ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΓΟΝΙΚΗΣ ΜΕΡΙΜΝΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ. Οικ. Δ.
Αρ. Αίτησης։ 41/2025
i-Justice
Μεταξύ:
Μ.Κ. από την Λεμεσό
Αιτήτριας
-και-
Ν.Ι. από την Λεμεσό
Καθ' ου η αίτηση
----------------------
Συνεκδικαζόμενες αιτήσεις ημερομηνίας 31/01/2025 και 29/04/2025.
Ημερομηνία: 29/05/2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτήτρια։ κ. Μάριος Χρίστου για Χαραλάμπους & Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Γιάννης Θεοδώρου για Α. Αργυρού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
(I) ΕΙΣΑΓΩΓΗ։
- Το αντικείμενο της παρούσης υπόθεσης αποτελεί το αποκορύφωμα του φαύλου κύκλου αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με την άσκηση της γονικής μέριμνας των δύο ανήλικων τέκνων τους Μ.Χ.Ι ηλικίας 17 ετών και του Γ.Ι. ηλικίας 15 ετών και η οποία αναμφίβολα έχει επηρεάσει δυσμενώς τον ψυχοσυναισθηματικό τους κόσμο.
- Αρχικά, η Αιτήτρια καταχώρησε εναρκτήρια αίτηση εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση με την οποία αξιώνει την τροποποίηση του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 15 Φεβρουαρίου 2011 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας με αριθμό 295/2010 με την ανάθεση στην Αιτήτρια της αποκλειστικής γονικής μέριμνας, επιμέλειας και φροντίδας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων. Διαζευκτικά, μεταξύ άλλων ζητεί την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται ο Καθ’ ου η Αίτηση όπως επιστρέψει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Γ.Ι. στον τόπο διαμονής της Αιτήτριας, αλλά και να απαγορεύει σε αυτόν να απομακρύνει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων από την επιμέλεια, φροντίδα και φύλαξη της.
- Στις 31/01/2025 η Αιτήτρια στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, καταχώρησε και ενδιάμεση αίτηση εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται να επιστρέψει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων Γ.Ι. στον τόπο διαμονής της Αιτήτριας, αλλά και να απαγορεύει στον Καθ’ ου η αίτηση να απομακρύνει τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων από την επιμέλεια, φροντίδα, έλεγχο και φύλαξη της. Επιπρόσθετα, αξιώνει την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία επιτρέπεται στην Αιτήτρια να μεταφέρει τον ανήλικο τέκνο Γ.Ι., για αξιολόγηση και/ή θεραπεία στις Αρμόδιες Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Παιδιών και Εφήβων του Κράτους και/ή σε ιδιώτη παιδοψυχολόγο χωρίς την συγκατάθεση του Καθ' ου η Αίτηση.
- Το Δικαστήριο αφού εξέτασε την πιο πάνω ενδιάμεση αίτηση, δεν προχώρησε μονομερώς στην έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων και έτσι δόθηκαν οδηγίες για την επίδοση της, ώστε να ακουστούν οι θέσεις της άλλης πλευράς αλλά και των ίδιων των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, πριν το Δικαστήριο καταλήξει στην απόφαση του.
- Στις 29/04/2025 ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση με την οποία ουσιαστικά αξιώνει την τροποποίηση του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 15/02/2011 που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας με αριθμό 295/2010 με την ανάθεση στον ίδιο της φύλαξης και φροντίδας των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, αλλά και του καθορισμού του τόπου διαμονής τους στην οικία όπου αυτός διαμένει.
- Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση στις 29/04/2025 καταχώρησε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εναρκτήριας αίτησης, ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς του εκ συμφώνου τελικού διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της υπ’ αριθμόν 295/2010 αίτησης γονικής μέριμνας, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αίτησης ή/και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ούτε σε αυτή την αίτηση το Δικαστήριο εξέδωσε οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα και διέταξε την επίδοση της ώστε να ακούσει την άλλη πλευρά και να αποφασίσει οριστικά.
- Στην συνέχεια, στην βάση αντίστοιχων χρονοδιαγραμμάτων και σχετικών οδηγιών που δόθηκαν από το Δικαστήριο, τα μέρη καταχώρησαν ενστάσεις και συμπληρωματικές-απαντητικές ένορκες δηλώσεις για κάθε ενδιάμεση αίτηση ξεχωριστά. Οι διάδικοι τελικώς δεν αντεξετάστηκαν. Το Δικαστήριο στην βάση της σχετικής νομολογίας, στις 19/12/2025 διεξήγαγε συνέντευξη με τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων, αφού έκρινε ορθό να ακούσει τις απόψεις τους, επί του ιδιαιτέρως σημαντικού ζητήματος, όπου προέκυψε η διαφωνία των γονέων τους.
- Στις 03/02/2026 μετά από την σύμφωνη γνώμη των διαδίκων, δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο όπως οι ενδιάμεσες αιτήσεις ημερομηνίας 31/01/2025 και 29/04/2025 συνεκδικαστούν. Η ακρόαση των δύο ενδιάμεσων αιτήσεων ολοκληρώθηκε με την παράδοση των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους, οι οποίοι προέβησαν σε υποστήριξη των θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και τις οποίες λαμβάνω σοβαρά υπόψη.
∙ Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 31/01/2025։
(II) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։
- Η ενδιάμεση Αίτηση της Αιτήτριας υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά των ισχυρισμών αλλά και των θέσεων της.
- Αρχικά, η Αιτήτρια αναφέρει ότι απόκτησε από τον γάμο της με τον Καθ’ ου η Αίτηση δύο παιδιά την Μ-Χ.Ι. ηλικίας 16 ετών και τον Γ.Ι. ηλικίας 14,5 ετών. Μετά τον γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα της στην Λεμεσό το οποίο και αποτέλεσε την οικογενειακή τους εστία μέχρι και την οριστική διάσταση των διαδίκων που επήλθε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2024 για λόγους που αφορούν αποκλειστικά τον Καθ’ ου η Αίτηση όπως ισχυρίζεται.
- Υποστηρίζει ότι οι σχέσεις της με τον Καθ’ ου η Αίτηση ήταν ανέκαθεν προβληματικές λόγω του χαρακτήρα του ο οποίος ήταν κυκλοθυμικός, αλλοπρόσαλλος, χειριστικός και βίαιος. Αναφέρει ότι είχε να αντιμετωπίσει και την μητέρα του Καθ’ ου η Αίτηση η οποία ήταν επικριτική και την κακολογούσε στον υιό της δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην σχέση τους, ενώ υπόσκαπτε και τον γονικό της ρόλο. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση σταδιακά προσπαθούσε να την απομονώσει από την οικογένεια της με τακτικές χειραγώγησης, έτσι ώστε ανενόχλητος να της ασκεί σωματική και λεκτική βία.
- Ακολούθως, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι από την γέννηση των παιδιών της, είχε αναλάβει την απόλυτη ευθύνη για την κάλυψη και φροντίδα των αυξημένων αναγκών και υποχρεώσεων τους σε αντίξοες συνθήκες λόγω της βίας που λάμβανε συστηματικά από τον Καθ’ ου η Αίτηση. Σε αντίθεση με τον Καθ’ ου η Αίτηση που εργαζόταν μέρα παρά μέρα και δεν επιδείκνυε κανένα ενδιαφέρον και συμμετοχή στην φροντίδα των παιδιών τους.
- Ισχυρίζεται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση της άσκησε αμέτρητες φορές βία, χτυπώντας την σοβαρά και προκαλώντας της τραυματισμούς, ενώπιον και των γονέων του. Το 2010 η Αιτήτρια ζήτησε από τον Καθ’ ου η Αίτηση να χωρίσουν λόγω της βίας που της ασκούσε και ο Καθ’ ου η Αίτηση απευθύνθηκε στο Δικαστήριο εξασφαλίζοντας διάταγμα τοποθέτησης των παιδιών τους στον κατάλογο των προσώπων των οποίων απαγορεύεται η έξοδος από την Δημοκρατία. Στα πλαίσια της αίτησης που καταχώρησε ο Καθ’ ου η Αίτηση εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο της ανατέθηκε η φύλαξη των δύο ανήλικων τέκνων τους και καθορίστηκε ως τόπος διαμονής τους, ο τόπος διαμονής της στην οικογενειακή εστία, ενώ τα ονόματα των παιδιών τους παρέμειναν στον κατάλογο stop-list.
- Ακολούθως, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι μεσολάβησε ένας χρόνος διάστασης και περί τα τέλη του 2011 αποδέχθηκε την παράκληση του Καθ’ ου η Αίτηση να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία και να επανασυνδεθούν υπό την προϋπόθεση ότι θα αποταθούν σε ψυχολόγο για την αποκατάσταση της σχέσης τους.
- Η Αιτήτρια υποστηρίζει μέσα από την ένορκη δήλωση της, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είχε ασκήσει πολλές φορές σωματική βία και στα ανήλικα τέκνα τους στην απουσία της και τα εκφόβιζε για να μην της το αποκαλύψουν. Ειδικότερα, περιγράφει περιστατικό βίας προς τον ανήλικο υιό τους το οποίο επισυνέβη στις 12/09/2022 όταν η ίδια βρισκόταν στην πολυκλινική για προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση. Περιγράφει ακόμα μία σειρά από περιστατικά βίας τα οποία κατά την ίδια έλαβαν χώρα από τον Καθ’ ου η Αίτηση προς τα ανήλικα τέκνα τους από το 2019-2024, παρουσιάζοντας και σχετικά μηνύματα, ηχογραφήσεις, φωτογραφίες και βεβαιώσεις. Πέραν τούτων, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση προκαλούσε συχνά καβγάδες και προέβαινε σε κακοποιητικές συμπεριφορές προς την ίδια στην παρουσία των παιδιών τους καταστρέφοντας τον οικιακό εξοπλισμό και απειλώντας την ότι θα της κάνει κακό αν πήγαινε στην αστυνομία.
- Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι τα τελευταία δύο χρόνια ο Καθ’ ου η Αίτηση διέμενε τα Σ/Κ στην κατοικία τους στο χωρίο Π.Π. και δεν συμμετείχε καθόλου στις οικογενειακές δραστηριότητες και ούτε ενδιαφερόταν για τις ανάγκες των παιδιών τους, ενώ δεν επικοινωνούσε με αυτά. Έτσι, μετέφερε η ίδια τα παιδιά στο χωριό μετά από δική του απαίτηση παρόλο που αυτός δεν έδειχνε διάθεση να τα δει. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2024, ο Καθ’ ου η Αίτηση απομακρύνθηκε από την οικογενειακή εστία και διέμενε στο Π.Π. επί καθημερινής βάσεως χωρίς να έχει επαφή με τα παιδιά τους.
- Ακολούθως, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ανέκαθεν και ιδιαίτερα μετά την διάσταση τους, ο Καθ’ ου η Αίτηση καλλιεργούσε άσχημα συναισθήματα στον ανήλικο υιό τους για την ίδια, προβαίνοντας καθημερινά σε πλύση εγκεφάλου με αποτέλεσμα το παιδί να την αντιμετωπίζει ως εχθρό του. Υποστηρίζει ακόμα, ότι ο Καθ’ ου ενεργούσε μεθοδευμένα ώστε τα παιδιά τους να δημιουργήσουν αρνητική εικόνα για την ίδια.
- Κατά ή περί της 21/09/2024, η Αιτήτρια αναφέρει ότι μόλις ο Καθ’ ου ενημερώθηκε ότι θα φιλοξενούσε στο σπίτι τον αδελφό της τον οποίο ο ίδιος είχε βάλει στο στόχαστρο, την έβρισε και απείλησε ότι θα κάνει κακό στην ίδια και στον αδελφό της. Έτσι τον κατάγγειλε στις αστυνομικές αρχές και στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, εκδόθηκε διάταγμα περιοριστικών μέτρων ημερομηνίας 27/09/2024 με το οποίο ο Καθ’ ου διατάχθηκε να μην πλησιάζει την Αιτήτρια και την ανήλικη θυγατέρα τους σε απόσταση μικρότερη των 100 μέτρων και ούτε να επικοινωνεί μαζί τους με οποιοδήποτε τρόπο.
- Έτσι, η Αιτήτρια αναφέρει ότι στα πλαίσια των απειλών του Καθ’ ου η Αίτηση τον Σεπτέμβριο του 2024 άλλαξε τις κλειδαριές της οικογενειακής εστίας φοβούμενη ότι θα υλοποιήσει τις απειλές του. Την επόμενη ημέρα ο Καθ’ ου η Αίτηση ζήτησε από την μητέρα του να παραλάβει τον ανήλικο από το Π.Π. και να τον μεταφέρει στην οικογενειακή εστία, όμως όταν ο υιός της κατέφθασε στο σπίτι και διαπίστωσε ότι αλλάχθηκαν οι κλειδαριές αντέδρασε και ζήτησε να διανυκτερεύσει στο σπίτι της πεθεράς της, επηρεαζόμενος από τον πατέρα του.
- Προσπάθησε να εξηγήσει στον ανήλικο τον πραγματικό λόγο που άλλαξε τις κλειδαριές, αλλά αυτός ήταν πληγωμένος και συγχυσμένος από την όλη κατάσταση και δεν επιθυμούσε να την ακούσει, φωνάζοντας φοβισμένος και υστερικά. Εν όψει της επιθυμίας του ανήλικου να διανυκτερεύσει για 2-3 μέρες στην μητέρα του Καθ’ ου, δεν τον παρεμπόδισε για να ηρεμήσει υπό την προϋπόθεση ότι θα επέστρεφε πίσω. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι από τότε άρχισε ο γολγοθάς της, αφού ενώ είχε την φύλαξη και φροντίδα του ανήλικου, ο Καθ’ ου η Αίτηση κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για να αποξενώσει τον υιό της από την ίδια.
- Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο ανήλικος υιός της βρίσκεται σε πολύ ευάλωτη θέση, λόγω της κατ’ επανάληψη βίας που δέχεται από τον πατέρα του, αλλά και διότι παρουσιάζει συμπτώματα που τον κατατάσσουν στην σφαίρα του φάσματος αυτισμού, παρουσιάζοντας σχετική αξιολόγηση παιδοψυχιάτρου. Μάλιστα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι κατά το παρελθόν ο ανήλικος εξέφρασε φόβο και άγχος λόγω της συστηματικής βίας που δέχθηκε από τον Καθ’ ου η Αίτηση και παρουσιάζει εμμονικές συμπεριφορές λόγω του αυτισμού.
- Η Αιτήτρια υποστήριξε επίσης, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση προσπάθησε να επηρεάσει και την ανήλικη θυγατέρα τους με τις ίδιες χειριστικές τακτικές, όμως λόγω του ότι αυτή βρίσκεται σε πιο ώριμη ηλικία από τον υιό τους, οι προσπάθειες του έπεσαν στο κενό. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι λόγω των πιο πάνω περιστατικών και της βίαιης συμπεριφοράς του Καθ’ ου η Αίτηση, η ανήλικη θυγατέρα τους υποφέρει από έντονο στρες και κρίσεις πανικού.
- Υποστηρίζει ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ανήλικο μεταβαίνοντας στο φροντιστήριο αγγλικών του, όμως ο πατέρας του Καθ’ ου η Αίτηση που ήταν στον χώρο της ανέφερε ότι αν επιθυμεί να πάρει τον ανήλικο θα πρέπει να αποταθεί στο Δικαστήριο. Είναι η θέση της, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση μονομερώς μετακίνησε τον ανήλικο από το ήρεμο και ασφαλές περιβάλλον της οικογενειακής εστίας στο σπίτι της μητέρας του, ενώ αυτός διαμένει στο σπίτι στο χωρίο Π.Π. και δεν συμμετέχει στην καθημερινή φροντίδα του. Ισχυρίζεται επίσης, ότι προσπαθεί με κάθε τρόπο να την αποκλείσει από την ζωή του ανήλικου και να μεταβάλει την σχέση που έχει με το παιδί βλάπτοντας τον ανεπανόρθωτα. Αναφέρει επίσης, ότι εξ’ αιτίας της πιο πάνω αποξένωσης που επήλθε λόγω των ενεργειών του Καθ’ ου η Αίτηση, ο ανήλικος δεν έχει οποιαδήποτε επαφή ούτε με την ίδια ούτε με την αδελφή του και τις βρίζει και καταριέται με τον ίδιο τρόπο που το πράττει ο Καθ’ ου η Αίτηση.
- Στην συνέχεια της ένορκης μαρτυρίας της, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι παρά τις προσπάθειες της να αποκαταστήσει την αλήθεια και την σχέση της με τον ανήλικο, ο Καθ’ ου η Αίτηση και οι γονείς του συνεχίζουν να τον επηρεάζουν αρνητικά, εμποδίζοντας τον με τις ενέργειες τους να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία, αφού του έχουν κάνει πλύση εγκεφάλου. Υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τον ανήλικο, τον παραμελεί, δεν τον επισκέπτεται, ούτε συμμετέχει στις δραστηριότητες του και έχει μεταφέρει όλες τις ευθύνες του στην μητέρα του ηλικίας 78 ετών. Θεωρεί ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση χρησιμοποιεί το παιδί τους εκδικητικά ως υποχείριο, λόγω της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμεί εναντίον του.
- Η Αιτήτρια μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι ανίκανος και ακατάλληλος να ανταποκριθεί στον γονικό του ρόλο, και με δεδομένες τις βίαιες συμπεριφορές που επέδειξε στο παρελθόν αλλά και εξακολουθεί να επιδεικνύει απομονώνοντας τον ανήλικο, η ασφάλεια και η σωματική ακεραιότητα του παιδιού τους βρίσκεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο.
- Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποβεί προς όφελος των ανήλικων τέκνων τους, ενώ σε περίπτωση που αυτά δεν εκδοθούν άμεσα, θα προκληθούν δυσμενείς και ολέθριες συνέπειες στην ψυχοσωματική ανάπτυξη και ευημερία τους.
- Ακολούθως, η Αιτήτρια καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση με σκοπό να απαντήσει στους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν από τον Καθ’ ου η Αίτηση μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του. Θα επικεντρωθώ στα πιο κύρια σημεία της.
- Αρχικά, η Αιτήτρια επαναλαμβάνει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση κατά παράβαση της απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία της ανατέθηκε η φύλαξη, φροντίδα και ο τόπος διαμονής των δύο ανήλικων τέκνων της, κατά ή περί τις 21/09/2024 απομάκρυνε παρά την θέληση της τον ανήλικο υιό της από την φροντίδα και στέγη της και τον μετέφερε στο Π.Π. και στην συνέχεια στο σπίτι των γονιών του στη Λεμεσό, διαταράσσοντας με αυτό τον τρόπο την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε μετά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος.
- Περαιτέρω, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι λόγω της συμπεριφοράς του Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος συνεχίζει να παρακούει το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο έχει όλα εκείνα τα εχέγγυα που δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ώστε να αρνηθεί να ακούσει τον Καθ’ ου η Αίτηση σε συνδυασμό μάλιστα με τη φύση της υπόθεσης, που έχει ως πρωταρχικό σκοπό την εξυπηρέτηση του συμφέροντος των ανηλίκων.
- Υποστηρίζει επίσης, ότι στην ουσία ο Καθ’ ου η Αίτηση ζητά να επιβραβευτεί για την έκνομη συμπεριφορά του μέχρι σήμερα και με τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων να παραμείνει η κατάσταση ως έχει αποφασίζοντας ο ίδιος κατά το δοκούν και αποκλείοντας την από την ζωή του ανήλικου υιού της, ασκώντας έτσι με κακό τρόπο την γονική μέριμνα του ανήλικου.
- Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι αναφορές του Καθ’ ου η Αίτηση σε υπαίτια δική της συμπεριφορά, πέραν του ότι δεν είναι παραδεκτές και απορρίπτονται, δεν συνοδεύονται με οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο αλλά ούτε και με οποιαδήποτε καταδικαστική απόφαση εναντίον της, σε αντίθεση με τον ίδιο ο οποίος αντιμετωπίζει κατηγορίες για ενδοοικογενειακή βία και όπου μάλιστα εκδόθηκαν περιοριστικά μέτρα από το Δικαστήριο.
- Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα έχει ως συνέπεια ο Καθ’ ου η Αίτηση να υποστεί οποιαδήποτε απώλεια ή ζημιά, αφού το ίδιο το διάταγμα προβλέπει επικοινωνία του Καθ’ ου η Αίτηση με τον ανήλικο υιό του, οπότε αυτός δεν θα στερηθεί του δικαιώματος επικοινωνίας του με τον ανήλικο, όπως το στερείται η ίδια σήμερα.
- Η Αιτήτρια απορρίπτει ως αναληθείς τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση περί άκρως επιθετικής συμπεριφοράς της τόσο προς το πρόσωπό του όσο και προς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, επηρεαζόμενη από άτομα της οικογένειας της. Αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ήταν πάντοτε βίαιος και χειριστικός τόσο προς την ίδια όσο και προς τα ανήλικα τέκνα τους και πολλές φόρες λόγω της βίαιης συμπεριφοράς του αναγκάστηκε να τον καταγγείλει στην αστυνομία, παρουσιάζοντας αντίγραφα σχετικών καταγγελιών.
- Στην συνέχεια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της, η Αιτήτρια απορρίπτει τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση ότι ανέθεσε την φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων τους στην μητέρα του και υποστηρίζει πως η μητέρα του Καθ’ ου η Αίτηση φρόντιζε τα ανήλικα παιδιά τους για όσο αυτοί εργάζονταν, πράγμα το οποίο συνηθίζεται και είναι αποδεκτό στην κυπριακή κοινωνία. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια δηλώνει ότι ουδέποτε έβριζε τον Καθ’ ου η Αίτηση και μάλιστα με τις χυδαίες εκφράσεις που ο ίδιος χρησιμοποιεί και ουδέποτε μείωνε τον ανδρισμό του, ενώ ούτε άσκησε βία εναντίον του.
- Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση ότι στα πλαίσια των εργασιακών της υποχρεώσεων ταξίδευε συχνά στο εξωτερικό, η ίδια αναφέρει ότι τα ταξίδια στο εξωτερικό αποτελούν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της εργασίας της ως δικηγόρος και αποτελούν υποχρέωση της αφού δραστηριοποιείται με πολυεθνικές εταιρίες και πελάτες του εξωτερικού. Υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση γνώριζε για την υποχρέωση της αυτή να ταξιδεύει και το αποδεχόταν αφού ήταν η ίδια που επί το πλείστο κέρδιζε τα περισσότερα χρήματα και έφερνε φαγητό στο τραπέζι.
- Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση, ότι εργαζόταν μέχρι αργά το βράδυ και ότι τα παιδιά κοιμούνταν, η Αιτήτρια παραδέχεται ότι δούλευε σκληρά για να μπορέσει να ανταπεξέλθει σε ένα δύσκολο και ανταγωνιστικό περιβάλλον, αλλά δυστυχώς χωρίς την βοήθεια και συμπαράσταση του Καθ’ ου η Αίτηση, ο οποίος δεν έδειχνε καθόλου κατανόηση και ευαισθησία και δεν μπορούσε να αντιληφθεί την πίεση που ένιωθε, αφού το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η καλοπέραση του, ενώ θεωρούσε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να θεωρεί ως αγγαρεία το να παραλαμβάνει τα ανήλικα από τη μητέρα του όταν η ίδια εργαζόταν, να τα ταΐζει, να τα κάνει μπάνιο και να τα βάζει για ύπνο.
- Περαιτέρω, η Αιτήτρια αρνείται και απορρίπτει τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση ότι τον Μάρτιο του έτους 2025 αποφάσισε να μεταβεί στην Αγγλία και να εγκαταλείψει μόνη της την ανήλικη θυγατέρα τους στην Κυπριακή Δημοκρατία, δηλώνοντας ότι προέβη στις ανάλογες διευθετήσεις υπό τις περιστάσεις, ενόψει του γεγονότος ότι αφενός μεν η κόρη τους ήταν ηλικίας 16 ετών, αφετέρου ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνήθηκε να συγκατατεθεί στο να ταξιδέψει η ανήλικη μαζί της.
- Η Αιτήτρια αρνείται τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση ότι έκανε πλύση εγκεφάλου στην ανήλικη θυγατέρα τους εναντίον του, υποστηρίζοντας ότι αυτή βρίσκεται σε μία ώριμη ηλικία, μπορεί από μόνη της να αντιληφθεί και να εξάγει τα δικά της συμπεράσματα πλέον για τις πράξεις και τις ενέργειες των γονιών της και ειδικά του Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος ήταν πάντοτε βίαιος και χειριστικός απέναντι της. Επίσης, εκφράζει την ανησυχία της για το τί περνά ο ανήλικος υιός της, ο οποίος τόσο πολύ φοβάται τον Καθ’ ου η Αίτηση, ώστε δεν είναι σε θέση να εκφράσει την πραγματική του βούληση και να έρθει κοντά της.
- Στην συνέχεια της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης, η Αιτήτρια απορρίπτει τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση περί επανασύνδεσης τους και δηλώνει ότι ουδέποτε επανασυνδέθηκαν παρά τις μεμονωμένες προσπάθειες που έγιναν κατόπιν των επίμονων και έντονων πιέσεων του. Διευκρινίζει πως η διάσταση της με τον Καθ’ ου η Αίτηση ήταν το 2010 και όχι το 2022 ούτε το 2024 όπως λανθασμένα αναφέρει ο ίδιος.
(III) ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε την ένσταση του στην αίτηση ημερομηνίας 31/01/2025 προβάλλοντας συνολικά 33 λόγους ένστασης. Η ένσταση του υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου, της μητέρας του κας Μ.Θ. και του πατέρα του κ. Γ.Κ.
- Αρχικά, μέσα από την ένορκη δήλωση του ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι μετά την γέννηση της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, οι σχέσεις τους ήταν προβληματικές λόγω της ασταθούς και βίαιης συμπεριφοράς της Αιτήτριας η οποία πολλές φορές τον μείωνε, τον εξευτέλιζε και τον προσέβαλλε δημιουργώντας συνεχείς συγκρούσεις ένεκα του κυκλοθυμικού χαρακτήρα της καθώς και των υποδείξεων της οικογένειας της. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι και τα ανήλικα τέκνα τους ήρθαν αντιμέτωπα με τις αλλοπρόσαλλες συμπεριφορές της Αιτήτριας, προκαλώντας τους ανεπανόρθωτη ψυχοσωματική βλάβη.
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι ενώ οι σχέσεις του με την οικογένεια της Αιτήτριας ήταν αρχικά ομαλές, στην συνέχεια αυτή επενέβαινε διαρκώς και προκλητικά στα ζητήματα του οικογενειακού τους βίου χειραγωγώντας την Αιτήτρια, υποστηρίζοντας ότι τα ανήλικα τέκνα θα έπρεπε να έχουν ελάχιστους δεσμούς με τον ίδιο, αφού αυτός και η οικογένεια του ήταν πανεπιστημιακά αμόρφωτοι και χωριάτες σε αντίθεση με την θυγατέρα τους. Ισχυρίζεται ακόμα ότι η Αιτήτρια προσπαθούσε να τον αποκόψει από την οικογένεια του, τους συγγενείς και τους φίλους του.
- Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης του, ο Καθ’ ου ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια αποφάσισε να αναθέσει την φύλαξη των ανήλικων στην μητέρα του κατά τις ώρες που εργαζόταν, ενώ αυτός παραλάμβανε και τα δύο παιδιά τους από την οικία της μητέρας του όταν σχόλναγε.
- Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η κατάσταση επιδεινωνόταν, αφού οι κυκλοθυμικές τάσεις της Αιτήτριας αυξάνονταν επικίνδυνα με αποτέλεσμα να έχουν συνεχείς συγκρούσεις, τσακωμούς και αντιπαραθέσεις, εξαπολύοντας του βρισιές και χαρακτηρισμούς. Υποστηρίζει ότι οι συνεχείς εκρήξεις της Αιτήτριας δεν σταμάτησαν μέχρι την οριστική διάσταση των διαδίκων τον Σεπτέμβριο του 2024, ενώ ήταν και θύμα σωματικής βλάβης από την ίδια που τον χτυπούσε, γρατσούνιζε και του έσκιζε τα ρούχα.
- Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ουδέποτε ανέλαβε την φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων τους όπως ισχυρίστηκε, αφού κατά τις ώρες που οι διάδικοι εργάζονταν, την φροντίδα τους αναλάμβανε η μητέρα του και όταν αυτός σχολνούσε, τα αναλάμβανε ο ίδιος επί το πλείστο. Οι γονείς του αναλάμβαναν τις μετακινήσεις των παιδιών τους στο σχολείο και τις απογευματινές τους δραστηριότητες, και την σίτιση τους.
- Υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια μετέβαινε στο εξωτερικό τουλάχιστον τέσσερις φορές τον χρόνο για τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις για μία εβδομάδα το κάθε ταξίδι. Όταν εργαζόταν στην Κύπρο σχόλναγε πολύ αργά το βράδυ και επέστρεφε στην οικογενειακή εστία όταν τα ανήλικα τέκνα τους κοιμόντουσαν ήδη, ενώ αρκετές φορές ερχόταν κατά τις πρωϊνές ώρες. Κατά το εν λόγω διάστημα, ισχυρίζεται ότι αναλάμβανε ο ίδιος τη φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων τους, τα τάϊζε, έκανε μπάνιο και τα έβαζε για ύπνο.
- Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι κατά το έτος 2010 η Αιτήτρια αποφάσισε να εγκαταλείψει την συζυγική οικία με τα ανήλικα τέκνα τους χωρίς να τον ενημερώσει για δύο εβδομάδες χωρίς καν να γνωρίζει που βρίσκονται και ο ίδιος απευθύνθηκε στο Δικαστήριο εξασφαλίζοντας διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η έξοδος των παιδιών τους από την Δημοκρατία. Ακολούθως, εκδόθηκε εκ συμφώνου τελικό διάταγμα ημερομηνίας 15/02/2011 με το οποίο ανατέθηκε στην Αιτήτρια η φύλαξη και φροντίδα των παιδιών τους και καθορίστηκε η επικοινωνία του με αυτά. Η διάσταση των διαδίκων διήρκεσε περίπου ένα έτος, ενώ μετά από αμέτρητες συζητήσεις με την Αιτήτρια τον έπεισε να επανασυνδεθούν και αποφάσισαν από κοινού να απευθυνθούν σε ψυχολόγο.
- Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι ασκούσε βία σε βάρος των παιδιών τους όταν αυτή ασθενούσε και μετέβη στην Γερμανία για χειρουργική επέμβαση και αργότερα για ανάρρωση στην Αγγλία, υποστηρίζοντας ότι την αποκλειστική φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων την ασκούσε ο ίδιος μαζί με την μητέρα του για μήνες.
- Στην συνέχεια της ένορκης μαρτυρίας του, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η Αιτήτρια είχε στενούς δεσμούς με τα ανήλικα τέκνα τους, αντιθέτως προσπαθούσε συνεχώς να τα χειραγωγεί και να τα δηλητηριάζει εναντίον του και εις βάρος της οικογένειας του, κάτι το οποίο δυστυχώς πέτυχε με την θυγατέρα τους. Υποστηρίζει ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που άσκησε σωματική και ψυχολογική βία εναντίον τους, γρονθοκοπώντας τους, κλωτσώντας τους και τραβώντας τους από τα μαλλιά. Υποστηρίζει επίσης, ότι συνεχώς προσέβαλλε τον ανήλικο υιό τους ότι θα παραμείνει αμόρφωτος όπως τον πατέρα του διότι οι μαθησιακές του ικανότητες δεν είναι υψηλού επιπέδου. Περιγράφει μία σειρά από διάφορα περιστατικά σωματικής και ψυχολογικής βίας που κατά τον ίδιο άσκησε η Αιτήτρια προς τα ανήλικα τέκνα τους.
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι τον Απρίλιο του 2024, η Αιτήτρια του ζήτησε να αποχωρήσει από την πρώην συζυγική οικία και έτσι αναγκάστηκε να μεταβεί σε οικία του στο χωριό Π.Π. Υποστηρίζει ότι κατά το επόμενο χρονικό διάστημα μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2024, η Αιτήτρια μετέβαινε μαζί με τα παιδιά τους 2-3 Σ/Κ. τον μήνα και περνούσαν χρόνο όλοι μαζί. Διευκρινίζει ότι η καθημερινότητα των παιδιών τους δεν άλλαξε, αφού τελούσαν υπό την φύλαξη και φροντίδα της μητέρας του μέχρι να σχολάσει και ακολούθως είτε να τα μεταφέρει στην πρώην συζυγική οικία είτε να παραμείνουν στην μητέρα του.
- Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι στις 20/09/2024 έλαβε τηλεφώνημα από τον υιό του που τον ενημέρωνε ότι θα ερχόταν στην Κύπρο από την Αγγλία ο αδελφός της Αιτήτριας που στο παρελθόν τον είχε χτυπήσει και ο οποίος τον παρακάλεσε να μεταβεί στην πρώην συζυγική οικία για να τον μεταφέρει στην οικία του στο χωριό, ώστε να τον προστατεύσει πράγμα που έπραξε. Στις 22/09/2024 ο Καθ’ ου αναφέρει ότι τον επισκέφθηκαν οι γονείς του στο χωριό και επειδή ο ανήλικος υιός τους έπρεπε να πάει την επόμενη ημέρα στο σχολείο, τους προέτρεψε να τον μεταφέρουν στην πρώην συζυγική οικία. Όταν οι γονείς του άφησαν το παιδί, στην συνέχεια ο ανήλικος τους τηλεφώνησε ενημερώνοντας τους ότι έπρεπε να επιστρέψουν για να τον παραλάβουν, διότι η Αιτήτρια άλλαξε κλειδαριές και δεν μπορούσε να εισέλθει στο σπίτι. Ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι στην είσοδο της πολυκατοικίας, ο ανήλικος συνάντησε την Αιτήτρια και τον αδελφό της ο οποίος τον χλεύαζε και κατηγορούσε τους γονείς του, ενώ ο ανήλικος ζήτησε να μαζέψει κάποια προσωπικά του αντικείμενα για να μεταφερθεί στην οικία των γονέων του Καθ’ ου.
- Στην συνέχεια της γραπτής του δήλωσης, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι η Αιτήτρια προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία, μόλις πληροφορήθηκε στις 26/09/2024 ότι ο υιός τους δεν επιθυμούσε να επιστρέψει στην πρώην συζυγική οικία, υποστηρίζοντας ότι στην κατάθεση της περιέπεσε σε αντιφάσεις, ενώ όπως υποστηρίζουν οι δικηγόροι του, ο απώτερος σκοπός της ήταν η έκδοση περιοριστικών μέτρων τόσο εναντίον της ίδιας όσο και της ανήλικης θυγατέρας τους. Δηλώνει ότι η Αιτήτρια παραγνωρίζει ότι το status quo του υιού τους είναι αυτό που διατηρείτο εκκρεμούσης της συμβίωσης τους, σε αντίθεση με την θυγατέρα τους η οποία υποκινείται από την μητέρα της.
- Ακολούθως, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι ο ανήλικος υιός του ουδέποτε έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου από τον ίδιο και τους γονείς του και πως προσπάθησε αμέτρητες φορές να τον πείσει ότι πρέπει να διατηρεί επικοινωνία με την μητέρα του και με την αδελφή του, εν τούτοις έχει φορτιστεί με συναισθήματα άρνησης και απέχθειας προς την μητέρα του, αφού πλειστάκις του άσκησαν σωματική και ψυχολογική βία.
- Μάλιστα, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια σε μία προσπάθεια της να μεταπείσει τον ανήλικο, κάλεσε την αστυνομία για να βοηθήσει και ανακριτικοί υπάλληλοι τηλεφώνησαν στον ανήλικο με αυτόν να τους δηλώνει ότι επιθυμεί να παραμείνει μαζί του στην πατρική οικία. Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια επισκέφθηκε πολλές φορές την σύμβουλο/ψυχολόγο του σχολείου, ασκώντας στην ίδια και σε άλλους λειτουργούς αφόρητες πιέσεις για να πείσουν τον ανήλικο να επιστρέψει στην πρώην συζυγική οικία.
- Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ότι μετέφερε τον ανήλικο σε παιδοψυχίατρο και ότι έλαβε την διάγνωση την οποία επικαλείται, ο Καθ’ ου δηλώνει ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για αυτό το γεγονός και το επιβεβαίωσε μετά που ρώτησε το ίδιο το παιδί.
- Μεταξύ άλλων, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια πάσχιζε και πασχίζει να αποξενώσει και τα δύο ανήλικα τέκνα τους από τον ίδιο και την οικογένεια του, παραβλέποντας ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης εκκρεμούσης της συμβίωσης τους, προνοεί την παραμονή της φύλαξης και φροντίδας των παιδιών στον ίδιο και στους γονείς του, προκειμένου να επιτύχει τον απώτερο σκοπό της για να γίνει «γυναίκα καριέρας» ως η ίδια αναφέρει. Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια για πάρα πολύ καιρό δεν επικοινώνησε καθόλου με τον ανήλικο υιό τους και για τους δικούς της λόγους τον απέκλεισε από το να της στέλνει μηνύματα και να της τηλεφωνεί.
- Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση απορρίπτει τον ψευδή ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι εγκαταλείπει τον ανήλικο υιό του στην πατρική οικία με τους γονείς του, μεταβαίνοντας στο σπίτι στο Π.Π. υποστηρίζοντας ότι από την διάσταση τους τον Σεπτέμβριο του 2024 διαμένουν μαζί καθημερινά στην οικία των γονιών του στην Λεμεσό, όπου και φιλοξενούνται, με ελάχιστες διανυκτερεύσεις στο σπίτι που διατηρεί στο χωριό. Αναφέρει επίσης, πως κάθε πρωϊ μεταφέρει τον ανήλικο στο σχολείο του και το μεσημέρι τον παραλαμβάνει ο πατέρας του, ενώ το απόγευμα τον μεταφέρει στο φροντιστήριο και τις απογευματινές του δραστηριότητες.
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι διακατέχεται από εύλογο φόβο σχετικά με την διάπραξη εγκλημάτων σε βάρος της σωματικής ακεραιότητας των ανήλικων τέκνων του, λόγω της διαταραγμένης ψυχολογικής κατάστασης της Αιτήτριας και για σκοπούς εκδίκησης προς το πρόσωπο του.
- Στην συμπληρωματική-απαντητική του ένορκη δήλωση, αρχικά ο Καθ’ ου η Αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί παρακοής διατάγματος, υποστηρίζοντας πως αυτοί εκπίπτουν από τα δικαιοδοτικά πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης και ότι έπρεπε να προβληθούν σε διαδικασία αίτησης παρακοής διατάγματος, η οποία αν και εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτή αποσύρθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας, καθότι το διάταγμα ημερομηνίας 15/02/2011 ουδέποτε του επιδόθηκε. Μεταξύ άλλων, ο Καθ’ ου η Αίτηση ουσιαστικά υποστηρίζει ότι το εν λόγω διάταγμα ουδέποτε επιδόθηκε σε αυτόν διότι ουδέποτε εφαρμόστηκε, για τον λόγο ότι η φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων τους ασκείτο ανέκαθεν από την μητέρα του, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων που εργάζονταν. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι η ίδια η Αιτήτρια παραδέχεται ότι την φύλαξη και φροντίδα των παιδιών είχε η μητέρα του, αφού αφιέρωνε μεγάλο μέρος της ημέρας στις εργασιακές της υποχρεώσεις.
- Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης του, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται πως το ανήλικο τέκνο των διαδίκων από τον Σεπτέμβρη του έτους 2024 μέχρι και σήμερα αυτοβούλως και με την ελεύθερη του βούληση διαμένει μαζί του, χωρίς να θέλει να διατηρεί την παραμικρή επαφή με την Αιτήτρια, παρά τις προσπάθειές του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και συνεδρίες σε ειδική παιδοψυχολόγο. Υποστηρίζει ακόμα, ότι η μοναδική στιγμή κατά την οποία υπήρξε συνάντηση της Αιτήτριας με τον ανήλικο ήταν τον Απρίλιο του έτους 2024, το αποτέλεσμα της οποίας δεν ήταν το αναμενόμενο, όπως τον ενημέρωσε το παιδί.
- Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει πως πριν από κάποιο χρονικό διάστημα όταν παρέδωσε τον ανήλικο υιό του στο σχολείο του, συνάντησε τυχαία στον δρόμο την ανήλικη θυγατέρα του και ενώ οδηγούσε της ανέφερε։ «Μ. μου καλημέρα. Σε αγαπώ. Επεθύμησα σε» και η ανήλικη του χαμογέλασε προχωρώντας προς την σχολική της μονάδα. Η Αιτήτρια δεν άργησε φυσικά να επιδείξει εκ νέου την εκδικητική της τάση, αφού από το ίδιο βράδυ κιόλας έλαβε τηλεφώνημα από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού ότι αυτή προέβη σε καταγγελία για το αδίκημα της ανυπακοής προς τις νόμιμες διαταγές του Δικαστηρίου, συνεπεία της έκδοσης διατάγματος περιοριστικών μέτρων στην υπ’ αριθμόν 15870/2024 ποινική υπόθεση, την οποία η Αιτήτρια κινεί καταχρηστικά και εκδικητικά εις βάρος του.
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει επίσης, ότι κατά τον Ιούνιο του έτους 2025, η Αιτήτρια αποφάσισε να ταξιδέψει με αμφότερα τα ανήλικα τέκνα στην Αγγλία για χρονικό διάστημα δύο μηνών. Όσον αφορά την ανήλικη θυγατέρα τους, παρείχε την συγκατάθεσή του για το προγραμματισμένο ταξίδι, όπως και η ίδια η Αιτήτρια παρείχε την συγκατάθεσή της για να ταξιδέψει τον Αύγουστο του 2025 με τον ανήλικο υιό στην Ελλάδα. Αναφορικά με τον ανήλικο υιό τους, αυτός αρνείτο κατηγορηματικά να μεταβεί στην Αγγλία με την μητέρα του και την αδελφή του, παρά τις προτροπές του να μεταβεί και να περάσει χρόνο κυρίως με την αδελφή του αλλά και την μητέρα του.
- Περαιτέρω, ο Καθ’ ου υποστηρίζει ότι κατά ή περί τις αρχές του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2025, η Αιτήτρια αποφάσισε να εκδώσει εισιτήρια προς Ιταλία για την περίοδο της Πρωτοχρονιάς με την ανήλικη θυγατέρα τους, ενώ ήταν παράκλησή της όπως μιλήσει με τον ανήλικο, προκειμένου να μεταβεί και ο ίδιος μαζί τους. Παρά τις συνεχείς προσπάθειές του να πείσει τον ανήλικο να μεταβεί με την μητέρα και την αδερφή του στην Ιταλία, ο ίδιος αρνήθηκε κατηγορηματικά να ταξιδέψει μαζί τους.
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση εκφράζει την λύπη του για την υφιστάμενη κατάσταση, αφού τόσο ο ίδιος όσο και οι γονείς του δεν έχουν την παραμικρή επικοινωνία με την θυγατέρα του λόγω της πλύσης εγκεφάλου που υφίσταται από την Αιτήτρια, ενώ η ανήλικη πάντοτε τελούσε υπό την αδιάλειπτη φροντίδα τους. Τον λυπεί επίσης, ότι η Αιτήτρια δεν αντιλαμβάνεται πως με την όλη στάση της απομακρύνει περισσότερο τον ανήλικο υιό της από την ίδια, αφού αποφασίζει αυτοβούλως και κατά το δοκούν να επεμβαίνει στην ζωή του χωρίς να λαμβάνει υπόψιν την άρνησή του να έχει την οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της, μεταβαίνοντας στην σχολική μονάδα που φοιτά δημιουργώντας εντάσεις και αποφασίζοντας όποτε η ίδια επιθυμεί να του αποστέλλει μηνύματα επιβλητικά για να επιστρέψει στην πρώην συζυγική οικία.
∙ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։
- Στις 27/03/2025 η κα Μ.Θ. μητέρα αλλά και ο Γ.Κ. πατέρας του Καθ’ ου η Αίτηση προέβησαν σε ένορκη δήλωση με την οποία παρέθεσαν τους δικούς τους ισχυρισμούς προς υποστήριξη της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση. Οι ισχυρισμοί που διατυπώνουν είναι σε μεγάλο βαθμό πανομοιότυποι και εστιάζουν επί το πλείστο στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε και ο ίδιος ο Καθ’ ου η Αίτηση. Θα επικεντρωθώ στα πιο ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας τους.
- Αρχικά, οι ενόρκως δηλούντες αναφέρουν ότι ενώ οι σχέσεις τους με την Αιτήτρια ήταν αρχικά καλές, στην συνέχεια η στάση της άλλαξε προς το χειρότερο επιδεικνύοντας τάσεις απέχθειας προς το πρόσωπο τους. Υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια ανέθεσε την φύλαξη και φροντίδα των ανήλικων τέκνων κυρίως στην μητέρα του Καθ’ ου η Αίτηση, που τα φρόντιζε επί καθημερινής βάσεως, τους μαγείρευε και τα παραλάμβανε με τον σύζυγο της από τις σχολικές τους μονάδες, ενώ τους μετέφεραν και στις απογευματινές τους δραστηριότητες. Τα παιδιά ακολούθως παραλαμβάνονταν από τον Καθ’ ου η Αίτηση για να επιστρέψουν στην συζυγική οικία, να φάνε το βραδινό που η ίδια ετοίμαζε, μέχρι να επιστρέψει κατά τα μεσάνυκτα η Αιτήτρια από την εργασία της.
- Η μητέρα του Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων τους μετέφεραν αισχρούς χαρακτηρισμούς τους οποίους πρόσαπτε η Αιτήτρια στους ίδιους, οι οποίοι εξαπολύονταν και από την ίδια την Αιτήτρια που προσπαθούσε να τους μειώσει.
- Οι γονείς του Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζουν ότι από τον Σεπτέμβριο του 2024 ο υιός της με τον ανήλικο υιό του φιλοξενούνται στην οικία τους, διευκρινίζοντας ότι ουδέποτε εγκατέλειψε το παιδί στην οικία τους για να μεταβεί στο σπίτι που διατηρεί στο χωριό Π.Π. Αναφέρει επίσης, ότι κάθε πρωϊ ο Καθ’ ου μεταφέρει τον ανήλικο στην σχολική του μονάδα και η μητέρα του, τους πλένει και καθαρίζει τους προσωπικούς τους χώρους.
- Οι ενόρκως δηλούντες προβαίνουν σε εκτενή περιγραφή του περιστατικού που διαδραματίστηκε στις 22/09/2024 όπου και μετέφεραν τον ανήλικο υιό των διαδίκων στην πρώην συζυγική οικία και αυτός δεν μπορούσε να εισέλθει, διότι η Αιτήτρια είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα γεγονότα που ανέφερε και ο Καθ’ ου η Αίτηση στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση του, συνεπώς δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε περαιτέρω αναφορά επί του εν λόγω θέματος.
- Ισχυρίζονται ότι από την πιο πάνω ημερομηνία, ο ανήλικος υιός των διαδίκων διαμένει καθημερινά στην οικία τους, χωρίς να επιθυμεί την παραμικρή επικοινωνία με την μητέρα του, παρά τις εκκλήσεις τους προς τον ίδιο. Αντιθέτως, υποστηρίζουν ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων με την οποία είχαν στενότατους δεσμούς και την οποία ουσιαστικά ανέθρεψαν, από την διάσταση των διαδίκων τους αποφεύγει και αρνείται να έχει σχέσεις μαζί τους, παρά το γεγονός ότι επιχείρησαν να την συναντήσουν. Κατόρθωσαν να την συναντήσουν ή να επικοινωνήσουν μαζί της μόνο τρείς φορές.
∙ Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/04/2025։
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση με την αίτηση που προώθησε αξιώνει την αναστολή της ισχύος του εκ συμφώνου τελικού διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, σε μεγάλο βαθμό επαναλαμβάνονται αυτούσιες οι θέσεις και ισχυρισμοί του, οι οποίοι διατυπώθηκαν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση του στην αίτηση ημερομηνίας 31/01/2025. Για αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω. Συνεπώς, θα επικεντρωθώ σε συγκεκριμένες θέσεις οι οποίες έχουν προβληθεί για σκοπούς εξέτασης της παρούσης.
- Μεταξύ άλλων, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι από τα τέλη του 2011 όπου και επανασυνδέθηκε με την Αιτήτρια μετά που είχε εκδοθεί το διάταγμα γονικής μέριμνας, μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2024 όπου επήλθε και η οριστική διάσταση των διαδίκων, το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 15/02/2011 ουσιαστικά δεν εφαρμοζόταν για τον απλούστατο λόγο ότι συμβίωναν. Υποστηρίζει ότι η φύλαξη και φροντίδα των παιδιών τους ασκείτο ουσιαστικά κατά το προαναφερόμενο διάστημα, από την μητέρα του και τον ίδιο, αφού η Αιτήτρια ήταν πλήρως απασχολημένη με τα εργασιακά της καθήκοντα καθ’ όλη την διάρκεια της ημέρας.
- Ο Καθ’ ου η Αίτηση ουσιαστικά τονίζει ότι το περιβάλλον στην πρώην συζυγική οικία ήταν και είναι ανέκαθεν προβληματικό και ουδέποτε ήρεμο και ασφαλές λόγω της παρουσίας της Αιτήτριας και των συμπεριφορών της προς τα ανήλικα τέκνα τους. Λόγω του ότι οι τακτικές επηρεασμού της Αιτήτριας δεν απέδωσαν όπως με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, ο ανήλικος υιός τους προτίμησε να απομακρυνθεί και αρνείται να επιστρέψει στην πρώην συζυγική οικία με την μητέρα του. Ισχυρίζεται ακόμα, ότι η ψυχολογική, λεκτική και σωματική βία που υφίστατο από την Αιτήτρια αποτέλεσαν παράγοντες καταλυτικής σημασίας για την επιθυμία του ανήλικου υιού τους να αποκόψει την παραμικρή επαφή που διατηρούσε με την μητέρα του. Επαναλαμβάνει ότι ο ανήλικος υιός τους ανέφερε επανειλημμένως στα όργανα της δημόσιας τάξης, στους καθηγητές του αλλά και στον σύμβουλο/ψυχολόγο του σχολείου του, ότι επιθυμεί να παραμείνει με τον πατέρα του.
- Γενικότερα, ο Καθ’ ου η Αίτηση τονίζει πως η συμπεριφορά της Αιτήτριας απέναντι στα ανήλικα τέκνα τους, ήταν βίαιη, επικριτική και αδιάφορη, ενώ κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους αυτή ήταν απούσα από την καθημερινότητα τους, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων όπου δεν ήταν απασχολημένη με τα εργασιακά της καθήκοντα.
- Ισχυρίζεται, ότι παρά τις προσπάθειες του ο ανήλικος είναι ανένδοτος αναφέροντας του ότι ακόμα και να τον μεταφέρει στην οικία που διαμένει η μητέρα του, αυτός θα επιστρέψει πίσω και για αυτό παίρνει το παιδί σε ειδικό ψυχολόγο, προκαλώντας και την αντίδραση του. Ο Καθ’ ου αναφέρει επίσης και την συνάντηση με την μητέρα του παιδιού στις 13/04/2025 με δική του προσπάθεια, η οποία δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, αφού η Αιτήτρια προσπάθησε να τον χειραγωγήσει.
- Θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η σχετική νομοθεσία και ειδικά το άρθρο 32 του Ν.14/60 για να ευδοκιμήσει το αιτητικό της ανταπαίτησης του στην κυρίως αίτηση. Και τούτο, διότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και είναι ορατή η πιθανότητα επιτυχίας της ανταπαίτησης του, στην βάση των γεγονότων που παρέθεσε. Υποστηρίζει πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αυτό ενδεχομένως να προκαλούσε ανεπανόρθωτη βλάβη τόσο στον ίδιο όσο και στα ανήλικα τέκνα του και ειδικά στον ανήλικο υιό του που πρακτικά έχει την φύλαξη και φροντίδα του, συνεπώς το ζήτημα χρήζει άμεσης ρύθμισης.
ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։
- Με τους λόγους ένστασης της, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ενώ δεν υπάρχει μαρτυρία και/ή ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επίσης, αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και δεν είπε την αλήθεια με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να επιτύχει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η ένσταση της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της, με την οποία ουσιαστικά σε μεγάλο βαθμό επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις της όπως διατυπώθηκαν στις δύο ένορκες δηλώσεις που καταχώρησε στα πλαίσια της αίτησης της ημερομηνίας 31/01/2025. Συνεπώς, δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα γεγονότα που ήδη έχω παραθέσει πιο πάνω, παρά μόνο όσα θεωρώ χρήσιμα για σκοπούς της παρούσης.
- Η Αιτήτρια απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση περί επανασύνδεσης τους μετά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011 και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε επανασυνδεθεί με αυτόν παρά τις μεμονωμένες προσπάθειες που έγιναν κατόπιν των επίμονων πιέσεων του ίδιου. Συνεπώς, η Αιτήτρια επιμένει ότι η διάσταση των διαδίκων ήταν το 2010 και όχι το 2022 ούτε το 2024 όπως λανθασμένα αναφέρει ο Καθ’ ου.
- Τονίζει ακόμα, ότι ουδέποτε άσκησε σωματική και ψυχολογική βία εις βάρος των ανήλικων τέκνων τους και ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του Καθ’ ου η Αίτηση βρίσκονται στην σφαίρα της φαντασίας του, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα στοιχεία ή αναφορές σε συγκεκριμένα περιστατικά και προκειμένου να την μειώσει ως σύζυγο, μητέρα και ως άνθρωπο, προσπαθώντας να μεταθέσει στην ίδια αυτά που ο ίδιος έπραττε.
- Η Αιτήτρια δηλώνει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του εξουσία εις βάρος της έγκρισης του αιτήματος του Καθ’ ου η Αίτηση, διότι τυχόν έγκριση της αιτούμενης αναστολής θα έχει ως συνέπεια την διατήρηση της παράνομης κατάστασης πραγμάτων που δημιουργήθηκε μετά την 21/09/2024, όπου ο πατέρας του παράνομα απομάκρυνε τον ανήλικο υιό τους από την φύλαξη και φροντίδα της, γεγονός που ενόψει του νεαρού της ηλικίας του έχει απόλυτη ανάγκη από το υποστηρικτικό και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον της μητέρας του.
- Τονίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι ύποπτος διάπραξης αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας, εφόσον εναντίον του εκκρεμεί καταγγελία για άσκηση βίας και βρίσκεται σε ισχύ απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο απαγορεύεται να πλησιάζει την ανήλικη θυγατέρα τους, μέχρι την τελική εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης.
- Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον Νόμο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και τα όσα αναφέρει ο Καθ’ ου στην αίτηση του δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αναστολής από το Δικαστήριο, αντίθετα ενισχύουν την θέση της, ότι ο πατέρας των παιδιών τους όχι μόνο είναι ανίκανος να τα έχει υπό την φύλαξη και επιμέλεια του, αλλά και ότι είναι επικίνδυνος για αυτά, αφού όπως έχει αποδείξει δεν διστάζει για ασήμαντη αφορμή να ασκήσει βία.
- Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση υπάρχει, ούτε ορατή πιθανότητα ο Καθ’ ου να δικαιούται σε θεραπεία, ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει σαφώς υπέρ της πλευράς της. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό από τον Καθ’ ου η Αίτηση ότι εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκoλo ή αδύvατo vα απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγεvέστερo στάδιο.
(IV) ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։
- Για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60 πρέπει να συνυπάρχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία στην αγωγή, και
(γ) ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 Α.Α.Δ. 557, Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Πουργουρίδη κ.ά. ν. Μέζου κ.ά., (1994) 1 Α.Α.Δ. 201, Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 (Α) Α.Α.Δ. 253, M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co. (1997) (Γ) 1 Α.Α.Δ. 1791).
- Επιπρόσθετα, το Δικαστήριο οφείλει να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ''Βασίλη (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει πάνω στα διαφιλονικούμενα θέματα στα οποία θα κριθεί η κυρίως αίτηση (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas, (1984) 1 Α.Α.Δ. 263).
- Σύμφωνα με το άρθρο 5 (1)(α) του Ν. 216/90, η γονική μέριμνα είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων, οι οποίοι το ασκούν από κοινού. Με βάση το άρθρο 5(1)(β) του Νόμου, η γονική μέριμνα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό του ονόματος, την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του.
- Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 216/90, αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο, έπειτα από αίτηση οποιουδήποτε από τους γονείς.
- Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. (2) εδ. (α) του Ν. 216/90, η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να αποβλέπει προς το συμφέρον του τέκνου (βλ. Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Διευθύντρια Τμήματος Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 1911).
- Από την στιγμή που κάθε απόφαση που αφορά την ρύθμιση της γονικής μέριμνας ενός τέκνου αποβλέπει στο συμφέρον του, αυτή θα πρέπει να μπορεί να τροποποιηθεί όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες. Η δυνατότητα μεταρρύθμισης μίας δικαστικής απόφασης που αφορά την άσκηση της γονικής μέριμνας ενός ανήλικου τέκνου, προβλέπεται στο άρθρο 20 του Ν.216/90 που αναφέρει τα ακόλουθα։
«Αν από τότε που εκδόθηκε δικαστική απόφαση σχετικά με την γονική μέριμνα μεταβλήθηκαν οι συνθήκες, το Δικαστήριο μπορεί ύστερα από αίτηση του ενός ή και των δύο γονέων ή του Διευθυντή να προσαρμόσει την απόφαση του στις νέες συνθήκες ανακαλώντας ή τροποποιώντας την».
- Η εν λόγω μεταβολή των συνθηκών, έχει την έννοια της διαφοροποίησης της επικρατούσας κατάστασης πραγμάτων κατά την έκδοση του υπάρχοντος διατάγματος και όχι προγενέστερα της έκδοσης του και η οποία δικαιολογεί την προσαρμογή του από το Δικαστήριο στην νέα κατάσταση πραγμάτων, εφόσον τούτο δεν μπορεί να γίνει με την συμμόρφωση προς αυτό (βλ. απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Μ.Σ. ν. Ν.Ι. Έφ. Αρ. 38/2016 ημερομηνίας 14/04/2020).
- Σύμφωνα με την καθοδηγητική νομολογία, κατά την εκδίκαση των αιτήσεων που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας ανήλικων τέκνων, δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα, της οποίας ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Ως συμφέρον του τέκνου εννοείται το σωματικό, το υλικό, το πνευματικό, το ψυχικό, το ηθικό και γενικότερα το κάθε είδους συμφέρον. Γνώμονας είναι πάντοτε το συμφέρον του ανηλίκου (βλ. Ιακωβίδης ν. Ιακωβίδου (2001) 1 Α.Α.Δ. 1108, Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, Διευθύντρια Κοινωνικής Ευημερίας ν. Ντούμα κ.ά. (2001) 1 (Γ) 1911, Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (2006) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1153).
- Στην καθοδηγητική απόφαση Κκουφού ν. Κκουφού (1997) 1 ΑΑΔ 1588, 1593 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«Η διαμόρφωση κρίσης πάνω σε θέματα γονικής μέριμνας είναι έργο λεπτό και σύνθετο. Δεν είναι εγχείρημα που στοχεύει στην απόδοση ευθυνών ή στην επιβολή κύρωσης για μεμπτή συμπεριφορά. Γνώμονας είναι το συμφέρον του ανηλίκου και κατά την εκτίμησή του προσλαμβάνει σημασία το σύνολο των κριτηρίων».
- Στην υπόθεση Ιωαννίδης κ.ά. ν. Ιωαννίδη κ.ά. (2002) 1 (Γ) ΑΑΔ Σελ. 1446, 1452 λέχθηκαν τα πιο κάτω:
«Στη διαδικασία αιτήσεων γονικής μέριμνας δεν υπάρχει το στοιχείο της αντιπαράθεσης μεταξύ των γονέων. Πρόκειται για διαδικασία εξεταστικού χαρακτήρα της οποίας, ο τελικός σκοπός είναι η καλύτερη εξυπηρέτηση της ευημερίας και του συμφέροντος του ανηλίκου. Στα άρθρα 6 και 14 του νόμου, αναφέρεται ότι το κύριο κριτήριο για τη γονική μέριμνα είναι το συμφέρον του τέκνου. Πρόκειται για αρχή η οποία επαναλαμβάνεται συχνά στη νομολογία».
(V) Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΑ ΑΝΗΛΙΚΑ ΤΕΚΝΑ։
- Στις 19/12/2025 το Δικαστήριο διεξήγαγε ξεχωριστή συνέντευξη με τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων την Μ-Χ.Ι. 17 ετών και τον Γ.Ι. 15 ετών, ούτως ώστε να ληφθεί υπόψη η γνώμη τους, στην βάση της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Γ.Δ. κ.α. -ν- Α.Β. κ.α. Έφεση Αρ. 1/2022, ημερομηνίας 07/07/2022, όπου κρίθηκε αναγκαία η λήψη προσωπικής συνέντευξης με ένα ανήλικο ακόμα και στα πλαίσια μίας ενδιάμεσης αίτησης.
- Το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν.216/90 προνοεί ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου και στο βαθμό που μπορεί να αντιληφθεί, πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετικά με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.
- Στην καθοδηγητική απόφαση στην υπόθεση Ευγ. Στυλιανού ν. Βασ. Στυλιανού (1993) 1 Α.Α.Δ. 130, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο επισήμανε τα ακόλουθα:
«H μαρτυρία των ανηλίκων αναφορικά με τις επιθυμίες τους ως προς την επιμέλεια και φροντίδα του προσώπου τους αποτελεί πρωτογενές συστατικό στοιχείο για την άσκηση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τη ρύθμιση της γονικής μέριμνας όπου καταρρέει ο γάμος. Αυτό συνάγεται ευθέως από τις πρόνοιες του άρθρου 6(3) του Ν. 216/90 που επιτάσσει την αναζήτηση της γνώμης των ανηλίκων, εφόσον έχουν την ωριμότητα να διαμορφώσουν γνώμη, πριν τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης 'σχετικά με τη γονική τους μέριμνα'. Η μαρτυρία των ανηλίκων σε διαδικασία για γονική μέριμνα δεν στρέφεται εξ’ αντικειμένου εναντίον οποιουδήποτε• είναι δηλωτική της γνώμης τους για το συμφέρον και την ευημερία τους. Το δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται αποτελεί απόρροια της αυθυπαρξίας του ατόμου τους.
Η λήψη της γνώμης του παιδιού, εφόσον η ωριμότητα του καθιστά δυνατή τη διαμόρφωση γνώμης, για την ανάθεση της επιμέλειας και μέριμνας του είναι υποχρεωτική, όπως προβλέπει το άρθρο 6(3) του Νόμου 216/90 και ενέχει βαρύνουσα σημασία ως αποκαλυπτική της δικής του βούλησης για την ευτυχία και πρόοδο του. Όπως εξηγείται στην υπόθεση Gillick, όσο μεγαλώνει το παιδί και ανεξαρτητοποιείται ανάλογα μεγαλύτερη και βαρύνουσα καθίσταται η γνώμη του για την επιμέλεια του ατόμου του».
- Στην απόφαση Π.Ε. -και- K.R.U. του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, Έφεση αρ. 23/18, ημερομηνίας 03/12/2019, η πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου κα Σταματίου, επισήμανε τα ακόλουθα:
«H γνώμη του παιδιού έχει βαρύνουσα σημασία, και συνεπώς η βούληση του, αναλόγως της ωριμότητάς του, πρέπει να αναζητείται και να συνεκτιμάται (βλ. Στυλιανού ν. Στυλιανού (1993) 1 ΑΑΔ 130, Πασιαρδή ν. Θεοδοσίου (2004) 1 ΑΑΔ 338). Αυτό αποτελεί ένδειξη σεβασμού της προσωπικότητας του παιδιού από το νομοθέτη. Η αναζήτηση της γνώμης του παιδιού είναι υποχρεωτική, εφόσον το παιδί είναι ώριμο, λόγω βιολογικών ή κοινωνικών παραγόντων, να εκφράσει τη γνώμη του για συγκεκριμένο θέμα.
Η γνώμη του παιδιού λαμβάνεται υπόψη νοουμένου ότι είναι γνήσια και όχι υποβολιμαία ή στηρίζεται στη μονομερή επίδραση του ενός εκ των γονέων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το παιδί ζει με τον ένα γονέα ή όπου καλλιεργείται από τον ένα γονέα η αποξένωση ως προς τον άλλο γονέα».
- Στο σύγγραμμα «Οικογενειακό Δίκαιο» Απόστολου Γεωργιάδη, εκδόσεις Σάκκουλα, 2014, αναφέρονται τα ακόλουθα (βλ. σελ. 560-561):
«β) Γνώμη τέκνου: Προκειμένου να διευκολυνθεί ο δικαστής (και των ασφαλιστικών μέτρων) στο έργο του, ο νόμος ορίζει ρητά ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά στα συμφέροντα του (ΑΚ 1511 § 3, ΚΠολΔ 681Γ § 3 εδ. α'). Αντίστοιχη ρύθμιση περιέχει και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την άσκηση των δικαιωμάτων των παιδιών (ν.2502/1997), σύμφωνα με την οποία «σε ένα παιδί που θεωρείται από το εσωτερικό δίκαιο ότι έχει επαρκή κρίση, στις διαδικασίες που το αφορούν ενώπιον μιας δικαστικής αρχής, παρέχονται τα ακόλουθα δικαιώματα, την απόλαυση των οποίων μπορεί να ζητήσει και το ίδιο: να ερωτάται και να εκφράζει τη γνώμη του» (άρθρο 3). Το δικαστήριο λοιπόν έχει καθήκον να αναζητήσει και να συνεκτιμήσει τη γνώμη του τέκνου, εφόσον πρόκειται για ώριμο παιδί που έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένο να την ακολουθήσει. Για τον λόγο αυτό το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα το επίπεδο ωριμότητας του τέκνου ενόψει και των εκάστοτε πραγματικών περιστατικών, οφείλει όμως να αιτιολογεί ειδικώς γιατί αυτό δεν έχει ενδεχομένως την απαιτούμενη ωριμότητα».
- Το πότε ένα παιδί κρίνεται ώριμο να εκφράσει την γνώμη του σε θέματα που το αφορούν, δεν έχει θεσμοθετηθεί ρητά στην κυπριακή έννομη τάξη και έτσι αυτό επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αντλείται συνήθως καθοδήγηση από την σχετική νομολογία. Στο σύγγραμμα Οικογενειακό Δίκαιο, Β. Βαθρακοκοίλη (2004) στην σελ. 907, εκφράζεται η άποψη ότι για να είναι δυνατή η διακρίβωση της γνώμης του τέκνου πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το 6ο έτος της ηλικίας του.
- Το άρθρο 12(1) του περί της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου (Ν.5(ΙΙΙ)/2000) διαλαμβάνει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να διασφαλίζουν στο παιδί που είναι ικανό να σχηματίσει τις δικές του απόψεις, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασής των απόψεων του, σχετικά με οποιοδήποτε θέμα που το αφορά και δίδεται στις απόψεις του παιδιού το απαιτούμενο βάρος σύμφωνα με την ηλικία και τον βαθμό ωριμότητας του.
- Η καταλυτική σημασία του δικαιώματος ακρόασης των παιδιών διαφαίνεται και μέσα από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2201/2003 για την διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας, όπου στο άρθρο 23(β) αναφέρεται ότι, απόφαση που αφορά την γονική μέριμνα δεν αναγνωρίζεται, αν έχει εκδοθεί χωρίς να δοθεί στο παιδί δυνατότητα ακρόασης κατά παράβαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών του κράτους αναγνώρισης.
- Ένεκα της φύσεως και των αιτούμενων θεραπειών των υπό εξέταση αιτήσεων, η συνέντευξη με τα δύο ανήλικα τέκνα των διαδίκων επικεντρώθηκε κυρίως στην καθημερινότητα τους, στην σχέση και αλληλεπίδραση τους με τους γονείς τους, αλλά και το καθεστώς διαμονής τους.
- Αρχικά, το Δικαστήριο διεξήγαγε συνέντευξη με την ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων, η οποία ήταν έντονα συναισθηματικά φορτισμένη. Αρχικά, σε σχετική ερώτηση που της υποβλήθηκε για το πως νοιώθει που σήμερα οι γονείς της δεν διαμένουν μαζί, η ανήλικη ανέφερε ότι νοιώθει καλύτερα, αλλά είναι έντονη και λυπητερή η κατάσταση με τις υποθέσεις που εκκρεμούν στο Δικαστήριο.
- Ακολούθως, μετά από σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην ανήλικη για το πως περνούσαν όλοι μαζί στο σπίτι κατά το παρελθόν, ανέφερε ότι δεν θυμάται γιατί ήταν σε διάσταση, αλλά ότι υπήρχαν καβγάδες για τους πιο ανίδεους λόγους μεταξύ των γονέων και των παιδιών. Διευκρίνισε ότι έμπαινε στην μέση για να μην κτυπήσει ο πατέρας της την μητέρα της και τον αδελφό της. Περιέγραψε ένα περιστατικό όπου ο πατέρας της, της φώναζε συνέχεια ότι δεν θα την σπουδάσει, όταν μιλούσε στο τηλέφωνο με την μητέρα της, διευκρινίζοντας ότι έχει παράπονο από τον πατέρα της.
- Όταν ρωτήθηκε αν συνομιλεί με τον πατέρα της στο τηλέφωνο, η ανήλικη κλαίγοντας απάντησε ότι δεν μιλάνε, δεν την παίρνει τηλέφωνο και ούτε της στέλνει μήνυμα. Διευκρίνισε επίσης, ότι δεν επιθυμεί να τον συναντήσει αφού δεν είναι έτοιμη. Ανέφερε ότι πέρασε πολλή βία και άγχος στην ζωή της και δεν θέλει να τα θυμηθεί ξανά και να τα επαναλάβει. Δήλωσε ότι είναι δέκα φορές καλύτερα που ζει με την μητέρα της. Νοιώθει πολύ καλά με αυτήν, δεν έχει το στρες που είχε και είναι πιο συγκεντρωμένη στο μέλλον της και τί θέλει να σπουδάσει, αφού δεν επικρατεί όλο αυτό το χάος.
- Σε σχέση με την συμπεριφορά των γονέων της, η ανήλικη ανέφερε μετά από διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, ότι περνά όμορφα με την μητέρα της παρά τις διαφωνίες τους, σε αντίθεση με τον πατέρα της που την κτυπούσε άσχημα, όπως έπραττε και με τον αδελφό της, όταν η Αιτήτρια έλειπε στην Γερμανία. Ούτε με τον αδελφό της διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις και δεν μιλούν, ούτε συναντιούνται συχνά.
- Όταν η ανήλικη ερωτήθηκε γιατί έφυγε ο αδελφός της από την πρώην συζυγική οικία, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι την πήρε τηλέφωνο ο πατέρας της κατά τις αρχές Σεπτεμβρίου λέγοντας της ότι θα σκοτώσει την μητέρα της και θα κάμει άχρηστο τον τατά της γιατί αυτός προστατεύει την Αιτήτρια. Ανέφερε ότι ο αδελφός της έφυγε από το σπίτι διότι έβριζε και φώναζε της μητέρας της, αυτή με την μητέρα της μπήκαν στην μέση, όταν αυτός την κτύπησε. Όταν μία μέρα ο αδελφός της επέστρεψε πίσω αφού έμενε στην γιαγιά και ήθελε να εισέλθει στο σπίτι, είχαν αλλάξει τις κλειδαριές όπως τους είπε η αστυνομία. Διευκρίνισε ότι δεν έδιωξαν τον αδελφό της, αλλά άλλαξαν κλειδωνιές για να προστατευτούν από τον πατέρα της ο οποίος απείλησε να σκοτώσει την μητέρα τους και αυτός νόμισε ότι δεν τον θέλουν.
- Μετά από σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στην ανήλικη για την σχέση της με τον πατέρα της, αυτή απάντησε ότι δεν είχε έντονη σχέση με αυτόν και δεν τον πεθυμά. Είπε ότι την ενοχλεί ότι ο πατέρας της λέει πως η μητέρα της τους κτυπούσε, κάτι που δεν είναι αλήθεια από την στιγμή που ο ίδιος το έκανε αυτό. Δήλωσε ακόμα, ότι δεν είναι έτοιμη να συναντήσει τον πατέρα της ιδίως σε αυτή την κρίσιμη περίοδο με το σχολείο της, πως θα έλθει μία φάση της ζωής της που σίγουρα θα τον δει, αλλά δεν θα τον συγχωρέσει για το ότι τους έκανε. Όταν η ανήλικη ρωτήθηκε αν άλλαζε κάτι πάνω στον πατέρα της για να τον συναντήσει, αυτή απάντησε ότι θέλει να επιστρέψει ο αδελφός της στο σπίτι γιατί η μητέρα της έχει την φύλαξη-επιμέλεια του και να αλλάξει λίγο η συμπεριφορά του και να μην λέει τόσα ψέματα.
- Μέσα από την συνέντευξη της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, διαφάνηκε ξεκάθαρα ότι διατηρεί μία καλή σχέση με την μητέρα της και ότι νοιώθει ηρεμία κοντά της, διαμένοντας στην πρώην συζυγική οικία. Αντιθέτως, εξέφρασε ιδιαίτερα αρνητικά συναισθήματα για τον πατέρα της, εξηγώντας τους λόγους, όπως το ότι ασκούσε βία εναντίον της και ότι λέει ψέματα. Δήλωσε με ξεκάθαρο τρόπο, ότι στο παρόν στάδιο δεν επιθυμεί να τον συναντήσει. Επίσης, ανέφερε ότι θέλει να επιστρέψει στο σπίτι ο αδελφός της δηλώνοντας ότι η μητέρα της έχει «custody». Διαφάνηκε ότι ήταν έντονα συναισθηματικά φορτισμένη από την δυσάρεστη κατάσταση που επικρατεί, κλαίγοντας σε διάφορα σημεία της συνέντευξης και αυτό που την ενδιαφέρει αυτή την στιγμή είναι να παραμείνει ήρεμη και συγκεντρωμένη στα μαθήματα της αφού είναι τελειόφοιτος.
- Στην βάση των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει ότι η ανήλικη θυγατέρα των διαδίκων διαθέτει σε ικανοποιητικό βαθμό την αναγκαία ή στοιχειώδη εκείνη ωριμότητα και βαθμό αντίληψης στην ηλικία των 17 ετών, ώστε να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα της παρούσης. Θεωρώ έστω σε προκαταρτικό βαθμό και παρά την έντονη συναισθηματική της φόρτιση, ότι το παιδί εξέφρασε σε μεγάλο βαθμό την γνώμη και τις απόψεις της ελεύθερα και αυθόρμητα. Συνεπώς, κρίνω ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο οι θέσεις και επιθυμίες της, όπως αυτές διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη της.
- Αμέσως μετά ακολούθησε η συνέντευξη με τον ανήλικο υιό των διαδίκων. Μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος δήλωσε ότι εδώ και ενάμισι έτος διαμένει με τον πατέρα του στο σπίτι της γιαγιάς του μαζί με τον παππού του, ενώ τα Σ/Κ μεταβαίνουν στο σπίτι τους στο χωριό. Διαθέτει το δικό του δωμάτιο στο σπίτι όπου διαμένει και του αρέσει εκεί.
- Μετά από διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος ανέφερε ότι υπήρχαν καβγάδες μεταξύ των γονέων του. Σε ερώτηση αν μετά που χώρισαν οι γονείς του, έμενε με την μητέρα του και πήγαινε να βλέπει τον πατέρα του, ο ανήλικος απάντησε καταφατικά και πως δεν ήταν ακριβώς χωρισμένοι, αφού τάχα έβλεπε ο ένας τον άλλο, ο πατέρας του ερχόταν στο σπίτι και τους έπαιρνε σχολείο, ενώ κάποιες φορές έμενε και εκεί.
- Όταν ο ανήλικος ρωτήθηκε τι έγινε και πήγε να μείνει με τον πατέρα του και αν επρόκειτο για δική του απόφαση, αυτός απάντησε ότι πράγματι αυτός το αποφάσισε γιατί τσακώθηκε με την μητέρα του και την αδελφή του, όπου του επιτέθηκαν και του τραβούσαν τα μαλλιά. Ανέφερε επίσης, ότι πήγε να μείνει με τον πατέρα του για 2-3 ημέρες για να ηρεμήσει και ακολούθως επέστρεψε σπίτι, αλλά βρήκε αλλαγμένες τις κλειδωνιές και αποφάσισε να μείνει με τον πατέρα του βρίσκοντας την ηρεμία του. Μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν για το εν λόγω συμβάν και αν το συζήτησε με την μητέρα και την αδελφή του, ο ανήλικος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι είναι βέβαιος ότι τον έδιωξε, άλλαξε τις κλειδαριές και του έδωσε και τα ρούχα του.
- Δήλωσε ότι νοιώθει ευχάριστα με τον πατέρα του και περνάνε καλά, ενώ σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε αν έτυχε ποτέ ο Καθ’ ου να τον κτυπήσει ή να του φερθεί άσχημα, ο ανήλικος απάντησε αρνητικά. Σε σχέση με την μητέρα του, δήλωσε ότι την συνάντησε με την αδελφή του πριν μία βδομάδα όπου γευμάτισαν σε εστιατόριο, ενώ είχε να την δει για 1-2 μήνες, αλλά έρχεται και τον βλέπει στο σχολείο του και στα αγγλικά του. Ανέφερε επίσης, ότι κάποιες φορές μιλά με την μητέρα του στο τηλέφωνο, αλλά δεν την πεθυμά και τόσο.
- Όταν ο ανήλικος ρωτήθηκε αν επιθυμεί να συναντά την μητέρα του σε τακτική βάση, απάντησε ότι δεν θέλει να βλέπει την μητέρα του, ενώ για την αδελφή του δεν έχει κάποιο πρόβλημα. Εξήγησε ότι δεν επιθυμεί να βρεθεί με την μητέρα του διότι όταν είναι μαζί φωνάζει και είναι βίαια προς τον ίδιο, διευκρινίζοντας ότι τον κτυπούσε, του τραβούσε τα μαλλιά, αλλά και ότι αργούσε να επιστρέψει σπίτι τις περισσότερες φορές. Δήλωσε ακόμα, ότι έχει παράπονο από αυτήν γιατί ένοιωθε ότι δεν τον πρόσεχε καλά. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε αν θα σκεφτόταν να την βλέπει πιο συχνά, αυτός απάντησε։ «ίσως ναι».
- Μετά από σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο ανήλικος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι παλαιότερα που έμεναν όλοι μαζί, ήταν συνδεδεμένος και με τους δύο γονείς του, ενώ δήλωσε ότι με την μητέρα του τσακώνονταν πολλές φορές, αφού όταν ερχόταν σπίτι, φώναζε και ξεκινούσαν οι καβγάδες. Όταν ρωτήθηκε πως θα ένοιωθε αν διέμενε από αύριο στο ίδιο σπίτι με την μητέρα και την αδελφή του, ο ανήλικος ανέφερε ότι θα πεθυμούσε τον πατέρα του γιατί περνά ωραία με αυτόν, ενώ δήλωσε ότι νοιώθει πιο χαρούμενος αν συνεχίσει να διαμένει με τον πατέρα του στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού, διευκρινίζοντας ότι βρήκε την ησυχία του, περνά πιο καλά και είναι πιο ήρεμος.
- Μέσα από την συνέντευξη του ανήλικου υιού των διαδίκων, αντιλήφθηκα ότι το παιδί ήταν ήρεμο, συνειδητοποιημένο και σταθερό στις απαντήσεις του. Μέσα από τις απαντήσεις που έδωσε, διαφάνηκε ότι διατηρεί ιδιαίτερα στενό συναισθηματικό δέσιμο με τον πατέρα του, δηλώνοντας ικανοποιημένος στο περιβάλλον που διαβιώνει στην πατρική οικία. Αντιθέτως, διατηρεί αρνητικά συναισθήματα για την μητέρα του και δεν επιθυμεί να την βλέπει, εξηγώντας τους λόγους και επικεντρώθηκε σε ισχυρισμούς ότι αυτή τον παραμελούσε, του φώναζε και ασκούσε βία προς αυτόν. Δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο να την συναντά πιο τακτικά. Ουσιαστικά δήλωσε την προτίμηση του για το που επιθυμεί να διαμένει και ότι αν έμενε με την μητέρα του, θα πεθυμούσε τον πατέρα του με τον οποίο περνά όμορφα. Εξέφρασε την θέση ότι νοιώθει χαρούμενος στην πατρική οικία και είναι πιο ήρεμος.
- Στην βάση των πιο πάνω, έχω διαπιστώσει ότι ο ανήλικος υιός των διαδίκων στην ηλικία των 15 ετών διαθέτει σε ικανοποιητικό βαθμό την αναγκαία ή στοιχειώδη εκείνη ωριμότητα και βαθμό αντίληψης, ώστε να αντιληφθεί τα πραγματικά δεδομένα της παρούσης. Θεωρώ έστω σε προκαταρτικό βαθμό, ότι το παιδί εξέφρασε την γνώμη και τις απόψεις του ελεύθερα, γνήσια και αυθόρμητα, χωρίς οποιαδήποτε προκατάληψη ή επηρεασμό. Συνεπώς, κρίνω ότι θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο οι θέσεις και επιθυμίες του, όπως αυτές διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη του.
- Θα ήθελα να επισημάνω εν προκειμένω, ότι η γνώμη των παιδιών δεν δεσμεύει απαρέγκλιτα το Δικαστήριο, αλλά απλά δύναται να συνεκτιμηθεί στον προσδιορισμό του γνήσιου συμφέροντος τους, έστω στα περιορισμένα πλαίσια εξέτασης μίας ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να ακούσει ένα ανήλικο τέκνο και να συνεκτιμήσει την γνώμη του μαζί με άλλους παράγοντες, αλλά δεν είναι υποχρεωμένο να την αποδεχτεί, αν κάτι τέτοιο ενδέχεται να μην εξυπηρετήσει στο έπακρον τα πραγματικά συμφέροντα του και όχι αυτά που το ίδιο νομίζει, όπως επιτάσσει και η σχετική νομολογία.
- Στην υπόθεση Ιακωβίδη ν. Ιακωβίδου (2000) 1 ΑΑΔ 1108, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«Η επιθυμία του ανήλικου θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν, αλλά σίγουρα δεν συνιστά και τον μόνο, ούτε και τον πρωταρχικό παράγοντα. Και τούτο, γιατί, όπως φαίνεται να έγινε και στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι σίγουρο ότι αυτή είναι η πραγματική επιθυμία του ανήλικου. Εξ’ άλλου είναι εύκολο ανήλικος, ιδιαίτερα σε τρυφερή ηλικία, να καθοδηγηθεί ή ακόμα να αφεθεί να νομίζει ότι έχει συγκεκριμένες επιθυμίες που ουσιαστικά δεν τον εκφράζουν».
(VI) ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΙΤΗΣΕΩΝ։
- Αρχικά να επισημάνω, ότι και οι δύο πλευρές μερίμνησαν να συμπεριλάβουν στις ένορκες δηλώσεις τους, διάφορους ισχυρισμούς που μεγάλο μέρος αυτών δεν σχετίζεται επακριβώς με τα επίδικα θέματα και την αιτούμενη θεραπεία ή που αφορούν την μεταξύ τους σχέση και διαφορές, οι οποίες θα πρέπει με βάση την σχετική νομολογία να αγνοηθούν και να μην ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, αναδείχθηκαν από αυτούς εκ διαμέτρου αντίθετοι και αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις, επί διάφορων γεγονότων και πραγματικών περιστατικών, για τις οποίες φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση τους, ιδίως εκείνων που αφορούν την ουσία της εναρκτήριας αίτησης και οι οποίες θα εξεταστούν ενδελεχώς κατά το διερευνητικό στάδιο της υπόθεσης, όπου έχοντας ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, θα καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων (βλ. Δαμιανού ν. Δαμιανού (1989) 1 Α.Α.Δ. 29).
- Περαιτέρω, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι το Δικαστήριο στις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες αιτήσεις, δεν προέβη μονομερώς στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, διέταξε την επίδοση τους και άκουσε και τις δύο πλευρές. Επομένως, δεν εφαρμόζονται εν προκειμένω οι κανόνες για πλήρη αποκάλυψη (Κυριακίδης ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2011) 1 ΑΑΔ 816).
- Λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων και προσεγγίζοντας την με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο δεν ενεργεί ως Δικαστήριο ουσίας και θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε διεξοδική αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή συμπερασμάτων επί των διαφιλονικούμενων θεμάτων, θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 αλλά και η σχετική νομολογία.
∙ Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 31/01/2025։
- Στην υπό εξέταση αίτηση, στην βάση των δικογράφων και των ένορκων δηλώσεων των διαδίκων, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αφού η Αιτήτρια είναι η μητέρα των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας και η οποία διατηρεί στην βάση δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011 την φύλαξη και φροντίδα των παιδιών, ενώ καθορίζεται ως τόπος διαμονής τους, ο τόπος διαμονής της ίδιας. Περαιτέρω, προκύπτει ξεκάθαρα διαφωνία μεταξύ των γονέων σε σχέση με την άσκηση ουσιωδών πτυχών της γονικής μέριμνας, αφού η Αιτήτρια ουσιαστικά επιζητεί κυρίως την επιστροφή του ανήλικου υιού της στον τόπο διαμονής της, ενώ ο Καθ’ ου η Αίτηση επιδιώκει ακριβώς το αντίθετο, ήτοι να καθοριστεί ως τόπος διαμονής και των δύο ανήλικων τέκνων ο εκάστοτε τόπος διαμονής του, αλλά και να του ανατεθεί η φύλαξη και φροντίδα τους. Επιπρόσθετα, έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από την Αιτήτρια ότι οι συνθήκες που ίσχυαν κατά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011 έχουν μεταβληθεί, συνεπώς θεωρώ ότι ενυπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στα πλαίσια της κυρίως αίτησης.
- Σε σχέση με το δεύτερο κριτήριο, ήτοι της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας έχω διαπιστώσει χωρίς να προβαίνω σε ουσιώδη αξιολόγηση αλλά προκαταρτική εξέταση των θέσεων της Αιτήτριας, ότι αυτή παρουσίασε μία πιθανότητα επιτυχίας, αφού το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που απαιτείτο να υπερπηδήσει δεν ήταν πολύ υψηλό. Το στηρίζει στο γεγονός ότι υπήρχε ένα δικαστικό διάταγμα σε ισχύ, στην βάση του οποίου ο ανήλικος υιός της διέμενε στον τόπο διαμονής της και το 2024 μετακινήθηκε και διαμένει στον πατέρα του, για αυτό και αξιώνει την επιστροφή του. Όπως ορίζει η σχετική νομολογία, η έννοια της «πιθανότητας» εισάγει κάτι περισσότερο από μία απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων».
- Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα, παραπέμπω στην απόφαση M & Ch Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. ν. Timberland Co (ανωτέρω), όπου επισημάνθηκαν τα πιο κάτω (σελ. 1799):
«Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides (1979) 1 CLR 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφασή του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου σε θεραπεία».
- Η τρίτη προϋπόθεση, όπως πιο πάνω αναφέρεται, δεν πρέπει να συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς στις υποθέσεις των πολιτικών Δικαστηρίων, πόσο μάλλον στις υποθέσεις των οικογενειακών διαφορών, όπως η παρούσα. Στην απόφαση Κατσουρίδης ν. Κατσουρίδη (1997) 1 Α.Α.Δ. 415, τονίστηκαν τα ακόλουθα (σελ. 427):
«Ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε ούτε την τρίτη προϋπόθεση από τις προϋποθέσεις της επιφύλαξης στο άρθρο 32(1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στο σύγγραμμα του David Bean, Injunctions, 5η έκδοση σελ. 149 ως προς τη δυνατότητα του Δικαστηρίου για άμεση παρέμβαση με παρεμπίπτον διάταγμα στις περιπτώσεις οικογενειακών διαφορών που απολήγουν σε πράξεις βίας ή που επηρεάζουν την ευημερία ανηλίκων για να καταλήξει πως «οι πληγωμένες σχέσεις και τα τραυματισθέντα συναισθήματα των διαδίκων και των ανηλίκων δεν αποτιμούνται σε χρήμα και δεν αποκαθίστανται μεταγενέστερα».
- Ομολογουμένως, μέσα από τις δύο ένορκες δηλώσεις που καταχώρησε η Αιτήτρια, προβάλλονται διάφορα σοβαρά και ανησυχητικά περιστατικά σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων και ιδίως σε σχέση με την συμπεριφορά και την στάση του Καθ’ ου η Αίτηση απέναντι στον ανήλικο υιό τους. Επικεντρώνομαι στις κατηγορίες της για πρόκληση ψυχολογικής και σωματικής βίας, αλλά και την ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του για ενδοοικογενειακή βία, καθώς και το διάταγμα αποκλεισμού του Καθ’ ου η Αίτηση από την Αιτήτρια και την ανήλικη θυγατέρα του.
- Ουσιαστικά, η Αιτήτρια εστιάζει στην θέση πως ο Καθ’ ου η Αίτηση κατά παράβαση της δικαστικής απόφασης με την οποία της ανατέθηκε η φύλαξη, φροντίδα και ο τόπος διαμονής των δύο ανήλικων τέκνων της, στις 21/09/2024, απομάκρυνε παρά την θέληση της τον ανήλικο υιό της της και τον μετέφερε στο σπίτι των γονιών του στη Λεμεσό, διαταράσσοντας με αυτό τον τρόπο την κατάσταση πραγμάτων που επικρατούσε μετά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι παρά τις προσπάθειες της να αποκαταστήσει την αλήθεια και την σχέση της με τον ανήλικο υιό της οι οποίες διαταράχτηκαν, ο Καθ’ ου η Αίτηση και οι γονείς του συνεχίζουν να τον επηρεάζουν αρνητικά κάνοντας του πλύση εγκεφάλου και εμποδίζοντας τον με τις ενέργειες τους να επιστρέψει στην οικογενειακή εστία.
- Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια μεταξύ άλλων υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι ανίκανος και ακατάλληλος να ανταποκριθεί στον γονικό του ρόλο, και με δεδομένες τις βίαιες συμπεριφορές που επέδειξε στο παρελθόν αλλά και εξακολουθεί να επιδεικνύει απομονώνοντας τον ανήλικο ο οποίος βρίσκεται σε ευάλωτη θέση, η ασφάλεια και η σωματική ακεραιότητα του παιδιού τους βρίσκεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Θεωρεί ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποβεί προς όφελος των ανήλικων τέκνων τους, ενώ σε περίπτωση που αυτά δεν εκδοθούν άμεσα, θα προκληθούν δυσμενείς συνέπειες στην ψυχοσωματική ανάπτυξη τους.
- Στον αντίποδα, ο Καθ’ ου η Αίτηση ουσιαστικά υποστηρίζει ότι το διάταγμα ημερομηνίας 15/02/2011 ουδέποτε εφαρμόστηκε διότι οι διάδικοι είχαν επανασυνδεθεί ένα χρόνο αργότερα και ζούσαν κανονικά σαν σύζυγοι μαζί με τα παιδιά τους μέχρι και την οριστική διάσταση τους τον Σεπτέμβριο του 2024 όπου και αποχώρησε από την οικογενειακή εστία. Υποστήριξε ότι το εν λόγω διάταγμα ουδέποτε εφαρμόστηκε στην πράξη, αφού η φύλαξη και φροντίδα των παιδιών τους ασκείτο από την μητέρα του, επειδή οι διάδικοι εργάζονταν ενώ η Αιτήτρια έλειπε μέχρι αργά το βράδυ αφιερωμένη πλήρως στα εργασιακά της καθήκοντα. Συνεπώς, υποστηρίζει ότι με την μετακίνηση του ανήλικου στην πατρική οικία δεν άλλαξε το καθεστώς που ίσχυε προηγουμένως όπως υποστήριξε η Αιτήτρια, αλλά ουσιαστικά παρέμεινε το ίδιο.
- Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτρια ουδέποτε είχε στενούς δεσμούς με τα ανήλικα τέκνα τους και προσπαθούσε συνεχώς να τα χειραγωγεί και να τα δηλητηριάζει εναντίον του και εις βάρος της οικογένειας του, κάτι το οποίο πέτυχε με την ανήλικη θυγατέρα τους. Μάλιστα, υποστηρίζει ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που άσκησε σωματική και ψυχολογική βία εναντίον των παιδιών τους. Υποστήριξε ότι μετά το περιστατικό που επισυνέβη με την αλλαγή κλειδωνιών στην οικογενειακή εστία και την μετακίνηση του ανήλικου υιού τους στην πατρική του οικία, προσπάθησε αρκετές φορές να μεταπείσει το παιδί στο να διατηρεί επικοινωνία με την μητέρα του και με την αδελφή του, εν τούτοις αυτό έχει φορτιστεί με συναισθήματα άρνησης και απέχθειας προς την μητέρα του, αφού του άσκησαν σωματική και ψυχολογική βία.
- Εν προκειμένω, έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των αντικρουόμενων ισχυρισμών και θέσεων των διαδίκων, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στην έκδοση τέτοιας φύσης δραστικών διαταγμάτων που επιζητεί η Αιτήτρια, ιδίως στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστάσεων της παρούσης υπόθεσης και χωρίς πρώτα να έχει ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ώστε να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον του ανήλικου υιού των διαδίκων.
- Θεωρώ επίσης, ότι θα πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη έστω σε προκαταρτικό βαθμό, η καταλυτική άποψη του ανήλικου τέκνου των διαδίκων όπως εκφράστηκε μέσα από την συνέντευξη του με το Δικαστήριο και το οποίο βρίσκεται στην ώριμη ηλικία των 15 ετών, εκφράζοντας ξεκάθαρα την επιθυμία του να μην επιστρέψει στην πρώην συζυγική οικία στο πλευρό της μητέρας του, εξηγώντας τις θέσεις του και δικαιολογώντας την άποψη του. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο, τουλάχιστον στα πλαίσια της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης να εκδώσει οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα, εξαναγκάζοντας ουσιαστικά το παιδί να πράξει κάτι ενάντια στην θέληση του, διαταράσσοντας την ηρεμία που βιώνει εδώ και 1,5 έτος μακριά από τις συγκρούσεις στην πρώην συζυγική οικία, όπως το ίδιο δήλωσε μέσα από την συνέντευξη του.
- Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η υπό εξέταση υπόθεση, αποτελεί μία ιδιάζουσας φύσης περίπτωση με ιδιαίτερα περιστατικά και πλήρως αντικρουόμενους ισχυρισμούς, η οποία θα πρέπει να προσεγγιστεί με εξαιρετική προσοχή και επιμέλεια, στοχεύοντας στην διαφύλαξη του γνήσιου συμφέροντος του ανήλικου υιού των διαδίκων. Φρονώ ότι σε αυτό το στάδιο και με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και πριν να ομαλοποιηθεί η σχέση του ανήλικου με την μητέρα του και χωρίς ακόμα να έχω ενώπιον μου τα ευρήματα της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για επιστροφή του ανήλικου στην οικογενειακή εστία δεν θα ήταν το ορθό και εύλογο μέτρο υπό τις περιστάσεις. Τα ανησυχητικά περιστατικά και γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και η άρνηση του ανήλικου όπως εκφράστηκαν μέσα από την συνέντευξη του, συνηγορούν στην διαπίστωση ότι οποιοδήποτε διαφορετικό εύρημα θα ήταν ακροσφαλές, θα προκαλούσε αδικία στην μία ή στην άλλη πλευρά και ενδεχομένως να μην εξυπηρετούσε το πραγματικό συμφέρον του ανήλικου.
- Συνακόλουθα, το Δικαστήριο θεωρεί πως ο εξεταστικός και διερευνητικός χαρακτήρας που διέπει μία αίτηση γονικής μέριμνας όπως την παρούσα, καθιστά ευχερέστερη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν θα εξεταστούν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θα εξαχθούν τα τελικά ευρήματα. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεδομένων και των πιο πάνω περιστάσεων.
- Παρόλο που οι πιο πάνω διαπιστώσεις μου σφραγίζουν και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας και αφού έχω καταλήξει ότι δεν πληρούνται σωρευτικά οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Ως γενική αρχή, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας θα πρέπει να λάβει πρωτίστως υπόψη του τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και κυρίως το καλώς νοούμενο συμφέρον του τέκνου. Ισοζυγίζοντας τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης και των ιδιαίτερων περιστάσεων αυτής, κρίνω ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος αδικίας αν εγκριθεί το αίτημα της Αιτήτριας, παρά από το να απορριφθεί, συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας.
- Πέραν τούτων, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα λαμβάνοντας υπόψη και τις ηλικίες των δύο ανήλικων τέκνων, ήτοι 15 και 17 ετών αντίστοιχα, αυτό ενδεχομένως να ισοδυναμούσε με την τελική κρίση του ζητήματος αλλά και της ουσίας της εναρκτήριας αίτησης, αφού θα προκύψουν ταυτόσημα αποτελέσματα, από την στιγμή που και στην ενδιάμεση αλλά και στην εναρκτήρια αίτηση επιζητούνται πανομοιότυπες θεραπείες. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο στην βάση της σχετικής νομολογίας, θα πρέπει να αποφύγει την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος το οποίο θα διεκπεραιώσει και θα διευθετήσει εκ των πραγμάτων, την ουσία της υπόθεσης υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου από αυτό το στάδιο, προκαλώντας ενδεχομένως αδικία και τετελεσμένα, λαμβάνοντας κυρίως υπόψη και τις θέσεις των ίδιων των παιδιών όπως διατυπώθηκαν μέσα από τις συνεντεύξεις τους.
∙ Η ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/04/2025։
- Στην υπό εξέταση αίτηση, στην βάση των δικογράφων και των ένορκων δηλώσεων των διαδίκων, θεωρώ ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αφού ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι ο πατέρας των δύο ανήλικων τέκνων των διαδίκων, δηλαδή ένας εκ των δύο φορέων της γονικής μέριμνας. Περαιτέρω, προκύπτει ξεκάθαρα διαφωνία μεταξύ των γονέων σε σχέση με την άσκηση ουσιωδών πτυχών της γονικής μέριμνας, αφού ο Καθ’ ου αξιώνει την αναστολή ισχύος του εκ συμφώνου τελικού διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι οι συνθήκες που ίσχυαν κατά την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011 έχουν μεταβληθεί, συνεπώς θεωρώ ότι ενυπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στα πλαίσια της ανταπαίτησης του.
- Αναφορικά με το δεύτερο κριτήριο ήτοι της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει χωρίς να προβαίνει σε ουσιώδη αξιολόγηση αλλά προκαταρτική εξέταση των θέσεων του Καθ’ ου η Αίτηση, ότι αυτός παρουσίασε μία πιθανότητα επιτυχίας, αφού το επίπεδο του αποδεικτικού εμποδίου που απαιτείτο να υπερπηδήσει δεν ήταν πολύ υψηλό.
- Διερχόμενος της μαρτυρίας που παρέθεσε η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση, διαπιστώνω ότι αυτός επανέλαβε σε μεγάλο βαθμό τις ίδιες θέσεις και ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση του στην αίτηση ημερομηνίας 31/01/2025 και για αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω για τους σκοπούς της παρούσης.
- Εν πολλοίς, ο Καθ’ ου η Αίτηση στην βάση των ισχυρισμών του ότι το διάταγμα ημερομηνίας 15/02/2011 ουδέποτε εφαρμόστηκε στην πράξη αφού την φύλαξη και φροντίδα των παιδιών τους ασκούσε ουσιαστικά η μητέρα του και ο ίδιος, αλλά και λόγω της μετακίνησης του παιδιού στην πατρική οικία, υποστηρίζει μεταξύ άλλων πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, αυτό ενδεχομένως να προκαλούσε ανεπανόρθωτη βλάβη τόσο στον ίδιο όσο και στα ανήλικα τέκνα του και ειδικά στον ανήλικο υιό του, συνεπώς το ζήτημα χρήζει άμεσης ρύθμισης.
- Από την άλλη πλευρά, η Αιτήτρια θεωρεί ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αιτούμενη θεραπεία, αφού τυχόν αναστολή του διατάγματος θα έχει ως απότοκο την διατήρηση της παράνομης κατάστασης πραγμάτων που δημιουργήθηκε μετά την 21/09/2024, όπου ο Καθ’ ου παράνομα απομάκρυνε τον ανήλικο υιό τους από την φύλαξη και φροντίδα της. Τονίζει ακόμα, ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι ύποπτος διάπραξης αδικημάτων ενδοοικογενειακής βίας και βρίσκεται σε ισχύ απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται να πλησιάζει την ανήλικη θυγατέρα τους, μέχρι την τελική εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης που εκκρεμεί.
- Υπεισερχόμενος στην αξιολόγηση της υπό εξέταση αίτησης και έχοντας ενώπιον μου το σύνολο των εκ διαμέτρου αντίθετων ισχυρισμών και θέσεων των διαδίκων, είναι η θέση του Δικαστηρίου πως δεν δύναται να καταλήξει στην έκδοση ενός τέτοιας φύσης δραστικού διατάγματος για αναστολή του εν ισχύ διατάγματος ημερομηνίας 15/02/2011. Και τούτο, διότι το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης και χωρίς πρώτα να έχει ενώπιον του το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, περιλαμβανομένης της έκθεσης της λειτουργού του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, δεν μπορεί θεωρώ να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ή συμπεράσματα σε σχέση με το γνήσιο συμφέρον των ανήλικων τέκνων των διαδίκων, από αυτό το στάδιο.
- Το Δικαστήριο κρίνει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα ήταν το ορθό και εύλογο μέτρο υπό τις περιστάσεις, ενώ τα όσα ανησυχητικά περιστατικά και γεγονότα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δύο πλευρές, αλλά και οι απόψεις των δύο ανήλικων τέκνων όπως ακριβώς διατυπώθηκαν μέσα από την συνέντευξη τους, συνηγορούν στην διαπίστωση ότι οποιοδήποτε διαφορετικό εύρημα θα ήταν ακροσφαλές, θα προκαλούσε αδικία στην μία ή στην άλλη πλευρά και ενδεχομένως να μην εξυπηρετούσε το πραγματικό συμφέρον των δύο παιδιών. Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί πως καθίσταται ευχερέστερη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν θα εξεταστούν οι αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θα εξαχθούν τα τελικά ευρήματα. Συνεπώς, κρίνω εν προκειμένω ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 δεδομένων και των πιο πάνω περιστάσεων.
- Υπό το φως των πιο πάνω και ισοζυγίζοντας δεόντως τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης και των ιδιαίτερων περιστάσεων αυτής, κρίνω ότι υπάρχει μεγαλύτερος κίνδυνος αδικίας αν εγκριθεί η αιτούμενη θεραπεία, παρά από το να απορριφθεί, συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της.
- Πέραν των πιο πάνω, θεωρώ ότι επιδείχθηκε έκδηλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση (lashes) στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης από την πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση, αφού έσπευσε να καταχωρήσει την παρούσα με την πάροδο περίπου εννέα ολόκληρων μηνών από τον Σεπτέμβριο του 2024, ήτοι μετά την μετακίνηση του ανήλικου από την οικογενειακή εστία στην πατρική οικία. Ούτε βέβαια έχω διαπιστώσει να έχει προβληθεί από τον Καθ’ ου η Αίτηση οποιοσδήποτε ικανοποιητικός ή επαρκής λόγος για αυτή την υπέρμετρη καθυστέρηση, την οποία θεωρώ καταλυτική προς απόρριψη του αιτήματος του.
- Διαφαίνεται με ξεκάθαρο τρόπο, ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν προωθήθηκε άμεσα ή εντός εύλογου χρόνου, αλλά προωθήθηκε με συγκεκριμένο σκοπό και μετά την καταχώρηση της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 31/01/2025 από την πλευρά της Αιτήτριας. Ούτε βέβαια έχω ικανοποιηθεί ότι καθίσταται απολύτως επιβεβλημένη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, στην βάση των πιο πάνω περιστάσεων.
- Το Δικαστήριο θα ήθελε να επισημάνει ότι διαφαίνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων, πως τα αισθήματα τα οποία τρέφει ο ένας γονέας για τον άλλο, παραμένουν έντονα αρνητικά και αποτελεί θεωρώ χρέος τους το συντομότερο δυνατό να ομαλοποιήσουν την σχέση τους, προς όφελος των δύο ανήλικων τέκνων τους, πριν να κλονιστεί ανεπανόρθωτα ο ψυχοσυναισθηματικός τους κόσμος. Στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Σ. Παπαβαρνάβα ν. Ελ. Παστελλά, Έφ. Αρ. 32/2015, του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 19/12/2017, επισημάνθηκε στους γονείς ότι η οξύτητα που παρατηρείται στην αντιπαράθεση τους, ενδεχομένως να προκαλέσει ζημιά στην ηρεμία των παιδιών τους και για αυτό τους παρότρυνε να κάνουν δεύτερες σκέψεις σε ότι αφορά τους περαιτέρω χειρισμούς τους, αλλά και να προβληματιστούν σοβαρά κατά πόσο μία φιλική διευθέτηση θα επέφερε ηρεμία τόσο στους ίδιους, όσο και στα ανήλικα τέκνα τους.
(VII) ΚΑΤΑΛΗΞΗ։
- Συνεπακόλουθα για τους πιο πάνω λόγους, τόσο η ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 31/01/2025 όσο και η αίτηση ημερομηνίας 29/04/2025 απορρίπτονται στο σύνολο τους.
- Περαιτέρω, ασκώντας την διακριτική μου εξουσία και λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης και τα όσα δυσάρεστα αποκάλυψαν τα ανήλικα τέκνα των διαδίκων μέσα από την συνέντευξη τους με το Δικαστήριο, τα οποία κατά κοινή παραδοχή των ίδιων των διαδίκων αλλά και των παιδιών τους, τους επηρέασαν βαθύτατα, κρίνω ορθό και εύλογο όπως εκδοθεί διάταγμα με το οποίο διατάσσονται αμφότεροι οι διάδικοι όπως μεταφέρουν τα δύο ανήλικα τέκνα τους Μ-Χ.Ι. και Γ.Ι. το συντομότερο δυνατό στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας για σκοπούς αξιολόγησης και/ή λήψης συμβουλευτικής καθοδήγησης και θεραπείας, χωρίς να απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση των διαδίκων.
- Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού όπως αποστείλει αντίγραφο της παρούσας απόφασης στο Επαρχιακό Γραφείο του Τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας Λεμεσού, προς ενημέρωση της αρμόδιας λειτουργού αλλά και για να προβεί στις δέουσες ενέργειες αν κριθεί σκόπιμο, όπως μεταξύ άλλων την έναρξη ή συνέχιση της συνεργασίας με τους διαδίκους, προς ενδυνάμωση του γονικού τους ρόλου αλλά και της βελτίωσης ή ομαλοποίησης της επικοινωνίας τόσο μεταξύ τους όσο και με τα δύο ανήλικα τέκνα τους.
- Ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία και ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, ήτοι της απόρριψης και των δύο αιτήσεων καθ’ ολοκληρίαν, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμιστεί τα έξοδα της.
(Υπ.) ............................................................
Χ. Πογιατζής Δ. Οικ. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο