ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 19/23i
Μεταξύ:
G.G.M.G.
Αιτητή
και
E.M.F.H.
Καθ’ ης η αίτηση
Αίτηση ημερομηνίας 22/12/2025[1] για αναθεώρηση ψήφισης εξόδων από τον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου
Ημερομηνία: 14 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή: κ. Βραχίμης Χατζηχάννας
Για την Καθ’ ης η αίτηση: κ. Ανδρέας Μ. Κλεάνθους
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο Αιτητής καταχώρισε στις 23/03/2023 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήρια αίτηση, η οποία μετά από ακρόαση, απορρίφθηκε στις 28/05/2025. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάστηκαν υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρισε στις 22/12/2025 την υπό κρίση αίτηση, μονομερώς, με το Έντυπο αρ. 34 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 (στο εξής οι «ΚΠΔ»), με την οποία αιτείται «Διάταγμα Αναθεώρησης Ψηφισθέντων Εξόδων από τον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου».
Η αίτηση βασίζεται στο Μέρος 23, Κανονισμός 2 (2) και 4 και στο Μέρος 39, Κανονισμός 14 των ΚΠΔ και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας. Θεοδώρας Ιντζέ, ασκούμενης δικηγόρου στο γραφείο του κ. Βραχίμη Χατζηχάννα, ημερομηνίας 18/12/2025, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Μετά από εξουσιοδότηση και σε συνεργασία με το Δικηγόρο του Αιτητή κ. Βραχίμη Χατζηχάννα, ετοιμάσαμε Κατάλογο εξόδων για την Αίτηση 19/2023 (Περιουσιακές Διαφορές). Προσήλθαμε στο Πρωτοκολλητείο για να καταθέσουμε την Αίτηση Ψήφισης των Εξόδων, αλλά ο Πρωτοκολλητής αντέδρασε και είπε δεν θα την ψηφίσει την Αίτηση και μάλιστα τόνισε ότι θα μας κάνει οικονομία, δηλαδή θα γλιτώσουμε τα Έξοδα των Χαρτοσήμων για ψήφιση, κάπου €120.
Αρνείτο επίμονα, παρόλο που του αναφέραμε, ότι για ακριβώς παρόμοια περίπτωση, η Ανώτερη Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ανέφερε ότι ένας Αιτητής δικαιούται τα έξοδά του, αφού τα αποφάσισε το Δικαστήριο και στην τελική του απόφαση το Δικαστήριο δεν ανέφερε «Προηγούμενες Διαταγές για έξοδα διαγράφονται», άρα τα δικαιούται και πρόβηκε στην ψήφιση των εξόδων. Δυστυχώς, ουδόλως συμφωνούσε.
Ευθύς εξ αρχής ο Πρωτοκολλητής ήταν αρνητικός και δεν αποδεχόταν την κατάθεση του Καταλόγου για Ψήφιση.
Αφού ο Πρωτοκολλητής δεν αποδεχόταν τον Κατάλογο για Ψήφιση, αναγκαστικά ετοιμάσαμε και αποστείλαμε επιστολή γι’ αυτό το θέμα, με e-mail ημερ. 15/10/2025, στον ίδιο, με επισύναψη Ψήφισης από Ανώτερο Πρωτοκολλητή άλλης υπόθεσής μας, για να πεισθεί, με ίδιο ακριβώς προς ψήφιση θέμα. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1
Μετά την λήψη της επιστολής μας, αποδέχθηκε να καταθέσουμε τον προς Ψήφιση κατάλογο Εξόδων και τον κατέθεσα μαζί με τον κ. Βραχίμη Χατζηχάννα, στις 31/10/2025, στο Πρωτοκολλητείο του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ο ίδιος όρισε την ψήφιση για τις 12/11/2025, όπου και παρουσιαστήκαμε στη Ψήφιση και οι δύο πλευρές.
Ο Πρωτοκολλητής κ. Παύλος Τέρλας, αφού μας άκουσε στις 12/11/2025, είπε ότι δεν προλαβαίνει να δώσει την απόφαση του την ίδια ημερομηνία και θα μας την δώσει την επόμενη. Μάλιστα τόνισε, ότι θα την ανεβάσει στο i-justice και ότι δεν χρειάζεται να πάμε ξανά στο Δικαστήριο για να τη ζητήσουμε και να αυξάνουμε τα έξοδα.
Επικοινωνούσαμε τακτικά μαζί του και αρκετές φορές με τους Υπαλλήλους του Πρωτοκολλητείου, αλλά απόφαση δεν μας διδόταν, με διάφορες αιτιολογίες, όπως π.χ. ότι ήταν με άδεια ο Πρωτοκολλητής ή ότι η απόφαση θα μας σταλεί με e-mail ή ότι η απόφαση θα αναρτηθεί στο i-justice ή είναι έτοιμη και είναι πάνω στο Γραφείο του και να τη ζητήσουμε από τους υπαλλήλους του Πρωτοκολλητείου κ.ο.κ. και Απόφαση δεν μας διδόταν, όπως πολλές φορές μας υποσχέθηκε.
Τελικά, σήμερα (15/12/2026), μας τηλεφώνησαν από το Πρωτοκολλητείο, στο Γραφείο μας ότι είναι έτοιμη η Ψήφιση και να πάμε να την παραλάβουμε. Πήγα, λοιπόν εγώ σήμερα (15/12/2025), στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας και παρέλαβα την απόφαση του Πρωτοκολλητή. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β’
Κατά την ετοιμασία της Ένορκης μου Δήλωσης, διαπίστωσα ότι η Απόφαση του Πρωτοκολλητή, ήταν ΑΝΕΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ, ενημέρωσα σχετικά το Πρωτοκολλητείο και μου είπαν να ξαναπάω για να την διορθώσουν.
Τονίζω ότι δεν συμφωνούμε με την Απόφαση του Πρωτοκολλητή, γι’ αυτό και αιτούμεθα την Αναθεώρηση του Καταλόγου των προς Ψήφιση εξόδων».
Ως λόγο για τον οποίο η αίτηση καταχωρίστηκε χωρίς ειδοποίηση αναγράφεται στο σχετικό πεδίο του Εντύπου ότι «Η Αίτηση στρέφεται εναντίον του Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου, που λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου, ψήφισε τα έξοδα. Επομένως ο πρωταρχικός σκοπός της Αίτησης μου προάγεται καλύτερα με αυτό τον τρόπο».
Καταχωρίστηκε επίσης γραπτή αγόρευση του συνηγόρου του Αιτητή, στην οποία καταληκτικά αναφέρει ότι «Τέλος, η Απόφαση του Πρωτοκολλητή, κατά τη γνώμη μου, είναι άκρως λανθασμένη και αιτούμαι την Αναθεώρησή της, για να μπορώ να την εφεσιβάλω».
Στις 16/01/2026, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η υπό κρίση αίτηση, το Δικαστήριο επεσήμανε στον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή, ότι η αίτηση δεν μπορεί να εξεταστεί μονομερώς, αν μη τι άλλο, διότι στη διαδικασία από την οποία προέκυψε η επίμαχη απόφαση συμμετείχε και η άλλη πλευρά. Εκφράστηκε επίσης από το Δικαστήριο και δικαιοδοτικός προβληματισμός σε σχέση με την ίδια τη διαδικασία που ενεργοποίησε ο Αιτητής, εφόσον η υπό κρίση αίτησή του δεν παρουσιάζεται να αφορά σε προσπάθεια αναθεώρησης πιστοποιητικού εξόδων, αλλά σε ανατροπή της απόφασης που έλαβε ο Πρωτοκολλητης να απορρίψει τον κατάλογο εξόδων του Αιτητή και κατ’ επέκταση, το αίτημα για ψήφιση. Επειδή όμως είχε κριθεί αναγκαίο να ακουστεί και η άλλη πλευρά επί της αίτησης προτού ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση, το δικαιοδοτικό αυτό θέμα αφέθηκε να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
Μετά την επίδοση της αίτησης, εμφανίστηκε στη διαδικασία η άλλη πλευρά και ζητήθηκε χρόνος για καταχώριση ένστασης. Ο συνήγορος του Αιτητή τότε ζήτησε όπως το Δικαστήριο ακολουθήσει τη διαδικασία των νέων ΚΠΔ, επί των οποίων και η αίτηση εδράζεται, ώστε να δώσει από εκείνο το στάδιο οδηγίες και για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το αίτημα αυτό του συνηγόρου προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση, ο οποίος υποστήριξε ότι εσφαλμένα η αίτηση – διαδικασία βασίστηκε στους νέους ΚΠΔ, εφόσον, κατ’ εκείνον, είναι οι παλαιοί Θεσμοί που εφαρμόζονταν στην υπό κρίση περίπτωση. Κατ’ επέκταση, για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα έπρεπε να προηγηθεί σχετική αίτηση και άδεια του Δικαστηρίου.
Το Δικαστήριο, αφού διευκρινίστηκε από τον κ. Κλεάνθους ότι το δικαιοδοτικό ζήτημα που έθετε με την προώθηση της αίτησης στη βάση των νέων ΚΠΔ αποτελούσε και μέρος της γενικότερης ένστασης που είχε η πλευρά του στην αίτηση, ζήτησε από τον κ. Χατζηχάννα να τοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου ζητήματος, ώστε να ξεκαθαρίσει κατά πόσο το θέμα θα μπορούσε να εξεταστεί κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης ή αν θα έπρεπε να εξεταστεί προδικαστικά. Επειδή όμως, ο κ. Χατζηχάννας επέμενε ότι το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να ασχοληθεί με τη δικονομική πτυχή της αίτησης αλλά έπρεπε να προχωρήσει άμεσα με την ουσία της, το Δικαστήριο υπέδειξε στο συνήγορο ότι, εφόσον είχε προβληθεί ένσταση σε σχέση με τη δικονομική και δικαιοδοτική βάση επί της οποίας προωθείτο και η αίτηση αλλά και το αίτημα για να δοθούν οδηγίες για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η ένσταση αυτή δεν μπορούσε να αγνοηθεί. Εξακολουθώντας όμως, ο συνήγορος να επιμένει όπως το Δικαστήριο «προσπεράσει» το συγκεκριμένο ζήτημα, ανέφερε προς υποστήριξη της επιμονής του αυτής, ότι το Δικαστήριο έχει, σε κάθε περίπτωση, εξουσία να διορθώσει τυχόν σφάλματα στη διαδικασία. Ζήτησε τότε το Δικαστήριο από το συνήγορο να ξεκαθαρίσει πλέον τη θέση του επί του συγκεκριμένου ζητήματος και συγκεκριμένα κατά πόσο θα επέμενε στην ορθότητα της δικονομικής βάσης της αίτησής του, οπότε θέμα διόρθωσης δεν τίθετο να εξεταστεί ή κατά ποσό συμφωνούσε τελικά με τη θέση ότι υπήρχε δικονομικό σφάλμα στην αίτησή του το οποίο και ήθελε να διορθωθεί. Ο κ. Χατζηχάννας δεν αποδέχτηκε ότι η διαδικασία που προωθεί είναι λανθασμένη.
Υπό το φως της πιο πάνω απάντησης του κ. Χατζηχάννα, το Δικαστήριο θεώρησε, εκδίδοντας και σχετικό ruling, ότι ήταν πλέον αναγκαίο, υπό τις περιστάσεις, να εξεταστεί η δικονομική και δικαιοδοτική ένσταση που τέθηκε από την άλλη πλευρά, προτού δοθούν οποιεσδήποτε οδηγίες για την εκδίκαση της ουσίας της αίτησης, αν μη τι άλλο, ώστε να ξεκαθαρίσει και το δικονομικό πλαίσιο επί του οποίου θα δίδονταν τέτοιες οδηγίες αν τελικά χρειαζόταν.
Αμφότεροι οι συνήγοροι δήλωσαν ότι μπορούσαν να προχωρήσουν με τις επί του προκειμένου τοποθετήσεις τους, οπόταν και προχώρησαν και έθεσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου όσα ήθελαν να αναφέρουν. Προτού όμως το Δικαστήριο επιφυλάξει την απόφασή του, ο κ. Χατζηχάννας, ο οποίος να σημειωθεί ότι κατά τις προφορικές του τοποθετήσεις έκανε μεταξύ άλλων και αναφορά σε αποφάσεις Δικαστηρίων προς υποστήριξη των θέσεων του, δήλωσε ότι τελικά θα προτιμούσε όπως η επιχειρηματολογία του μην περιοριστεί στα όσα προφορικά ανέφερε και όπως του δοθεί χρόνος να ετοιμάσει και γραπτή αγόρευση. Αν και το αίτημά του εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, εν τούτοις ο συνήγορος άλλαξε γνώμη και δήλωσε ότι θα υιοθετήσει τα όσα είχε προφορικά αναφέρει.
Συνοψίζω τις εκατέρωθεν θέσεις: Ο κ. Κλεάνθους ανέφερε ότι η εναρκτήρια αίτηση που οδήγησε στην έκδοση των διαφόρων διαταγών σε σχέση με τα έξοδα καταχωρίστηκε στις 23/03/2023 και σύμφωνα με το Μέρος 60, Κανονισμός 60.1(2) των ΚΠΔ, εκδικάστηκε με βάση τους παλαιούς Θεσμούς, εφόσον οι νέοι ΚΠΔ ισχύουν από 01/09/2023. Η υπό κρίση αίτηση, υποστήριξε ο κ. Κλεάνθους, θα έπρεπε να είχε καταχωριστεί και προωθηθεί με βάση τους παλαιούς Θεσμούς (Δ.59) και όχι με βάση τους νέους ΚΠΔ που καταχωρίστηκε και προωθείται. Το σφάλμα αυτό, κατά το συνήγορο, δεν μπορεί να θεωρηθεί τυπικό ελάττωμα που μπορεί να διορθωθεί και αναπόφευκτα θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Ο κ. Χατζηχάννας από την άλλη επέμεινε ότι η δικονομική επιλογή της αίτησης είναι απόλυτα ορθή εξ ου και έγινε δεκτή από το Πρωτοκολλητείο και ότι ο πρωταρχικός σκοπός των νέων ΚΠΔ είναι ο χρόνος. Κατά τον κ. Χατζηχάννα, «το ζήτημα είναι τυπικό και όχι νομικό» και «η ουσία είναι το δεδικασμένο της απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου που είπε έξοδα υπέρ Αιτητή» ως προς τις δύο εμφανίσεις του. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ανέφερε ότι δύο άλλες φορές, δύο διαφορετικοί Πρωτοκολλητές είχαν εγκρίνει τέτοια έξοδα. Κατέληξε, παρά ταύτα, ο συνήγορος στην τοποθέτηση ότι σύμφωνα με το Μέρος 3 του Κανονισμού 8 το Δικαστήριο μπορεί να θεραπεύσει τυχόν παρατυπίες.
Μελέτησα με προσοχή τα όσα ανέφεραν οι δύο πλευρές.
Στην προκειμένη περίπτωση, η πλευρά του Αιτητή καταχώρισε και προώθησε μία αίτηση, που παρουσιάζεται να αποσκοπεί σε ανατροπή απόφασης που έλαβε ο Πρωτοκολλητής σε διαδικασία ψήφισης εξόδων, κατόπιν σχετικής δικαστικής διαταγής επιδίκασης εξόδων που εκδόθηκε στο πλαίσιο μίας εναρκτήριας διαδικασίας περιουσιακών διαφορών που καταχωρίστηκε στις 23/03/2023, δηλαδή πριν τη θέσπιση των ΚΠΔ. Η επίμαχη δηλαδή απόφαση που επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση να ανατραπεί, εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας που ενεργοποιήθηκε με διαταγή που εκδόθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας που καταχωρίστηκε και εκδικάστηκε στη βάση των παλαιών θεσμών. Μάλιστα δε προκειμένου να επιτύχει στην υπό κρίση αίτησή της, η πλευρά του Αιτητή επικαλείται τη δικαστική διαταγή που εκδόθηκε σε σχέση με τα επίδικα έξοδα στο πλαίσιο της κυρίως διαδικασίας που δικάστηκε με βάση τους παλαιούς Θεσμούς, την οποία και θεωρεί ως άρρηκτα συνδεδεμένη και συνυφασμένη με το δικαίωμα που προώθησε ενώπιον του Πρωτοκολλητή, ο οποίος, κατά τον Αιτητή εν τέλει του το αποστέρησε. Εφόσον λοιπόν διαπιστώνεται, αλλά αποτελεί και θέση του ίδιου του Αιτητή, ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί άσκηση ενός δικονομικού δικαιώματος που παρέχει η διαδικασία που διεξήχθη ενώπιον του Πρωτοκολλητή στη βάση της διαταγής που εκδόθηκε στο πλαίσιο μιας κυρίως διαδικασίας που καταχωρίστηκε και εκδικάστηκε με βάση τους παλαιούς Θεσμούς, δεν μπορεί να προβάλλονται οι νέοι ΚΠΔ ως η δικονομική και δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση αίτησης. Υπενθυμίζω και επισημαίνω ότι, στην προκειμένη περίπτωση ο Πρωτοκολλητής, με την υποβολή του αιτήματος για ψήφιση εξόδων, δεν επιλήφθηκε οποιασδήποτε διαδικασίας ανεξάρτητης από την κυρίως υπόθεση, όπως ενδεχομένως να ήταν η διαδικασία ψήφισης εξόδων μεταξύ δικηγόρου – πελάτη, αλλά αντιθέτως, επιλήφθηκε διαδικασίας ψήφισης εξόδων μεταξύ διαδίκων στη βάση της σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου. Δεν μπορεί λοιπόν να θεωρηθεί ότι η διαδικασία ψήφισης, που επιχειρεί με την παρούσα αίτηση να ανατρέψει, είχε αποσυνδεθεί από την κυρίως διαδικασία περιουσιακών διαφορών, ώστε πλέον να εφαρμόζονται οι ΚΠΔ λόγω του χρόνου καταχώρισης της παρούσας αίτησης. Το Μέρος 60.1(2) των ΚΠΔ, άλλωστε, είναι ξεκάθαρο: «Οι παρόντες κανονισμοί τίθενται σε ισχύ σε σχέση με τις υπόλοιπες δικαιοδοσίες, στις οποίες αφορούν, από την 1η Σεπτεμβρίου 2023 σε διαδικασίες που καταχωρίζονται από 1η Σεπτεμβρίου 2023».
Έπεται, συνεπώς, ότι εσφαλμένα η παρούσα αίτηση έχει καταχωριστεί και προωθηθεί στη βάση των προνοιών των νέων ΚΠΔ. Το ερώτημα είναι πλέον αν μπορεί να διασωθεί. Κρίνω ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο ερώτημα αυτό είναι αρνητική και εξηγώ.
Όπως καταδεικνύει και η κυπριακή νομολογία που αφορά στους παλαιούς Θεσμούς (Δ.64) αλλά και στους νέους ΚΠΔ (Κ.3.8), επουσιώδεις δικονομικές παραλήψεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, εσφαλμένη χρήση είτε εντύπων είτε κανονισμών, μπορεί κάτω από τις κατάλληλες, συνθήκες να διασωθούν (βλ. Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου (1999) 1 ΑΑΔ 366 σε σχέση με τους παλαιούς Θεσμούς και ZURAB JINCHARADZE v. CBR CAPITAL LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε39/2019, 12/9/2024, Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd v. Δήμου Πάφου, Πολιτική Έφεση αρ. E5/2018, 16/1/2024 και CTC AUTOMOTIVE LTD v. ΨΑΡΟΥΔΗΣ ΜΠΕΤΟΝ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση αρ. Ε112/24, 28/3/2025 σε σχέση με τους νέους ΚΠΔ). Ανάλογη είναι και η προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας (βλ. Hannigan v Hannigan & Ors [2000] EWCA Civ 159, 18 May 2000). Προκειμένου όμως να ασκηθεί η εν λόγω «θεραπευτική εξουσία» του Δικαστηρίου, θα πρέπει να υπάρξει από πλευράς του διαδίκου που προέβη στο σφάλμα κάποιας μορφής αίτημα για διόρθωση του σφάλματος αυτού, κάτι που εξυπακούει αναγνώριση της ύπαρξης τέτοιου σφάλματος.
Με γνώμονα τα πιο πάνω υπενθυμίζω και επισημαίνω κατ’ αρχήν ότι στην υπό κρίση περίπτωση η πλευρά του Αιτητή, μέσω του συνηγόρου της, επέμεινε κατηγορηματικά στην ορθότητα των δικονομικών επιλογών της και μάλιστα ζήτησε και όπως της δοθούν και όλα τα δικαιώματα που η εν λόγω δικονομική επιλογή, κατ’ εκείνη, συνεπάγεται. Και αυτό, παρά το ότι υποδείχθηκε από την άλλη πλευρά το δικονομικό σφάλμα της αίτησης έγκαιρα, αλλά και παρά το ότι το Δικαστήριο της έδωσε την ευκαιρία να ζητήσει, αν ήθελε, εξ αρχής τη διόρθωση του συγκεκριμένου σφάλματος.
Ακόμη όμως και να μπορούσε να ασκηθεί η οποιαδήποτε «θεραπευτική εξουσία» του Δικαστηρίου δυνάμει είτε της Δ.64 των παλαιών Θεσμών είτε του Κ.3.8 των ΚΠΔ και πάλι δεν θα μπορούσε να διασωθεί η αίτηση για τον απλούστατο λόγο ότι ουδέποτε τέθηκε από πλευράς Αιτητή ποιο είναι εκείνο το διορθωτικό μέτρο που πρέπει να διαταχθεί προκειμένου να θεραπευθεί η κατάσταση. Και σιγουρά, δεν είναι ούτε έργο αλλά ούτε και καθήκον του Δικαστηρίου να διεξέλθει ολόκληρου του δικονομικού συστήματος που εφαρμόζεται στην Κύπρο προκειμένου να εντοπίσει ποια δικονομική ενέργεια και ποιος Θεσμός ή Κανονισμός θα ήταν, υπό τις περιστάσεις καταλληλότερο να εφαρμοστεί για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα που ο Αιτητής ή θέλει να προωθήσει με την παρούσα αίτηση ιδιαίτερα όταν η άλλη πλευρά προβάλλει ένσταση. Θα ήταν άλλωστε οξύμωρο για το Δικαστήριο να απορρίψει τη θέση ενός διαδίκου ότι οι δικονομικές του επιλογές είναι ορθές και στη συνέχεια, παρά την επιμονή του διαδίκου στην ορθότητα των επιλογών του, να προχωρήσει και να αλλάξει από μόνο του τη διαδικασία ώστε να του επιτρέψει να προωθήσει την υπόθεσή του στη βάση μίας διαδικασίας με την οποία όμως ο διάδικος αυτός διαφωνεί.
Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να αναφέρω και το ότι η υπό κρίση περίπτωση προσομοιάζει με την περίπτωση στην υπόθεση ZURAB JINCHARADZE v. CBR CAPITAL LIMITED, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε39/2019, 12/9/2024. Σε εκείνη την υπόθεση, όπου διαπιστώθηκε να υπάρχει δικονομικό σφάλμα με τη νομική βάση της αίτησης, κρίθηκε ότι δεν μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο να θεραπευτεί η παρατυπία, διότι δεν περιλαμβανόταν στη νομική βάση της αίτησης η δικονομική πρόνοια που παρέχει στο Δικαστήριο τέτοια θεραπευτική εξουσία, δηλαδή η Δ.64 αν πρόκειται για αίτηση με βάση τους παλαιούς Θεσμούς ή ο Κ.3.8 αν πρόκειται για τους νέους ΚΠΔ. Όπως λοιπόν και στη ZURAB, έτσι και στην εδώ αίτηση, ελλείπει από τη νομική βάση η πρόνοια που παρέχει στο Δικαστήριο τη θεραπευτική εξουσία που ο κ. Χατζηχάννας γενικά και αόριστα ανέφερε ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει όπως και αν ήθελε.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι το προδικαστικό ζήτημα που έχει θέσει η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση ως προς το εσφαλμένο του δικονομικού και κατ’ επέκταση δικαιοδοτικού πλαισίου εντός του οποίου έχει καταχωριστεί και προωθηθεί η αίτηση, είναι βάσιμο. Και επειδή, για τους λόγους που επίσης έχω εξηγήσει, το σφάλμα της αίτησης δεν μπορεί να διασωθεί, η αίτηση αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθεί από αυτό το στάδιο χωρίς να πρέπει ή να μπορεί να εξεταστεί η ουσία της. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το δικαιοδοτικό προβληματισμό που είχε εκφράσει αρχικά το Δικαστήριο προς την πλευρά του Αιτητή, ο οποίος βεβαίως παραμένει.
Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχω καθόλου παραγνωρίσει ότι, ενόψει της πιο πάνω κατάληξης ενδεχομένως ο Αιτητής να μην μπορεί, λόγω της παρέλευσης χρόνου να επανέλθει με νέα αίτηση στη βάση της ορθής πλέον δικονομικής βάσης. Ως προς το θέμα αυτό όμως θα περιοριστώ να παραπέμψω στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Κωνσταντίνου Μαρία ν. Θεόδωρου Θεοδωράκη (2014) 1 ΑΑΔ 910: «Οι λανθασμένες νομικές συμβουλές δεν προσφέρουν, ως είναι η θέση του κ. Βραχίμη, ασφαλές καταφύγιο για σκοπούς αποφυγής των συνεπειών που η συγκεκριμένη επιλογή συνεπάγεται, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου, ως αποτέλεσμα λανθασμένης νομικής συμβουλής, αφήνεται να παρέλθει η περίοδος καταχώρισης έφεσης. Το συγκεκριμένο στοιχείο, εκεί όπου τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ορθό τρόπο, θα τύχει αξιολόγησης μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία».
Όσον αφορά τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από Δικαστήριο.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου, Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καταχωρίστηκε στις 19/12/2025 ώρα 13:20.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο