N.D. ν. M.I., Αρ. Αίτησης: 294/25, 15/6/2026
print
Τίτλος:
N.D. ν. M.I., Αρ. Αίτησης: 294/25, 15/6/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 294/25i

 

Μεταξύ:

N.D.

Αιτήτρια

και

 

M.I.

Καθ’ ου η αίτηση

 

Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 06/10/2025[1]

 

Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για την Αιτήτρια: κα. Άντρη Αργυρού για ΑΡΓΥΡΟΥ & ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΔΕΠΕ

 

Για τον Καθ’ ου η αίτηση: κα. Γεωργία Μάρκου

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:

 

Η Αιτήτρια καταχώρισε στις 10/09/2025[2] εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Καθ’ ου η αίτηση όπως καταβάλλει το ποσό των €300 μηνιαίως ή άλλο ποσό που το Δικαστήριο θα κρίνει λογικό και δίκαιο ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου τους Β.Ι. και διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται να καταβάλλει το εν λόγω ποσό σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό της Αιτήτριας.

 

Ακολούθως, η Αιτήτρια καταχώρισε στις 06/10/2025 την υπό κρίση αίτηση χωρίς ειδοποίηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη της δήλωση, ζητώντας όπως εκδοθούν μονομερώς προσωρινά διατάγματα πανομοιότυπα με αυτά που αιτείται στο πλαίσιο της εναρκτήριας αίτησης. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα και έδωσε οδηγίες για να επιδοθεί στην άλλη πλευρά.

 

Μετά την επίδοση, ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 02/10/2025 και ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 02/03/2026,[3] η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Οι 9 συνολικά λόγοι ένστασης που προβάλλει περιστρέφονται τόσο γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης όσο και γύρω από τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η μεν Αιτήτρια στις 06/03/2026 και ο δε Καθ’ ου η αίτηση στις 27/03/2026.

 

Η ακρόαση διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.

 

Προτού προχωρήσω σε μία συνοπτική παράθεση των ουσιωδών για την υπό εξέταση αίτηση ισχυρισμών των διαδίκων, σημειώνω ότι τόσο η Αιτήτρια όσο και ο Καθ’ ου η αίτηση συμπεριέλαβαν στη μαρτυρία τους πληθώρα ισχυρισμών, οι οποίοι δεν σχετίζονται με το επίδικο θέμα και την αιτούμενη θεραπεία. Ως εκ τούτου, δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τους εν λόγω ισχυρισμούς, οι οποίοι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, θα πρέπει να αγνοηθούν και να μην ληφθούν υπόψη.

 

Είναι κοινή θέση των διαδίκων ότι τέλεσαν πολιτικό γάμο στις 31/03/2014 στο Δημαρχείο Αραδίππου και διέμεναν στο Πέρα Χωριό Νήσου στη Λευκωσία. Από το γάμο τους απέκτησαν ένα παιδί, τον Β.Ι., ο οποίος σήμερα είναι 11 ετών. Η μεταξύ τους διάσταση επήλθε στις 03/07/2025.  

 

Η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι λόγω προβλημάτων που επήλθαν στη σχέση της με τον Καθ’ ου η αίτηση, αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία με τον ανήλικο στις 03/07/2025 και διαμένει πλέον με την αδελφή της στα Λατσιά μέχρι να εξεύρει κατοικία για να ενοικιάσει. Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν εργάζεται από δική του επιλογή και είναι λήπτης Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος ύψους €600 περίπου το μήνα από το οποίο καλύπτεται το ενοίκιο της συζυγικής κατοικίας στην οποία εξακολουθεί να διαμένει καθώς και το επίδομα τέκνου. Είναι η θέση της ότι ο Καθ’ ου η αίτηση μπορεί να εργαστεί και να αυξήσει το εισόδημά του. Η ίδια εργάζεται από την 01/09/2025 με καθεστώς μερικής απασχόλησης σε ταβέρνα και το μηνιαίο της εισόδημα είναι €300. Αναφέρει ότι από την ημέρα της διάστασής τους, ο Καθ’ ου η αίτηση δεν συνεισφέρει καθόλου στα έξοδα του ανηλίκου, επωφελείται ολόκληρου του επιδόματος ΕΕΕ που δόθηκε στην οικογένεια και το παιδί τους ενώ η ίδια αναγκάζεται να δέχεται οικονομική βοήθεια από φιλικά της πρόσωπα για την καθημερινή της διαβίωση και του παιδιού της. Με επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 15/09/2025 προς το Υφυπουργείο Πρόνοιας αιτήθηκε το διαχωρισμό του κοινού τους αιτήματος για παροχή ΕΕΕ (Τεκμήριο 4).

 

Η Αιτήτρια αναφέρει ότι για τη διατροφή και συντήρηση του ανηλίκου ώστε να ζει με στοιχειώδη αξιοπρέπεια, όπως ζούσε, απαιτείται ενδεικτικά ποσό πέραν των €600 το μήνα, όπως επεξηγεί στον ακόλουθο αναλυτικό πίνακα.

 

1.

Ένδυση

 

€30,00

2.

Υπόδηση

 

€30,00

3.

Διατροφή (supermarket)

(Τεκμήριο 3)

100,00

4.

Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη εκτός Γεσύ

 

€30,00

5.

Ρεύμα

 

€70,00

6.

Νερό

 

€35,00

7.

Ιδιαίτερα μαθήματα Αγγλικών

 

€50,00

8.

Ιδιαίτερα μαθήματα Πληροφορικής (computer)

 

50,00

9.

Κάρτα κινητής τηλεφωνίας

 

€20,00

10.

Χαρτζιλίκι

 

€50,00

11.

Μεταφορικά – Καύσιμα

 

€40,00

12.

Ψυχαγωγία – δώρα πάρτι γενεθλίων

 

€50,00

13.

Διακοπές

 

€30,00

14.

Δώρα Β.I.

 

€30,00

15.

Γενέθλια

 

€40,00

16.

Δημοτικά τέλη

 

€15,00

17.

Ασφάλεια οχήματος/συντήρηση

 

€20,00

 

ΣΥΝΟΛΟ

€690,00

       

Καταλήγοντας, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι με βάση τις ανάγκες του ανηλίκου, τα εισοδήματα και τις δυνατότητες των διαδίκων, η συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των €300 μηνιαίως.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι η Αιτήτρια από δική της επιλογή εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία στις 03/07/2025. Παραδέχεται ότι είναι λήπτης ΕΕΕ από την 01/01/2016 (Τεκμήριο 1Α) και λαμβάνει το ποσό των €480 το μήνα (Τεκμήριο 1Β). Αναφέρει ότι η ιδιότητά του ως λήπτης ΕΕΕ τελεί υπό συνεχή έλεγχο από τις αρμόδιες Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι οποίες εξετάζουν τόσο τα εισοδήματα και τα περιουσιακά του στοιχεία όσο και τη γενική οικονομική και εργασιακή του κατάσταση. Ως προς τα εισοδήματα της Αιτήτριας αναφέρει ότι η τελευταία εργαζόταν τα τελευταία δύο χρόνια σε ταβέρνα στο Δάλι με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και το πραγματικό της εισόδημα υπερέβαινε τα €1.200 το μήνα. Περαιτέρω από τον Φεβρουάριο του 2026 εργάζεται εκ νέου με πλήρη απασχόληση. Επίσης ο Καθ’ ου η αίτηση δεν αποδέχεται ότι επωφελείται ολόκληρου του επιδόματος ΕΕΕ και εξηγεί ότι η Αιτήτρια διαχωρίστηκε από αυτό περί τις αρχές του έτους 2025 όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες εντόπισαν ότι εργάζεται οπότε δεν δικαιούτο να συμπεριλαμβάνεται σε αυτό. Επίσης, μετά την επιστολή των δικηγόρων της Αιτήτριας ημερομηνίας 15/09/2025 το επίδομα που λάμβανε για τον ίδιο και τον ανήλικο, όπως ενημερώθηκε από την Υπηρεσία Πρόνοιας και Επιδομάτων, έχει ήδη διαχωριστεί και μειώθηκε από €575 το μήνα σε €480. Όσον αφορά το ενοίκιο της συζυγικής κατοικίας που ανέρχεται στο ποσό των €450 το μήνα (Τεκμήριο 3 και 4), αναφέρει ότι το ήμισυ καταβαλλόταν κατευθείαν μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2025 από την Υπηρεσία Επιδομάτων Πρόνοιας στον ιδιοκτήτη του υποστατικού αλλά λόγω της προαναφερόμενης επιστολής της Αιτήτριας διακόπηκε από τον Οκτώβριο του 2025 και αναμένεται να επανεξεταστεί το ποσό που θα καλύπτεται και ενδεχομένως να μειωθεί συνεπεία της αλλαγής στην οικογενειακή τους κατάσταση.  

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση παραδέχεται ότι ο ανήλικος έχει ανάγκες αλλά αρνείται ότι ανέρχονται στο αιτούμενο ποσό, το οποίο θεωρεί υπερβολικό. Προς υποστήριξη της θέσης του αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους απαιτείτο πολύ μικρότερο ποσό για τις ανάγκες του. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια διαμένει με την αδελφή της σε ιδιόκτητη κατοικία του συζύγου της και δεν πληρώνει ρεύμα, νερό και δημοτικά τέλη. Επίσης αναφέρει ότι ο ανήλικος δεν παρακολουθεί μαθήματα πληροφορικής και ως προς τα μαθήματα αγγλικών, υποστηρίζει ότι το ετήσιο ποσό διδάκτρων είναι περίπου €225 σύμφωνα με τα δημοσιευμένα τέλη των Κρατικών Ινστιτούτων (Τεκμήριο 5), ήτοι €20 το μήνα από το οποίο οι δικαιούχοι ΕΕΕ απαλλάσσονται (Τεκμήριο 6). Ο Καθ’ ου η αίτηση αρνείται ότι η Αιτήτρια δέχεται οικονομική βοήθεια από φιλικά της πρόσωπα διότι με το εισόδημά της καλύπτονται πλήρως οι ανάγκες του ανηλίκου.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο ανήλικος διανυκτερεύει στην οικία του κάθε Σάββατο μέχρι Κυριακή απόγευμα και αναλαμβάνει την παραλαβή του από το σχολείο κάθε Δευτέρα και Πέμπτη, οπότε περνούν χρόνο μαζί. Συνεπώς, από το ποσό των €480 του ΕΕΕ που είναι το μοναδικό του εισόδημα, καταβάλλει το ποσό των €225 ως ενοίκιο και του απομένει το ποσό των €255 για να καλύψει τις δικές του ανάγκες διαβίωσης αλλά και του ανηλίκου όταν διαμένει μαζί του. Προς τούτο παραθέτει πίνακα με τα προσωπικά του έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €740 το μήνα, γι’ αυτό και αναγκάζεται να δέχεται βοήθεια από φιλικά του πρόσωπα.

 

Καταλήγοντας, ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει ότι είναι αντικειμενικά αδύνατο να καταβάλλει το αιτούμενο ποσό στην Αιτήτρια χωρίς να στερηθεί τα απολύτως αναγκαία προς διαβίωση, γι’ αυτό αιτείται την απόρριψη της αίτησης.

 

Με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση η Αιτήτρια υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην αρχική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Συμπληρωματικά αναφέρει ότι πλέον εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος με καθαρό μισθό €950 το μήνα. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση ότι μειώθηκε το ποσό που λάμβανε από το ΕΕΕ αναφέρει ότι η οποιαδήποτε αναπροσαρμογή οφείλεται στην αλλαγή των περιστάσεων καθότι ο ανήλικος δεν διαμένει πλέον μαζί του και ως είχε υποχρέωση, ενημέρωσε τις αρμόδιες αρχές. Διευκρινίζει επίσης ότι η ίδια ουδέποτε υπήρξε λήπτης ή δικαιούχος ΕΕΕ ή οποιουδήποτε άλλου επιδόματος. Επίσης, η Αιτήτρια αναφέρει ότι στο σπίτι της αδελφής της όπου φιλοξενείται, διαμένουν συνολικά 6 άτομα και συνεισφέρει στα έξοδα του νοικοκυριού.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση υιοθετεί και επαναλαμβάνει το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε στην αρχική του ένορκη δήλωση, εμμένοντας στις θέσεις που ήδη έχει εκθέσει.

 

Νομική πτυχή:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

 

(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση

(β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία και

(γ)  Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.

 

Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων.[4] Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:

 

«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.

 

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.

 

(…)

 

Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».

 

Σημειώνω ότι οι πιο πάνω αρχές, στο βαθμό που αφορούν τον τρόπο δικαστικής προσέγγισης ενδιάμεσων αιτήσεων, συνάδουν με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, δυνάμει των οποίων εγείρεται και εξετάζεται η παρούσα αίτηση.

 

Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Πρώτη Έκδοση 2016, σελ. 164 «(…) η υποχρέωση αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε μονομερείς αιτήσεις και όχι σε περιπτώσεις αιτήσεων ex parte οι οποίες μετατρέπονται σε δια κλήσεως», αρχή που υιοθετήθηκε κατ’ επανάληψη στη νομολογία.[5] 

 

Ως προς τον τρόπο εξέτασης των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων αυτών και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.[6] Στα πλαίσια της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει.[7] Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[8]

 

Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990) και ειδικότερα τα άρθρα 33(1) και 37(1) και (2).

 

Το άρθρο 33(1) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:

 

«Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του».

 

Το άρθρο 37(1) και (2) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:

 

«(1) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.

 

(2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του».

 

Ως προς το άρθρο 33 του Ν. 216/90 στην υπόθεση Δημητρίου Δημήτρης ν. Έμιλυς Περδίου (2005) 1 ΑΑΔ 1418 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«(…) Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90) η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας ανήκει και στους δυο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Έχουν και οι δυο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους. (…) Επομένως σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ή την αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους. (…)»

 

Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Re Η. Ηλία (1997) 1 ΑΑΔ 1372, στον καθορισμό της διατροφής σημασία έχει η οικονομική ικανότητα του υπόχρεου, όχι ότι επέλεξε να διαμορφώσει ώστε να διατηρείται σε κατάσταση αδυναμίας που να μην του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, υπάρχει δε υποχρέωση και των δύο γονέων να προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των στοιχείων που αφορούν τον καθορισμό της διατροφής.

 

Ως προς το άρθρο 37 του Ν. 216/90, στην υπόθεση Α. Γ. ν. Σ-Α.Τ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 36/2018, 7/5/2020 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«(…) Η διατροφή, σύμφωνα με την έννοια που δίδει ο νόμος, δεν καλύπτει μόνο τη δαπάνη για την τροφή. Περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη όπως τροφή, στέγη, ντύσιμο, φωτισμό, θέρμανση, ψυχαγωγία, νοσηλείες και φάρμακα, συγκοινωνία, επικοινωνία, έξοδα για γενική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση.  Ο νομοθέτης με την διατύπωση του Νόμου καθόρισε τόσο το πλάτος της διατροφής όσο και το επίπεδο της πάντοτε μέσα στα μέτρα του δυνατού (βλ. Κουμαντου Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 2ος Τόμος σελ. 44 κ.ε)  Το μέτρο με το οποίο θα καθοριστεί η διατροφή δεν μπορεί να αποτιμάται με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη των κονδυλίων με περισσή αυστηρότητα, ενώ η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμου (βλ. Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1386 και Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625) όπως λέχθηκε στην Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 951

 

Εξέταση της αίτησης:

 

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια, καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα ακόλουθα:

 

Κατ’ αρχάς, η υπό κρίση αίτηση, παρόλο που καταχωρίστηκε ως αίτηση χωρίς ειδοποίηση, διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί στην άλλη πλευρά και έτσι απώλεσε τη μονομερή της υπόσταση. Ως εκ τούτου, οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης περί μη απόδειξης του κατεπείγοντος και περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων δεν βρίσκουν έρεισμα διότι με την επίδοση της αίτησης στον Καθ’ ου η αίτηση του δόθηκε η δυνατότητα να παραθέσει τη δική του εκδοχή πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για την έκδοση ή μη των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 33(1) του Ν. 216/90, η διατροφή ανηλίκων συνιστά νομική υποχρέωση των γονέων, η οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην κάλυψη των αναγκών τους, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 37 του ίδιου Νόμου. Η υποχρέωση αυτή βαραίνει αμφότερους τους γονείς, οι οποίοι οφείλουν να συνεισφέρουν ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνατότητες.

 

Η Αιτήτρια, με την εναρκτήρια αίτηση, επιδιώκει τον καθορισμό της συνεισφοράς του Καθ’ ου η αίτηση στη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου τους, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στον πυρήνα των προαναφερόμενων διατάξεων. Υπό τα δεδομένα αυτά, η εναρκτήρια αίτηση εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, καθότι αφορά αξίωση για διατροφή ανηλίκου. Περαιτέρω, υφίσταται, στο απαιτούμενο για το παρόν στάδιο επίπεδο, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, καθότι ο Καθ’ ου η αίτηση, ως ο έτερος γονέας, φέρει εκ του νόμου υποχρέωση να συνεισφέρει στη διατροφή του ανηλίκου τέκνου του, ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες.

 

Συνακόλουθα, κρίνω ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και απομένει η εξέταση της τρίτης.

 

Το ζήτημα της διατροφής ανηλίκου είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή διαβίωση και την ευημερία του. Η μη καταβολή εύλογου ποσού για τη διατροφή του από πλευράς γονέα, αναπόφευκτα επηρεάζει δυσμενώς τις συνθήκες διαβίωσης και την εν γένει ευημερία του. Περαιτέρω, οι ανάγκες διατροφής και συντήρησης είναι διαρκείς, τρέχουσες και επείγουσες και δεν μπορούν να αναπληρωθούν σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία είναι απαραίτητη η έκδοση ενός διατάγματος διατροφής σε περίπτωση διάστασης των γονέων, όταν υπάρχουν ανήλικα τέκνα. Στην υπόθεση ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ v. ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ, Έφεση Αρ. 21/2019, 29/6/2020 τονίστηκαν τα ακόλουθα:

 

«(…) Η μη αποκάλυψη των αληθών εισοδημάτων εκάστου δεν εξουδετερώνει την ανάγκη διατροφής από τον έτερο των συζύγων διότι το άρθρο 33(1) καθορίζει ως απόλυτη την υποχρέωση διατροφής με μόνο μέτρο τις εισοδηματικές δυνάμεις των γονέων. Η υποχρέωση αυτή είναι διαρκής.  Η πιθανότητα διακοπής της συνεισφοράς του εφεσείοντος ανά πάσα στιγμή και για οποιοδήποτε λόγο δεν τίθεται στη βάσανο μαρτυρίας προς τούτο.  Από τη στιγμή που η εφεσίβλητη διεκδίκησε δικαστική συνεισφορά υπό το φως της απομάκρυνσης του εφεσείοντος από τη συζυγική οικία, παραμένει αυτονόητο ότι είτε συναινετικά, είτε διά αποφάσεως μετά από ακρόαση, ένα διάταγμα μέσω Δικαστηρίου, είναι απαραίτητο, προς διασφάλιση των βασικών αναγκών των ανηλίκων.

 

(…)  Υπενθυμίζεται ότι η φύση της παρούσας διαφοράς είναι πολύ διαφορετική από τα συνηθισμένα άλλα προσωρινά διατάγματα που αφορούν συμβατικές, κατά κανόνα, σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Υπερίπταται εδώ η νομοθετική υποχρέωση συνεισφοράς προς όφελος των ανηλίκων.»  

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

 

Προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση στη βάση πάντοτε των αναγκών του ανηλίκου και των οικονομικών δυνάμεων των υπόχρεων γονέων.

 

Όπως έχει αναγνωριστεί στη νομολογία, κατά το στάδιο εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά ευρήματα επί διαφιλονικούμενων ζητημάτων, αλλά σε μια σφαιρική εκτίμηση των δεδομένων που τίθενται ενώπιον του. Στην υπόθεση Α.Μ v. Μ.Ζ., Έφεση Αρ. 23/2019, ημερομηνίας 28.07.2020, σημειώθηκαν τα εξής:

 

«Ως προς τα έξοδα της ανήλικης, όπως προαναφέραμε, καθορίζονται αφού το Δικαστήριο προβεί σε μια σφαιρική αντίκριση των δεδομένων. Δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο εκδίδεται γιατί υπάρχει η υποχρέωση και των δύο γονέων να συνεισφέρουν στη διατροφή του ανήλικου από τη διάσταση και πως αυτό περιορίζεται μέχρι την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης, όπου το Δικαστήριο θα αποφασίσει επί της ουσίας της αίτησης με βάση τα πραγματικά εισοδήματα των διαδίκων και των αναγκών του ανηλίκου και θα προβεί σε καταμερισμό στον κάθε γονέα».

 

Ομοίως, στην υπόθεση Κυριακίδης ν. Θεμιστοκλέους, Εφ.18/19, ημερ.3.12.2020, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Εν προκειμένω όμως επρόκειτο για αίτηση προς έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος διατροφής μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας, κυρίως αίτησης. Το δικαστήριο δεν θα μπορούσε, όπως και δεν το έπραξε, να προβεί σε τελικά ευρήματα αναφορικά με το ύψος των εισοδημάτων των διαδίκων ή τις ανάγκες των τριών ανηλίκων. Στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ιωάννου (2012) 1 ΑΑΔ 604 υποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με τις ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα:

 

«Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμισθεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι µε αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις.»

 

Ως προς τα έξοδα του ανηλίκου η Αιτήτρια τα καθορίζει γύρω στο ποσό των €690 μηνιαίως. Μία εκ πρώτης όψεως προσέγγιση των ισχυρισμών της Αιτήτριας ως προς τα έξοδα αυτά, αποκαλύπτει ότι υπάρχουν αναφορές οι οποίες υπερβαίνουν το εύλογο της δαπάνης που απαιτείται για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών. Σημειώνω ενδεικτικά ότι όσον αφορά τα λειτουργικά και άλλα έξοδα της κατοικίας στην οποία φιλοξενείται ο ανήλικος με την Αιτήτρια φαίνεται να υπερβαίνουν το μέτρο του ευλόγου. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τα έξοδα που αφορούν την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και τη ψυχαγωγία του ανηλίκου. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιαδήποτε απόδειξη για τα μαθήματα πληροφορικής, τα οποία ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβητεί ότι ο ανήλικος παρακολουθεί, ούτε και οποιαδήποτε απόδειξη για το ακριβές ποσό που καταβάλλεται, εάν καταβάλλεται, για τα μαθήματα αγγλικών.

Ωστόσο, δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να προβεί το Δικαστήριο σε ακριβή ευρήματα σε σχέση με τις ανάγκες του ανηλίκου. Αρκεί η διαπίστωση ότι πρόκειται για παιδί ηλικίας 11 ετών και ότι το Δικαστήριο καλείται να σταθμίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών του. Η ύπαρξη διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων ως προς τα έξοδα του ανηλίκου δεν αναιρεί την ανάγκη προσωρινής ρύθμισης του ζητήματος της διατροφής. Εξάλλου, αυτό που προκύπτει τόσο από τις ένορκες δηλώσεις του Καθ’ ου η αίτηση όσο και από τη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του, είναι ότι δεν αμφισβητεί την εκ του νόμου υποχρέωσή του να συνεισφέρει στη διατροφή του ανηλίκου, αλλά το ύψος της αιτούμενης συνεισφοράς, το οποίο θεωρεί υπερβολικό και ασύμβατο με τις οικονομικές του δυνατότητες.

 

Ως προς τα εισοδήματα των διαδίκων, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος με καθαρό μηνιαίο μισθό €950. Ουδέν όμως τεκμήριο προσκόμισε που να αποδεικνύει τα εισοδήματά της, τα οποία αμφισβητούνται έντονα από τον Καθ’ ου η αίτηση. Από την άλλη ο Καθ’ ου η αίτηση ανέφερε ότι το μοναδικό του εισόδημα είναι το ποσό των €480 το μήνα που λαμβάνει από το ΕΕΕ, όπως αναπροσαρμόστηκε μετά τη διάσταση των διαδίκων από την αρμόδια υπηρεσία. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του προσκόμισε κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού όπου εμφαίνονται τα σχετικά εμβάσματα. Πέραν τούτου ουδεμία αναφορά γίνεται από μέρους του ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν εργάζεται, παρά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι είναι ικανός να εργαστεί και να αυξήσει τα εισοδήματά του.

 

Το Δικαστήριο δεν θα καταλήξει στο παρόν στάδιο σε ευρήματα ως προς το θέμα αυτό, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με διάγνωση της ουσίας της διαφοράς. Αρκεί ότι αμφότεροι οι διάδικοι διαθέτουν οικονομικές δυνατότητες που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση καλύπτει κάποιες ανάγκες του ανηλίκου κατά το χρόνο που διαμένει μαζί του δεν αναιρεί την εκ του νόμου υποχρέωσή του να συμβάλλει στη διατροφή του, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο των αναγκών του και δεν περιορίζεται στον χρόνο κατά τον οποίο το τέκνο διαμένει με τον εκάστοτε γονέα.[9]

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι, για σκοπούς προσωρινού διατάγματος, το ποσό των €140 μηνιαίως είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις και εντός των οικονομικών δυνατοτήτων του Καθ’ ου η αίτηση, ως συνεισφορά του στη διατροφή του ανηλίκου.

 

Σε σχέση με την έναρξη της υποχρέωσης του Καθ’ ου η αίτηση, παραπέμπω στην υπόθεση Γ.Μ. v. Β.Σ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 23/2022, 1/6/2023 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Σε κάθε περίπτωση, διαταγή για αναδρομική ισχύ είναι καλύτερα να εκδίδεται στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης Διατροφής, όπου αξιοποιούνται όλα τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία στοχεύουν στην κάλυψη άμεσων και επείγουσων αναγκών.»

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι το παρόν διάταγμα θα πρέπει να ισχύει από την ημερομηνία έκδοσής του.

 

Κατάληξη:

 

Συνακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €140 μηνιαίως από 15/06/2026 και κάθε αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, ως συνεισφορά του για τη διατροφή και συντήρηση του ανήλικου τέκνου του Β.Ι.

 

Περαιτέρω, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Καθ’ ου η αίτηση όπως καταβάλλει το πιο πάνω ποσό στον υπ’ αριθμό xxxxxxxxxxxxx τραπεζικό λογαριασμό της Αιτήτριας στην Ελληνική Τράπεζα.

 

Το παρόν διάταγμα ισχύει μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας οπότε και θα είναι πληρωτέα.

 

 

                                                                              (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ.  

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Καταχωρίστηκε στις 03/10/2025 ώρα 16:14.

[2] Καταχωρίστηκε στις 09/09/2025 ώρα 15:27.

[3] Καταχωρίστηκε στις 27/02/2026 ώρα 17:42.

[4] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v.  Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253,  Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε)  Α.Α.Δ. 255, M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium  Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.

[5] Βλ. Μιχαήλ Γαβριέλλα Βαλεντίνα (Αρ. 3) (2012) 1 ΑΑΔ 1943, Στυλιανού Δέσπω ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2015) 1 ΑΑΔ 2672.

[6] Βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας v. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοί Λίμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2015, 5/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:A119.

[7] Βλ. Ν.Γ.Χ. v. T.L., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 32/2021, 23/6/2022.

[8] Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.

[9] Βλ. ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΗΣ v. ΠΑΝΑΓΗ ΡΟΥΣΟΥΝΙΔΟΥ, Έφεση Αρ. 25/2019, 15/12/2021.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο