κα. Μαρία Χαραλαμπίδου για ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ & ΤΣΙΑΝΝΗ Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για την Καθ’ ης η αίτηση (κυρίως) – Αιτήτρια: κα. Αθηνά Παπαδοπούλου για ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ο Αιτητής καταχώρισε στις 30/06/2022 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται, μεταξύ άλλων, τη ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας του με τον ανήλικο υιό του Κ.Π.Π. Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 21/07/2022 και ακολούθως στις 17/05/2023 υπεράσπιση και ανταπαίτηση, με την οποία αιτείται να της ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου και διαζευκτικές άλλες θεραπείες.  

 

Στις 15/01/2026 η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση δια κλήσεως, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιτρέπεται η εγγραφή του ανηλίκου στο νηπιαγωγείο και προδημοτική του Grammar Junior School για τη σχολική χρονιά 2026/2027 χωρίς να απαιτείται η συναίνεση του Αιτητή (εφεξής η «βασική αίτηση»). Η αίτηση καταχωρίστηκε με το Έντυπο 34 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») και βασίζεται στο άρθρο 111 του Συντάγματος, στο Νόμο 23/90, στο Νόμο 216/90, στο Νόμο 14/60 άρθρο 30, στο Κεφ. 6 άρθρο 9 και στο Μέρος 23.1 έως 23.15 και Μέρος 25 Ενότητα Ι και ΙΙ των ΚΠΔ. Η δε ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση που τη συνοδεύει συντάχθηκε στο Έντυπο 53 των ΚΠΔ.

 

Ο Αιτητής καταχώρισε ένσταση στις 07/04/2026, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου, προβάλλοντας 30 λόγους ένστασης. Για ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία σημειώνεται ότι στην ένσταση που καταχώρισε ο Αιτητής προβάλλεται μεταξύ άλλων η θέση, ότι η επιλογή της Καθ’ ης η αίτηση να επικαλεστεί και να χρησιμοποιήσει τους ΚΠΔ και τα σχετικά έντυπα που εκεί προνοούνται είναι εσφαλμένη λόγω του ότι η παρούσα διαδικασία καταχωρίστηκε πριν την ισχύ των ΚΠΔ (βλ. λόγους ένστασης 1, 2, 3, 13 και 23 και κυρίως 2 και 3).

 

Μετά την καταχώριση της ένστασης, η συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση ζήτησε να δοθεί χρόνος για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ουσιαστικά κατά τον τρόπο που γίνεται ο προγραμματισμός ακρόασης μιας αίτησης με βάση τους ΚΠΔ. Το αίτημά της αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου του Αιτητή, η οποία υποστήριξε ότι εσφαλμένα η αίτηση βασίστηκε στους νέους ΚΠΔ, εφόσον, κατ’ εκείνη, είναι οι παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας που εφαρμόζονταν στην υπό κρίση περίπτωση. Η συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση αποδέχτηκε ότι η επίκληση των ΚΠΔ στην προκειμένη περίπτωση συνιστά διαδικαστικό σφάλμα, υποστήριξε όμως ότι αυτό δεν επηρεάζει την ουσία της αίτησης και ζήτησε όπως της δοθεί χρόνος για να καταχωρίσει αίτηση πλέον για να της δοθεί άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ως προνοούν οι παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Και το αίτημά της αυτό προσέκρουσε σε ένσταση της συνηγόρου του Αιτητή, η οποία υποστήριξε ότι αφ’ ης στιγμής έχει καταχωριστεί λανθασμένος τύπος αίτησης και ένορκης δήλωσης αυτό δεν μπορεί να θεραπευθεί. Κατ’ επέκταση, υποστήριξε η συνήγορος δεν τίθεται θέμα να δοθεί χρόνος από το Δικαστήριο για καταχώριση αίτησης για λήψη άδειας για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αλλά αντίθετα το  Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει από τώρα την βασική αίτηση ή έστω να την ορίσει ως είναι για ακρόαση ώστε να εξετάσει τότε τις συνέπειες του σφάλματος.   

 

Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο έκρινε, ότι ήταν πλέον αναγκαίο, υπό τις περιστάσεις, να εξεταστεί η ένσταση περί παρατυπίας που τέθηκε από την άλλη πλευρά, προτού δοθούν οποιεσδήποτε οδηγίες για την εκδίκαση της ουσίας της αίτησης, αν μη τι άλλο, ώστε να ξεκαθαρίσει και το δικονομικό πλαίσιο επί του οποίου θα δίδονταν τέτοιες οδηγίες αν τελικά χρειαζόταν να δοθούν. Αμφότερες οι συνήγοροι παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις με τις επί του προκειμένου τοποθετήσεις τους.

 

Συνοψίζω τις εκατέρωθεν θέσεις:

 

Η συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η καταχώριση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει με βάση τους νέους ΚΠΔ αντί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας συνιστά διαδικαστική παρατυπία η οποία δεν επηρεάζει την ουσία της αίτησης και είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής επικαλείται και υιοθετεί την απόφαση Γιώργος Φαλέκκος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη (Πολιτική Έφεση 63/2010), από την οποία, κατά την εισήγησή της, προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση με δικονομικούς κανόνες δεν επιφέρει αυτομάτως ακυρότητα της διαδικασίας, εκτός εάν προκαλείται ουσιαστική αδικία ή δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της άλλης πλευράς. Υποβάλλει περαιτέρω ότι στην παρούσα περίπτωση ο Αιτητής έλαβε πλήρη γνώση της αίτησης, καταχώρισε ένσταση και συμμετέχει κανονικά στη διαδικασία, δεν έχει στερηθεί οποιουδήποτε δικονομικού ή ουσιαστικού δικαιώματος και δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε πραγματική βλάβη ή αιφνιδιασμό. Ως εκ τούτου, εισηγείται ότι η διαπιστωθείσα παρατυπία δεν δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης και ζητά από το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς θεραπεία της.

 

Η συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η καταχώριση της αίτησης σε λανθασμένο τύπο και η παράθεση κανονισμών που δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία, δεν συνιστούν απλές παρατυπίες οι οποίες θεραπεύονται αλλά επιφέρουν ακυρότητα. Περαιτέρω, υποβάλλει ότι η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί διότι δεν αναφέρεται στη νομική βάση της αίτησης. Υποστηρίζει επίσης ότι η Δ.64 αφορά παρατυπίες που προκύπτουν από μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς ως προς τον χρόνο, τον τόπο, τον τύπο και το περιεχόμενο όμως στην παρούσα περίπτωση χρησιμοποιήθηκε τύπος άλλων κανονισμών που δεν έχουν εφαρμογή στην υπόθεση. Επίσης υποστηρίζει ότι πρόκειται για θεμελιώδες και ουσιώδες λάθος που δεν μπορεί να θεραπευθεί. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής αναφέρθηκε στις υποθέσεις C.M.A. Holdings Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Πολιτική Έφεση Αρ. 265/2014, ημερ. 21/12/2018), Zurab Jincharadze v. Capital Limited (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε39/2019, ημερ. 12/09/2024) και Easy Rent A Car Limited κ.ά. v. Easygroup IP Licensing Limited (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε90/2018, ημερ. 14/01/2025). Ως εκ τούτου, υποβάλλει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι αντίθετα με το τι είχε αρχικά υποστηρίξει ενώπιον του Δικαστηρίου η κα. Ιωαννίδου σε σχέση με το πώς θα έπρεπε διαδικαστικά να προσεγγίσει το Δικαστήριο την συγκεκριμένη πτυχή της ένστασης, με την αγόρευσή της, η συνήγορος εισηγήθηκε «Η θέση μας είναι ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί αίτηση από την άλλη πλευρά για να της δοθεί η άδεια αυτή, όπως προνοείται από τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και σε εκείνη την διαδικασία να ετίθετο το θέμα αυτό. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε από πλευράς της αιτήτριας». Ως προς αυτή τη θέση της συνηγόρου θα αναφέρω με κάθε σεβασμό, ότι το καθήκον του Δικαστηρίου ήταν πάντοτε και εξακολουθεί να είναι, να διασφαλίζει όχι μόνο ότι οι ενώπιον του διαδικασίες κινούνται στα ορθά πλαίσια αλλά και ότι δεν θα γίνονται αχρείαστες διαδικασίες που το μόνο που θα προκαλέσουν είναι περιπλοκή και ταλαιπωρία στην υπόθεση. Η εισήγηση της συνηγόρου λοιπόν ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να αγνοήσει προσωρινά τη δικονομική ένσταση που τέθηκε σε σχέση με τη «ρίζα» της βασικής αίτησης ώστε να επιτρέψει να γίνει μία ενδιάμεση διαδικασία που ενδεχομένως να ήταν εξ αρχής άκυρη απλά και μόνο για να αποφασίσει σε ενδιάμεσο στάδιο και όχι επί της ουσίας της βασικής αίτησης το κατά πόσο η βασική αίτηση κινείτο εντός των ορθών δικονομικών πλαισίων και χωρίς όμως η απόφαση αυτή να μπορεί να έχει άμεση εφαρμογή στη βασική αίτηση όπου ίσως το θέμα να έπρεπε να επανεξεταστεί λόγω της ένστασης επί της ουσίας της βασικής αίτησης, θα οδηγούσε κατά την κρίση μου σε παραβίαση του προαναφερόμενου καθήκοντος του Δικαστηρίου. Ηγέρθη δικονομική και ουσιαστικά δικαιοδοτική ένσταση επί της ουσίας της βασικής αίτησης, η οποία, λόγω αυτής της φύσης της αλλά και επειδή άπτεται και επηρεάζει καθοριστικά και τον τρόπο ακρόασης της αίτησης, επιβάλλεται εφόσον μπορεί να εξεταστεί πριν από οτιδήποτε άλλο ώστε να αποφευχθούν τυχόν περαιτέρω αχρείαστες και πολυέξοδες διαδικασίες. 

 

Προχωρώ λοιπόν να εξετάσω την ουσία των θέσεων που προβλήθηκαν εκατέρωθεν σε σχέση με το υπό συζήτηση θέμα.

 

Μελέτησα με προσοχή τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές.

 

Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται ότι η βασική αίτηση καταχωρίστηκε με τη χρήση των εντύπων των ΚΠΔ παρά το γεγονός ότι η εναρκτήρια αίτηση καταχωρίστηκε πριν αυτοί τεθούν σε ισχύ. Έπεται συνεπώς, ως άλλωστε αναγνώρισε και η συνήγορος της Καθ’ ης η αίτηση ότι πρόκειται για σφάλμα. Το ερώτημα όμως είναι αν πρόκειται για θεραπεύσιμο ή θανάσιμο σφάλμα.

 

Όπως καταδεικνύει η κυπριακή νομολογία που αφορά στους παλαιούς Θεσμούς (Δ.64) αλλά και η νομολογία που αφορά στους νέους ΚΠΔ (Κ.3.8), επουσιώδεις δικονομικές παραλήψεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, εσφαλμένη χρήση είτε εντύπων είτε κανονισμών, μπορεί κάτω από τις κατάλληλες, συνθήκες να διασωθούν (βλ. Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου (1999) 1 ΑΑΔ 366 και Γιώργος Φαλέκκου ν. Κυριάκος Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010, 17/12/2013 σε σχέση με τους παλαιούς Θεσμούς και ZURAB JINCHARADZE v. CBR CAPITAL LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε39/2019, 12/9/2024, Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd v. Δήμου Πάφου, Πολιτική Έφεση αρ. E5/2018, 16/1/2024 και CTC AUTOMOTIVE LTD v. ΨΑΡΟΥΔΗΣ ΜΠΕΤΟΝ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε112/24, 28/3/2025 σε σχέση με τους νέους ΚΠΔ). Ανάλογη όμως είναι και η προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας (βλ. Hannigan v Hannigan & Ors [2000] EWCA Civ 159, 18 May 2000 όπου διασώθηκε δικονομικό μέσο που καταχωρίστηκε κατ’ επίκληση και με τα έντυπα των εκεί καταργηθέντων αγγλικών θεσμών).

 

Στην προκειμένη περίπτωση με τη βασική αίτηση, η Καθ’ ης η αίτηση ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με βάση αφενός τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) και αφετέρου τις διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990). Έπεται ότι το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την ουσία της βασικής αίτησης δεν είναι κάποια πρόνοια των παλαιών Θεσμών ή των νέων ΚΠΔ αλλά οι πρόνοιες της πρωτογενούς νομοθεσίας που αναφέρονται στην βασική αίτηση. Από εκεί και πέρα, το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου θα δικαστεί η αίτηση αυτή, δηλαδή οι πρόνοιες των εφαρμοστέων Θεσμών ή Κανονισμών, έχουν μεν τη σημασία τους, όμως δεν είναι εκείνες οι πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοτική πηγή από την οποία ζητείται να αντληθούν και να ασκηθούν εξουσίες από το Δικαστήριο (βλ. Wunderlich (ανωτέρω) στην οποία αναλύθηκε η Μαχλουζαρίδης v. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965 η οποία αφορούσε σε εναρκτήρια αίτηση και στην οποία παραπέμπει και η ZURAB (ανωτέρω)). Το επίδικο συνεπώς σφάλμα, συνιστά ουσιαστικά μη συμμόρφωση με πρόνοιες των Θεσμών και δεν έχει προκαλέσει βλάβη στα δικαιώματα του Αιτητή, ο οποίος ενέστη στη διαδικασία κατά τρόπο που δείχνει ότι έχει αντιληφθεί πλήρως τη φύση, το αντικείμενο αλλά και το πεδίο εντός του οποίου ζητούνται να ασκηθούν οι εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Πρόσθετα όμως των πιο πάνω στην προκειμένη περίπτωση αντίθετα με περιπτώσεις όπως οι περιπτώσεις στην M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή (2006) 1 Α.Α.Δ. 298, Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft (1998) 1 Α.Α.Δ. 1815, Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 1157 και Olympia Designs (Properties) Ltd, εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία Olympia A. Designs ν. Unique U.K. Inc., εμπορευόμενης υπό την Εμπορική Επωνυμία Unique Party (2010) 1 ΑΑΔ 1395, η πλευρά που έσφαλλε δεν έχει αφήσει την εσφαλμένη κατάσταση πραγμάτων να οδηγηθεί μέχρι και το τέλος και να επικαλεστεί τότε τη Δ.64 αλλά έχει ζητήσει από αυτό το στάδιο, δηλαδή πριν την ακρόαση, όπως κατ’ εφαρμογή της Δ.64, εφόσον είναι κοινώς αποδεκτό ότι είναι οι παλαιοί Θεσμοί που εφαρμόζονται, της επιτραπεί να διορθώσει το σφάλμα της και αυτό διότι, ως έχει νομολογηθεί, το σφάλμα, μέχρι την άρση του, εξακολουθεί να υπάρχει. Η τελευταία αυτή επισήμανση, σε συνδυασμό με το ότι έχει τώρα υποβληθεί αίτημα ειδικά στη βάση της Δ.64 για διόρθωση του σφάλματος πριν την ακρόαση της ουσίας της βασικής αίτησης είναι και που διαφοροποιεί την περίπτωση από την περίπτωση στη ZURAB (ανωτέρω) όπου το Εφετείο κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσο θα μπορούσε, μετά που ακροάστηκε η ουσία της αίτησης, να διορθωθεί το εκεί διαπιστωθέν σφάλμα στη βάση της Δ.64 που δεν αναφερόταν όμως στη νομική βάση της αίτησης που εξετάστηκε. Στη ZURAB (ανωτέρω) δηλαδή δεν υπεβλήθη και ούτε εξετάστηκε αίτημα με βάση τη Δ.64 πριν την ακρόαση της αίτησης αλλά επιχειρήθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης να χρησιμοποιηθεί η Δ.64 για να διασώσει την εξ αρχής εσφαλμένη κατάσταση με την οποία η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κάτι όμως το οποίο, όπως λέχθηκε και στις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή (2006) 1 Α.Α.Δ. 298, Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft (1998) 1 Α.Α.Δ. 1815, Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ (2005) 1 Α.Α.Δ. 1157 και Olympia Designs (Properties) Ltd, εμπορευόμενη υπό την εμπορική επωνυμία Olympia A. Designs ν. Unique U.K. Inc., εμπορευόμενης υπό την Εμπορική Επωνυμία Unique Party (2010) 1 ΑΑΔ 1395, ήταν ανεπίτρεπτο. 

 

Των πιο πάνω λεχθέντων συνεπώς κρίνω ότι η χρήση λανθασμένων εντύπων και η εσφαλμένη αναφορά σε δικονομικούς κανόνες στην προκειμένη περίπτωση δεν επηρεάζει το ουσιαστικό υπόβαθρο της αίτησης, δεν έχει προκαλεί οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά του Αιτητή και ούτε αποστερεί από το Δικαστήριο την εξουσία που του παρέχουν οι πρόνοιες του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στην αίτηση να εξετάσει το επίδικο αίτημα. Ως εκ τούτου, το σφάλμα που είναι παραδεκτό ότι έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση συνιστά θεωρώ παρατυπία η οποία, υπό τις περιστάσεις, δύναται να θεραπευθεί με την παροχή των κατάλληλων οδηγιών από το Δικαστήριο ως προς την περαιτέρω προώθηση της βασικής αίτησης.

 

Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι η συγκεκριμένη παρατυπία έγκειται ουσιαστικά, αφενός στην μη επίκληση της Δ.48 αλλά στις αντίστοιχες νέες πρόνοιες του Μ.23 και Μ.25 και αφετέρου στη χρήση του εντύπου ενδιάμεσων αιτήσεων που προνοούν οι νέοι ΚΠΔ, το περιεχόμενο όμως του οποίου δεν διαφέρει ουσιωδώς από το περιεχόμενο του εντύπου που θα χρησιμοποιείτο για ενδιάμεση αίτηση με βάση τη Δ.48 (βλ. Tράπεζα Kύπρου Λτδ. ν. Dynacon Limited (1998) 1 ΑΑΔ 1978), εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής της βασικής αίτησης από τις εν λόγω παρατυπίες, η οποία αίτηση πλέον θα θεωρείται ότι εντάσσεται στο πεδίο εμβέλειας της Δ.48. Σημειώνω εδώ ότι για την κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψη μου και ότι υπό τις περιστάσεις θα προκαλούσε δυσανάλογη ταλαιπωρία και έξοδα στη διαδικασία αν διατασσόταν να καταχωριστεί τροποποιημένη αίτηση απλά και μόνο για να συνάδει ουσιαστικά στην όψη της με τα έντυπα της Δ.48 (βλ. κατ’ αναλογία Φαλέκκου (ανωτέρω)).   

 

Ενόψει των ανωτέρω και εφόσον είναι κοινώς αποδεκτό ότι η βασική αίτηση θα εκδικαστεί με βάση το δικονομικό πλαίσιο που καθορίζει η Δ.48, αν η Καθ’ ης η αίτηση επιθυμεί να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να καταχωρίσει την προβλεπόμενη προς τούτο αίτηση μέχρι τις 06/07/2026 και να την επιδώσει αυθημερόν στην αντίδικη πλευρά. Η αίτηση εκείνη να οριστεί για ακρόαση στις 13/07/2026 η ώρα 9:30πμ με γραπτές αγορεύσεις οι οποίες να αναρτηθούν στο σύστημα. Εάν θα καταχωριστεί ένσταση, αυτή να καταχωριστεί μέχρι τις 09/07/2026 και να κοινοποιηθεί αυθημερόν στην αντίδικη πλευρά. Νοείται ότι εάν τελικά δεν θα καταχωριστεί αίτηση ή ένσταση σε μια τέτοια αίτηση, οι δύο πλευρές θα προσέλθουν έγκαιρα στο Δικαστήριο και πριν τις 13/07/2026 ώστε να δοθούν ανάλογες οδηγίες.

 

Όσον αφορά τα έξοδα που προέκυψαν σε σχέση με την εκδίκαση του υπό συζήτηση θέματος από τις 12/05/2026 μέχρι και σήμερα, λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιτυχούσα διάδικος της διαδικασίας είναι η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση (Μ.Κ.) αλλά ταυτόχρονα και ότι η διαδικασία προέκυψε συνεπεία του παραδεκτού σφάλματος της Καθ’ ης η αίτηση (Μ.Κ.) κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα εν λόγω έξοδα συνιστούν έξοδα στην πορεία της ενδιάμεσης (βασικής) αίτησης.

                                                  

                

          (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καταχωρίστηκε στις 14/01/2026 ώρα 13:03.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο