Ν.Μ. ν. Ε.Π., Αρ. Αίτησης: 555/25, 22/7/2026
print
Τίτλος:
Ν.Μ. ν. Ε.Π., Αρ. Αίτησης: 555/25, 22/7/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ

Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.

Αρ. Αίτησης: 555/25i

 

Μεταξύ:

Ν.Μ.

Αιτητή

και

 

Ε.Π.

Καθ’ ης η αίτηση

 

Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 26/05/2026 

 

Ημερομηνία: 22 Ιουλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

 

Για τον Αιτητή: κ. Αυγουστίνος Τσάρκατζιης με κα. Μύρια Νικολάου Πετρίδη για κ.κ. Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

Για την Καθ’ ης η αίτηση: κ.κ. ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:

 

Ο Αιτητής καταχώρισε στις 22/10/2025 εναρκτήρια αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να του ανατίθεται η αποκλειστική γονική μέριμνα, φύλαξη, φροντίδα και επιμέλεια του ανήλικου υιού των διαδίκων Κ.Μ. και να καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής του. Διαζευκτικά αιτείται, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος συνεπιμέλειας και καθορισμού ως τόπου διαμονής του ανηλίκου τον τόπο διαμονής των διαδίκων.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 05/11/2025 και ακολούθως στις 23/03/2026 έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση, με την οποία αιτείται να της ανατεθεί η επιμέλεια, φύλαξη και φροντίδα του ανηλίκου και να καθοριστεί ως τόπος διαμονής του ο εκάστοτε τόπος διαμονής της. 

 

Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρισε στις 26/05/2026 την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση δια κλήσεως, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του ιδίου, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

 

«Α. Προσωρινό διάταγμα δυνάμει του οποίου επιτρέπεται η έξοδος του ανήλικου υιού των διαδίκων Κ.Μ., χωρίς την άδεια και/ή τη συγκατάθεση της Καθ’ ης η Αίτηση από τις 26/07/2026 μέχρι και τις 02/08/2026 αμφοτέρων ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, για να ταξιδέψει με τον Αιτητή/πατέρα του στη Χαλκιδική, Ελλάδα για τις θερινές διακοπές.

 

Β. Προσωρινό Διάταγμα, το οποίο να διατάσσει την Καθ’ ης η Αίτηση να παραδώσει προς τον Αιτητή το Δελτίο Ταυτότητας και/ή τα ταξιδιωτικά έγγραφα του ανήλικου υιού των διαδίκων Κ.Μ., προκειμένου να μπορέσει να ταξιδέψει εκτός Κύπρου μαζί με τον Αιτητή.

 

Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή, δίκαιη και/ή αναγκαία υπό τις περιστάσεις.

 

Δ. Έξοδα της παρούσας αίτησης, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α. επί των εξόδων.»

 

Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση στις 15/06/2026, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της ιδίας, προβάλλοντας 12 λόγους ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από τις αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης, τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και ότι η υπό κρίση αίτηση είναι πρόωρη.

 

Αμφότεροι οι διάδικοι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ο μεν Αιτητής στις 17/06/2026, η δε Καθ’ ης η αίτηση στις 23/06/2026 και επίσης υιοθέτησαν το περιεχόμενο όλων των ενόρκων δηλώσεων τους που κατατέθηκαν στο πλαίσιο των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων που αφορούν την προσωρινή ρύθμιση πτυχών της γονικής μέριμνας και εκκρεμούν προς εκδίκαση. Ακολούθησε συνέντευξη του Δικαστηρίου με τον ανήλικο στις 25/06/2026, τα πρακτικά της οποίας παραδόθηκαν και στις δύο πλευρές.   

 

Η ακρόαση διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.

 

Από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, προκύπτει ως κοινή θέση ότι αμφότεροι είναι Κύπριοι και έχουν τη μόνιμη διαμονή τους στην επαρχία Λευκωσίας. Ο γάμος τους τελέστηκε στις 27/05/2017 στον Ιερό Ναό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό και απέκτησαν ένα παιδί τον Κ.Μ., ο οποίος γεννήθηκε στις 22/04/2020. Παραδεκτό επίσης είναι ότι βρίσκονται σε διάσταση από τον Δεκέμβριο του 2024 καθώς και ότι, παρά τις μεταξύ τους διαφωνίες, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως ο ανήλικος περνά μέρος των διακοπών του με τον Αιτητή.

 

Ο Αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι οι σχέσεις του με την Καθ’ ης η αίτηση δεν είναι καλές επειδή διεκδικεί τη φύλαξη του υιού του. Καθ’ όλη τη διάρκεια του γάμου τους ήταν ενεργός πατέρας και μετά τη διάσταση παρότι δεν έχει ρυθμιστεί το θέμα της επικοινωνίας των διαδίκων με τον ανήλικο, ο ίδιος έχει ουσιαστική επικοινωνία με τον υιό του. Μέχρι να αποκτήσει δικό του σπίτι, ο Αιτητής κατόπιν συνεννόησής του με την Καθ’ ης η αίτηση, κάποια Σαββατοκύριακα διέμενε ο ίδιος με τον ανήλικο στη συζυγική κατοικία και η Καθ’ ης η αίτηση διέμενε στους γονείς της στη Λεμεσό. Το καλοκαίρι του έτους 2025, η επικοινωνία του Αιτητή ρυθμίστηκε με προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε εκ συμφώνου στο πλαίσιο προγενέστερης αίτησης γονικής μέριμνας (Τεκμήριο 1). Ο Αιτητής πέρασε με τον ανήλικο 5 ημέρες στον Πρωταρά (από 22/08/2025 μέχρι 27/08/2025) και φέτος το Πάσχα πέρασε 7 ημέρες. Παρόλο που δεν έχει ρυθμιστεί η καθημερινή τους επικοινωνία με τον ανήλικο, σε σχέση με τις διακοπές ουδέποτε υπήρχε πρόβλημα συνεννόησης, με γνώμονα ότι και οι δύο γονείς θα πάνε διακοπές με τον ανήλικο. Για το φετινό καλοκαίρι, ο Αιτητής ζήτησε από την Καθ’ ης η αίτηση να υπογράψει συγκατάθεση προκειμένου να ταξιδέψει με τον ανήλικο στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Χαλκιδική στο θέρετρο Sani Beach. Ο ανήλικος επισκέφθηκε το ίδιο θέρετρο μαζί με τους δύο του γονείς κατά τα έτη 2023 και 2024. Ο Αιτητής αναφέρει ότι το συγκεκριμένο θέρετρο είναι φιλικό προς οικογένειες, διαθέτει kids club και πρόγραμμα για παιδιά που αγαπούν το ποδόσφαιρο σε συνεργασία με την ομάδα Chelsea FC (Τεκμήριο 2). Ο ανήλικος αγαπά πολύ το ποδόσφαιρο και είναι ενθουσιασμένος με την προοπτική του συγκεκριμένου ταξιδιού. Το εν λόγω θέρετρο έχει μεγάλη ζήτηση και ο Αιτητής προκειμένου να προβεί έγκαιρα στις σχετικές κρατήσεις απέστειλε μέσω των δικηγόρων του σχετική επιστολή στους δικηγόρους της Καθ’ ης η αίτηση (Τεκμήριο 3) στην οποία όμως ουδέποτε ανταποκρίθηκαν. Ακολούθως της απέστειλε διάφορες υπενθυμίσεις πλην όμως δεν έλαβε θετική απάντηση (Τεκμήριο 4). Η Καθ’ ης η αίτηση αρνείται να υπογράψει τη σχετική συγκατάθεση παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής της ανέφερε πως σε αντίστοιχη περίπτωση ο ίδιος θα της υπογράψει συγκατάθεση για να ταξιδέψει με τον ανήλικο. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος να αρνείται η Καθ’ ης η αίτηση να συγκατατεθεί στο ταξίδι αλλά το κάνει για να τον τιμωρεί. Εν τέλει ο Αιτητής αναγκάστηκε να κλείσει τόσο διαμονή όσο και αεροπορικά εισιτήρια διότι αν καθυστερούσε άλλο δεν θα μπορούσε να βρει δωμάτιο (Τεκμήριο 5). Σε μία ύστατη προσπάθεια για συνολική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των διαδίκων που έγινε στις 25/05/2026 με τους δικηγόρους τους, η Καθ’ ης η αίτηση ανέφερε στον Αιτητή ότι το θέμα του ταξιδιού θα λυθεί με τις υπόλοιπες τους διαφορές. Σύμφωνα με τον Αιτητή, το ταξίδι θα προσφέρει στον ανήλικο μια εκπαιδευτική εμπειρία, χαρά και θα συντείνει στη σύσφιξη σχέσεων πατέρα – υιού. Σε αντίθετη περίπτωση θα πληγωθεί ο συναισθηματικός και ψυχικός κόσμος του ανηλίκου ο οποίος βρίσκεται σε τρυφερή ηλικία, θα απογοητευτεί, θα στεναχωρηθεί και θα κλονιστεί η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του Αιτητή. Καταληκτικά, αναφέρει ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία και εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφερον του ανηλίκου.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι ο Αιτητής απέκρυψε ότι στο ταξίδι θα βρίσκεται μαζί τους και η σύντροφος του Αιτητή με τα παιδιά της ηλικίας 11 και 8 ετών, γεγονός που όπως της ανέφερε ο ανήλικος, τον αναστάτωσε. Επίσης, αποδίδει τις κακές σχέσεις των διαδίκων στη συμπεριφορά του Αιτητή προς την ίδια και τον ανήλικο (Τεκμήριο 1). Αρνείται επίσης ότι ήταν ενεργός πατέρας και αναφέρει ότι τις καθημερινές και τα Σάββατα ήταν απών για πολλές ώρες, αρκετά βράδια της εβδομάδας έβγαινε έξω και έκανε αρκετά ταξίδια είτε επαγγελματικά είτε αναψυχής ενώ η ίδια είχε αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα του παιδιού από τη γέννησή του, με τη βοήθεια των γονέων της. Αναφέρει ότι μετά τη διάσταση, ο Αιτητής σκόπιμα και μονομερώς πρόσθεσε μία επιπλέον ημέρα κολύμβησης την εβδομάδα στο πρόγραμμα του ανηλίκου και τον ενέγραψε και σε άλλες δραστηριότητες (Τεκμήριο 2). Η Καθ’ ης η αίτηση δεν αρνείται ότι το περασμένο καλοκαίρι ο Αιτητής πέρασε 5 ημέρες με τον ανήλικο όμως για το Πάσχα διευκρινίζει ότι δεν επρόκειτο για 7 συνεχόμενες ημέρες αλλά 7 ημέρες στο σύνολο (06/04 – 07/04/26, 08/04 – 10/04/26 και 13/04 – 17/04/26) και ότι οι διακοπές πραγματοποιήθηκαν εντός Κύπρου. Δεν συμφωνεί ότι στις μεταξύ τους συνεννοήσεις θεωρείτο δεδομένο το ταξίδι στο εξωτερικό, θέμα που επανειλημμένα συζήτησαν και εξέφρασε την ανησυχία της. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι η επιλογή του Αιτητή να ταξιδέψει με τον ανήλικο στον ίδιο προορισμό και να διαμείνει στο ίδιο θέρετρο στο οποίο είχαν μεταβεί στο παρελθόν ως οικογένεια πριν τη διάστασή τους, σε συνδυασμό με την παρουσία της συντρόφου του και των παιδιών της, ενδέχεται να του προκαλέσει συναισθηματική σύγχυση και ψυχολογική επιβάρυνση. Ως προς τις δραστηριότητες που παρέχει το εν λόγω θέρετρο, αναφέρει ότι όταν το επισκέφθηκαν ως οικογένεια, ο Αιτητής δεν ενδιαφέρθηκε να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε από αυτές και ότι πρόκειται για δραστηριότητες που πραγματοποιούνται υπό την επίβλεψη εκπαιδευμένου προσωπικού ώστε οι γονείς να απολαμβάνουν χρόνο ξεκούρασης και χαλάρωσης.  

 

Η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ακόμη ότι ο Αιτητής, παρά τις επανειλημμένες αντιρρήσεις της, συνέχιζε να την πιέζει να συναινέσει στο ταξίδι (Τεκμήριο 3). Η άρνησή της δεν είναι τιμωρητική αλλά οφείλεται αποκλειστικά στην ανησυχία της για την ασφάλεια και την ευημερία του ανηλίκου. Προς υποστήριξη της θέσης της παραθέτει σειρά περιστατικών τα οποία καταδεικνύουν αμέλεια του Αιτητή ως προς τη φροντίδα της υγείας και της ασφάλειας του παιδιού, μη συμμόρφωση προς ιατρικές οδηγίες, αδυναμία διαχείρισης περιστατικών ασθένειας και τραυματισμού, καθώς και έλλειψη αυτοελέγχου και ακατάλληλη συμπεριφορά προς τον ανήλικο, η οποία επηρεάζει την ασφάλεια και την ευημερία του (Τεκμήρια 4 – 10). Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι ο Αιτητής λαμβάνει συνεχώς μονομερείς αποφάσεις χωρίς να λαμβάνει υπόψη την άποψή της και στην προκειμένη περίπτωση, φρόντισε να ενημερώσει το παιδί και να του δημιουργήσει προσδοκίες. Υπό τις περιστάσεις, η μετακίνηση του παιδιού στο εξωτερικό ενδέχεται να τον εκθέσει σε κινδύνους και να του προκαλέσει ψυχική αναστάτωση. Εξάλλου, αναφέρει ότι ο Αιτητής έχει ουσιαστική επικοινωνία με τον ανήλικο μετά τη διάστασή τους και ότι δεν απαιτείται ταξίδι στο εξωτερικό για την ενίσχυση της μεταξύ τους σχέσης. Για τους λόγους αυτούς, η Καθ’ ης η αίτηση ζητά την απόρριψη της αίτησης.

 

Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από 2 Τεκμήρια, ο Αιτητής υιοθετεί και επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην αρχική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Προσθέτει ότι, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 5, η κράτηση αφορά έναν ενήλικα και ένα παιδί ενώ η σύντροφός του με τα παιδιά της δεν θα διαμένουν μαζί τους αλλά θα βρίσκονται στην ίδια περιοχή, όπως και άλλοι φίλοι τους και σε κάθε περίπτωση δεν αντιλαμβάνεται που είναι το πρόβλημα να εξοικειωθεί το παιδί με τη σύντροφό του. Ο Αιτητής διερωτάται πώς γίνεται να είναι ικανός να φροντίζει τον ανήλικο εντός Κύπρου αλλά όταν πρόκειται για ταξίδι στο εξωτερικό να μετατρέπεται σε ανίκανο και ανεύθυνο πατέρα. Απορρίπτει τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι το ταξίδι στον ίδιο προορισμό θα προκαλέσει σύγχυση στο παιδί, επισημαίνοντας ότι είναι αναπόφευκτο να επισκέπτεται κανείς τα ίδια μέρη. Περαιτέρω, απορρίπτει κατηγορηματικά τα όσα η Καθ’ ης η αίτηση του καταλογίζει για αμελή συμπεριφορά και υποστηρίζει ότι το πράττει προκειμένου να τον εμποδίσει να πάει διακοπές με τον ανήλικο. Τέλος, παραδέχεται ότι ενημέρωσε το παιδί για το ταξίδι και εξηγεί ότι επιθυμούσε να μοιραστεί μαζί του τον ενθουσιασμό του και να του δώσει τη δυνατότητα να επιλέξει τις δραστηριότητες που θα ήθελε να ακολουθήσει.      

 

Η Καθ’ ης η αίτηση, με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από 3 Τεκμήρια, υιοθετεί και επαναλαμβάνει το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε στην αρχική της ένορκη δήλωση, εμμένοντας στις θέσεις που ήδη έχει εκθέσει με περισσότερη λεπτομέρεια. Αναφέρει ότι ο ανήλικος έχει ήδη αναπτύξει ουσιαστική και συχνή επαφή με τη σύντροφο του Αιτητή και τα παιδιά της και συνεπώς το ταξίδι δεν θα συμβάλει στη μεταξύ τους εξοικείωση. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση εξηγεί ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ ολιγοήμερης παραμονής του Αιτητή με το παιδί στην Κύπρο και ενός ταξιδιού στο εξωτερικό διότι σε περίπτωση ασθενείας ή ατυχήματος το παιδί θα είναι κοντά στο συνήθη ιατρό του, στο περιβάλλον του και τη μητέρα του, η οποία μπορεί να συνδράμει ανά πάσα στιγμή. Διευκρινίζει δε πως όταν το παιδί μεγαλώσει περισσότερο και αποκτήσει μεγαλύτερη ωριμότητα και αυτονομία, θα αισθάνεται πιο άνετα να ταξιδέψει με τον πατέρα του στο εξωτερικό. Επίσης, αναφέρει ότι δεν επικρίνει τον Αιτητή επειδή συζήτησε με τον ανήλικο πιθανές δραστηριότητες και μοιράστηκε τον ενθουσιασμό του για το ταξίδι. Η ανησυχία της έγκειται στο ότι του δημιούργησε προσδοκίες ενώ γνώριζε ότι η ίδια δεν συγκατατίθεται και ότι το θέμα εκκρεμεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, με κίνδυνο να απογοητευτεί το παιδί σε περίπτωση που το ταξίδι δεν πραγματοποιηθεί. Περαιτέρω, η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής την απειλεί πως αν δεν συγκατατεθεί για το ταξίδι τότε δεν θα της επιτρέψει να έχει τηλεφωνική επικοινωνία με τον ανήλικο για όσο βρίσκεται υπό τη φροντίδα του, δεν θα της απαντά στο τηλέφωνο και δεν θα γνωρίζει που είναι. Εν κατακλείδι, η Καθ’ ης η αίτηση ζητά την απόρριψη της αίτησης διότι το ταξίδι στο εξωτερικό ενέχει κινδύνους για τον ανήλικο και δεν εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον του. 

 

Νομική πτυχή:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, πρέπει να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

 

(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση

(β) Να υπάρχει ορατή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία και

(γ)  Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη, σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος.

 

Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60) είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων.[1] Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:

 

«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.

 

Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.

 

(…)

 

Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».

 

Στο πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[2]

 

Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990). 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 5(1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 6(2)(α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2000) 1 ΑΑΔ 1108, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Φωτεινής Ντούμα και Άλλου (2001) 1 ΑΑΔ 1911, Σοφοκλέους Σοφοκλής ν. Κυριακής Τσεσμέλογλου (2006) 1 ΑΑΔ 1153).

 

Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588 «Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».

 

Στο σύγγραμμα της Έφης Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη «Οικογενειακό Δίκαιο», 9η έκδοση, 2024, σελ. 743 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«Ως συμφέρον του παιδιού εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό, και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον. Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για αόριστη νομική έννοια, με αξιολογικό περιεχόμενο, που εξειδικεύεται από τον δικαστή· (…)».

 

Επίσης, έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, ότι στις υποθέσεις γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα με στόχο την ευημερία και το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω) και Ιωαννίδης κ.α. ν. Ιωαννίδη κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 1446).

 

Στο σύγγραμμα του Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη, «ΕΡΝΟΜΑΚ», Τόμος Ε’, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004, σελ.913 αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«(…) η επέμβαση του δικαστηρίου προς λύση της διαφωνίας των γονέων επιβάλλεται όχι μόνο σε σοβαρής μορφής ζητήματα όπως π.χ. η επιλογή κυρίου ονόματος, ο προσδιορισμός του επωνύμου του, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρ. 69 ν. 1329/83, η αλλαγή κατοικίας, σχολείου, η διαχείριση της περιουσίας του κλπ, αλλά και σε μικρής σημασίας ζητήματα, από τα οποία δημιουργούνται διενέξεις μεταξύ των γονέων, καθόσον και οι από αυτές δημιουργούμενες οικογενειακές ανωμαλίες, που ενδεχομένως να είναι εξακολουθητικές, μπορούν να προκαλέσουν ψυχικές καταστάσεις βλαπτικές για την εν γένει ψυχοσωματική ανάπτυξη του τέκνου. Σε κάθε περίπτωση, βεβαίως, πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια από τους γονείς λήψης απ’ αυτούς κοινής απόφασης, ρυθμιστικής του ζητήματος που ανακύπτει καθόσον και η προσφυγή στο δικαστήριο δεν είναι άμοιρη βλαπτικών επενεργειών στο ανήλικο τέκνο».

 

Συνέντευξη με τον ανήλικο:

 

Η συνέντευξη με τον ανήλικο ηλικίας 6 ετών, έλαβε χώρα σύμφωνα με το άρθρο 6(3) του Ν. 216/90[3] και τη σχετική νομολογία επί του θέματος όσον αφορά τις ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Γ.Δ. κ.α. ν. Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερ. 07/07/2022).

 

Η βούληση του παιδιού, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται, νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω), Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338, Π. Ε. ν. K R U, Έφεση Αρ. 23/2018, 3/12/2019). Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει τη γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να την αξιολογήσει και να αποφασίσει κατά πόσο θα της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα (βλ. Ιωαννίδης v. Ιωαννίδη (2002) 1 ΑΑΔ 1446). Στο σύγγραμμα του Βασίλη Αντ. Βαθρακοκοίλη (ανωτέρω), εκφράζεται η άποψη ότι για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το έκτο έτος της ηλικίας του.[4]

 

Ο ανήλικος μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση για την άνεση και τον αυθορμητισμό του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης καθώς και για τη φυσικότητα και την αμεσότητα με την οποία συνομίλησε με το Δικαστήριο. Οι απαντήσεις του ήταν σύντομες αλλά σαφείς, περιεκτικές και γνήσιες. Ανέφερε ότι έχει δύο σπίτια και το δικό του δωμάτιο στο κάθε σπίτι, ότι είναι ευτυχισμένος και με τους δύο του γονείς, ότι ο πατέρας του τον φροντίζει όπως και η μητέρα του και ότι δεν ανησυχεί για οτιδήποτε όταν βρίσκεται με τον έναν ή τον άλλο γονέα του. Ανέφερε επίσης ότι του αρέσει το τένις και η κολύμβηση αλλά περισσότερο από όλα του αρέσει το ποδόσφαιρο. Σε σχέση με το επίδικο ταξίδι εξέφρασε την επιθυμία του να ταξιδέψει με τον πατέρα του στην Ελλάδα και ότι του αρέσουν τα ταξίδια με το αεροπλάνο. Ανέφερε ότι συζήτησε με τη μητέρα του για το ταξίδι και γνωρίζει πως δεν επιθυμεί να ταξιδέψει με τον πατέρα του αλλά δεν γνωρίζει το λόγο και ότι της ζήτησε να πει «ναι». Επίσης, ο ανήλικος ανέφερε ότι πρόκειται να ταξιδέψει και με τη μητέρα του αλλά ο προορισμός θα είναι «surprise».

 

Εξέταση της αίτησης:

 

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.

 

Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα ακόλουθα:

 

Κατ’ αρχάς, κρίνω σκόπιμο, προτού προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, να εξετάσω τον 10ο λόγο ένστασης της Καθ’ ης η αίτηση, σύμφωνα με τον οποίο «η αίτηση είναι πρόωρη καθότι εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίες για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας μεταξύ των διαδίκων, στο πλαίσιο των οποίων αναμένεται να ρυθμιστούν ζητήματα που αφορούν την άσκηση των γονικών δικαιωμάτων και τη λήψη σημαντικών αποφάσεων για τον ανήλικο». Προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, οι συνήγοροι της Καθ' ης η αίτηση υποβάλλουν ότι τα ζητήματα που αφορούν τον τρόπο άσκησης της γονικής μέριμνας, την επικοινωνία του ανηλίκου με τους γονείς του και τη διαδικασία λήψης σημαντικών αποφάσεων που αφορούν τον ανήλικο, αναμένεται να ρυθμιστούν στο πλαίσιο των ενδιάμεσων αιτήσεων που εκκρεμούν και ως εκ τούτου, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στο παρόν στάδιο θα είχε ως αποτέλεσμα να εξεταστεί αποσπασματικά ένα μεμονωμένο ζήτημα. Περαιτέρω, υποβάλλουν ότι το αίτημα αφορά ουσιώδη μεταβολή της μέχρι σήμερα πρακτικής που ακολουθείται σε σχέση με την επικοινωνία του Αιτητή με τον ανήλικο.

 

Με κάθε σεβασμό, η θέση αυτή των συνηγόρων δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατ’ αρχάς, το γεγονός ότι εκκρεμεί η εκδίκαση των ενδιάμεσων αιτήσεων, οι οποίες αφορούν τη ρύθμιση της άσκησης της γονικής μέριμνας, δεν αποκλείει την καταχώριση και εξέταση της υπό κρίση αίτησης που αποσκοπεί στη ρύθμιση συγκεκριμένου ζητήματος για το οποίο οι διάδικοι διαφωνούν και λόγω της φύσης του χρήζει άμεσης δικαστικής αντιμετώπισης. Το κατά πόσο θα επιτραπεί στον Αιτητή να ταξιδέψει με τον ανήλικο στο εξωτερικό για τις θερινές διακοπές δεν προϋποθέτει την προηγούμενη ρύθμιση των λοιπών ζητημάτων που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας διότι το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει μία συγκεκριμένη διαφωνία που προέκυψε μεταξύ των γονέων, με γνώμονα το κατά πόσο υπό τις περιστάσεις, το εν λόγω ταξίδι εξυπηρετεί το συμφέρον του ανηλίκου. Διαφορετική προσέγγιση θα είχε ως αποτέλεσμα ζητήματα που ανακύπτουν μεσούσης της δικαστικής διαδικασίας και απαιτούν άμεση επίλυση να μην μπορούν να εξεταστούν εάν δεν προηγηθεί η ρύθμιση των πτυχών της γονικής μέριμνας. Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που η άσκηση της γονικής μέριμνας και η επικοινωνία είχε ήδη ρυθμιστεί, δεν θα αποκλειόταν η καταχώριση και εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, εφόσον η ανάγκη λήψης απόφασης για πραγματοποίηση ταξιδιού στο εξωτερικό μπορεί να ανακύψει οποτεδήποτε και ανεξάρτητα από το αν έχει καθοριστεί δικαστικά ο τρόπος άσκησης της γονικής μέριμνας. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.  

 

Ως προς το κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, σημειώνω ότι η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση αμφισβητεί μόνο τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση, ανακύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Αιτητή κατά την εκδίκαση της εναρκτήριας αίτησης. Ο Αιτητής είναι ο πατέρας του ανηλίκου, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας. Η διαφωνία των γονέων ως προς την πραγματοποίηση του ταξιδιού εμπίπτει στον πυρήνα της άσκησης της γονικής μέριμνας και από τη στιγμή που δεν κατέστη δυνατή η επίλυση του ζητήματος με συνεννόηση μεταξύ των διαδίκων, εναπόκειται στο Δικαστήριο να αποφασίσει με αποκλειστικό γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.   

 

Η τρίτη προϋπόθεση δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα.[5] Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 ΑΑΔ 415 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα».

 

Αξιολογώντας σφαιρικά, στο προκαταρτικό αυτό στάδιο, το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου αλλά και τα όσα αποκόμισα από τη συνέντευξη με τον ανήλικο, κρίνω ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Εξηγώ.  

 

Όπως προκύπτει, οι διάδικοι μετά τη διάστασή τους και παρά τις έντονες διαφωνίες που υφίστανται μεταξύ τους, εξακολουθούν να συμμετέχουν ενεργά στη ζωή του παιδιού τους και ακολουθούν ένα άτυπο πρόγραμμα επικοινωνίας με τον ανήλικο που οι ίδιοι εφάρμοσαν. Ο ανήλικος έχει αντιληφθεί τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώθηκε μετά το χωρισμό των γονέων του και όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, είναι ευτυχισμένος. Μέρος του χρόνου που έχει ο κάθε γονέας με το παιδί του συνιστά και η περίοδος των διακοπών. Τόσο ο ένας όσο και ο άλλος γονέας έχουν μοιραστεί μέχρι τώρα με τον ανήλικο τις παρελθούσες διακοπές καλοκαιριού, Χριστουγέννων και Πάσχα. Αυτό που διαφέρει με τις φετινές διακοπές και πυροδότησε τη διαφωνία μεταξύ των διαδίκων είναι ότι ο πατέρας επιθυμεί να ταξιδέψει με τον ανήλικο στο εξωτερικό αντί να περάσει τις διακοπές τους στην Κύπρο. Αμφότεροι οι διάδικοι φαίνεται ότι συζήτησαν με τον ανήλικο τις επικείμενες διακοπές του καλοκαιριού και ο ανήλικος επιθυμεί να ταξιδέψει με τον πατέρα του στην Ελλάδα και έχει προετοιμαστεί ψυχολογικά για αυτό το ταξίδι. Σε περίπτωση λοιπόν που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο ανήλικος θα απογοητευθεί και θα στεναχωρηθεί από τη ματαίωση του ταξιδιού γεγονός που δεν μπορεί να αποκατασταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο ανεξαρτήτως της δυνατότητας να ταξιδέψει στο μέλλον. Πολλώ δε μάλλον στην τρυφερή ηλικία στην οποία βρίσκεται ο ανήλικος σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πρόκειται για το καλοκαίρι πριν ξεκινήσει τη φοίτησή του στο Δημοτικό, δηλαδή πριν από μια σημαντική αλλαγή στη ζωή του.

 

Περαιτέρω, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο στη βάση των γεγονότων των οποίων τέθηκαν ενώπιον του, είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία και συγκεκριμένα την απόφαση Γρηγόρη Δημήτρης ν. Θάλειας Κχαλίδ Αλσαρίφ Γρηγόρη (2007) 1 ΑΑΔ 850, το όλο θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα ταξίδια, ως θέμα αρχής, προάγουν το συμφέρον των παιδιών, αφού αποτελούν μία ευκαιρία ψυχαγωγίας, επιμόρφωσης, κοινωνικοποίησης, ξεκούρασης αλλά και διατήρησης της ψυχικής τους ηρεμίας και γενικά είναι μέρος του σύγχρονου τρόπου ζωής, τόσο των γονέων όσο και των παιδιών. Η δυνατότητα κάθε γονέα να ταξιδεύει με το παιδί του στο εξωτερικό, καθώς και το αντίστοιχο δικαίωμα κάθε παιδιού να ταξιδεύει με τον γονέα του, συνιστούν έκφανση της οικογενειακής ζωής και της γονικής σχέσης.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, το επίδικο ταξίδι αφορά ολιγοήμερες διακοπές για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στη Χαλκιδική της Ελλάδας, δηλαδή σε κοντινό προορισμό στον οποίο ο ανήλικος είχε ταξιδέψει και στο παρελθόν. Επίσης, το θέρετρο που ο Αιτητής επέλεξε για να διαμείνουν, περιλαμβάνει δραστηριότητες κατάλληλες για ένα παιδί της ηλικίας του ανηλίκου που μάλιστα είναι και της αρεσκείας του, όπως η κολύμβηση και το ποδόσφαιρο. Η δε χρονική διάρκεια του ταξιδιού δεν εκφεύγει ουσιωδώς του χρόνου που ο Αιτητής ήδη περνά με τον ανήλικο κατά τις περιόδους των διακοπών και αναλαμβάνει τη φροντίδα του. Οι αντιρρήσεις που εξέφρασε η Καθ’ ης η Αίτηση στις πολυσέλιδες ένορκες δηλώσεις της ως προς την ικανότητα και επάρκεια του Αιτητή να φροντίζει τον ανήλικο καθώς και οι επιφυλάξεις της αναφορικά με την παρουσία της συντρόφου του και των παιδιών της, δεν επιβεβαιώθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο ικανό να γείρει την πλάστιγγα του ισοζυγίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης.

 

Περαιτέρω, ο ανήλικος φαίνεται να είναι ένα παιδί που δεν έχει εισέλθει στο φαύλο κύκλο της αντιπαράθεσης των γονέων του και ένα παιδί που περνά καλά και φροντίζεται και από τους δύο του γονείς χωρίς να εκφράζει οποιαδήποτε ανησυχία. Το κατά πόσο ο Αιτητής λαμβάνει μονομερείς αποφάσεις σε ζητήματα που αφορούν τον ανήλικο, ως ισχυρίζεται η Καθ’ ης η αίτηση, δεν μπορεί να αξιολογηθεί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. Όσον αφορά όμως τη διεξαγωγή του συγκεκριμένου ταξιδιού, είναι κοινώς αποδεκτό, ότι ο Αιτητής με επιστολή των δικηγόρων του, ενημέρωσε την Καθ’ ης η αίτηση και της ζήτησε να συγκατατεθεί προκειμένου να ταξιδέψει με τον ανήλικο.

Ισοζυγίζοντας λοιπόν τα δεδομένα όπως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από αμφότερες τις πλευρές και αναζητώντας, σε πρώτο βαθμό, το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου με βάση την ηλικία του αλλά και τις προτιμήσεις του, κρίνω ότι θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να ταξιδέψει με τον πατέρα του για τις διακοπές του καλοκαιριού. Παρά τις ανησυχίες που εξέφρασε η Καθ’ ης η Αίτηση, δεν διαπιστώνεται τέτοιος κίνδυνος για την ασφάλεια ή την ευημερία του ανηλίκου που να δικαιολογεί την απόρριψη του αιτήματος. Αντίθετα, η πραγματοποίηση του ταξιδιού σε περίοδο καλοκαιρινών διακοπών συνάδει με το συμφέρον του ανηλίκου. Μάλιστα, η έγκριση του ταξιδιού θα ενισχύσει το αίσθημα εμπιστοσύνης που τρέφει το παιδί στο πρόσωπο και των δύο του γονέων και δεν θα στοχοποιήσει κανέναν εκ των δύο ως υπαίτιο της μη πραγματοποίησής του.

 

Ωστόσο, δεν μπορώ να παραγνωρίσω τη φυσική ανησυχία που διακατέχει τον κάθε γονέα όταν το παιδί του βρίσκεται μακριά για αυτό κρίνω σκόπιμο, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, να διασφαλίσω ταυτόχρονα ότι η Καθ’ ης η αίτηση θα έχει δικαίωμα απρόσκοπτης τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ανήλικο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του με τον Αιτητή.  

 

Κατάληξη:

 

Συνακόλουθα, εκδίδονται τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα:

 

1.    Διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον Αιτητή να ταξιδέψει με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Κ.Μ. στην Ελλάδα από την 26/07/2026 μέχρι την 02/08/2026 αμφοτέρων των ημερομηνιών συμπεριλαμβανομένων, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Καθ’ ης η αίτηση.

 

2.    Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Καθ’ ης η αίτηση να παραδώσει στον Αιτητή την ταυτότητα ή το διαβατήριο του ανήλικου Μ.Κ., ταυτόχρονα με την παράδοση του ανήλικου στον Αιτητή (παρ. 4 του παρόντος διατάγματος) και ο Αιτητής διατάσσεται να επιστρέψει την ταυτότητα ή το διαβατήριο του ανηλίκου στην Καθ’ ης η αίτηση ταυτόχρονα με την παράδοση του ανηλίκου στην Καθ’ ης η αίτηση (παρ. 5 του παρόντος διατάγματος).

 

3.    Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Αιτητής να επιτρέπει την τηλεφωνική επικοινωνία της Καθ’ ης η αίτηση με τον ανήλικο μέσω κλήσης ή βιντεοκλήσης καθημερινά, μία φορά το πρωί και μία φορά το απόγευμα για διάρκεια τουλάχιστον 15 λεπτών.

 

4.    Η Καθ’ ης η αίτηση διατάσσεται να παραδώσει τον ανήλικο στον Αιτητή στις 26/07/2026 ώρα 09:00πμ στον τόπο διαμονής της και να τον παραλάβει από τον Αιτητή στις 02/08/2026 ώρα 09:00πμ στον τόπο διαμονής της.

  

5.    Ο Αιτητής διατάσσεται να παραλάβει τον ανήλικο στις 26/07/2026 ώρα 09:00πμ από την Καθ’ ης η αίτηση στον τόπο διαμονής της και να τον παραδώσει στις 02/08/2026 ώρα 09:00πμ στον τόπο διαμονής της.

 

Η ισχύς και η σύνταξη του διατάγματος θα τελεί υπό τον όρο ότι ο Αιτητής θα υπογράψει εγγύηση για το ποσό των €5.000. Επισημαίνω ότι για την επιβολή του συγκεκριμένου όρου έλαβα υπόψη μου τη φύση και το σκοπό του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς βεβαίως να έχω αγνοήσει ότι ο Αιτητής είναι Κύπριος υπήκοος που διαμένει στην Κύπρο. Προκειμένου όμως να διασκεδαστεί κάθε ανησυχία που τυχόν υπάρχει σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα, έκρινα ορθό να επιβάλω το συγκεκριμένο όρο τον οποίο υπό τις περιστάσεις κρίνω εύλογο και δίκαιο.

 

Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας οπότε και θα είναι πληρωτέα.

                                                 

             

          (Υπ.) ………………………

Μ. Παναγιώτου,  Δ. 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, Κυτάλα κ.ά. v.  Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253,  Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε)  Α.Α.Δ. 255, M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium  Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.

[2] Βλ. Ν.Γ.Χ. v. T.L., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 32/2021, 23/6/2022, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.

[3] «(3) Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσο η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του».

[4] Βλ. σελ. 907.

[5] Βλ. M.  Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο