Φ.Ν. ν. Χ.Ν., Αρ. Αίτησης? 1/2019, 12/6/2026
print
Τίτλος:
Φ.Ν. ν. Χ.Ν., Αρ. Αίτησης? 1/2019, 12/6/2026

ΣΤΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Ενώπιον:  Χ. Πογιατζή Δ. Οικ. Δ.                           

                                                                                                    Αρ. Αίτησης։ 1/2019                                                                                                                                         

Μεταξύ                                 

                                                         Φ.Ν., από τη Λεμεσό

                                                                                            Αιτήτριας

                                                     -και-

                                           Χ.Ν., από τη Λεμεσό

                                                                                           Καθ’ ου η Αίτηση 

 

Ημερομηνία: 12/06/2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κ. Α. Χαραλάμπους και κ. Κ. Αντρέου

Για τον Καθ' ου η αίτηση: κ. Δ. Παπαχρυσοστόμου και κα Γ. Βλαδιμήρου

 

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

(Ένσταση κατά της αποδοχής αποσπασμάτων γραπτής δήλωσης-αποδεκτότητα και σχετικότητα μαρτυρίας)

 

1.    Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης της Αιτήτριας, επιχειρήθηκε η κατάθεση ως τεκμηρίου της γραπτής δήλωσης της εν λόγω μάρτυρος στην βάση του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου. Η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση αμέσως υπέβαλε την ένσταση της κατά τον χρόνο κατάθεσης της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος ως τεκμηρίου, υποστηρίζοντας ότι ένα μεγάλο μέρος των θέσεων και ισχυρισμών που αυτή εμπεριέχει, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο με βάση τους κανόνες απόδειξης, αφού δεν έχει δικογραφηθεί και δεν σχετίζεται με τα επίδικα θέματα, ενώ ένα μέρος τους δεν αποτελεί ουσιαστικά επίδικο θέμα και άρα δεν μπορεί να επιτραπεί η έκδοση ενός διατάγματος το οποίο δεν εξειδικεύεται στις αιτούμενες θεραπείες της αίτησης της Αιτήτριας και ούτε μπορεί να στηριχθεί σε αυτές.

 

2.    Το Δικαστήριο ακολουθώντας την διαδικαστική πρακτική που καθιερώθηκε σε σχέση με την επίλυση εντάσεων επί γραπτών δηλώσεων από τον Π.Ε.Δ. Κληρίδη (όπως ήταν τότε) στην Αγωγή 849/2003, 1. Ν. Βλίττης κ.α. ν. 1.Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. κ.α., 9/11/2007, άκουσε τα μέρη πριν την κατάθεση της εν λόγω δήλωσης, ώστε να αποφασίσει αν θα επιτρέψει ολόκληρη την κατάθεση της εν λόγω δήλωσης ή μέρους της.

 

3.     Στην εν λόγω απόφασή του, ο κ. Κληρίδης, συνόψισε τις αρχές επίλυσης ενστάσεων αναφορικά με την αποδεκτότητα ως ακολούθως:

 

«1.         Ενστάσεις που σχετίζονται με το αποδεκτό ή μη μαρτυρίας στη δίκη θα πρέπει να υποβάλλονται και αποφασίζονται κατά κανόνα κατά το χρόνο προσαγωγής της μαρτυρίας.  Η μη επίλυση θεμάτων παραδεκτού μαρτυρίας για την οποία υποβάλλεται ένσταση και η άφεση της απόφασης για το θέμα κατά την τελική απόφαση, αποτελεί παράβαση των προνοιών της Δ.38, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πλήττει  καίρια τη διαδικασία η οποία υπόκειται σε ακύρωση  (Βλ.  Κυριάκος Βίκτωρος ν. Χρ.Χριστοδούλου [1992] 1 ΑΑΔ 512).

 

2.           Εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (Βλ. Μahattou v. Viceroy Shipping [1981] 1 CLR 335 και Lefkaritis Bros v. Τanya Shipping [1994] 1 ΑΑΔ 231).

 

4.    Το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα όπως αποδεχόμενο την εισαγωγή σαν μαρτυρίας του περιεχομένου ενός εγγράφου, κάνει αποδεκτό μόνο ένα μέρος του εγγράφου και αγνοήσει ή διαγράψει άλλο ή άλλα μέρη του εγγράφου που περιέχουν μη αποδεκτή μαρτυρία.  Όπως είχε επιβεβαιωθεί  και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μούρτζινος ν. Πλοίου  "Galaxia" κ.α. [1987] 1 CLR 43) μια ένορκη δήλωση η οποία ήταν αποδεκτή σαν μαρτυρία ως «έγγραφη δήλωση» που ικανοποιούσε τις προϋποθέσεις του Α.4 του τότε ισχύοντος περί Αποδείξεως νόμου, μπορούσε να γίνει αποδεκτή ως προς το υπόλοιπο της μέρος, αφού αγνοηθεί κάποιο μέρος της δήλωσης που συνιστούσε απαράδεκτη μαρτυρία. Κατά τον ίδιο λοιπόν τρόπο, πιστεύω ότι και με βάση το νέο Α.25  του περί Αποδείξεως Νόμου, που κατέστησε δυνατή την αποδοχή μαρτυρίας μέσω έγγραφης κατάθεσης / δήλωσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει αν το περιεχόμενο της δεν προσκρούει  σε κανόνα αποκλεισμού μαρτυρίας και αν ναι, να μην την αποδεχθεί, είτε εν όλω είτε εν μέρει».

 

5.    Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο εν προκειμένω αφού άκουσε τις θέσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών και αφού εφοδιάστηκε με αντίγραφο του κειμένου της υπό κατάθεση 25σέλιδης γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, ανέβαλε την ακρόαση της παρούσης σε μία σύντομη ημερομηνία, ούτως ώστε να μελετήσει δεόντως και επιμελώς τα ζητήματα που ηγέρθηκαν και να είναι σε θέση να αποφασίσει επί του ζητήματος με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

 

6.    Στην αγόρευση του, ο συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση εισηγήθηκε την διαγραφή των παραγράφων Α1-30, 31(Α), (Β) και (Γ)(στ)-(ζ), 32, 37 και 38 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, με κύριο επιχείρημα ότι οι εν λόγω παράγραφοι δεν δύναται να συμπεριληφθούν αφού δεν δικογραφούνται επ’ ουδενί στην αίτηση της Αιτήτριας, αλλά ούτε σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, παραπέμποντας σε σχετικές νομοθετικές διατάξεις αλλά και στην νομολογία. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στα δικόγραφα της Αιτήτριας δικογραφούνται μόνο η ημερομηνία του γάμου, η γέννηση του παιδιού που απέκτησαν οι διάδικοι καθώς και η ημερομηνία της διάστασης. Επιπρόσθετα, ο συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση υποστήριξε ουσιαστικά ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις μέσα από τις εν λόγω παραγράφους της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος δεν μπορούν να υποστηριχθούν από τις αιτούμενες θεραπείες και αξιώσεις της Αιτήτριας οι οποίες περιορίζονται μόνο στα δύο διαμερίσματα στην Λεμεσό αλλά και το διαμέρισμα στην Αθήνα.

 

7.    Στον αντίποδα, ο συνήγορος της Αιτήτριας ουσιαστικά υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες παράγραφοι για τις οποίες ενίσταται η άλλη πλευρά στην συμπερίληψη τους στην γραπτή δήλωση της μάρτυρος, αποτελούν ουσιώδη μαρτυρία για την οποία δεν χρειάζεται ρητή δικογράφηση τους, ενώ παρέπεμψε σε συγκεκριμένες παραγράφους των δικογράφων της Αιτήτριας, ούτως ώστε να εξηγήσει ότι ένα μεγάλο μέρος των θέσεων που προβάλλει η μάρτυρας αφορούν εν τέλει δικογραφημένους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, αποτέλεσε θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας πως η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση θα μπορούσε να ζητήσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και δεν το έχει πράξει. Καταληκτικά, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετικές αποφάσεις επί του θέματος.

 

8.    Τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προς υποστήριξη των θέσεων τους, έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε περαιτέρω ανάλυση ή επανάληψη τους στα πλαίσια της παρούσης. Θα αρκεστώ να αναφέρω ότι οι θέσεις και εισηγήσεις τους, έχουν μελετηθεί με επιμέλεια από το Δικαστήριο και λαμβάνονται δεόντως υπόψη.

 

9.    Με βάση το δίκαιο της απόδειξης, μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή αν πληρούνται όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις που να την καθιστούν αποδεκτή μαρτυρία η οποία προσάγεται για την απόδειξη επίδικων γεγονότων και ισχυρισμών και δεν καλύπτεται από κάποιο προνόμιο. Σχετική, είναι κάθε μαρτυρία η οποία δύναται να βοηθήσει το Δικαστήριο στην επίλυση των επίδικων θεμάτων.

 

10.  Όπως έχει νομολογηθεί, η διαδικασία της κατάθεσης της γραπτής δήλωσης ενός μάρτυρα δεν αμβλύνει την αναγκαιότητα τήρησης των κανόνων απόδειξης, αναφορικά με την σχετικότητα και την αποδεκτότητα της μαρτυρίας αλλά και των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Ούτε βέβαια παρέχει απεριόριστο δικαίωμα σε ένα μάρτυρα να καταθέτει οτιδήποτε επιθυμεί, κυρίως αν αυτό αντιστρατεύεται τους κανόνες απόδειξης. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώνει μία τέτοια εναντίωση στους αποδεικτικούς κανόνες, εξετάζει adhoc το ζήτημα και δικαιούται να διατάξει την διαγραφή τέτοιων ισχυρισμών και μαρτυρίας από την γραπτή δήλωση ενός μάρτυρα, αφού εκδώσει σχετικό αιτιολογημένο ruling. Ακόμα και στην περίπτωση που δεν προβληθεί κάποια ένσταση, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αγνοήσει μία τέτοια μαρτυρία και να ενεργήσει μόνο στην βάση της αποδεκτής και σχετικής μαρτυρίας η οποία περιλαμβάνεται στην γραπτή δήλωση του μάρτυρα.

 

11.  Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η μαρτυρία η οποία πρέπει να αγνοείται, ως εκτός των εγγράφων προτάσεων, είναι η μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει ισχυρισμούς του διαδίκου οι οποίοι, αν και είναι απαραίτητοι για τη στοιχειοθέτηση, ανάλογα με την περίπτωση, της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή της ανταπαίτησής του, εν τούτοις δεν προβάλλονται (βλ. Μάριος Αντωνίου ν. Ζήνωνα Χρυσάνθου (2003) 1Β ΑΑΔ 789). Είναι ανεπίτρεπτη η επίλυση θεμάτων που δεν είναι επίδικα και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας (βλ. Βοσκού ν. Ζήνωνος (2003) 1Β ΑΑΔ 695, Charalambous v. Metalco Ltd (1982) 1 AAΔ 636, Παπακοκκίνου ν. Θεοδοσίου (1991) 1 ΑΑΔ 379 και Λυσιώτης ν. Αχιλλέως (1998) 1 ΑΑΔ 1567).

 

12.  Οφείλω να επισημάνω, ότι ο αποκλεισμός μαρτυρίας, αποτελεί ένα δύσκολο εγχείρημα, επειδή εγκυμονεί τον κίνδυνο να μην τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό για το οποίο στο στάδιο της αξιολόγησης του να διαπιστωθεί ότι ενδεχομένως να ήταν χρήσιμο και βοηθητικό στην κρίση του Δικαστηρίου επί των επίδικων θεμάτων. Θα πρέπει θεωρώ να δίδεται η ευκαιρία στους διαδίκους να τεκμηριώνουν την εκδοχή τους, παρουσιάζοντας την μαρτυρία που επιθυμούν, η οποία όμως θα πρέπει να συνάδει με τα δικόγραφα, τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και τους κανόνες απόδειξης. Είναι επίσης η θέση του Δικαστηρίου ότι, παρότι η κρίση για αποδοχή ή αποκλεισμό μίας μαρτυρίας αποτελεί αυστηρά νομικό ζήτημα, εντούτοις αυτή αξιολογείται σε συνάρτηση με τα πραγματικά δεδομένα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση ξεχωριστά.

 

13. Έχοντας αυτά κατά νου, προχωρώ να εξετάσω την ουσία της ένστασης. Αρχικά, να επισημάνω ότι έχω διέλθει προσεκτικά τόσο των επίμαχων παραγράφων της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, όσο και του συνόλου των δικογράφων της υπό εκδίκαση υπόθεσης.

 

14.  Αρχικά, μελετώντας το περιεχόμενο των παραγράφων αρ. Α1-29 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, έχω διαπιστώσει ότι σε αυτές περιγράφονται πληθώρα ισχυρισμών της μάρτυρος σε σχέση με το ιστορικό της σχέσης των διαδίκων, την σύναψη του γάμου τους, την απόκτηση του τέκνου τους, την σχέση τους με τα παιδιά από τους προηγούμενους γάμους τους και την συγκατοίκηση τους στην οικογενειακή εστία, τις θέσεις της Αιτήτριας περί φροντίδας των παιδιών των διαδίκων και της κάλυψης των εξόδων διατροφής και συντήρησης τους και όχι μόνο, την φροντίδα και συντήρηση της οικίας που διέμεναν αλλά και του εξοχικού που διατηρούσαν, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριοποίησης και της τότε οικονομικής κατάστασης των ίδιων των διαδίκων.

 

15.  Καθίσταται προφανές ότι όλες σχεδόν οι εν λόγω παράγραφοι της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος αφορούν τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας οι οποίοι συνδέονται ουσιωδώς και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και γεγονότα και που είναι βέβαια λογικώς αποδεικτικά συγκεκριμένων δικογραφημένων ισχυρισμών και περιστατικών τα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων στις παραγράφους αρ. 6 (στ) και 7 της Αίτησης της Αιτήτριας. Συνεπώς, είναι η θέση του Δικαστηρίου πως οι εν λόγω ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στις προαναφερόμενες παραγράφους της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος δικογραφούνται και προφανώς αφορούν ζητήματα ουσίας τα οποία εξετάζονται σε μία υπόθεση επίλυσης περιουσιακών διαφορών, όπως η ισχυριζόμενη συνεισφορά της Αιτήτριας μέσω της φροντίδας της οικογενειακής εστίας αλλά και της φροντίδας των μελών της οικογένειας, όπως επιτάσσει η καθοδηγητική νομολογία. Εξάλλου, ο  ισχυρισμός περί φροντίδας της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας, θα πρέπει να τεκμηριώνεται με μαρτυρία όταν μάλιστα αμφισβητείται από την άλλη πλευρά (βλ. G.L. v. G.A. Εφ. Αρ. 5/2023, ημερομηνίας 04/07/2024).

 

16.  Δεν μπορώ να υιοθετήσω την θέση του συνηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση ότι όλοι οι αναφερόμενοι ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στις παραγράφους Α1-29 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος δεν δικογραφούνται, διότι θεωρώ πως γενικά τα δικόγραφα δεν προσφέρονται για παράθεση ολόκληρης της μαρτυρίας και ούτε απαιτείται ρητή αναφορά στα δικόγραφα εν προκειμένω, αφού αυτό θα γίνει κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, όπως επιτάσσει και η σχετική νομολογία. (Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Γεωργίου ν. Ακίνητα Χρίστου Ψάλτη, Π.Ε. 173/2006 ημερομηνίας 24/10/2008). Νοείται ότι η δικαστική διαδικασία αναμφίβολα διεξάγεται στη βάση των δικογράφων που καθορίζουν τα επίδικα θέματα, τα οποία περιλαμβάνουν ισχυρισμούς ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όμως εν προκειμένω δεν θεωρώ πως αναμένεται δικογράφηση κάθε επιμέρους γεγονότος που αφορά την υπό εξέταση αίτηση, ούτε βέβαια τα δικόγραφα υποκαθιστούν την μαρτυρία που θα παρατεθεί από τους μάρτυρες της κάθε πλευράς. Συνεπώς, δεν διαβλέπω οποιοδήποτε ικανοποιητικό λόγο ώστε να αποκλειστεί εκ προϊμίου μία τέτοια μαρτυρία η οποία περιλαμβάνεται στις προαναφερόμενες παραγράφους και η οποία μάλιστα ενδέχεται να διαφωτίσει καλύτερα, πιο σφαιρικά και ολοκληρωμένα το Δικαστήριο σε σχέση με τις ουσιώδεις πτυχές και τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης.

 

17.  Σε κάθε περίπτωση όμως, έχω διαπιστώσει ότι μερικοί από τους ισχυρισμούς και θέσεις που διαλαμβάνονται στις πιο πάνω παραγράφους της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, δεν σχετίζονται καθόλου με τα επίδικα θέματα και δεν θα πρέπει να συμπεριληφθούν σε αυτήν. Ειδικότερα, θεωρώ ότι οι παράγραφοι υπό Α18, 21, 26, 27 και 29 (α)-(δ) της υπό κατάθεση γραπτής δήλωσης της μάρτυρος αφορούν ισχυρισμούς της Αιτήτριας οι οποίοι είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα αλλά και με τα δικόγραφα των διαδίκων, ενώ σε κάθε περίπτωση αφορούν μεταξύ άλλων προσωπικά σχόλια και επιχειρήματα προσωπικής γνώμης της Αιτήτριας και όχι μαρτυρία γεγονότων. Ειδικότερα, οι εν λόγω παράγραφοι αφορούν επί το πλείστο τις διαπροσωπικές σχέσεις της Αιτήτριας και του Καθ’ ου η Αίτηση με την προηγούμενη σύζυγο του και τα παιδιά που απέκτησαν αλλά και την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας με αυτά, τις προσωπικές συνήθειες και νοοτροπίες του Καθ’ ου η Αίτηση κατά την διάρκεια των διακοπών των διαδίκων και την στάση του προς τα παιδιά τους, αλλά και την σχέση του Καθ’ ου η Αίτηση με το ευρύτερο στενό οικογενειακό του περιβάλλον.

 

18.  Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι οι παράγραφοι Α18, 21, 26, 27 και 29 (α)-(δ) θα πρέπει να διαγραφούν από την γραπτή δήλωση της μάρτυρος, αφού δεν σχετίζονται ουσιωδώς με τα επίδικα θέματα και γεγονότα, ενώ αφορούν ζητήματα που άπτονται επί το πλείστο ζητημάτων άσκησης της γονικής μέριμνας των τέκνων του Καθ’ ου η Αίτηση από προηγούμενους γάμους του, αλλά και τις σχέσεις του με τις πρώην συζύγους του και με την Αιτήτρια, καθώς και με το στενό του οικογενειακό περιβάλλον.

 

19.  Αναφορικά με την παράγραφο Α30 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρός, διαπιστώνω μελετώντας τους ισχυρισμούς που διαλαμβάνονται σε αυτήν, ότι περιλαμβάνονται ουσιώδεις θέσεις και γεγονότα από την πλευρά της, οι οποίες ουσιαστικά επικεντρώνονται στο είδος και το ύψος της φερόμενης συμβολής και συνεισφοράς της στην αύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση. Ειδικότερα, μέσα από την παράγραφο 30 (α)-(θ) της γραπτής δήλωσης της, η μάρτυρας περιγράφει σειρά από ισχυρισμούς όπως την παραχώρηση της ανώγειας κατοικίας της στο Καθ’ ου προς ενοικίαση και την διαμονή των παιδιών του σε αυτήν χωρίς να καταβάλλει ενοίκιο, την παροχή υπηρεσιών φροντίδας στο σπίτι για όλη την οικογένεια, την φερόμενη συνεισφορά της στην επαγγελματική δράση του πρώην συζύγου της με διάφορους τρόπους, την παροχή νομικών συμβουλών και υπηρεσιών στον Καθ’ ου η Αίτηση και σε εταιρεία παροχής υπηρεσιών χωρίς η ίδια να αμείβεται, αλλά και την χρηματική της συμβολή στα οικογενειακά έξοδα και στις δανειοδοτήσεις που προέβη για να αγοράσουν διάφορα ακίνητα κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, με παραχώρηση υποθηκών επί των ακινήτων της.

 

20.  Έχω διαπιστώσει ότι οι ισχυρισμοί της μάρτυρος οι οποίοι καταγράφονται στην παράγραφο 30 (α)-(θ) της γραπτής δήλωσης της, αφορούν μαρτυρία η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα και βέβαια είναι λογικώς αποδεικτικά συγκεκριμένων δικογραφημένων ισχυρισμών και περιστατικών τα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων σε πιο γενική μορφή στις παραγράφους αρ. 5, 6 (α), (β), (δ), (στ), (ζ) και 7 της Αίτησης της Αιτήτριας. Κρίνω συνεπώς, ότι αφορούν σχετικά ζητήματα με την υπό εξέταση υπόθεση τα οποία εξετάζονται σε μία υπόθεση επίλυσης περιουσιακών διαφορών και τα οποία επικεντρώνονται σε ισχυρισμούς για άμεση ή έμμεση μορφή συνεισφοράς και συμβολής του ενός συζύγου προς τον άλλο, όπως εν προκειμένω η παροχή υπηρεσιών φροντίδας της οικογενειακής εστίας και η πληρωμή εξόδων για την οικογένεια, η βοήθεια στο επάγγελμα του άλλου συζύγου, η χρηματική συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του έτερου συζύγου αλλά και η ανάληψη προσωπικών υποχρεώσεων και εξασφαλίσεων προς απόκτηση ακινήτων προς όφελος και των δύο συζύγων.

 

21.  Συνεπώς, σταθμίζοντας τα ενώπιον μου στοιχεία, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να αποκλειστούν τα σημεία και οι προαναφερόμενες παράγραφοι που εισηγείται η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση στο παρόν στάδιο, αφού εξάλλου οι θέσεις των διαδίκων θα εξεταστούν δεόντως και ενδελεχώς κατά το κατάλληλο στάδιο. Εξάλλου, ο συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση θα έχει την ευκαιρία να αντεξετάσει επί του περιεχομένου της γραπτής δήλωσης της εν λόγω μάρτυρος και να κλονίσει την αξιοπιστία των εν λόγω ισχυρισμών της, προβάλλοντας την δική του εκδοχή γεγονότων αλλά και θέσεων.

 

22.  Υπεισέρχομαι τώρα στην ένσταση επί των παραγράφων 31Α και 31Β της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος. Αρχικά, παρατηρώ ότι μέσα από τις προαναφερόμενες παραγράφους καταγράφονται διάφοροι ισχυρισμοί οι οποίοι αφορούν την αγορά του διαμερίσματος στην Αθήνα συνιδιοκτησίας των διαδίκων αλλά και της οικίας στον Μονιάτη κατά τον χρόνο της έγγαμης συμβίωσης τους και πριν τον χρόνο της διάστασης τους. Εμπεριέχονται ακόμα διάφοροι ισχυρισμοί της Αιτήτριας για τον τρόπο απόκτησης των εν λόγω ακινήτων, τα ποσά που καταβλήθηκαν, την δανειοδότηση που λήφθηκε, πως πληρωνόταν το δάνειο και από ποιόν, την μορφή και το είδος της συμβολής της στην απόκτηση τους, αλλά και τα χρέη που δημιουργήθηκαν τα οποία και οδήγησαν στον πλειστηριασμό και των δύο ακινήτων από τις τράπεζες.

 

23.  Αρχικά, να επισημάνω ότι τα εν λόγω δύο ακίνητα, κατά κοινή παραδοχή των διαδίκων έχουν εκποιηθεί και δεν αποτελούν πλέον αντικείμενο αξίωσης τους, κυρίως μέσα από την ανταπαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση, όπως καταγράφηκε με δήλωση του συνηγόρου του στα πρακτικά του Δικαστηρίου κατά την προηγούμενη δικάσιμο. Διαπιστώνω επίσης, ότι και οι δύο διάδικοι προέβησαν σε ρητή αναφορά στα δικόγραφα τους σε σχέση με τα δύο ακίνητα, ήτοι η Αιτήτρια εν μέρει στην παράγραφο αρ. 3(γ) και (δ) της αίτησης της, αλλά και ο Καθ’ ου η Αίτηση πιο εκτεταμένα στις παραγράφους αρ. 18, 19, 20 και 26 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του.

 

24.  Παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις και παρά την άποψη ότι τα εν λόγω ακίνητα δεν αποτελούν πλέον αντικείμενο της παρούσης υπόθεσης, άρα οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά μέσα από την μαρτυρία που θα παρατεθεί είναι πλέον άσχετη με τα επίδικα θέματα και τις αιτούμενες θεραπείες των διαδίκων, εν τούτοις θεωρώ ότι η συμπερίληψη των παραγράφων 31Α και 31Β στην γραπτή δήλωση της μάρτυρος ενδέχεται να καταστεί χρήσιμη ή διαφωτιστική για το Δικαστήριο, στην προσπάθεια του να εξεύρει την τελική περιουσία των διαδίκων και ιδίως το ενεργητικό και παθητικό της κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους.

 

25.  Όπως εξάλλου υποδείχθηκε στην σχετική νομολογία, για τον υπολογισμό της αύξησης της περιουσίας των διαδίκων, είναι επιβεβλημένη η σύγκριση ανάμεσα στην αρχική και την τελική περιουσία τους, δηλαδή θα πρέπει να αποτιμηθούν δύο περιουσίες, η αρχική και η τελική, και η σύγκριση τους που αποτελεί την αύξηση, αποτιμάται σε χρηματική αξία. Όπως επισημάνθηκε στην καθοδηγητική απόφαση Α. Ορφανίδης v. N. Ορφανίδη, (1993) 1 ΑΑΔ 179, 189։ «(β) Αντικείμενο του διαμοιρασμού δεν είναι, όπως στο Αγγλικό δίκαιο, το περιουσιακό στοιχείο αφ΄ εαυτού, αλλά η αύξηση της περιουσίας εκάτερου των συζύγων μετά το γάμο. Επομένως, αφετηρία για την επίλυση διαφορών αυτής της φύσης αποτελεί η διαπίστωση των περιουσιακών στοιχείων των συζύγων κατά το χρόνο του γάμου. Σε δεύτερο στάδιο, έρχεται η διαπίστωση της αύξησης, (αν υπάρχει), και σε τρίτο η προέλευση της αύξησης και η συνάρτησή της με τη συνεισφορά του ετέρου των συζύγων στην πραγμάτωσή της». Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την σχετική νομολογία, για να αποδειχθεί η καθαρή αξία της περιουσίας των διαδίκων, προαπαιτούμενο είναι να προσκομιστεί μαρτυρία σε σχέση με το ύψος τυχόν χρέους κατά τον χρόνο της διάστασης, το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ενεργητικό.

 

26.  Στην βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν βλέπω κανένα λόγο για να αποκλειστεί μία τέτοια μαρτυρία, η οποία ενδέχεται να διαφωτίσει καλύτερα, πιο σφαιρικά και ολοκληρωμένα το Δικαστήριο σε σχέση με τις ουσιώδεις πτυχές και τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης, αλλά και τα προαναφερόμενα ζητήματα. Σε κάθε περίπτωση, στις εν λόγω παραγράφους περιέχονται διάφοροι σχετικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με το είδος και το ύψος της συμβολής της και συνεπώς θεωρώ ότι αυτοί δεν μπορούν να αποκλειστούν εξ’ υπαρχής, χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τις δικές της θέσεις επί του θέματος και επί των οποίων βέβαια θα αντεξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο. Συνακόλουθα, η μαρτυρία της θα πρέπει να επιτραπεί για τους λόγους που ανέλυσα πιο πάνω.

 

27.  Αναφορικά με την παράγραφο αρ. 31 (Γ) (στ) και (ζ) της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, διαπιστώνω μετά από την μελέτη τους, ότι σε αυτήν καταγράφονται διάφοροι ισχυρισμοί σε σχέση με την αποπληρωμή των δανείων που αφορούν τα δύο επίδικα διαμερίσματα, την κατοχή, ενοικίαση και εκμετάλλευση τους προς όφελος του Καθ’ ου η Αίτηση και του υιού του και γενικά της συνεισφοράς και συμβολής της Αιτήτριας στην απόκτηση της εν λόγω περιουσίας κατά τον επίδικο χρόνο. Διαπιστώνω επίσης, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι δικογραφημένοι σε ικανοποιητικό βαθμό μέσα από τις παραγράφους αρ. 6(β) και 8 της Αίτησης της Αιτήτριας, όπου αναφέρονται οι θέσεις της για κάρπωση του ενοικίου των διαμερισμάτων για συγκεκριμένη χρονική περίοδο αλλά και την εκμετάλλευση του.

 

28.  Εν προκειμένω, δεν θεωρώ πως αναμένεται να δικογραφηθεί κάθε επιμέρους γεγονός ή ισχυρισμός από την πλευρά της Αιτήτριας, ούτε φυσικά τα δικόγραφα δύναται να υποκαταστήσουν την μαρτυρία που αυτή οφείλει να παρουσιάσει. Αρκεί θεωρώ να δικογραφηθούν οι ουσιώδεις και βασικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα και οι οποίοι δύναται να θεμελιώσουν την αξίωση της. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του Δικαστηρίου πως η αποσπασματική εξέταση μερικών σημείων της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος σε αντιπαραβολή με τα δικόγραφα, θα ήταν μία λανθασμένη και ακροσφαλής προσέγγιση, ιδίως σε αυτό το στάδιο όπου κρίνεται αποκλειστικά το αποδεκτό και σχετικό της προβαλλόμενης μαρτυρίας, χωρίς την αξιολόγηση της. Συνεπώς, η μαρτυρία που περιλαμβάνεται στις παρ. 31 (Γ) (στ) και (ζ) δεν μπορεί να αποκλειστεί αφού ενδέχεται να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς τις ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης.

 

29.  Αναφορικά με την παράγραφο 32 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, διαπιστώνω μελετώντας την ότι εμπεριέχει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία αφορούν μεταξύ άλλων τις θέσεις της για το είδος και το ύψος της επαύξησης της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση, μέσω της συνεισφοράς της με χρήματα ή μέσω της επιβάρυνσης της προσωπικής της περιουσίας, κατά τον χρόνο της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων. Ειδικότερα, η Αιτήτρια προβαίνει σε αναφορά επί διάφορων δανείων που λήφθηκαν από τον Καθ’ ου η Αίτηση με ανάληψη από δικό της λογαριασμό, σε λήψη συγκεκριμένου ποσού από τον Καθ’ ου η Αίτηση το οποίο δόθηκε από την αδελφή της Αιτήτριας, σε χρήματα που λήφθηκαν από τον Καθ’ ου η Αίτηση για προσωπικές του ανάγκες και για σκοπούς του λογιστικού του γραφείου και τα οποία προέρχονταν από τους λογαριασμούς δανείων που σύναψαν με υποθήκευση της κύριας κατοικίας της Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια περιγράφει αναλυτικά τις διάφορες υποθήκες που παραχώρησε αλλά και προσωπικές εγγυήσεις της οι οποίες δόθηκαν για σκοπούς δανειοδότησης, αλλά και για την αγορά των δύο επίδικων διαμερισμάτων, για τις ανάγκες του λογιστικού γραφείου του Καθ’ ου, καθώς και για τις οικογενειακές τους ανάγκες.

 

30.  Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι σε μεγάλο βαθμό οι εν λόγω ισχυρισμοί που διαλαμβάνονται στην παράγραφο 32 της γραπτής δήλωσης της, δικογραφούνται στις παραγράφους 5,6(α),(γ),(δ) και (ε) της Αίτησης της Αιτήτριας. Συνεπώς, εκ πρώτης όψεως διαπιστώνω ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί είναι δικογραφημένοι και συσχετίζονται ουσιωδώς και αιτιωδώς με τα κύρια επίδικα ζητήματα, όπως μεταξύ άλλων το είδος της συνεισφοράς της Αιτήτριας και το ύψος της τυχόν επαύξησης επί της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση, καθώς και των δανείων και χρεών που προέκυψαν κατά τον κρίσιμο επίδικο χρόνο και αφορούσαν τα επίδικα διαμερίσματα αλλά και διάφορα περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

 

31.  Και εδώ στο υπό κρίση ζήτημα, δεν θεωρώ ότι αναμένεται η δικόγραφηση κάθε ξεχωριστού γεγονότος με λεπτομέρεια και σε έκταση, αφού αυτό δεν επιτρέπεται στα πλαίσια σύνταξης ενός δικογράφου, το οποίο στην βάση της Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων και όχι την μαρτυρία με την οποία αυτά πρόκειται να αποδειχθούν, αφού τούτο θα λάβει χώρα κατά την ακροαματική διαδικασία. Αρκεί δηλαδή η παράθεση μαρτυρίας μέσω της γραπτής δήλωσης ενός μάρτυρος, η οποία να σχετίζεται ουσιωδώς με το σύνολο των δικογράφων και τα επίδικα ζητήματα που προκύπτουν. Σε κάθε περίπτωση, διαπιστώνω μέσα από τον δικαστικό φάκελο ότι η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση δεν ζήτησε κατά το κατάλληλο στάδιο την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών στην βάση της Δ.19 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αν θεωρούσε ότι αυτό ήταν απολύτως απαραίτητο.

 

32.  Θα πρέπει θεωρώ να δοθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να παραθέσει τους ισχυρισμούς της προς υποστήριξη της βασικής της θέσης περί συμβολής της στην επαύξηση της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση μέσω της άμεσης ή έμμεσης συνεισφοράς της, αλλά και με την ανάληψη υποχρεώσεων ή εξασφαλίσεων σε σχέση με αυτήν. Να επισημάνω ακόμα, ότι σύμφωνα με την σχετική νομολογία, η υποθήκευση ακίνητης περιουσίας και η παροχή προσωπικής εγγύησης για εξασφάλιση δανείου με σκοπό την απόκτηση περιουσίας από τον άλλο σύζυγο, δύναται υπό προϋποθέσεις να λογιστεί ως συνεισφορά εντός της εννοίας του άρθρου 14 του Ν.232/91.

 

33.  Ως εκ τούτου, δεν βλέπω οποιοδήποτε καλό λόγο, γιατί να μην επιτραπεί η παράθεση της εν λόγω μαρτυρίας ώστε να διασαφηνιστούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα επίδικα ζητήματα και να δοθεί και η ευκαιρία στο Δικαστήριο να έχει ενώπιον του την ολοκληρωμένη μαρτυρία των διαδίκων. Σε κάθε περίπτωση,  δεν θα ήταν ορθό να αποκλειστεί η μαρτυρία που παρατίθεται στην παράγραφο 32 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, διότι αυτή θα εξεταστεί δεόντως και ενδελεχώς κατά το κατάλληλο στάδιο, ενώ εξάλλου ο συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση θα έχει την ευκαιρία να αντεξετάσει επί αυτής και να κλονίσει ή να αντικρούσει την αξιοπιστία των εν λόγω ισχυρισμών της, προβάλλοντας την δική του εκδοχή.

 

34.  Σε σχέση με την παράγραφο αρ. 37 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, παρατηρώ ότι εμπεριέχονται διάφοροι ισχυρισμοί από την πλευρά της Αιτήτριας σε σχέση με την περιουσία που αποκτήθηκε από τους διαδίκους μετά την σύναψη του γάμου τους, της αξίας αγοράς της και της αξίας της κατά τον χρόνο της διάστασης τους. Περαιτέρω προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί για την διάθεση, εκμετάλλευση και απόκτηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων καθώς και για την συμβολή του κάθε διάδικου σε αυτά. Σε μεγάλο βαθμό οι εν λόγω ισχυρισμοί της δικογραφούνται με πιο γενικό τρόπο στην παρ. 3, 4, 6(ε), (στ) και 8 της Αίτησης της Αιτήτριας, ενώ θεωρώ ότι είναι απόλυτα σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα που έχουν προκύψει, διότι αφορούν θέματα ουσίας τα οποία εξετάζονται σε μία υπόθεση επίλυσης περιουσιακών διαφορών, όπως η παρούσα. Κρίνω ότι η συμπερίληψη τους στην γραπτή δήλωση της μάρτυρος, ενδέχεται να διαφωτίσει πιο σφαιρικά το Δικαστήριο ούτως ώστε να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα ζητήματα και για αυτό δεν μπορούν να αποκλειστούν.

 

35.  Πέραν τούτων, είναι η θέση του Δικαστηρίου πως εν προκειμένω η μάρτυρας παραθέτει την δική της εκδοχή, θέση και ισχυρισμούς σε σχέση με τα προαναφερόμενα ζητήματα και άρα η μαρτυρία της δεν μπορεί να αποκλειστεί αλλά απαιτείται να επιτραπεί. Θεωρώ, ότι η ανάλυση του κειμένου της δήλωσης και της σχετικής δικογραφίας διεξάγεται στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο, ώστε να διαπιστωθεί εάν πράγματι υφίστανται σημεία τα οποία καθίστανται έκδηλα ανεπίτρεπτα και τα οποία θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποκλειστούν. Συνεπακόλουθα, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να αποκλειστούν τα σημεία που εισηγείται η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση στο παρόν στάδιο, αφού εξάλλου οι θέσεις των μαρτύρων αλλά και οι θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων, θα εξεταστούν δεόντως και ενδελεχώς κατά το κατάλληλο στάδιο.

 

36.  Αναφορικά με την παράγραφο αρ. 38 της γραπτής δήλωσης της μάρτυρος, διαπιστώνω ότι περιέχονται σε αυτήν διάφοροι ισχυρισμοί οι οποίοι συνοψίζουν καταληκτικά και πιο περιληπτικά όλους τους προηγούμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας μέσα από την γραπτή της μαρτυρία και που αφορούν μεταξύ άλλων το είδος, τον τρόπο και το ύψος της συμβολής της στην αύξηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση, περιγράφοντας αυτήν ξεχωριστά. Συνεπώς και εδώ κρίνω ότι δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος για να αποκλειστεί μία τέτοια μαρτυρία στα πλαίσια του πιο πάνω σκεπτικού του Δικαστηρίου, το οποίο δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω.

 

37.  Αναφορικά με τον λόγο ένστασης που προβλήθηκε από τον συνήγορο του Καθ’ ου η Αίτηση ότι ένα μέρος των προβαλλόμενων ισχυρισμών που εμπεριέχονται στην γραπτή δήλωση της μάρτυρος, δεν μπορεί να στηριχθεί στην βάση των αιτούμενων θεραπειών της αίτησης της Αιτήτριας και συνεπώς αυτοί θα πρέπει να διαγραφούν, οφείλω να διαφωνήσω με την θέση αυτή. Και τούτο, διότι στην αιτούμενη θεραπεία υπό (Α) της Αίτησης εμπεριέχεται προφανώς η βάση και η ουσία της αξίωσης της Αιτήτριας, που δεν είναι άλλη από την απόδοση σε αυτήν της αύξησης της περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση η οποία αποκτήθηκε κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων και η οποία προέρχεται από την δική της συμβολή και/ή στην βάση καταπιστεύματος.

 

38.  Η εν λόγω αιτούμενη θεραπεία δύναται να καλύψει κάθε αξίωση της Αιτήτριας επί της αύξησης της περιουσίας του Καθ’ ου και που προέρχεται από την δική της συνεισφορά, είτε αυτή αναφέρεται επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, όπως αυτό ήδη αξιώνεται μέσω των αιτούμενων θεραπειών υπό (Β), (Γ) και (Δ) της αίτησης, είτε όχι. Αρκεί βέβαια να μπορεί να παρασχεθεί η θεραπεία εφόσον στηρίζεται σε γεγονότα που έχουν δικογραφηθεί και αποδεικνύονται με μαρτυρία. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι το εν λόγω ζήτημα ουσιαστικά δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο, αλλά θα αξιολογηθεί δεόντως από το Δικαστήριο στο κατάλληλο στάδιο, όπου δηλαδή θα αξιολογηθεί η μαρτυρία κατά την τελική του κρίση. Εξάλλου, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στην γραπτή δήλωση της μάρτυρος δεν αποτελούν ουσιαστικά επίδικο θέμα και ότι δεν μπορεί να επιτραπεί η έκδοση ενός διατάγματος το οποίο δεν εξειδικεύεται στις αιτούμενες θεραπείες, η σχετική νομολογία επί του θέματος είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική εν προκειμένω.

 

39.  Στην υπόθεση Μαυρονικόλα ν. Ξάνθου, Έφεση αρ. 8/2018, ημερομηνίας 3/12/2020, αντικείμενο εξέτασης υπήρξε μεταξύ άλλων η απόδοση θεραπείας που δεν ζητείτο με την αίτηση, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση (βλ. Jenny Maison Ltd v. Krashias Footwear Industry Limited (2002) 1 Α.Α.Δ. 1156, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (199-0) Α.Α.Δ. 319, Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400).

Το πρωτόδικο Δικαστήριο δυστυχώς δεν αντελήφθηκε ορθά την πιο πάνω αρχή. Στις Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542 και Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους (άνω) οι οποίες αμφότερες αναλύονται στην Kennedy Hotels (άνω) ξεκάθαρα αναφέρεται ότι μπορεί να παρασχεθεί θεραπεία η οποία στοιχειοθετείται από τα γεγονότα που περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως εφόσον, βεβαίως, αποδεικνύονται κατά τη δίκη».

 

40.  Καταληκτικά, είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι ακόμα και αν παρεισφρήσει μαρτυρία η οποία προσκρούει στους κανόνες απόδειξης ή εκφεύγει των επίδικων θεμάτων, αυτή δεν μπορεί να επηρεάσει την τελική κρίση του, αφού κατά το στάδιο αξιολόγησης της όπου θα έχει ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, θα είναι σε θέση να διαχωρίσει τα σχετικά από τα μη σχετικά στοιχεία της μαρτυρίας και στο τέλος να αποφασίσει την βαρύτητα και την αποδεικτική αξία του κάθε ξεχωριστού μαρτυρικού υλικού που ετέθη ενώπιον του.

 

41. Συνεπακόλουθα, η ένσταση γίνεται αποδεκτή μερικώς.

 

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή των ακόλουθων παραγράφων της προς κατάθεση γραπτής δήλωσης της μάρτυρος։ Α18, 21, 26, 27 και 29(α)-(δ).

 

42.  Η γραπτή δήλωση της μάρτυρος γίνεται αποδεκτή σαν μαρτυρία, με εξαίρεση τα μέρη της τα οποία έχουν διαγραφεί, ως ανωτέρω αναφέρεται.

 

43.  Περαιτέρω, δίδονται οδηγίες όπως διενεργηθούν οι απαραίτητες τροποποιήσεις στην προτεινόμενη γραπτή δήλωση της μάρτυρος και η αναγκαία αναρίθμηση των παραγράφων, ούτως ώστε το κείμενο να διαμορφωθεί σύμφωνα με την παρούσα απόφαση, ενώ στην επόμενη δικάσιμο να παρουσιαστεί προς κατάθεση το αναθεωρημένο κείμενο της δήλωσης, το οποίο θα κατατεθεί και θα σημειωθεί ως Τεκμήριο Α’.

 

Τα έξοδα να είναι στην πορεία.

     

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο