ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 50/18
Μεταξύ:
Σ.Σ.
Αιτητή
και
Μ.Α.
Καθ’ ης η αίτηση
και
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
Μεσεγγυούχος
Αίτηση ημερομηνίας 11/11/2025 για κατάσχεση εις χείρας τρίτου
(writ of attachment)
Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Αιτητής: κ. Σάββας Κυριακίδης
Καθ’ ης η αίτηση: Αυτοπροσώπως
Για Μεσεγγυούχο: Καμία εμφάνιση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:
Στις 24/05/2024 ο Πρωτοκολλητής του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατόπιν διενέργειας της προβλεπόμενης διαδικασίας ψήφισης εξόδων μεταξύ δικηγόρου – πελάτη, εξέδωσε πιστοποιητικό ψήφισης δικηγορικών εξόδων ύψους €6.292,91 πλέον Φ.Π.Α. €1.195,65 πλέον €664,50 πραγματικά έξοδα προς όφελος του δικηγόρου κ. Σάββα Κυριακίδη και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία ήταν η πελάτιδα του πρώτου στη διαδικασία περιουσιακών διαφορών με τον πιο πάνω αριθμό.
Στις 06/09/2024, ο κ. Σάββας Κυριακίδης ισχυριζόμενος ότι η Καθ’ ης η αίτηση ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του οφειλόμενου ποσού δυνάμει του πιστοποιητικού ψήφισης εξόδων, καταχώρισε μονομερή αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου ζητώντας όπως κατασχεθεί και του πληρωθεί ποσό που κατ’ εκείνον η Καθ’ ης η αίτηση είχε σε τραπεζικό λογαριασμό. Το Δικαστήριο που της επιλήφθηκε τότε εξέδωσε στις 10/09/2025 διάταγμα μη αποξένωσης του συνολικού ποσού των €8.153,06 από τον υπ’ αριθμό xxxxxxxxx367 τραπεζικό λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση στην Τράπεζα Κύπρου και όρισε το αίτημα για πληρωμή για επίδοση. Μετά την επίδοση στην Καθ’ ης η αίτηση εκείνης της αίτησης και του διατάγματος που είχε εκδοθεί, η τελευταία εμφανίστηκε στη διαδικασία με δικηγόρο και στις 14/11/2024 καταχώρισε ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ίδιας.
Για ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα διαδικασία, με εκείνη την ένσταση και ένορκη δήλωση η Καθ’ ης η αίτηση πρόβαλε, μεταξύ άλλων, αφενός τη θέση ότι δεν όφειλε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στον Αιτητή λόγω πληρωμών που του είχε κάνει πριν την έκδοση του πιστοποιητικού του Πρωτοκολλητή και αφετέρου ότι τα οικονομικά της δεδομένα, τα οποία συνίσταντο σε σύνολο εισοδημάτων περί τις €4.000 μηνιαίως (€3.296,86 ως μηνιαίος μισθός εκπαιδευτικού, €600 ως διατροφή για τα ανήλικα τέκνα της και €700 ετήσιο επίδομα τέκνου) και σε σύνολο εξόδων €4.841,52 το μήνα, δεν δικαιολογούν την κατάσχεση οποιουδήποτε ποσού από το λογαριασμό της.
Τελικά, εκείνη η αίτηση μετά από διάφορες εμφανίσεις και για τους λόγους που καταγράφηκαν στα εκάστοτε πρακτικά του Δικαστηρίου αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 10/11/2025.
Στις 11/11/2025 ο κ. Σάββας Κυριακίδης (στο εξής ο «Αιτητής») καταχώρισε νέα αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου, ήτοι την υπό κρίση αίτηση, με την οποία επανέλαβε ουσιαστικά το πώς κατέληξε να του οφείλεται από την Καθ’ ης η αίτηση το ποσό των €6.292,91 πλέον Φ.Π.Α. €1.195,65 πλέον €664,50 πραγματικά έξοδα, ήτοι δυνάμει πιστοποιητικού καταλόγου εξόδων (Τεκμήριο 1) που εξέδωσε ο Πρωτοκολλητής στις 24/05/2024 καθώς και το αίτημα του για κατάσχεση του συνολικού ποσού των €8.153,06 το οποίο εξακολουθεί να του οφείλεται και το οποίο γνωρίζει ότι βρίσκεται εις χείρας της Τράπεζας Κύπρου όπου η Καθ’ ης η αίτηση διατηρεί τον υπ’ αριθμό xxxxxxxxx367 τραπεζικό λογαριασμό (Τεκμήριο 2).
Αφού το Δικαστήριο εξέτασε την αίτηση εξέδωσε garnishee order nisi για δέσμευση του συνολικού ποσού των €8.153,06 το οποίο βρίσκεται εις χείρας της Τράπεζας Κύπρου (στο εξής η «Μεσεγγυούχος») και όρισε την υπόθεση σε μεταγενέστερη ημερομηνία για να εμφανιστεί η Μεσεγγυούχος και η Καθ’ ης η αίτηση και να εξεταστεί το αίτημα για πληρωμή.
Η Μεσεγγυούχος δια του υπαλλήλου της κ. Αργυρού Ηρακλείδη, επιβεβαίωσε ότι η Μεσεγγυούχος έχει στην κατοχή της το συνολικό ποσό των €7.645,44 στον υπ’ αριθμό xxxxxxxxx367 τραπεζικό λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση και προσκόμισε σχετικώς αντίγραφο του εν λόγω τραπεζικού λογαριασμού. Ο κ. Ηρακλείδης δήλωσε ότι δεν υπάρχει ένσταση από μέρους της Μεσεγγυούχου σε τυχόν έκδοση διατάγματος πληρωμής του χρηματικού ποσού που κατασχέθηκε και ότι η Μεσεγγυούχος δεν ζητά έξοδα.
Η Καθ’ ης η αίτηση, η οποία τότε εκπροσωπείτο από δικηγόρο, ζήτησε και έλαβε χρόνο για να καταχωρίσει ένσταση. Κατά την επόμενη δικάσιμο όμως, ο συνήγορος της ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από την εκπροσώπησή της και με τη σύμφωνη γνώμη της τελευταίας το αίτημα εγκρίθηκε. Δόθηκε τότε από το Δικαστήριο χρόνος στην Καθ’ ης η αίτηση τόσο για διορισμό νέου δικηγόρου όσο και για καταχώριση ένστασης. Επειδή μέχρι την επόμενη φορά η Καθ’ ης η αίτηση ούτε δικηγόρο διόρισε ούτε ένσταση καταχώρισε, ζήτησε και έλαβε από το Δικαστήριο περαιτέρω χρόνο για τούτο. Εν τέλει, η Καθ’ ης η αίτηση διόρισε νέο δικηγόρο, ο οποίος αιτήθηκε εκ μέρους της και έλαβε χρόνο για καταχώριση ένστασης. Μέχρι την επόμενη όμως ημερομηνία που η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση, η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση εξακολουθούσε να μην έχει καταχωρίσει οποιαδήποτε ένσταση. Ζητήθηκε τότε από το νέο της δικηγόρο όπως του δοθεί και εκείνου άδεια να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία αποφάσισε ότι θα εκπροσωπήσει πλέον τον εαυτό της. Παρά το ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν είχε καταχωρίσει μέχρι εκείνη την ημέρα ένσταση ως όφειλε με βάση τις προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου, εντούτοις της επιτράπηκε να προβάλει προφορικά τις θέσεις της οπόταν και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Είναι ο μοναδικός λογαριασμός που έχω πλην του μισθού μου, για αποταμίευση, ο οποίος γνωρίζετε ότι έχει κουτσουρευτεί με ένα σωρό διατάγματα. Η μακροχρόνια αυτή κατάσχεση, εδώ και 1½ χρόνο και περισσότερο είχε συνέπειες στην ποιότητα ζωής εμένα και των παιδιών μου γιατί πέραν τον αποκοπών ήταν ο μόνος λογαριασμός που θα μπορούσα να αποπληρώνω το ασφάλιστρο υγείας εμένα και των ανήλικων παιδιών μου και ακυρώθηκε, το ακύρωσε η ασφάλεια υγείας και είναι αναντικατάστατο. Παρακαλώ όπως μου αποκοπεί λιγότερο ποσό πάλι με επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου και λόγω της φύσης της υπόθεσης όπως ανέφερε και ο κ. Δήμος, κατανοώ ότι έχει εξελιχθεί σε μια κατάσταση που δεν είναι εύκολο οποιοσδήποτε να αναλάβει, δεν είναι θέμα να βρω κάποιον άλλο δικηγόρο και τα λοιπά, επιφυλάσσομαι των δικαιωμάτων μου αν πρέπει να πληρωθεί, ένα μικρότερο ποσό, με επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου και αν θα πάρει χρήματα ο κ. Κυριακίδης, παρόλο που διαφωνώ ξέρετε τις θέσεις μου, μια βεβαίωση ότι δεν θα απαιτεί από εμένα χρήματα και ο αντίδικος αφού τον έχει πληρώσει.
(…)
Ήταν το μοναδικό αποταμιευτικό ποσό που είχα για ώρα ανάγκης και σύμφωνα με τα Ευρωπαϊκά δεδομένα είναι το ελάχιστο, δυστυχώς δεν έχω πέραν από αυτό το ποσό και έχασα και μια εγχείρηση που δεν μπόρεσα να κάνω γιατί ακυρώθηκε το Medical, είναι εκτός ΓΕΣΥ, ήταν στο American Heart, έπρεπε να πληρώσω και δεν είχα την οικονομική δυνατότητα και θεώρησα σωστό να μην υποβάλω τους γονείς μου σε αυτή την διαδικασία, ούτε να υποθηκεύσω οποιαδήποτε περιουσία και δυστυχώς δεν μπορούσε ούτε να με εξυπηρετήσει το ΓΕΣΥ γιατί υπήρξε και εκεί ένα μικρό πρόβλημα».
Ενόψει της αναφοράς της Καθ’ ης η αίτηση ότι θα μπορούσε να κατασχεθεί μεν ποσό από το λογαριασμό της αλλά λιγότερο από αυτό που ζητεί ο Αιτητής, το Δικαστήριο της ζήτησε να διευκρινίσει, τί ποσό θεωρούσε, με βάση τις ανάγκες της ότι θα έπρεπε να παραμείνει στο λογαριασμό της. Η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ήταν:
«Τουλάχιστον το 80% να μην πω και το 90%, είναι το μοναδικό μου ποσό που έχω για ώρα ανάγκης».
Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με τις τοποθετήσεις των δύο πλευρών για τις οποίες περιορίζομαι να αναφέρω ότι αμφότερες επέμειναν στις αντίστοιχες θέσεις που αναφέρονται ανωτέρω.
Νομική πτυχή:
Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προβλέπεται στα άρθρα 73 έως 78 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Εν προκειμένω, εφαρμογή έχουν οι διατάξεις των άρθρων 73, 74 και 78, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες κατωτέρω.
Το άρθρο 73 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ορίζει ότι:
«Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω».
Το άρθρο 74 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ορίζει ότι:
«Το ένταλμα επιδίδεται στο πρόσωπο το οποίο διατάσσεται με αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από το χρόνο επίδοσης του εντάλματος σε αυτό, όλα τα ποσά χρημάτων, ασφάλειες για χρήματα, αγαθά και κινητή ιδιοκτησία, επί των οποίων ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει δικαίωμα (is beneficially entitled) είτε μόνος είτε από κοινού με άλλους, και τα οποία κατά την επίδοση του εντάλματος ή σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκονται ή δυνατό να περιέλθουν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του προσώπου που διατάσσεται να εμφανιστεί, και όλα τα χρέη τα οποία οφείλονται ή καθίστανται οφειλόμενα από αυτό προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους κατά τον πιο πάνω χρόνο ή κατά τη διάρκεια αυτού, καθίστανται στην έκταση που ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον επί αυτών και υπό την επιφύλαξη οποιουδήποτε καλή τη πίστη προηγούμενου τίτλου, δικαιώματος επίσχεσης ή επιβάρυνσης επί αυτών, ασφάλειες στα χέρια του για ικανοποίηση της απαίτησης του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή».
Το άρθρο 78 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ορίζει ότι:
«Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατό να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, και τα χρήματα από την πώληση ή επαρκές μέρος αυτών διατεθούν για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί ή δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος, ως ήθελε κρίνει ορθό».
Ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται σε αιτήσεις κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση της CYFIELD DEVELOPMENT PUBLIC LTD, Πολιτική Αίτηση Αρ. 18/2021, ημερ. 16/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:D41, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η ακολουθητέα διαδικασία, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι η καταχώρηση μονομερούς αίτησης (ex parte) για την έκδοση εντάλματος κατάσχεσης (order nisi). Αφού ειδοποιηθεί ο μεσεγγυούχος και ο εξ' αποφάσεως χρεώστης, ακολουθεί δικαστική διαδικασία για την οριστικοποίηση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο.
Η ακολουθητέα διαδικασία, όπως καθορίζεται στο Μέρος VII του Κεφ. 6, και τρόπος κατάσχεσης έγιναν αντικείμενο εξέτασης στις υποθέσεις F. Hoffman La Roche and Co. AG v. Inter - Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Ltd (1969) 1 C.L.R. 106, καθώς και στην Αγγλική υπόθεση Choice Investments Ltd v. Jeronimnimon Midland Bank Ltd (1980) 2 W.L.R. 80.
Το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση F. Hoffman La Roche and Co. AG (πιο πάνω) έχει ως εξής:
«Sections 73 to 81 (Part VII) of the Civil Procedure Law, Cap. 6 (which we need not quote verbatim) provide that, if an application for the issue of α writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the Court, after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.»»
Ως προς τη φύση της διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, στην απόφαση ΓΥΜΝΑΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΤΑ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑ ΓΣΠ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ v. ULYSSES INVESTMENTS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 171/14, ημερ. 30/12/2021, ECLI:CY:AD:2021:A596, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Ως συνάγεται από το συνδυασμένο περιεχόμενο των Άρθρων 14, 73, 74 και 78 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 («το Κεφ.6») - αλλά και από συνακόλουθη νομολογία που τα ερμήνευσε - η διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης με κατάσχεση ιδιοκτησίας στα χέρια τρίτου είναι διερευνητικής υφής και στοχεύει στη διακρίβωση ύπαρξης χρέους από τον μεσεγγυούχο προς τον εξ αποφάσεως χρεώστη. Ο αιτητής θα πρέπει να είναι εξ αποφάσεως πιστωτής και βαρύνεται με απόδειξη στο Δικαστήριο του γεγονότος ότι η σχετική απόφαση δεν έχει ακόμα ικανοποιηθεί εν όλω ή εν μέρει. Πρέπει προσέτι, να καταδειχθεί σχέση πιστωτή και οφειλέτη ανάμεσα στον εξ αποφάσεως οφειλέτη και στο τρίτο πρόσωπο (μεσεγγυούχο), με το διάταγμα κατάσχεσης να συνιστά πράξη που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (η οποία επιβάλλεται όπως ενασκείται πραγματικώς και δικαστικώς). Το διάταγμα κατάσχεσης μπορεί να αφορά σε ιδιοκτησία η οποία κατά την επίδοση του διατάγματος, ή σε άλλο χρόνο πριν από την άρση του, βρίσκεται ή δυνατόν να περιέλθει υπό τη φύλαξη ή έλεγχο του μεσεγγυούχου. Το διάταγμα επιδίδεται στον μεσεγγυούχο που καλείται με αυτό επιτακτικώς να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εάν, μετά από την επίδοση του διατάγματος κατάσχεσης στον μεσεγγυούχο, αυτός εν γνώσει του και εκουσίως παραιτείται από τη φύλαξη της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε, ή τη διαθέσει με άλλο τρόπο, λογίζεται πως απείθησε και υπόκειται σε διαδικασία παρακοής δικαστικού διατάγματος. Το Δικαστήριο, αφού ακούσει όσους κριθούν ως ενδιαφερόμενοι, δύναται να διατάξει, διάθεση της περιουσίας που κατασχέθηκε προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης, άρση του διατάγματος κατάσχεσης ή την έκδοση άλλου διατάγματος ως ήθελεν κριθεί δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. Πιτσιλλίδης ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Π.Ε. Ε67/20, ημ. 29.11.21, Ιωακείμ ν. Γεωργιάδη και Άλλων, Π.Ε. Ε142/18, ημ. 18.11.21, Solvochem France, SARL ν. Κυπριακής Εταιρείας Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ, Π.Ε. Ε9/14, ημ. 9.5.19, Κυριάκος & Νικόλας Τρικωμίτες Λτδ ν. Τουμαζή και Άλλων (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 754, Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd και Άλλων (1990) 1 A.A.Δ. 28, 32-33, F. Hoffman - La Rouche and Co A.G. v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited και Άλλων (1969) 1 C.L.R. 106, 113)».
Εξέταση της αίτησης:
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και υπενθυμίζοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι ο Αιτητής έχει εξασφαλίσει προς όφελος του και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, πιστοποιητικό ψήφισης εξόδων από Πρωτοκολλητή το οποίο σύμφωνα με τη Δ.59 θ.35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δύναται να εκτελεστεί ως να ήταν διάταγμα του Δικαστηρίου, κατέστη δηλαδή ο Αιτητής εξ αποφάσεως πιστωτής της Καθ’ ης η αίτηση, προκύπτει ότι το μόνο ουσιαστικά ερώτημα που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι αν δικαιολογείται να διαταχθεί η πληρωμή ολόκληρου ή μέρους του ποσού που βρίσκεται στο λογαριασμό της Καθ’ ης η αίτηση στον Αιτητή.
Ως ανέφερα ανωτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση, δεν καταχώρισε οποιαδήποτε ένσταση όμως της επιτράπηκε να προβάλει τις θέσεις της προφορικά. Στα πλαίσια των θέσεων της αυτών, η Καθ’ ης η αίτηση έκανε μεταξύ άλλων αναφορά στις προσωπικές της περιστάσεις και στις συναφείς οικονομικές της ανάγκες που κατ’ εκείνη δικαιολογούν είτε την εξ ολοκλήρου απόρριψη της αίτησης είτε την έκδοση διαταγής για πληρωμή μόνο κάποιου μικρού μέρους από το κατατεθειμένο ποσό. Παρά την προβολή των συγκεκριμένων θέσεων της, η Καθ’ ης η αίτηση δεν εξειδίκευσε ή καθόρισε με οποιοδήποτε τρόπο τα όσα ισχυρίστηκε αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες και την οικονομική της κατάσταση ούτε και παρουσίασε οποιοδήποτε αποδεικτικό των θέσεων αυτών στοιχείο. Επειδή όμως η παράλειψη αυτή θα μπορούσε να οφείλεται στο ότι η Καθ’ ης η αίτηση, εκπροσωπώντας πλέον τον εαυτό της, θεώρησε ότι δεν χρειαζόταν να προβεί σε τέτοια εξειδίκευση, καθορισμό ή τεκμηρίωση διότι είχε ήδη καταθέσει σε προηγούμενο στάδιο, όταν εκπροσωπείτο από δικηγόρο, τις επί του προκειμένου θέσεις της, δηλαδή μέσω της ένστασης και ένορκης δήλωσης που καταχώρισε στην προηγούμενη παρόμοια αίτηση του Αιτητή, θα προσεγγίσω την παρούσα αίτηση με γνώμονα και τα όσα είχε αναφέρει τότε η Καθ’ ης η αίτηση ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να προκληθεί στην τελευταία οποιοδήποτε αίσθημα αδικίας.
Όπως λοιπόν ανέφερα και πιο πάνω, η Καθ’ ης η αίτηση υποστήριξε και υποστηρίζει αφενός ότι δεν όφειλε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στον Αιτητή λόγω πληρωμών που του είχε κάνει πριν την έκδοση του πιστοποιητικού του Πρωτοκολλητή και αφετέρου ότι τα οικονομικά της δεδομένα, τα οποία συνίστανται σε σύνολο εισοδημάτων περί τις €4.000 μηνιαίως (€3.296,86 ως μηνιαίος μισθός εκπαιδευτικού, €600 ως διατροφή για τα ανήλικα τέκνα της και €700 ετήσιο επίδομα τέκνου) και σε σύνολο εξόδων €4.841,52 το μήνα, δεν δικαιολογούν την κατάσχεση οποιουδήποτε ή ολόκληρου ποσού από το λογαριασμό της. Έχοντας κατά νου τις θέσεις αυτές σημειώνω τα εξής:
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση που αποσκοπούν ουσιαστικά στο να καταδειχθεί ότι εσφαλμένα ψηφίστηκε προς όφελος του Αιτητή το συγκεκριμένο ποσό εξόδων που αναφέρεται στο πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν παρά να αγνοηθούν διότι δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να αμφισβητηθεί ή να ανατραπεί η ορθότητα του εν λόγω πιστοποιητικού.
Υπενθυμίζω και επισημαίνω ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά μέτρο εκτέλεσης το οποίο συναρτάται με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της, γιατί διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Για το λόγο αυτό τα προβλεπόμενα από το νόμο μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα (βλ. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. ν. Μαρίας Κωνσταντίνου (2000) 1 ΑΑΔ 1034 και Δήμητρας Γεωργιάδου ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2011, ημερ. 23/3/2017, ECLI:CY:AD:2017:D99).
Όσον αφορά τώρα τους ισχυρισμούς που πρόβαλε η Καθ’ ης η αίτηση αναφορικά με την οικονομική της κατάσταση, οι οποίοι, εφόσον έχει καταδειχθεί ότι όντως υπάρχει η απαιτούμενη σχέση εξ αποφάσεως πιστωτή και εξ αποφάσεως οφειλέτη, άπτονται του τρόπου άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Tρικωμίτες Κυριάκος και Νικόλας Λτδ ν. Αρτέμιδος Τουμαζή και Άλλου (2013) 1 ΑΑΔ 754) περιορίζομαι να αναφέρω το εξής. Η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι αν και λαμβάνει μηνιαίως ως εισόδημα περί τις €4.000 εντούτοις για την διατροφή και συντήρηση της ιδίας και των δύο θυγατέρων της χρειάζεται περί τις €5.000. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ποσό που είναι κατατεθειμένο στο λογαριασμό της είχε αρχικά σκοπό να το χρησιμοποιήσει για κάποιους συγκεκριμένους ιατρικούς σκοπούς και σήμερα το κρατεί ώστε να το χρησιμοποιήσει σε ώρα ανάγκης αν χρειαστεί. Ουδέποτε όμως η Καθ’ ης η αίτηση παρουσίασε οτιδήποτε που να αποδεικνύει είτε τα κατ’ ισχυρισμό μηνιαία έξοδα που έχει για σκοπούς συντήρησης και διατροφής είτε για το κατ’ ισχυρισμό κόστος που θα στοίχιζε ή θα στοιχήσει η κατ’ ισχυρισμό ιατρική επέμβαση που ήθελε να κάνει είτε έστω τη φύση και την ανάγκη για αυτή την κατ’ ισχυρισμό επέμβαση. Αντιθέτως η Καθ’ ης η αίτηση και τότε που εκπροσωπείτο από δικηγόρο και σήμερα που εκπροσωπεί τον εαυτό της περιορίστηκε στην προβολή διάφορων ισχυρισμών οι οποίοι όμως παρέμειναν μέχρι τέλους μετέωροι και ατεκμηρίωτοι.
Ούτε λίγο ούτε πολύ δηλαδή η εικόνα που αναδύεται είναι ότι η Καθ’ ης η αίτηση οφείλει από τις 24/05/2024 να πληρώσει ως εξ αποφάσεως οφειλέτης στον Αιτητή εξ αποφάσεως πιστωτή της το ποσό των €8.153,06 και ενώ έχει κατατεθειμένο σε λογαριασμό της το ποσό των €7.645,44, το οποίο απλώς «κρατά για ώρα ανάγκης» κανένα ποσό δεν κατέβαλε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της.
Με κάθε σεβασμό προς την Καθ’ ης η αίτηση δεν μπορεί η επιτακτική ανάγκη για εξόφληση ενός εξ αποφάσεως χρέους, η οποία συναρτάται με το κύρος και την αξιοπιστία της δικαστικής διαδικασίας και της δικαιοσύνης να εξαιρείται από την οποιαδήποτε τυχόν άλλη ανάγκη έχει η τελευταία στο μυαλό της. Εφόσον το επίδικο ποσό η Καθ’ ης η αίτηση το κρατεί για ώρα ανάγκης και εφόσον έχει από τις 24/05/2024 δημιουργηθεί επιτακτική ανάγκη για την εξόφληση μιας δικαστικής απόφασης, κανένας λόγος δεν διαπιστώνεται να υπάρχει για να μην διαταχθεί η πληρωμή του δεσμευμένου ποσού, το οποίο να σημειωθεί είναι χαμηλότερο από το εξ αποφάσεως χρέος, προς τον Αιτητή. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογούν, κρίνω, όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί προς αυτή την κατεύθυνση.
Κρίνω συνεπώς ότι η αίτηση πρέπει να επιτύχει και επιτυγχάνει.
Κατάληξη:
Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, το garnishee order nisi ημερομηνίας 11/11/2025 καθίσταται απόλυτο garnishee order absolute και εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Μεσεγγυούχος, δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ όπως καταβάλει στον Αιτητή το ποσό των €7.645,44, το οποίο βρίσκεται κατατιθέμενο στη Μεσεγγυούχο στο όνομα της Καθ’ ης η Αίτηση στον υπ’ αριθμό xxxxxxxxx367 λογαριασμό, προς μερική ικανοποίηση του ποσού που οφείλεται στον Αιτητή από την Καθ’ ης η αίτηση δυνάμει του πιστοποιητικού ψήφισης εξόδων ημερομηνίας 24/05/2024.
Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του ποσού που διατάσσεται να πληρωθεί και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εφόσον η Μεσεγγυούχος δεν ζήτησε έξοδα δεν εκδίδεται καμία σχετική διαταγή.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο