ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ενώπιον: Μ. Παναγιώτου, Δ.
Αρ. Αίτησης: 60/26i
Μεταξύ:
Ε.Ι.
Αιτήτρια
και
Σ.Π.
Καθ’ ου η αίτηση
Ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 27/02/2026
Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2026
Εμφανίσεις:
Για την Αιτήτρια: κ.κ. ΕΛΕΝΗ ΒΡΑΧΙΜΗ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: κα. Τασούλα Τζίρτη
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή – Υπό κρίση αίτηση:
Η Αιτήτρια, στο πλαίσιο εναρκτήριας αίτησης ημερομηνίας 19/02/2026, καταχώρισε στις 27/02/2026 την υπό κρίση αίτηση χωρίς ειδοποίηση, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Καθ’ ου η αίτηση όπως καταβάλλει το ποσό των €1.000 μηνιαίως ως συνεισφορά του για τη διατροφή των ανήλικων τέκνων των διαδίκων Δ-Μ.Π. και Χ-Ο.Π. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς και έδωσε οδηγίες για να επιδοθεί στην άλλη πλευρά.
Μετά την επίδοση, ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 11/03/2026[1] και ένσταση στην υπό κρίση αίτηση στις 31/03/2026,[2] με την οποία προβάλλει 6 λόγους ένστασης που αφορούν μέρος της αίτησης, ως σημείωσε στο σχετικό πεδίο του Εντύπου Αρ. 36 και περιστρέφονται γύρω από το ύψος του αιτούμενου ποσού, τα διογκωμένα και μη αναγκαία έξοδα των ανηλίκων και το ύψος των εισοδημάτων των διαδίκων.
Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση υποστηρίζονται από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις των διαδίκων. Ακολούθως, αμφότεροι καταχώρισαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, η μεν Αιτήτρια στις 07/05/2026[3] και ο δε Καθ’ ου η αίτηση στις 19/05/2026.[4]
Η ακρόαση διεξήχθη με τις γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των διαδίκων, χωρίς να υποβληθεί οποιοδήποτε αίτημα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
Είναι κοινή θέση των διαδίκων ότι τέλεσαν γάμο στις 27/09/2009. Από το γάμο τους απέκτησαν 2 τέκνα, τον Δ-Μ.Π. ο οποίος γεννήθηκε στις 10/03/2013 και τον Χ-Ο.Π. ο οποίος γεννήθηκε στις 14/03/2015. Κατά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, ο ανήλικος Δ-Μ.Π., ηλικίας 13 ετών, φοιτούσε στην Α’ τάξη του Γυμνασίου και ο ανήλικος Χ-Ο.Π., ηλικίας 11 ετών, φοιτούσε στην Ε’ τάξη του Δημοτικού. Ο Καθ’ ου η αίτηση αποχώρησε από τη συζυγική κατοικία στις 30/01/2026 και έκτοτε διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα ενώ η Αιτήτρια και τα ανήλικα εξακολουθούν να διαμένουν στη συζυγική κατοικία.
Η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ότι εργάζεται ως γραφίστας σε διαφημιστική εταιρεία με καθαρές μηνιαίες απολαβές €1.680 και ο Καθ’ ου η αίτηση εργάζεται ως δάσκαλος οδήγησης σε σχολή οδηγών με μηνιαίες απολαβές που υπερβαίνουν τις €2.000. Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση είναι ωρομίσθιος και λαμβάνει το ποσό των €25 ανά ώρα εκ του οποίου τα €15 ή €14 αποδίδονται στη σχολή και τα €10 ή €11 παραμένουν στο ίδιο και ότι κατά το διάστημα που συμβίωναν εργαζόταν από τις 9:00 μέχρι τις 19:00 τις καθημερινές και από τις 11:00 μέχρι τις 17:00 τα Σάββατα. Επίσης αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτης της εταιρείας «F.D.» η οποία διαθέτει εκτεταμένο πελατολόγιο και εκτιμά ότι του αποφέρει εισόδημα πέραν των €1.000 το μήνα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση διατηρεί την επικαρπία ακινήτου που βρίσκεται στην Ανάβυσσο στην Ελλάδα, από το οποίο ενοικιάζει τον πρώτο όροφο για €5.000 ετησίως για περίοδο 10 μηνών και τον δεύτερο όροφο για €350 μηνιαίως. Συνεπώς, τα συνολικά εισοδήματα ή η πραγματική εισοδηματική ικανότητα του Καθ’ ου η αίτηση υπερβαίνουν το ποσό των €3.000 μηνιαίως.
Η Αιτήτρια αναφέρει ότι οι μηνιαίες ανάγκες για τη διατροφή και συντήρηση των ανηλίκων ανέρχονται περίπου σε €2.000 μηνιαίως, όπως επεξηγεί στον ακόλουθο αναλυτικό πίνακα.
|
|
Λεπτομέρειες |
Ετήσια Αναλογία Ανηλίκων |
Μηνιαία Αναλογία Ανηλίκων |
|
1. |
Διατροφή |
|
€600.00 |
|
2. |
Ένδυση και Υπόδηση (120 € για κάθε παιδί) |
|
€240.00 |
|
3. |
Ρεύμα (65 € η διμηνία κατά μέσο όρο) |
|
€20.00 |
|
4. |
Νερό (50 € τη διμηνία κατά μέσο όρο) |
|
€15.00 |
|
5. |
Διαδίκτυο |
|
€20.00 |
|
6. |
Καθαρίστρια (1 φορά τη βδομάδα Χ 30 € τη φορά) |
|
€80.00 |
|
7. |
Βενζίνη |
|
€150.00 |
|
8. |
Έξοδα Αυτοκινήτου |
|
|
|
|
(α) Ασφάλεια (133 € το χρόνο) |
€133.00 |
€7.39 |
|
|
(β) Άδεια κυκλοφορίας (70 € το χρόνο) |
€70.00 |
€3.89 |
|
|
(γ) Σέρβις αυτοκινήτου, αλλαγή λαδιού και αλλαγή τροχών, MOT (300 ευρώ το χρόνο) |
€300.00 |
€16.67 |
|
9. |
Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη που δεν καλύπτεται από την ασφάλεια και το ΓΕΣΥ |
|
€20.00 |
|
10. |
Οδοντίατρος |
|
€15.00 |
|
11. |
Ψυχαγωγία |
|
€200.00 |
|
12. |
Κουρέας |
|
€16.00 |
|
13. |
Κινητό καρτοτηλέφωνο |
|
€10.00 |
|
14. |
Τηλεόραση - Netflix |
|
€12.50 |
|
15. |
Σχολικά έξοδα (εκδρομές, λαχνοί κλπ) |
|
€10.00 |
|
16. |
Γραφική ύλη και βιβλιοπωλείο |
|
€30.00 |
|
17. |
Χαρτζιλίκι για το σχολείο (5 € τη βδομάδα για το κάθε παιδί τις σχολικές μέρες) |
|
€30.00 |
|
18. |
Αγγλικά (600 € δίδακτρα ετησίως, πλέον 110 € εξετάστρα πλέον 100 βιβλία για τον κάθε ένα) |
€810.00 |
€67.50 |
|
19. |
Καλαθόσφαιρα (40 € το μήνα Χ 10 μήνες για τον κάθε ένα) |
€800.00 |
€66.67 |
|
20. |
Παπούτσια Καλαθόσφαιρας |
€120.00 |
€10.00 |
|
21. |
Ελληνικά Δ. (20 € το μάθημα 1 φορά την βδομάδα Χ 10 μήνες) |
€800.00 |
€66.67 |
|
22. |
Δασκάλα Χ. (15 € τη φορά 2 φορές την βδομάδα Χ 10 μήνες) |
€1,200.00 |
€100.00 |
|
23. |
Καλοκαιρινό σχολείο για 2 βδομάδες |
€240.00 |
€20.00 |
|
24. |
Basket Easter Camp |
€100.00 |
€8.33 |
|
25. |
Έξοδα Σκύλου (φαγητό, γιατρό κλπ) |
|
€15.00 |
|
|
Σύνολο |
|
€1,850.61 |
Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια της συμβίωσής τους οι διάδικοι ακολουθούσαν συγκεκριμένο τρόπο κατανομής και κάλυψης των οικογενειακών εξόδων. Ο Καθ’ ου η αίτηση αναλάμβανε την πληρωμή του ρεύματος, του νερού, του διαδικτύου και της καθαρίστριας, ενώ η ίδια τη βενζίνη, τα περισσότερα έξοδα που αφορούσαν τα παιδιά και λοιπές οικογενειακές δαπάνες. Ως προς τα δάνεια και τις δραστηριότητες των παιδιών, ισχυρίζεται ότι οι διάδικοι κατέβαλλαν το ½ σε κοινό λογαριασμό και στη συνέχεια γινόταν συμψηφισμός των απευθείας ποσών που είχε καταβάλει ο καθένας και εκείνος που είχε καταβάλει λιγότερα κατέβαλλε τη διαφορά στον προσωπικό λογαριασμό του άλλου. Προς τούτο η Αιτήτρια ετοίμαζε κάθε μήνα σχετικό πίνακα με όλα τα έξοδα αναλυτικά και τον απέστελλε στον Καθ’ ου η αίτηση (Τεκμήριο 1). Περαιτέρω, αναφέρει ότι όσον αφορά τα έξοδα διατροφής, ο Καθ’ ου η αίτηση προμηθευόταν συγκεκριμένα είδη από την υπεραγορά ενώ η ίδια κάλυπτε τις υπόλοιπες ανάγκες του νοικοκυριού και μοιράζονταν το κόστος αγορών από το κρεοπωλείο.
Σύμφωνα με την Αιτήτρια η πιο πάνω πρακτική εφαρμοζόταν μέχρι τον Νοέμβριο του 2025, ήτοι μέχρι τη διάστασή τους, ενώ από τον Δεκέμβριο του 2025 ο Καθ’ ου η αίτηση σταμάτησε να συνεισφέρει ικανοποιητικά παρόλο που συνέχισε να διαμένει στη συζυγική κατοικία. Συγκεκριμένα, κατέβαλε το ποσό των €250 για τον Δεκέμβριο του 2025 και το ποσό των €262 για τον Ιανουάριο του 2026 ενώ με βάση τους πίνακες εξόδων που του απέστειλε η Αιτήτρια, του αναλογούσε το ποσό των €388,50 και €433,00 αντίστοιχα, σε σχέση με τα κοινά έξοδα και τα έξοδα των ανηλίκων (Τεκμήριο 2). Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν κατέβαλε ούτε το ½ των δανείων ούτε το ½ της ασφάλειας σπουδών των ανηλίκων και όσον αφορά τη διατροφή έφερνε στο σπίτι ό,τι έκρινε ο ίδιος αναγκαίο. Για τον Φεβρουάριο του 2026, η Αιτήτρια υπολόγισε το σύνολο των εξόδων στο ποσό των €1.088 και του ζήτησε να καταβάλει το ποσό που του αναλογεί πλην όμως ο Καθ’ ου η αίτηση κατέβαλε μόνο το ποσό των €250 (Τεκμήριο 3).
Καταλήγοντας, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ανέλαβε αποκλειστικά τη φροντίδα των ανηλίκων από τη γέννησή τους, ότι πέραν του μισθού της δεν διαθέτει άλλους οικονομικούς πόρους και ότι η συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση πρέπει να καθοριστεί προσωρινά στο ποσό των €1.000 μηνιαίως διαφορετικά δεν θα είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες των ανηλίκων.
Ο Καθ’ ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση αναφέρει ότι η Αιτήτρια πέραν της εργασίας της ως γραφίστρια έχει επιπρόσθετο εισόδημα από δικές της δουλειές γραφιστικής για τις οποίες διατηρεί σελίδα με εμπορική επωνυμία και είναι γραμμένη στο ΦΠΑ από το 2021 (Τεκμήριο 5). Αναφέρει ότι η Αιτήτρια θα λαμβάνει επίδομα μονογονιού €430 και πλέον το επίδομα τέκνου €100 περίπου το μήνα θα έχει ως εισόδημα €2.100 μηνιαίως. Ως προς τα δικά του εισοδήματα αναφέρει ότι από την εργασία του ως δάσκαλος οδήγησης δεν λαμβάνει μερίδιο από τα μαθήματα αλλά έχει μηνιαίο μισθό €1.000 (Τεκμήριο 1). Επίσης ισχυρίζεται ότι από την εμπορική επωνυμία «F.D.» λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €400 περίπου διότι πρόκειται για μερική απασχόληση (Τεκμήριο 2). Ωστόσο, αναφέρει ότι η εμπορική επωνυμία έχει χρέη που αποπληρώνει με δόσεις των €150 το μήνα (Τεκμήριο 3) και μελλοντικά θα κληθεί να καταβάλει και τις εισφορές από το 2022 μέχρι σήμερα τις οποίες οφείλει και δεν έχει αποπληρώσει. Συνεπώς τα εισοδήματά του ανέρχονται στο ποσό των €1.400 το μήνα περίπου. Κατά τα λοιπά αρνείται ότι έχει εισόδημα από την ακίνητη ιδιοκτησία στην Ελλάδα διότι το ακίνητο δεν ενοικιάζεται και σε κάθε περίπτωση η διαχείρισή της παρέμεινε στους γονείς του οπότε ακόμη και εάν ενοικιαζόταν δεν θα λάμβανε κανένα όφελος. Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση αρνείται τα έξοδα των ανηλίκων όπως προβάλλονται από την Αιτήτρια και είναι η θέση του ότι δεν ξεπερνούν το ποσό των €1.202,67 από το οποίο αφαιρείται το επίδομα τέκνου ύψους €100 το μήνα. Προς υποστήριξη της θέσης του, παραθέτει αντίστοιχα τη δική του ανάλυση των μηνιαίων εξόδων, με την οποία μειώνει το ύψος ορισμένων δαπανών, αμφισβητεί ότι κάποιες αφορούν τις ανάγκες των ανηλίκων και αναφέρει ότι άλλες καλύπτονται από το ΓεΣΥ.
Ο Καθ’ ου η αίτηση παραδέχεται ότι πριν τη διάστασή τους οι διάδικοι κατέβαλλαν εξ ημισείας τα έξοδα αλλά σε καμία περίπτωση δεν αντιστοιχούν σε εκείνα που παραθέτει η Αιτήτρια στα Τεκμήρια της, που ως ισχυρίζεται, κατασκεύασε η ίδια. Σύμφωνα με τον Καθ’ ου η αίτηση, φαίνεται από το Τεκμήριο 1 της Αιτήτριας ότι τα έξοδα ολόκληρης της οικογένειας και όχι η αναλογία των παιδιών ήταν λιγότερα από αυτά που παρουσιάζει, γεγονός που επιβεβαιώνει την εκδοχή του. Επίσης αναφέρει ότι σταμάτησε να καταβάλλει τις δόσεις του στεγαστικού δανείου διότι η Αιτήτρια τον ανάγκασε να φύγει από το σπίτι και από τον Φεβρουάριο του 2026 ενοικιάζει διαμέρισμα για το ποσό των €700 το μήνα. Προσθέτει ότι έχει και ο ίδιος έξοδα καθαρίστριας αφού διαμένει μόνος του. Επιπλέον, ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια, σύμφωνα με τους πίνακες εξόδων που του απέστειλε, του ζήτησε για τον Δεκέμβριο του 2025 το ποσό των €148 και της κατέβαλε €385 και για τον Ιανουάριο του 2026 του ζήτησε το ποσό των €233,50 και της κατέβαλε €282 (Τεκμήριο 4). Σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2026, ο Καθ’ ου η αίτηση αρνείται ότι τα έξοδα των ανηλίκων ανέρχονταν στο ποσό των €1.088 και ισχυρίζεται ότι το ποσό των €250 που κατέβαλε ανταποκρινόταν στο ήμισυ των εξόδων των ανηλίκων, όπως ίσχυε πριν τη διάστασή τους. Προσθέτει επίσης ότι πριν αποχωρήσει από τη συζυγική κατοικία, αποτάθηκαν από κοινού σε δικηγόρο και ενώ έγινε εισήγηση για έκδοση διατάγματος για το ποσό των €400 το μήνα, η Αιτήτρια ζητούσε €550 το μήνα.
Καταλήγοντας, ο Καθ’ ου η αίτηση αιτείται την απόρριψη της αίτησης και εισηγείται την έκδοση διατάγματος για το ποσό των €400, το οποίο ανταποκρίνεται στην εισοδηματική τους αναλογία και στα πραγματικά έξοδα των ανηλίκων.
Η Αιτήτρια, με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από 12 Τεκμήρια, επαναλαμβάνει τα όσα ανέφερε στην αρχική της ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, εμμένοντας στις θέσεις που ήδη έχει εκθέσει με περισσότερη λεπτομέρεια. Σε ό,τι αφορά συγκεκριμένους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η αίτηση απαντά ότι κατά διαστήματα αναλαμβάνει κάποιες γραφιστικές εργασίες, χωρίς σταθερή συχνότητα και εγγυημένο εισόδημα. Για το έτος 2026 είσπραξε μέχρι σήμερα το ποσό των €450 ενώ για το έτος 2025 το ποσό των €5.000. Επίσης, απαντά ότι δεν λαμβάνει επίδομα μονογονιού διότι κανένας εκ των δύο διαδίκων δεν καταχώρισε αίτηση διαζυγίου ή γονικής μέριμνας και ότι το επίδομα τέκνου που λαμβάνει ανέρχεται στο ποσό των €957 το χρόνο. Αντιτείνει ότι το δηλωθέν και όχι το πραγματικό εισόδημα του Καθ’ ου η αίτηση από τον Ιανουάριο του 2026 ανέρχεται στο ποσό των €1.300 το μήνα και επιπλέον λαμβάνει μπόνους €40 για κάθε εξέταση μαθητή, ήτοι 3 με 6 φορές την εβδομάδα. Απαντά επίσης ότι για τον Δεκέμβριο του 2025 ο Καθ’ ου η αίτηση της κατέβαλε το ποσό των €375 από το οποίο όμως μόνο τα €250 αφορούσαν τους ανήλικους ενώ για τον Ιανουάριο του 2026, εξηγεί ότι εκ παραδρομής διαίρεσε δύο φορές το ποσό των €868 που ήταν, ως ισχυρίζεται, το ορθό. Τέλος, παραδέχεται ότι αποτάθηκαν από κοινού σε δικηγόρο όπου ο Καθ’ ου η αίτηση δήλωσε ότι επιθυμεί να καταβάλλει το ποσό των €400 το μήνα ενώ η ίδια αποδεχόταν το ποσό των €600. Ο δικηγόρος εισηγήθηκε το ποσό των €550 το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση αποδέχτηκε αλλά αργότερα της δήλωσε ότι δεν συμφωνεί και ότι δεν προτίθεται να της καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό.
Με τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, ο Καθ’ ου η αίτηση υιοθετεί και επαναλαμβάνει το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλε στην αρχική του ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, παραδέχεται μόνο ότι από τον Ιανουάριο του 2026 λαμβάνει το ποσό των €1.300 μικτά μηνιαίως από την εργασία του ως δάσκαλος οδήγησης, ήτοι €1.080 καθαρά μηνιαίως ενώ κατά τα λοιπά αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Προσθέτει επίσης ότι οι ανήλικοι βρίσκονται υπό την φροντίδα του κάθε Τετάρτη από η ώρα 18:00 μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας που τους παραδίδει στο σχολείο και Σάββατο από η ώρα 17:00 μέχρι τη Δευτέρα το πρωί που τους παραδίδει στο σχολείο. Τέλος, επαναλαμβάνει ότι η εύλογη συνεισφορά από μέρους του είναι το ποσό των €400 μηνιαίως.
Νομική πτυχή:
Οι νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν αιτήματα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι καλά γνωστές και έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων.[5] Στην απόφαση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α. ν. ΛΟΙΖΙΔΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E7/2018, 21/3/2019 συνοψίστηκαν για ακόμη μία φορά ως ακολούθως:
«Στο άρθρο 32(1) αποτυπώνονται οι τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, προκειμένου να θεμελιώνεται η εξουσία προς έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η πρώτη αφορά το ποιοτικό κριτήριο της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και συνδέθηκε, αρχικά από την καθοριστική επί του ζητήματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα. Θεωρήθηκε ότι ο όρος στα πλαίσια του άρθρου 32 δεν πρέπει να ερμηνεύεται ότι απαιτεί ο,τιδήποτε πέραν της αποκάλυψης «συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων». Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Ενάγοντα μέσα από τα δικόγραφά του να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Η πιθανότητα επιτυχίας, η δεύτερη δηλαδή προϋπόθεση του άρθρου 32, χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο» και το Δικαστήριο προχωρά στην εξέτασή του στην περίπτωση και μόνο όπου έχει ικανοποιηθεί ότι συντρέχει το πρώτο κριτήριο του εν λόγω άρθρου. Η υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), ερμηνεύοντας το υπό αναφορά κριτήριο, καθόρισε ότι στο πλαίσιο της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 32, δεν θα μπορούσε να είναι ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την αποδεικτική ισχύ της υπόθεσης του Ενάγοντα. Το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου το οποίο απαιτείται να υπερπηδήσει ο Ενάγοντας συνίσταται στην τεκμηρίωση «μιας πιθανότητας» επιτυχίας. Κάτι δηλαδή περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το επίπεδο δηλαδή απόδειξης που απαιτείται για πολιτική αγωγή. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Όπως κατ΄ επανάληψη λέχθηκε, η άσκηση κρίσης επί σοβαρών και περίπλοκων ζητημάτων στα πλαίσια αίτησης για παρεμπίπτον διάταγμα δεν ενδείκνυται, αρχή η οποία θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια.
Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.
(…)
Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον». Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του. Το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα. Η εν προκειμένω άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου δεν λαμβάνει τη μορφή αυθαίρετης απόφασης, αφού ενυπάρχει σε κάθε περίπτωση η υποχρέωση παράθεσης αιτιολογημένης απόφασης και παροχής εξηγήσεων ως προς τους λόγους άσκησης της διακριτικής ευχέρειας κατά συγκεκριμένο τρόπο. Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας».
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», Πρώτη Έκδοση 2016, σελ. 164 «(…) η υποχρέωση αποκάλυψης τυγχάνει εφαρμογής μόνο σε μονομερείς αιτήσεις και όχι σε περιπτώσεις αιτήσεων ex parte οι οποίες μετατρέπονται σε δια κλήσεως», αρχή που υιοθετήθηκε κατ’ επανάληψη στη νομολογία.[6]
Στο πλαίσιο της εκδίκασης προσωρινού διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει στις εκατέρωθεν αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων και να τις εξετάσει. Οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις, γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[7]
Ενόψει των ανωτέρω, η πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60 εξετάζεται υπό το φως των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται και του εφαρμοστέου νομοθετικού πλαισίου. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990 (Ν. 216/1990) και ειδικότερα τα άρθρα 33(1) και 37(1) και (2).
Το άρθρο 33(1) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους από κοινού ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του».
Το άρθρο 37(1) και (2) του Ν. 216/90 ορίζει ότι:
«(1) Η διατροφή προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και τις οικονομικές δυνατότητες που υπάρχουν για διατροφή προσώπου.
(2) Η διατροφή περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση και ευημερία του δικαιούχου και επιπλέον, ανάλογα με την περίπτωση, τα έξοδα για την εν γένει εκπαίδευση του».
Ως προς το άρθρο 33 του Ν. 216/90 στην υπόθεση Δημητρίου Δημήτρης ν. Έμιλυς Περδίου (2005) 1 ΑΑΔ 1418 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«(…) Όπως έχει η σχετική νομοθετική διάταξη (βλ. άρθρο 33(1) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Ν. 216/90) η υποχρέωση για διατροφή των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας ανήκει και στους δυο γονείς, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του καθενός. Έχουν και οι δυο υποχρέωση όπως προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των πραγματικών τους εισοδημάτων και όχι μόνο των εξόδων τους. (…) Επομένως σε υποθέσεις διατροφής των ανηλίκων τέκνων μιας οικογένειας, η οικονομική δυνατότητα του καθενός από τους γονείς δεν είναι θέμα που θα πρέπει να αποδεικνύεται από τον αιτητή ή την αιτήτρια, ανάλογα με την περίπτωση, αλλά θέμα αληθινής αποκάλυψης από τους ίδιους τους γονείς, των αντιστοίχων εισοδημάτων τους. (…)»
Περαιτέρω, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Re Η. Ηλία (1997) 1 ΑΑΔ 1372, στον καθορισμό της διατροφής σημασία έχει η οικονομική ικανότητα του υπόχρεου, όχι ότι επέλεξε να διαμορφώσει ώστε να διατηρείται σε κατάσταση αδυναμίας που να μην του επιτρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, υπάρχει δε υποχρέωση και των δύο γονέων να προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των στοιχείων που αφορούν τον καθορισμό της διατροφής.
Ως προς το άρθρο 37 του Ν. 216/90, στην υπόθεση Α. Γ. ν. Σ-Α.Τ., ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 36/2018, 7/5/2020 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«(…) Η διατροφή, σύμφωνα με την έννοια που δίδει ο νόμος, δεν καλύπτει μόνο τη δαπάνη για την τροφή. Περιλαμβάνει κάθε αναγκαία βιοτική δαπάνη όπως τροφή, στέγη, ντύσιμο, φωτισμό, θέρμανση, ψυχαγωγία, νοσηλείες και φάρμακα, συγκοινωνία, επικοινωνία, έξοδα για γενική μόρφωση και επαγγελματική εκπαίδευση. Ο νομοθέτης με την διατύπωση του Νόμου καθόρισε τόσο το πλάτος της διατροφής όσο και το επίπεδο της πάντοτε μέσα στα μέτρα του δυνατού (βλ. Κουμαντου Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 2ος Τόμος σελ. 44 κ.ε) Το μέτρο με το οποίο θα καθοριστεί η διατροφή δεν μπορεί να αποτιμάται με απόλυτους αριθμούς, ούτε αναμένεται η απόδειξη των κονδυλίων με περισσή αυστηρότητα, ενώ η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τις ανάγκες των συγκεκριμένων ενώπιον του Δικαστηρίου ατόμου (βλ. Μαρκουλίδης ν. Μαρκουλίδη κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 1386 και Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625) όπως λέχθηκε στην Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 951.»
Εξέταση της αίτησης:
Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και τα επισυνημμένα σε αυτές τεκμήρια, καθώς επίσης και την εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία των συνηγόρων των μερών.
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, σημειώνω τα ακόλουθα:
Κατ’ αρχάς, η υπό κρίση αίτηση, παρόλο που καταχωρίστηκε ως αίτηση χωρίς ειδοποίηση, διατάχθηκε από το Δικαστήριο να επιδοθεί στην άλλη πλευρά και έτσι απώλεσε τη μονομερή της υπόσταση. Ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων δεν βρίσκει έρεισμα διότι με την επίδοση της αίτησης στον Καθ’ ου η αίτηση του δόθηκε η δυνατότητα να παραθέσει τη δική του εκδοχή πριν το Δικαστήριο αποφασίσει για την έκδοση ή μη των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
Παρότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, καθηκόντως το Δικαστήριο οφείλει να τις εξετάσει. Για τους λόγους που εξηγώ, κρίνω ότι πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις αυτές.
Η Αιτήτρια, με την εναρκτήρια αίτηση, επιδιώκει τον καθορισμό της συνεισφοράς του Καθ’ ου η αίτηση στη διατροφή και συντήρηση των ανήλικων τέκνων τους, ζήτημα το οποίο εμπίπτει στον πυρήνα των διατάξεων 33(1) και 37 του Ν. 216/90 και εγείρει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Περαιτέρω, δεδομένου ότι ο Καθ’ ου η αίτηση, ως ο έτερος γονέας, φέρει εκ του νόμου υποχρέωση να συνεισφέρει στη διατροφή των ανήλικων τέκνων του, ανάλογα με τις οικονομικές του δυνατότητες, υφίσταται στον απαιτούμενο βαθμό ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, το ζήτημα της διατροφής ανηλίκων είναι άμεσα συνυφασμένο με την καθημερινή διαβίωση και την ευημερία τους. Η μη καταβολή εύλογου ποσού για τη διατροφή των ανηλίκων από πλευράς γονέα αναπόφευκτα επηρεάζει δυσμενώς τις συνθήκες διαβίωσης και την εν γένει ευημερία τους. Εξάλλου, οι ανάγκες διατροφής και συντήρησης είναι διαρκείς, τρέχουσες και επείγουσες και δεν μπορούν να αναπληρωθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Η οποιαδήποτε εθελούσια καταβολή συνεισφοράς του υπόχρεου γονέα, δεν αναιρεί αφ’ εαυτής τον κατεπείγοντα χαρακτήρα των υποθέσεων αυτής της φύσης. Σχετική είναι η απόφαση Δημοσθένους v. Δημοσθένους, Έφεση Αρ. 21/2019, 29/6/2020 στην οποία τονίστηκε ότι «(…) Η πιθανότητα διακοπής της συνεισφοράς του εφεσείοντος ανά πάσα στιγμή και για οποιοδήποτε λόγο δεν τίθεται στη βάσανο μαρτυρίας προς τούτο. Από τη στιγμή που η εφεσίβλητη διεκδίκησε δικαστική συνεισφορά υπό το φως της απομάκρυνσης του εφεσείοντος από τη συζυγική οικία, παραμένει αυτονόητο ότι είτε συναινετικά, είτε διά αποφάσεως μετά από ακρόαση, ένα διάταγμα μέσω Δικαστηρίου, είναι απαραίτητο, προς διασφάλιση των βασικών αναγκών των ανηλίκων».
Προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση στη βάση πάντοτε των αναγκών των ανηλίκων και των οικονομικών δυνάμεων των υπόχρεων γονέων.
Όπως έχει αναγνωριστεί στη νομολογία, κατά το στάδιο εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά ευρήματα επί διαφιλονικούμενων ζητημάτων, αλλά σε μια σφαιρική εκτίμηση των δεδομένων που τίθενται ενώπιον του. Σχετικά με αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης, παραπέμπω στην απόφαση Κυριακίδης ν. Θεμιστοκλέους, Εφ.18/19, ημερ.3.12.2020, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Εν προκειμένω όμως επρόκειτο για αίτηση προς έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος διατροφής μέχρι την τελική εκδίκαση της εναρκτήριας, κυρίως αίτησης. Το δικαστήριο δεν θα μπορούσε, όπως και δεν το έπραξε, να προβεί σε τελικά ευρήματα αναφορικά με το ύψος των εισοδημάτων των διαδίκων ή τις ανάγκες των τριών ανηλίκων. Στην υπόθεση Αποστόλου ν. Ιωάννου (2012) 1 ΑΑΔ 604 υποδείχθηκαν τα εξής σε σχέση με τις ενδιάμεσες διαδικασίες όπως η παρούσα:
«Εκείνο το οποίο πρέπει ξανά εδώ να υπενθυμισθεί είναι η πραγματική φύση της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Με αυτή δεν κρίνονται τελικά και ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων έτσι µε αυστηρούς κανόνες απόδειξης να αξιολογηθεί η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, να εξαχθούν τελικά ευρήματα και να κατανεμηθούν δικαιώματα και υποχρεώσεις».
Οι ανάγκες των ανηλίκων, όπως προβάλλονται από την Αιτήτρια, ανέρχονται περί το ποσό των €1.800 μηνιαίως, ενώ ο Καθ’ ου η αίτηση τις προσδιορίζει περί το ποσό των €1.200 μηνιαίως. Οι διάδικοι, αποδέχονται, κατά βάση, τις ίδιες κατηγορίες αναγκών των ανηλίκων, περιλαμβανομένων τόσο των βασικών δαπανών διαβίωσης όσο και των εκπαιδευτικών και εξωσχολικών δραστηριοτήτων τους. Ωστόσο, ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβητεί ότι ορισμένα κονδύλια, όπως τα έξοδα καθαρίστριας, αυτοκινήτου και σκύλου, αποτελούν ανάγκες των ανηλίκων, ενώ προβάλλει ότι οι δαπάνες για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και οδοντίατρο καλύπτονται από το ΓεΣΥ. Περαιτέρω, ως προς επιμέρους κονδύλια, όπως η διατροφή, η ένδυση και υπόδηση, το ρεύμα, το διαδίκτυο, η βενζίνη, η ψυχαγωγία, ο κουρέας και η γραφική ύλη, η διαφωνία των διαδίκων περιορίζεται στο εύλογο ύψος τους. Διαφωνία υφίσταται επίσης ως προς τη δαπάνη για τη δασκάλα του Χ-Ο.Π. με τον Καθ’ ου η αίτηση να υπολογίζει το σχετικό κόστος για 9 μήνες και την Αιτήτρια για 10 μήνες. Αντιθέτως, για τα μαθήματα ελληνικών του Δ-Μ.Π. ο Καθ’ ου η αίτηση αποδέχεται ότι το κόστος υπολογίζεται για 10 μήνες χωρίς να εξηγεί που έγκειται η διαφορά. Ως προς τις υπόλοιπες κατηγορίες δαπανών, δεν προκύπτει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων.
Όπως έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί στη νομολογία, το Δικαστήριο ως προς τα έξοδα διατροφής ανηλίκου, δεν δεσμεύεται από τη μαρτυρία των διαδίκων, αλλά έχει καθήκον να εντοπίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την ικανοποίηση των αναγκών διατροφής και συντήρησης (βλ. Mαρκουλίδης ν. Mαρκουλίδη κ.ά. (1998) 1 ΑΑΔ 1386). Η κοινή λογική και η πείρα της ζωής είναι παράγοντες οι οποίοι διαδραματίζουν ρόλο στην καλύτερη αντίληψη των γεγονότων προς αντιμετώπιση των πραγματικών αναγκών συγκεκριμένων ατόμων (βλ. Παναγιώτου ν. Σφικτού (2001) 1 Α.Α.Δ. 625). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες που να οδηγούν σε υπολογισμό με σεντ, αλλά θα πρέπει να σταθμίζει τις ανάγκες και να καταλήγει σε συμπεράσματα που να επιφέρουν όσο το δυνατό, τα ανήλικα τέκνα σε μια πλησιέστερη κατάσταση, όπως θα ήταν εάν οι γονείς τους ζούσαν μαζί (βλ. Κορελλίδης ν. Κορελλίδη (2012) 1 ΑΑΔ 1975). Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται και όταν το Δικαστήριο εξετάζει την έκδοση προσωρινού διατάγματος διατροφής.
Μία εκ πρώτης όψεως εξέταση των κονδυλίων που περιλαμβάνονται στον πίνακα εξόδων της Αιτήτριας καταδεικνύει ότι ορισμένα από αυτά υπερβαίνουν το μέτρο του εύλογου, όπως η σίτιση, η ένδυση και η υπόδηση ενώ άλλα, όπως τα έξοδα αυτοκινήτου, η καθαρίστρια και τα έξοδα κατοικίδιου, δεν μπορούν να θεωρηθούν, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, ότι συνιστούν άμεσες ανάγκες των ανηλίκων. Η οριστική κρίση ως προς το κατά πόσον οι εν λόγω δαπάνες δύνανται να συνυπολογισθούν καθώς και ως προς το εύλογο ύψος τους θα αποτελέσει αντικείμενο της εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης. Δεν παραγνωρίζω, ωστόσο, ότι σύμφωνα με την υφιστάμενη κατάσταση, η Αιτήτρια εξακολουθεί να έχει την καθημερινή φροντίδα των ανηλίκων κατά το μεγαλύτερο μέρος κάθε μήνα και συνακόλουθα επωμίζεται σημαντικό μέρος των καθημερινών δαπανών που συνδέονται με τη διαβίωση και ανατροφή τους. Υπενθυμίζω ότι δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να προβεί το Δικαστήριο σε ακριβή ευρήματα σε σχέση με τις ανάγκες των ανηλίκων. Αρκεί ότι πρόκειται για δύο παιδιά ηλικίας 13 και 11 ετών και το Δικαστήριο καλείται να σταθμίσει το εύλογο των κονδυλίων που απαιτούνται για την κάλυψη των αναγκών τους.
Διάσταση υπάρχει και στις θέσεις των διαδίκων ως προς τα εισοδήματα και τις οικονομικές τους δυνατότητες. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι λαμβάνει από την εργασία της το ποσό των €1.680 (καθαρά) το μήνα και έχει επιπρόσθετο εισόδημα από περιστασιακές γραφιστικές εργασίες που αναλαμβάνει, το οποίο δεν είναι σταθερό. Για το έτος 2025 έλαβε συνολικά το ποσό των €5.000 και για τους πρώτους 5 μήνες του έτους 2026, το ποσό των €450. Λαμβάνει επίσης επίδομα τέκνου ύψους €957 ετησίως ενώ δεν λαμβάνει στο παρόν στάδιο επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας. Από την άλλη ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι λαμβάνει από την εργασία του το ποσό των €1.080 (καθαρά) το μήνα και έχει επίσης επιπρόσθετο εισόδημα από δική του εργασία στην οποία απασχολείται μερικώς, το οποίο εκτιμά στα €400 περίπου το μήνα. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έχει ή μπορεί να έχει οποιαδήποτε εισοδήματα από την ενοικίαση του ακινήτου στην Ελλάδα.
Το μόνο εκ των εισοδημάτων των διαδίκων που γίνεται παραδεκτό είναι ο μηνιαίος μισθός που λαμβάνει η Αιτήτρια από την εργασία της. Κατά τα λοιπά οι διάδικοι αμφισβήτησαν έντονα ο ένας την ορθότητα και την αλήθεια των εισοδημάτων του άλλου. Στα εισοδήματα της Αιτήτριας δεν μπορεί να συμπεριληφθεί το επίδομα τέκνου το οποίο σύμφωνα με τη νομολογία λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό των αναγκών των ανηλίκων (βλ. ΜΑΡΚΟΥ v. KUZICHAVA ΜΑΡΚΟΥ, Έφεση Αρ. 22/2019, 24/6/2021). Επίσης, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη το επίδομα μονογονεϊκής οικογένειας το οποίο είναι κοινώς παραδεκτό ότι η Αιτήτρια δεν λαμβάνει στο παρόν στάδιο. Οι διάδικοι παραδέχονται ότι κατά το διάστημα που συμβίωναν, κατέβαλλαν εξ ημισείας όλα τα έξοδα, όχι μόνο των ανηλίκων αλλά και του νοικοκυριού, ανεξαρτήτως της διαφωνίας τους ως προς το ποιο ήταν το ύψος των εξόδων αυτών. Επαναλαμβάνω, ότι το Δικαστήριο δεν θα καταλήξει στο παρόν στάδιο σε ευρήματα ως προς τα θέματα αυτά, διότι τούτο θα ισοδυναμούσε με διάγνωση της ουσίας της διαφοράς. Αρκεί ότι αμφότεροι οι διάδικοι διαθέτουν εισοδήματα τόσο από τη βασική εργασία τους όσο και από τις επιπρόσθετες εργασίες που έκαστος διενεργεί καθώς και οικονομικές δυνατότητες που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ως προς το κατά πόσο οι διάδικοι υπήρξαν ειλικρινείς ή όχι σε σχέση με την αποκάλυψη των εισοδημάτων τους, περιορίζομαι να αναφέρω ότι η στάση τους δεν εξουδετερώνει την ανάγκη ρύθμισης διατροφής (βλ. Δημοσθένους v. Δημοσθένους (ανωτέρω)).
Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι, για σκοπούς προσωρινού διατάγματος, το ποσό των €600 μηνιαίως ως συνεισφορά του Καθ’ ου η αίτηση στη διατροφή των ανηλίκων είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις και εντός των οικονομικών του δυνατοτήτων.
Σε σχέση με την έναρξη της υποχρέωσης του Καθ’ ου η αίτηση, παραπέμπω στην υπόθεση Γ.Μ. v. Β.Σ.. ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 23/2022. 1/6/2023 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Σε κάθε περίπτωση, διαταγή για αναδρομική ισχύ είναι καλύτερα να εκδίδεται στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης Διατροφής, όπου αξιοποιούνται όλα τα δεδομένα που βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι στις περιπτώσεις των προσωρινών διαταγμάτων τα οποία στοχεύουν στην κάλυψη άμεσων και επείγουσων αναγκών.»
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι το παρόν διάταγμα θα πρέπει να ισχύει από την 01/08/2026.
Κατάληξη:
Συνακόλουθα, εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση διατάσσεται να καταβάλλει στην Αιτήτρια το ποσό των €600 μηνιαίως από 01/08/2026 και κάθε αντίστοιχη ημέρα κάθε επόμενου μήνα, ως συνεισφορά του στη τη διατροφή και συντήρηση των ανήλικων τέκνων του Δ-Μ.Π. και Χ-Ο.Π., ήτοι €300 για έκαστο τέκνο.
Το παρόν διάταγμα ισχύει μέχρι περατώσεως της εναρκτήριας αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος, επιδικάζονται κατά το ήμισυ υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας οπότε και θα είναι πληρωτέα.
(Υπ.) ………………………
Μ. Παναγιώτου. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καταχωρίστηκε στις 10/03/2026 ώρα 13:16.
[2] Καταχωρίστηκε στις 30/03/2026 ώρα 21:47.
[3] Καταχωρίστηκε στις 06/05/2026 ώρα 13:11.
[4] Καταχωρίστηκε στις 18/05/2026 ώρα 19:53.
[5] Βλ. Οδυσσέως v. Pieris Estates (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Κυτάλα κ.ά. v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 255, M. Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. Timberland (1997) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ. ά. (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, ΚΟΖΑΚΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. E127/2013, 13/6/2019 κ.α.
[6] Βλ. Μιχαήλ Γαβριέλλα Βαλεντίνα (Αρ. 3) (2012) 1 ΑΑΔ 1943, Στυλιανού Δέσπω ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2015) 1 ΑΑΔ 2672.
[7] Βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograska Banka D.D. (1999) 1 (A) Α.Α.Δ. 225, 236.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο