Χ.Α. ν. Σ.Σ., Αρ. Αίτησης: 6/2024, 11/6/2026
print
Τίτλος:
Χ.Α. ν. Σ.Σ., Αρ. Αίτησης: 6/2024, 11/6/2026

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Πογιατζή, Δ.Ο.Δ.

Αρ. Αίτησης: 6/2024

Μεταξύ

             Χ.Α., εκ Λεμεσού

        Αιτήτριας  

            -και-

 

 

        Σ.Σ., εκ Λεμεσού

Καθ’ ου η Αίτηση 

 

Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 03/11/2025

 

Ημερομηνία: 11/06/2026

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κ. Αλέξανδρος Μιχαήλ

Για τον Καθ’ ου η Αίτηση: κα Ειρήνη Σωκράτους

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

  

(I)   ΕΙΣΑΓΩΓΗ։

 

  1. Στις 26/02/2024 η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση περιουσιακών διαφορών κατά του   πρώην συζύγου της, ενώ στις 29/02/2024 καταχώρησε και μονομερή ενδιάμεση αίτηση με την οποία αξίωνε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων για μη αποξένωση και/ή διάθεση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του Καθ’ ου η Αίτηση, την οποία στις 07/03/2024 απέσυρε άνευ βλάβης.

 

  1. Στις 03/11/2025 η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης, μέσω της οποίας αξιώνει την τροποποίηση του τίτλου της κυρίως αίτησης με την προσθήκη της εταιρείας με την επωνυμία […] (ΗΕ {…}), ως Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 2. Επιπρόσθετα, μέσω της εν λόγω αιτήσεως η Αιτήτρια αξίωνε την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων που αφορούσαν την κινητή περιουσία της προαναφερόμενης εταιρείας και ιδίως των οχημάτων ιδιοκτησίας της καθώς και διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται τόσο ο Καθ’ ου η Αίτηση όσο και η εν λόγω εταιρεία να αποκαλύψουν ενόρκως όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία τους, η οποία βρίσκεται εντός και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας.
  2.  Η εκδίκαση της υπό εξέταση αίτησης προωθήθηκε στην βάση των σχετικών διατάξεων των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Στις 06/02/2026 ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου. Η ακρόαση της παρούσης ολοκληρώθηκε με την παρουσίαση των γραπτών αγορεύσεων των διαδίκων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους τους, οι οποίοι προέβησαν σε υποστήριξη των θέσεων τους με παραπομπή σε σχετική νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία και την οποία λαμβάνω σοβαρά υπόψη.
  3. Να επισημάνω ότι με δήλωση του συνηγόρου της Αιτήτριας η οποία καταγράφηκε στα πρακτικά του Δικαστηρίου κατά την προηγούμενη δικάσιμο της παρούσης, αποσύρθηκαν οι αιτούμενες θεραπείες υπό (Γ)-(ΣΤ) της υπό εξέτασης αίτησης και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε εξέταση στην βάση αυτών, ούτε σε ανάλυση των θέσεων των διαδίκων που σχετίζονται με αυτές, αφού αυτό καθίσταται πλέον ατελέσφορο και άνευ αντικειμένου.

(II)  ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΤΡΙΑΣ։

 

  1. Αρχικά, η Αιτήτρια μέσα από την ένορκη δήλωση της η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, υποστηρίζει ότι αξιώνει μεταξύ άλλων την άδεια του Δικαστηρίου για να προστεθεί ως διάδικος η εταιρεία με την ονομασία […] (ΗΕ […]), ένεκα του γεγονότος ότι η εν λόγω εταιρεία στην ουσία δημιούργησε αποθεματικό και απέκτησε την όποια περιουσία της μετά από κοινή προσπάθεια και των δύο διαδίκων, ήτοι της ίδιας αλλά και του Καθ’ ου η Αίτηση.
  2. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι διάδικοι νυμφεύθηκαν με θρησκευτικό γάμο στις 16/10/2004 και η συμβίωση της με τον Καθ’ ου η Αίτηση στην αρχή ήταν αρμονική, ενώ αφοσιώθηκαν στην δημιουργία περιουσίας και οικονομικής ευρωστίας στην οποία συνέβαλε εμπράκτως είτε με προσωπική εργασία είτε οικονομικώς και γενικά με την όλη στάση και συμπεριφορά της προς τον σύζυγο της και στην οικογένεια, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην δημιουργία της περιουσίας, η οποία σήμερα εμφαίνεται στο όνομά του και στο όνομα της εταιρείας του, […].
  3. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι παρείχε κατά την διάρκεια του έγγαμου βίου των διαδίκων, την προσωπική της οικία στον Καθ’ ου η αίτηση, στην οποία και διέμεναν, ενώ αναλάμβανε και κάλυπτε πλήρως η ίδια όλα τα έξοδα κοινής ωφελείας, πρώτων αναγκών και διατροφής τους, καθώς και με τη βοήθεια των γονέων της, με αποτέλεσμα ο Καθ’ ου η Αίτηση να μην καταβάλλει κανένα ποσό για έξοδα διαβίωσης και να επωφελείται προσωπικά από αυτά, και πάντοτε με το πρόσχημα ότι τα όποια έσοδα είναι κοινά και ανήκουν και στους δύο τους. 
  4. Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης της, η Αιτήτρια αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση διατηρούσε με τους γονείς του την εταιρεία με την ονομασία […] (ΗΕ […]) και η οποία τυπικώς δεν ήταν εγγεγραμμένη εξ’ ολοκλήρου στο όνομα του Καθ’ ου η Αίτηση, αλλά ο Καθ’ ου στην ουσία ήταν τόσο ο μέτοχος αυτής όσο και ο διευθυντής της εν λόγω εταιρείας και ο μόνος λόγος που οι μετοχές της ήταν διαμοιρασμένες, ήταν για να αποκλειστεί το δικαίωμα της επί αυτής και με σκοπό να της αποκρύψει την πραγματικότητα και πιο συγκεκριμένα το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ήταν ο μόνος δικαιούχος και ιδιοκτήτης της εν λόγω εταιρείας, αλλά και τα έσοδα εκ των εργασιών της, αφού όπως αποδείχθηκε είχε γίνει πλήρης μεταβίβαση των μετοχών αυτής με την διάσταση των διαδίκων, νομίζοντας και ευελπιστώντας ο Καθ’ ου η Αίτηση ότι θα αποκλείσει τα έννομα δικαιώματά της. 
  5. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ακόμα, ότι ήταν κοινώς αποδεκτό ότι προσπαθούσαν να δημιουργήσουν από το μηδέν την εν λόγω εταιρεία, η οποία στην αρχή δεν είχε καθόλου έσοδα και κύκλο εργασιών και προκειμένου να χτίσουν ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένεια τους, με αποτέλεσμα να συμβάλλει ενεργά και η ίδια με το να επιβαρύνεται όλα τα έξοδα επί καθημερινής βάσεως. Στην ουσία υποστηρίζει ότι η εν λόγω εταιρεία και τα όποια έσοδα αυτής δημιουργήθηκαν από κοινού και οδήγησαν στην οικονομική ευρωστία της με την πλήρη συμμετοχή της είτε άμεση είτε έμμεση.
  6.  Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι σε κάθε περίπτωση η εν λόγω εταιρεία και οι μετοχές αυτής μεταβιβάστηκαν ένεκα αγοράς εις το όνομα του Καθ’ ου η Αίτηση παρουσιάζοντας ως τεκμήριο 2, σχετική έρευνα από το ηλεκτρονικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι φέρει ισάξια συνεισφορά προς την δημιουργία του συνόλου της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας, καθώς εμφαίνεται να μεταβιβάστηκε λόγω αγοράς εντός του γάμου της με τον Καθ’ ου η Αίτηση και σε κάθε περίπτωση επί της όποιας προσωπικής περιουσίας του Καθ’ ου η Αίτηση, αρχής γενομένης από το 2004 έως και την ημερομηνία της διάστασης των διαδίκων.
  7.  Επιπρόσθετα, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα δολίως και περί τα 19 έτη, ο Καθ’ ου η Αίτηση της απέκρυψε τα όποια οικονομικά στοιχεία της εταιρείας και τα οποία είχαν δημιουργηθεί από την κοινή οικονομική προσφορά τους. Για τον λόγο αυτό αλλά και της υφιστάμενης νομοθεσίας και νομολογίας, η εν λόγω εταιρεία θα πρέπει να υπεισέλθει ως διάδικος στην εν λόγω αίτηση προκειμένου να μπορεί να ασκήσει τα έννομα δικαιώματά της ως αυτά πηγάζουν από τον νόμο.
  8.  Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι τα όποια έσοδα που προέρχονταν τόσο από το γάμο τους όσο και μετέπειτα είχαν, εισήλθαν και χρησιμοποιήθηκαν στην εν λόγω εταιρεία, προκειμένου να αποκτήσει οχήματα και κεφάλαιο και να γίνει βιώσιμη, αφού ως τότε ήταν ουσιαστικά ανενεργής.
  9.  Είναι η θέση της Αιτήτριας, ότι ήταν κοινώς αποδεκτό ότι η εν λόγω εταιρεία θα τους άνηκε εξ’ ημισείας, εν τούτοις η μόνη ενημέρωση που λάμβανε ήταν ότι τα χρήματα που εξασφάλιζε ο Καθ’ ου τα επένδυε στην εταιρεία κάτι το οποίο ως έλεγε είναι για το μέλλον τους και ανήκει και στους δύο τους και η οποία είναι ιδιοκτήτρια μεγάλης αξίας οχημάτων, καθώς και τραπεζικών λογαριασμών εξ’ όσων γνωρίζει.
  10.  Η Αιτήτρια θεωρεί ότι δικαιούται το ½ μερίδιο της συνολικής αξίας της εν λόγω εταιρείας, και των περιουσιακών της στοιχείων, καθώς και το σύνολο των οχημάτων στο όνομα του Καθ΄ ου η Αίτηση αλλά και των άλλων περιουσιακών στοιχείων των οποίων κατέχει και/ή δημιούργησε εις βάρος της κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, συνολικής αξίας άνω των €200.000 ή όπως άλλως αυτή ήθελε αποδειχθεί.
  11.  Προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της, η Αιτήτρια παρουσίασε έρευνα από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών ως τεκμήρια 3 και 4, όπου διαφαίνεται η κατά καιρούς μεταβίβαση μετοχών της εν λόγω εταιρείας στο όνομα του Καθ’ ου η Αίτηση τόσο κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους όσο και αμέσως μετά την λύση του γάμου τους, τα οποία επαληθεύουν τις θέσεις της ότι δολίως προσπάθησε να της αποκρύψει τα περιουσιακά στοιχεία που από κοινού είχαν δημιουργήσει αποκρύπτοντας τα μέσω της εταιρείας, η οποία λίγο μετά την λύση του γάμου τους περιήλθε εξ’ ολοκλήρου στο όνομα του.
  12.  Είναι η θέση της Αιτήτριας, πως η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στον Καθ’ ου η Αίτηση, αντιθέτως η έκδοση αυτών θα είναι προς το όφελος της δικαιοσύνης και της διαφάνειας, ενώ αντιθέτως η μη έκδοση τους θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στα έννομα δικαιώματα της η οποία σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν θα δύναται να αποκατασταθεί, καθώς όπως έχει αποδειχθεί, ο Καθ’ ου η Αίτηση θα αποξενώσει αυτά προκειμένου να αποκλείσει και να αποστερήσει τα δικαιώματά της, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από την 19ετή στάση του όπως προανέφερε. Επίσης, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει ήδη προβεί σε σειρά μεγάλων αγορών, όπως η απόκτηση ακριβών οχημάτων (Porsche) αλλά και άλλων εξόδων.

 

 

(III)         ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ։

 

  1.  Στις 06/02/2026 ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του, με τους ακόλουθους λόγους ένστασης։

 

1.         Εγείρεται προδικαστική ένσταση λόγω ανεπαρκούς και/ή λανθασμένης νομικής θεμελίωσης της Αίτησης και τούτο κατά παράβαση των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.

 

2.         Προδικαστική ένσταση εγείρεται επίσης, καθ΄ ότι, κατά παράβαση των Κανονισμών, στην Αίτηση δεν επισυνάπτεται προσχέδιο του αιτουμένου διατάγματος.

 

3.         Επιπρόσθετα εγείρεται τρίτη προδικαστική ένσταση, επειδή η Αίτηση κατά παράβαση του κανόνα ότι κάθε ενδιάμεση αίτηση πρέπει να έχει ενότητα σκοπού και τα αιτήματα να μην είναι άσχετα μεταξύ τους, χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα και απώλεια προσανατολισμού, καθ΄ ότι το αιτούμενο διάταγμα υπό ΣΤ, δεν συνάδει με τη φύση και τον βασικό σκοπό της Αίτησης και επίσης τα γεγονότα υπό παράγραφους 7(β), 8, 10, 11, 12, αποκλίνουν από τα ζητούμενα διατάγματα. 

 

4.         Επιπρόσθετα, εγείρεται τέταρτη προδικαστική ένσταση, επί τω ότι, μολονότι, ζητούνται δια της Αιτήσεως πέραν της τροποποίησης και απαγορευτικά διατάγματα για τα οποία ζητείται νομολογιακά η εξαντλητική αιτιολογία τους, καμία αιτιολογία δεν δίνεται εις ότι αφορά τις προϋποθέσεις έκδοσής των και περαιτέρω δεν γίνεται επίκληση, ούτε επεξηγείται το κατ΄ επείγον, το οποίο θα πρέπει να υφίσταται ώστε να δικαιολογείται η έκδοσή των απαγορευτικών διαταγμάτων, αλλά ούτε και γίνεται επίκληση ανεπανόρθωτης ζημίας.

 

5.         Περαιτέρω, της ως άνω υπό παράγραφο 5 προδικαστικής ενστάσεως, εγείρεται και ένσταση ουσίας, για τον λόγο ότι δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ούτε γίνεται επίκληση ύπαρξης τέτοιων προϋποθέσεων.

 

6.         Επιπρόσθετα, το αιτητικό Δ, της Αίτησης είναι απαγορευτικό για την ομαλή λειτουργία της Εταιρείας και κατά συνέπεια καταδυναστευτικό, το οποίο θα προκαλέσει αχρείαστη ζημία στην Εταιρεία.

 

7.         Ανεξαρτήτως και άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων, η ένσταση αντικρούει τα γεγονότα ως ακολούθως και όπου στην ένσταση αναφέρεται «Καθ΄   ού» θα εννοείται το φυσικό πρόσωπο […] και όπου θα αναφέρεται «η Εταιρεία» θα εννοείται η […]. Αμφότερα τα ως άνω πρόσωπα συλλογικά θα καλούνται στη συνέχεια ως «οι Εγκαλούμενοι».

 

8.         Οι Εγκαλούμενοι αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι οποίοι διαλαμβάνονται στην έκθεση γεγονότων και οι οποίοι επαναλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, οι οποίοι ισχυρισμοί διατείνονται ότι το οικονομικό εκτόπισμα της Εταιρείας οφείλεται στην κατ΄ ισχυρισμό της Αιτήτριας συνεισφορά της και οι Εγκαλούμενοι εκθέτουν το ιστορικό δημιουργίας της εταιρείας ως ακολούθως:

 

8.1.      Η Εταιρεία, είναι οικογενειακή επιχείρηση, την οποία δημιούργησε ο πατέρας του υφιστάμενου Καθ΄ ού από το έτος 1989 και το όποιο οικονομικό εκτόπισμα της Εταιρείας οφείλεται αποκλειστικά στις προσπάθειες του πατέρα του Καθ΄ ου.

 

8.2.      Οι μετοχές της Εταιρείας τις οποίες ο υφιστάμενος Καθ΄ ου κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι προϊόν γονικής παροχής.

 

8.3.      Με την ίδρυση της εταιρείας, ο πατέρας του Καθ΄ ου παραχώρησε στον υφιστάμενο Καθ΄ ου και στην αδελφή του από 50 μετοχές, στη μητέρα του 300 μετοχές και ο πατέρας του Καθ΄ ου κράτησε τις υπόλοιπες 600 μετοχές.

 

8.4.      Ο γάμος του υφιστάμενου Καθ΄ ου και της Αιτήτριας συνετελέσθη στις 16/10/2004 και η διάσταση επήλθε τον Δεκέμβριο 2019.

 

8.5.      Ο υφιστάμενος Καθ΄ ου, από το έτος 2005, άρχισε να εργάζεται στην Εταιρεία ως μισθωτός.

 

8.6.      Το 2016, η μητέρα και η αδερφή του Καθ΄ ου μεταβίβασαν, δυνάμει δωρεάς, τις μετοχές τους στον υφιστάμενο Καθ΄ ου, ο οποίος κατέστη κατά 40% μέτοχος και κατά ή περί τον ίδιο χρόνο ο υφιστάμενος Καθ΄ ου διορίσθηκε διευθυντής της Εταιρείας, για λόγους εσωτερικής αναδιοργάνωσης της Εταιρείας και/ή για ένεκα των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο πατέρας του, αλλά τη διοίκηση της Εταιρείας ουσιαστικά την ασκούσε ο πατέρας του, λόγω εμπειρίας και λόγω των γνώσεων του.

 

8.7.      Τον Ιούνιο 2023, ο γάμος του υφιστάμενου Καθ΄ ου και της Αιτήτριας ελύθη με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού.

 

8.8.      Το οικονομικό εκτόπισμα της Εταιρείας οφείλεται στην προσπάθεια και στην αποκλειστική συμβολή του πατέρα του υφιστάμενου Καθ΄ ου.

 

9.         Τούτων δοθέντων οι Εγκαλούμενοι αρνούνται το περιεχόμενο των γεγονότων υπό παραγράφων 1 μέχρι 11 και συγκεκριμένα αρνούνται ότι η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε συμμετοχή και/ή συνεισφορά στην δημιουργία της Εταιρείας ή στην απόκτηση περιουσιακών στοιχείων.

 

10.       Οι Εγκαλούμενοι αρνούνται ότι η Αιτήτρια αποπλήρωνε τα έξοδα των διαδίκων, αρνούνται ότι  ο υφιστάμενος Καθ΄ ου διαχειρίσθηκε τα έσοδα του γάμου, αρνούνται ότι τα επένδυσε στην Εταιρεία, αρνούνται ότι ο υφιστάμενος Καθ΄ ου αποπροσανατόλιζε την Αιτήτρια εις ότι αφορά τις εργασίες της Εταιρείας, αρνούνται ότι υφιστάμενος Καθ΄ ου απέκρυβε από την Αιτήτρια τις οικονομικές δυνατότητες της Εταιρείας, αρνούνται ότι η συμβίωση του υφιστάμενου Καθ΄ ου και της Αιτήτριας διεκόπη εξ΄ υπαιτιότητας του υφιστάμενου Καθ΄ ου, αρνούνται ότι η εν λόγω Εταιρεία είναι προϊόν καταπιστεύματος, αρνούνται ότι η Εταιρεία κατά την ημερομηνία του γάμου δεν είχε έσοδα και ότι τα περιουσιακά της στοιχεία αποκτήθηκαν μετά τον γάμο των Διαδίκων, αρνούνται ότι ο υφιστάμενος Καθ΄ ου διατηρούσε κρυφούς τραπεζικούς λογαριασμούς, αρνούνται ότι η Αιτήτρια δικαιούται μερίδιο επί των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, αρνούνται ότι η Αιτήτρια είχε οποιαδήποτε συνεισφορά στην επαύξηση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας ή των περιουσιακών στοιχείων του υφιστάμενου Καθ΄ ου και αρνούνται ότι η Αιτήτρια παρείχε οποιαδήποτε φροντίδα και περιποίηση του υφιστάμενου Καθ΄ ου ή της οικογενειακής εστίας.

 

11.       Οι Εγκαλούμενοι επίσης αρνούνται τους ισχυρισμούς των παραγράφων 12, 13 και 14, ότι δηλαδή η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημία στην Αιτήτρια, αρνούνται ότι η προσθήκη της Εταιρείας ως διαδίκου θα συμβάλει στην απονομή της δικαιοσύνης, αρνούνται ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των περιουσιακών σχέσεων των Διαδίκων και ότι είναι χρήσιμο ή επωφελές για την δικαιοσύνη να προστεθεί η Εταιρεία ως διάδικο μέρος και οι Εγκαλούμενοι επικαλούνται το γεγονός της ύπαρξης και της λειτουργίας της Εταιρείας προ του γάμου, επικαλούνται ότι τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας αποκτήθηκαν με κεφάλαια του πατέρα του υφιστάμενου Καθ΄ ου και οποιαδήποτε αύξηση του κύκλου εργασιών και/ή των εισοδημάτων της Εταιρείας οφείλεται στον εκσυγχρονισμό των μηχανημάτων, τα οποία αγοράστηκαν με κεφάλαια του πατέρα του υφιστάμενου Καθ΄ ου και η Αιτήτρια ουδεμία συνεισφορά είχε και οι Εγκαλούμενοι επικαλούνται την Υπεράσπιση του υφιστάμενου Καθ΄ ου και τους διαλαμβανόμενους στην Υπεράσπιση ισχυρισμούς ότι η Αιτήτρια όχι μόνο δεν συνέβαλε στην επαύξησή της περιουσίας της Εταιρείας αλλά τουναντίον κατασπαταλούσε τις οικονομίες του υφιστάμενου Καθ΄ ου και αποστερούσε τις δυνατότητες του υφιστάμενου Καθ΄ ου να επαυξήσει την περιουσία του και/ή την περιουσία της Εταιρείας και οι Εγκαλούμενοι επικαλούνται το γεγονός ότι η Αιτήτρια ποτέ δεν εργάσθηκε και αρνήθηκε να προσφέρει έστω και μισθωτή γραμματειακή εργασία στην Εταιρεία και προτιμούσε να αφιερώνει τον χρόνο της για τον καλλωπισμό της και για την προσωπική της ευχαρίστηση. 

 

12.       Οι Εγκαλούμενοι επικαλούνται ότι η προσθήκη της Εταιρείας ως διαδίκου θα υποβάλει την Εταιρεία σε αδικαιολόγητες δαπάνες και σε αχρείαστη συμμετοχή στη διαδικασία και δικαστικά δικηγορικά έξοδα, τα οποία η Εταιρεία ουδέποτε θα εισπράξει έστω και εάν επιδικασθούν υπέρ της, καθ΄ ότι η Αιτήτρια στερείται οικονομικών πόρων και/ή περιουσίας. 

 

  1.  Η ένσταση του Καθ’ ου η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του της ίδιας ημερομηνίας, στην οποία αναλύει τα γεγονότα της παρούσης, τις θέσεις και τους ισχυρισμούς του.

 

  1.  Αρχικά, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι είναι διευθυντής της εταιρείας […] και ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτήν να προβεί στην παρούσα.
  2.  Όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, αναφέρει ότι η Αιτήτρια βασίζει την αίτηση της μόνο στο Μέρος 18 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, το οποίο ρυθμίζει το ζήτημα της τροποποίησης και τούτο λανθασμένα διότι η Αιτήτρια, επικαλείται αυτό τον Κανονισμό ενώ ζητά προσθήκη διαδίκου, διαδικασία η οποία ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 20. Υποστηρίζει ότι οι εν λόγω παραλείψεις της αίτησης, καθίστανται μοιραίες για την εκδίκαση της και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί άνευ ετέρου τινός.
  3.  Θεωρεί ότι αφού η Αιτήτρια επιζητεί την προσθήκη διαδίκου, θα έπρεπε να παραθέτει τον Κανονισμό 20.4 και περαιτέρω αυτή η προσπάθειά της θα έπρεπε να υποστηριχθεί με σχετική μαρτυρία και να επεξηγηθεί γιατί δεν συμπεριελήφθη ο εν λόγω διάδικος, στην εναρκτήρια αίτηση. Προσθέτει ότι όπως προνοεί ο Κανονισμός 18.6 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η προσθήκη διαδίκου θα έπρεπε να συνοδεύεται και από το δικόγραφο όπως θα είχε τροποποιηθεί και προσαρμοστεί συμφώνως των προθέσεων της Αιτήτριας και θα έπρεπε να συμπεριληφθούν οι ισχυρισμοί στους οποίους θα οικοδομηθούν οι απαιτήσεις εναντίον του νέου διάδικου, ωστόσο όλα αυτά τα στοιχεία ελλείπουν από την Αίτηση. 
  4.  Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, ότι ενώ ο Κανονισμός 23.4 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας επιβάλλει τύπο σύνταξης αιτήσεως, στον οποίο τύπο διαλαμβάνεται και η επισύναψη προσχεδίου διατάγματος, εντούτοις η υπό εκδίκαση Αίτηση δεν συμμορφώνεται με την εν λόγω διάταξη και δεν έχει επισυναφθεί το προσχέδιο στην αίτηση.
  5.  Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η εταιρεία οφείλει την δημιουργία της, αποκλειστικά στον πατέρα του ο οποίος την δημιούργησε το έτος 1989 και είναι το πρόσωπο το οποίο την διηύθυνε, την εξόπλιζε, την λειτουργούσε και η εταιρεία αυτή αποκλειστικά τελούσε κάτω από την δική του οικονομική και προσωπική συνεισφορά. Αναφέρει ακόμα, ότι το έτος 2005 μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας, ξεκίνησε και ο ίδιος να εργάζεται στην εταιρεία ως μισθωτός.
  6.  Ακολούθως, ο Καθ’ ου υποστηρίζει ότι με την ίδρυση της εταιρείας, ο πατέρας του παρεχώρησε τόσο στον ίδιο όσο και στην αδελφή του από 50 μετοχές και στη μητέρα του 300, ενώ οι υπόλοιπες 600 παρέμειναν στον ίδιο. Είναι η θέση του, ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρείας από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα οφείλεται αποκλειστικά στις προσπάθειες του πατέρα του, ο οποίος εκτός από την προσωπική του εργασία διέθεσε ο ίδιος και ουδείς άλλος, σημαντικά προσωπικά του κεφάλαια για την αγορά μηχανημάτων της εταιρείας, τα οποία συνέτειναν στην επαύξηση του όγκου εργασιών της.
  7.  Αναφέρει ότι με την Αιτήτρια τέλεσαν γάμο στις 16/10/2004, ότι τον Δεκέμβριο του 2019 επήλθε η διάσταση των διαδίκων και τον Ιούνιο 2023 ο γάμος τους λύθηκε με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού για λόγους που αφορούν μόνο την Αιτήτρια, η οποία ήταν αδιάφορη προς το πρόσωπό του και επιπλέον δημιούργησε εξωσυζυγική σχέση.
  8.  Στην συνέχεια της ένορκης δήλωσης του, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι περί το έτος 2016 η μητέρα του και η αδερφή του, του μεταβίβασαν δυνάμει δωρεάς τις μετοχές τους και διορίσθηκε διευθυντής της εταιρείας, για λόγους εσωτερικής αναδιοργάνωσης της, αλλά και λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο πατέρας του, εν τούτοις την διεύθυνση της εταιρείας ουσιαστικά ασκούσε ο πατέρας του, λόγω της εμπειρίας και των γνώσεων του.
  9.  Ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνείται την οποιαδήποτε συμμετοχή της Αιτήτριας στην δημιουργία της εταιρείας ή την οποιαδήποτε συμβολή της στην οικονομική ευρωστία της, όπως η Αιτήτρια διατείνεται. Είναι η θέση του, ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, η Αιτήτρια υπήρξε αρνητικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη της εταιρείας και του ίδιου ως ανασχετικός παράγοντας για την επιχειρηματική του δραστηριότητα, καθ΄ ότι δαπανούσε όλα τα κεφάλαιά του για λογαριασμό της και συγκεκριμένα την σπούδασε με δικά του έξοδα, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε και την συντήρησή της αφού η ίδια δεν είχε διάθεση να εργαστεί, παρά μόνο περιστασιακά. Περαιτέρω, αναφέρει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του πρότειναν στην Αιτήτρια να εργαστεί ως γραμματέας στην εταιρεία, αλλά αυτή αρνήθηκε.
  10.  Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ούτε καν τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας ασκούσε καθ΄ ότι δεν διέθετε ούτε την ικανότητα, ούτε τις γνώσεις για να αντεπεξέρχεται στα καθήκοντά της ως οικοκυρά. Πέραν τούτων, διήγαγε σπάταλη ζωή και συνεχώς παραπονείτο για το γεγονός ότι αυτός εργαζόταν και δεν της αφιέρωνε χρόνο για να την διασκεδάζει, ενώ πέραν τούτου δημιούργησε και εξωσυζυγική σχέση.
  11.  Επιπρόσθετα, ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ότι τα χρηματικά δώρα του γάμου τους τα επένδυσαν στην εταιρεία, αφού αυτά συμφώνησαν να τα διαθέσουν προς αποπληρωμή τραπεζικού χρέους του αδελφού της, ο οποίος αντιμετώπιζε προβλήματα με την τράπεζα και δεν μπορούσε να πληρώνει τις μηνιαίες δόσεις του δανείου του και αυτός συμφώνησε όπως το εν λόγω δάνειο ύψους €17.000, περίπου εξοφληθεί από τα δώρα του γάμου τους, τα οποία είχαν κατατεθεί σε κοινό λογαριασμό των διαδίκων και μολονότι η Αιτήτρια του υποσχέθηκε ότι ο αδελφός της θα τους επέστρεφε ολόκληρο το ποσό, εντούτοις επέστρεψε μέρος του εν λόγω κεφαλαίου, ενώ σημαντικό μέρος παρέμεινε απλήρωτο και ο ίδιος δεν αξίωσε τα χρηματικά ποσά που του αναλογούσαν από τον αδελφό της.
  12.  Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η Αίτηση αρνείται τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι οι μετοχές της εταιρείας μεταβιβάστηκαν στο όνομα του ένεκα αγοράς και επαναλαμβάνει ότι με την ίδρυση της εταιρείας ο πατέρας του ενέγραψε 50 μετοχές στο όνομα του και το έτος 2016 η αδελφή του και η μητέρα του, του μεταβίβασαν δυνάμει δωρεάς τις 350 μετοχές τους. Διευκρινίζει ότι μέχρι την διάστασή του με την Αιτήτρια παρέμεινε με αυτές τις 400 μετοχές και μετά την διάσταση όλες οι μετοχές της εταιρείας μεταβιβάστηκαν στο όνομα του όχι λόγω αγοράς, αλλά δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα του.
  13.  Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η εταιρεία ιδρύθηκε το έτος 1989 και όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, τα οποία αποτελούνται κυρίως από μηχανήματα, αποκτήθηκαν από τον πατέρα του και κυρίως από προσωπικά κεφάλαια που ο ίδιος διέθεσε. Υποστηρίζει ακόμα, ότι ουδεμία  κοινή οικονομική προσφορά είχε η Αιτήτρια στην εταιρεία, καθ΄ ότι αυτή δεν διέθετε ούτε οικονομικούς πόρους, ούτε οποιοδήποτε εισόδημα. Το μοναδικό εισόδημα στην οικογένειά τους ήταν ο μισθός που ελάμβανε από την εταιρεία ως μισθωτός και τον οποίο διέθετε για λογαριασμό της Αιτήτριας.
  14.  Υποστηρίζει ακόμα, ότι η Αιτήτρια ενώ δεν εργαζόταν λόγω οκνηρίας και αδιαφορίας, δεν πρόσφερε καν την περιποίηση, την οποία ως σύζυγος όφειλε να προσφέρει, ενώ περί το έτος 2008 της αγόρασε καινούριο αυτοκίνητο αξίας €17.500, με δάνειο το οποίο σύναψε στο όνομα του και το οποίο αποπλήρωσε από τα προσωπικά του κεφάλαια.
  15.  Ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, η Αιτήτρια λόγω της εχθρικής της στάσης προς τους γονείς του, αρνείτο να κατοικήσει σε οικία την οποία οι γονείς του προθυμοποιήθηκαν να δημιουργήσουν στο ισόγειο του κτιρίου, στο οποίο βρίσκεται και η δική τους κατοικία για να χρησιμοποιηθεί ως η συζυγική κατοικία. Ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια δεν ήθελε να κατοικίσει εκεί, διότι δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε σχέση με τους γονείς του και αυτή της η διαγωγή είναι κομβικής σημασίας για την παρούσα υπόθεση, καθ΄ ότι καταδεικνύεται ότι η Αιτήτρια ουδεμία σχέση είχε με τους δικούς του και κατά συνέπεια δεν ήθελε και ουδέποτε προσέφερε είτε άμεσα είτε έμμεσα οτιδήποτε στην εταιρεία, την οποία διηύθυνε ο πατέρας του μέχρι και την διάστασή τους.
  16.  Προσθέτει ακόμα, ότι η Αιτήτρια προτίμησε να ανακατασκευάσουν μια αποθήκη, ιδιοκτησίας των γονέων της, η οποία χρησιμοποιείτο ως γκαράζ, για να την χρησιμοποιήσουν ως κατοικία. Το εν λόγω  υποστατικό μολονότι ιδιοκτησίας των γονέων της Αιτήτριας, μετατράπηκε σε κατοικία με την συνεισφορά του πατέρα της Αιτήτριας, αλλά λόγω οικονομικής αδυναμίας του πατέρα της, αναγκάστηκε τόσο ο ίδιος όσο και ο πατέρας του να συνεισφέρουν σημαντικό κεφάλαιο για την αποπεράτωση, επίπλωση και εξοπλισμό της εν λόγω κατοικίας, η οποία αποτέλεσε την συζυγική κατοικία τους μέχρι την διάσταση και εκεί εξακολουθεί να διαμένει η Αιτήτρια. Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι λόγω της οικονομικής δυσχέρειας της Αιτήτριας, η οποία εξαρτιόταν οικονομικά από τον ίδιο, αλλά και της οικονομικής δυσχέρειας των γονέων της, ήταν αναγκασμένος να πληρώνει και τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας των γονέων της.
  17.  Είναι η θέση του Καθ’ ου η Αίτηση, ότι την ανάπτυξη την οποία η εταιρεία παρουσίασε, οφείλεται στην προνοητικότητα του πατέρα του και στα δικά του κεφάλαια, ο οποίος παρά την οικονομική κρίση, που παρουσιάστηκε το έτος 2013, αυτός είχε την επιχειρηματική έμπνευση να εμπλουτίσει την εταιρεία με τον κατάλληλο εξοπλισμό και ιδιαίτερα με την αγορά ενός ανυψωτικού μηχανήματος, το οποίο κατέστησε την εταιρεία ανταγωνιστική και συνέβαλε στην ανάπτυξή της. Διευκρινίζει ότι ο εξοπλισμός και τα μηχανήματα της εταιρείας, αγοράστηκαν από προσωπικά κεφάλαια του πατέρα του ή από χρήματα της εταιρείας, παρουσιάζοντας ως τεκμήρια διάφορα τιμολόγια και αποδείξεις αγοράς μηχανημάτων της εταιρείας, καθώς και πιστοποιητικά εγγραφής τους. Συνεπώς, ο Καθ’ ου αναφέρει ότι, η Αιτήτρια ουδέν συνείσφερε ούτε άμεσα αλλά ούτε και έμμεσα για την οποιαδήποτε αύξηση της περιουσίας της εταιρείας και η αίτηση της θα πρέπει να απορριφθεί.
  18.  Πέραν τούτων, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι τα κέρδη της εταιρείας πριν το γάμο ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα κέρδη της μετά τον γάμο, ενώ την περίοδο της οικονομικής κρίσης οι πωλήσεις της είχαν πτωτική τάση. Υποστηρίζει επίσης, ότι η αύξηση των πωλήσεων της εταιρείας επήλθε με την αγορά του ανυψωτικού μηχανήματος από προσωπικά χρήματα του πατέρα του και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που αύξησε τις πωλήσεις της και μετά την ανάκαμψη της οικονομίας. Συνεπώς, η Αιτήτρια ουδεμία συνεισφορά είχε στην αύξηση της περιουσίας της εταιρείας.

(IV)        ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ։

 

  1.  Η προσθήκη ενός διαδίκου μέσω της ανάλογης τροποποίησης του τίτλου μίας αίτησης, επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο κρίνει ως αναγκαία την προσθήκη οποιουδήποτε διάδικου του οποίου η παρουσία θεωρείται απαραίτητη, ώστε αυτό να μπορέσει να αποφασίσει αποτελεσματικά και ολοκληρωτικά επί όλων των ζητημάτων που υπάρχουν σε μία υπόθεση.

 

  1.  Το υπό κρίση ζήτημα θεμελιώνεται μέσα από τις διατάξεις του Μέρους 18 και 20 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, από το οποίο παραθέτω τις πιο κάτω σχετικές διατάξεις։

« 18.1. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα

(1) Διάδικος δύναται να τροποποιήσει δικόγραφο σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την επίδοσή του σε οποιοδήποτε άλλο διάδικο.

(2) Αν το δικόγραφο έχει επιδοθεί, διάδικος δύναται να το τροποποιήσει μόνο:

(α) με τη γραπτή συγκατάθεση όλων των άλλων διαδίκων· ή

(β) με άδεια του δικαστηρίου, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό.

(3) Αν δικόγραφο έχει επιδοθεί, αίτηση τροποποίησής του διά της αφαίρεσης, προσθήκης ή υποκατάστασης διαδίκου πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 20.4.» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

Στον Κ.18.4 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 το οποίο τιτλοφορείται։ Τροποποιήσεις σε δικόγραφα με άδεια του Δικαστηρίου, αναφέρονται ρητά τα ακόλουθα։

 

«18.4. Τροποποιήσεις σε δικόγραφα με άδεια του δικαστηρίου

(1) Όταν το δικαστήριο δίδει άδεια σε διάδικο να τροποποιήσει το δικόγραφό του, δύναται να εκδώσει οδηγίες για:

(α) συνακόλουθες τροποποιήσεις οι οποίες θα γίνουν σε άλλο δικόγραφο· και

(β) την επίδοση οποιουδήποτε τροποποιημένου δικογράφου.

(2) Η εξουσία του δικαστηρίου να δώσει άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού υπόκειται:

(α) στον κανονισμό 20.2 (αλλαγή διαδίκων: γενικά

(β) στον κανονισμό 20.6 (ειδικές πρόνοιες για την προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής)· και

(γ) στον κανονισμό 18.7 (τροποποίηση δικογράφου μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής)» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

Επιπρόσθετα, στο Μέρος 20.2 των εν λόγω Κανονισμών το οποίο φέρει τον τίτλο։ Αλλαγή διαδίκων։ γενικά, αναφέρονται τα ακόλουθα։

 

«20.2. Αλλαγή διαδίκων: γενικά

(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν διάδικος πρόκειται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ή να αφαιρεθεί, εκτός όταν η υπόθεση εμπίπτει στο πλαίσιο του κανονισμού 20.6 (ειδικές διατάξεις για την αλλαγή διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής).

(2) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη προσώπου ως νέου διαδίκου αν:

(α) η προσθήκη του νέου διαδίκου είναι επιθυμητή, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει όλα τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία· ή

(β) υφίσταται ζήτημα, το οποίο αφορά στον νέο διάδικο και στον υφιστάμενο διάδικο, το οποίο συνδέεται με τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία, και είναι επιθυμητό να προστεθεί ο νέος διάδικος, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα.

(3) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο να παύσει να είναι διάδικος, αν δεν είναι επιθυμητό το πρόσωπο αυτό να είναι διάδικος στη διαδικασία.

(4) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την υποκατάσταση υφιστάμενου διαδίκου με νέο διάδικο αν:

(α) το συμφέρον ή η ευθύνη του υφιστάμενου διαδίκου έχει μεταφερθεί στον νέο διάδικο· ή

(β) είναι επιθυμητή η υποκατάσταση με τον νέο διάδικο, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει τα αμφισβητούμενα θέματα στη διαδικασία» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

Περαιτέρω, στο Μέρος 20.4 του ίδιου Κανονισμού, που φέρει τον τίτλο։ Διαδικασία προσθήκης και υποκατάστασης διαδίκων, αναφέρονται ρητά τα ακόλουθα։

 

« 20.4. Διαδικασία προσθήκης και υποκατάστασης διαδίκων

(1) Απαιτείται άδεια του δικαστηρίου για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου, εκτός αν το έντυπο απαίτησης δεν έχει επιδοθεί.

(2) Αίτηση για άδεια δυνάμει της παραγράφου (1) μπορεί να υποβληθεί από:

(α) υφιστάμενο διάδικο· ή

(β) πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να καταστεί διάδικος.

[Δ.Κ. 29.9.2023] (3) Αίτηση για έκδοση διατάγματος δυνάμει του κανονισμού 20.2(4) (υποκατάσταση διαδίκου όταν το συμφέρον ή η ευθύνη υφιστάμενου διαδίκου έχει μεταφερθεί):

(α) μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση· και

(β) πρέπει να υποστηριχθεί από μαρτυρία.

(4) Κανένα πρόσωπο δεν δύναται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ως ενάγων εκτός αν:

(α) το πρόσωπο αυτό έχει συναινέσει γραπτώς· και

(β) η συναίνεση αυτή έχει καταχωριστεί στο δικαστήριο.

(5) Διάταγμα για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου πρέπει να επιδοθεί σε:

(α) όλους τους διαδίκους στη διαδικασία· και

(β) οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από το διάταγμα.

(6) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα για την αφαίρεση, προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου, δύναται να εκδώσει παρεπόμενες οδηγίες για:

(α) την καταχώριση και επίδοση του εντύπου απαίτησης σε οποιονδήποτε νέο εναγόμενο·

(β) την επίδοση σχετικών εγγράφων στον νέο διάδικο· και

(γ) τη διαχείριση της διαδικασίας.

(7) Όταν το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα προσθήκης ή υποκατάστασης με νέο ενάγοντα, δύναται να δώσει οδηγίες:

(α) για την επίδοση αντιγράφου του διατάγματος σε κάθε διάδικο στη διαδικασία και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από το διάταγμα·

(β) για την επίδοση αντιγράφων των δικογράφων και των εγγράφων τα οποία αναφέρονται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, στον νέο διάδικο,

(γ) όπως ο διάδικος, ο οποίος υπέβαλε την αίτηση καταχωρίσει εντός 14 ημερών τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης.

(8) Όταν το δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα προσθήκης ή υποκατάστασης εναγόμενου είτε αυτεπάγγελτα είτε κατόπιν αιτήματος, το δικαστήριο δύναται να δώσει οδηγίες:

(α) στον ενάγοντα να καταχωρίσει στο δικαστήριο εντός 14 ημερών (ή ως διαταχθεί) τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης για τον φάκελο του δικαστηρίου,

(β) αντίγραφο του διατάγματος να επιδοθεί σε όλους τους διαδίκους στη διαδικασία και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επηρεάζεται από αυτό,

(γ) το τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και η έκθεση απαίτησης, τα έντυπα για παραδοχή, υπεράσπιση και καταχώριση σημειώματος εμφάνισης και αντίγραφα των δικογράφων και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα αναφέρονται σε οποιοδήποτε δικόγραφο, να επιδοθούν στον νέο εναγόμενο,

(δ) εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, το τροποποιημένο έντυπο απαίτησης και έκθεση απαίτησης να επιδοθούν σε οποιουσδήποτε άλλους εναγόμενους».

 

  1.  Οι νομικές αρχές που έχουν καθιερωθεί με βάση την μέχρι σήμερα νομολογία επί του ζητήματος της προσθήκης διαδίκου, παρά το γεγονός ότι στηρίζονται στους προϊσχύσαντες Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής σε μεγάλο βαθμό και στις υποθέσεις που διέπονται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023.

 

  1.  Στην υπόθεση Σοφιανού Χριστάκης Αντωνίου ν. Minas Makris Developers Ltd και Άλλης (2011) 1 Α.Α.Δ. 1668, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου։

 

«Η προσθήκη διαδίκου είναι ζήτημα αναγόμενο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Το δικαστήριο έχει επί του προκειμένου ευρεία διακριτική εξουσία να επιφέρει αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους (διαγραφή, προσθήκη, αντικατάσταση) που στοχεύουν στο να καταστεί δυνατή η πλήρης και αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των αναγκαίων διαδίκων. Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772».

  1.  Περαιτέρω, στην Perihan Mustafa Korkut v. Απόστολου Γεωργίου (2007) 1 Α.Α.Δ. 1213, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։

 

«Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.

 

Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772)».

 

  1.  Εν προκειμένω, οι διατάξεις που αφορούν το υπό κρίση θέμα θεμελιώνονται στο άρθρο 14 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991 (Ν.232/91), όπως τροποποιήθηκε, το οποίο προνοεί τα εξής:

 

«14.(1)  Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

       (2)  Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.

       (3)   Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν:

              (α) Από δωρεά, κληρονομιά, κληροδοσία ή άλλη χαριστική αιτία».

 

                Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.232/91:

«′περιουσία′ σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους».

 

«΄συνεισφορά΄ σημαίνει την οποιαδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή την δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας».

 

  1.  Μία αξίωση εναντίον συζύγου για συνεισφορά, δυνάμει του άρθρου 14 (1) του Ν. 232/91 μπορεί να αφορά και σε περιουσία του η οποία κατέχεται προς όφελος του από τρίτο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, στην βάση καταπιστεύματος, συνεπώς κατά κανόνα αναγκαίος διάδικος είναι και ο καταπιστευματοδόχος. Παραπέμπω στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Περικλέους ν. Εγγλέζου (2011) 1 Β Α.Α.Δ. 1015, όπου επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։

 

«Κατά πρώτο λόγο, παρατηρείται, ως πρόδηλη απόρροια από τις πιο πάνω διατάξεις, ότι είναι ουσιαστικά παρόμοιες οι νομοθετικές ρυθμίσεις σε σχέση με την έννοια και το εύρος της «περιουσίας» και των «περιουσιακών σχέσεων». Καλύπτουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που δυνατόν να αποκτήθηκε πριν, ή μετά το γάμο από οποιοδήποτε από τους συζύγους. Η κατά τη διάρκεια του γάμου απόκτηση περιουσίας τεκμαίρεται ότι είναι προς όφελος και των δύο συζύγων, με τεκμαιρόμενη συνεισφορά στην αύξηση το 1/3 από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, κατά τα προνοούμενα από το εδάφιο (2) του Αρθρου 14, εκτός βέβαια εάν δυνάμει επαρκούς μαρτυρίας, η περιουσία δυνατόν να κατανεμηθεί διαφορετικά. Αν η περιουσία αποκτάται πριν το γάμο, τότε πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή κτήθηκε με την προοπτική γάμου. Κατά τα άλλα ισχύει και πάλι το τεκμήριο του 1/3, ως συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον άλλο.

 

Κατά δεύτερο λόγο, εξάγεται το συμπέρασμα ότι στα περιουσιακά στοιχεία συγκαταλέγεται κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία εφόσον αποκτήθηκε από εκάτερο των συζύγων, ως λογική δε προέκταση αυτού θα πρέπει να εντάσσεται ως περιουσιακό στοιχείο και αυτό που αποκτάται εκ μέρους ή για λογαριασμό του ή της συζύγου. Η προέκταση αυτή είναι εννοιολογικά και νομικά επιτρεπτή διότι διαφορετικά θα καταστρατηγούντο οι πρόνοιες της νομοθεσίας. Αν, δηλαδή, όπως εδώ, υπάρχει περιουσιακό στοιχείο το οποίο ανήκει σε τρίτο, αλλά με τη συγκατάθεση του χρησιμοποιείται προς όφελος του ή της συζύγου για σκοπούς τέλεσης γάμου ή κατά τη διάρκεια αυτού, τότε η συνεισφορά του ετέρου στην επαύξηση της αξίας αυτού θα ήταν άνευ σημασίας, αν η παρεμβολή του τρίτου εξουδετέρωνε τη συνεισφορά»

 

………………………………………………………………………………………………

 

«Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ' αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου.  Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του».

 

  1.  Περαιτέρω, μέσα από την απόφαση Μάριος Αποστόλου ν. Ροδούλα Ιωάννου, Έφεση αρ. 20/2010, ημερομηνίας 03/04/2012, ουσιαστικά συνάγεται ότι υπάρχει η δυνατότητα δικαστικής παρέμβασης σε περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε εταιρεία στην οποία συμμετέχει ως διευθυντής και/ή μέτοχος ο σύζυγος εναντίον του οποίου εγείρεται περιουσιακή διεκδίκηση από τον άλλο σύζυγο.
  2.  Νοείται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της υπό εκδίκαση αίτησης, δεν δικαιούται να υπεισέλθει εις βάθος στην ουσία της υπόθεσης και ούτε να προχωρήσει σε καθοριστική επίλυση της αγωγής. Αυτό που θα εξεταστεί σε πρωταρχικό βαθμό σε μία διαδικασία προσθήκης ενός διαδίκου, είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος καθίσταται αναγκαίος διάδικος με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης και αν το αίτημα είναι δικαιολογημένο.

 

(V)  ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ։

 

  1.  Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης, με βάση το περιεχόμενο της, τα δικόγραφα των διαδίκων αλλά και των λόγων ένστασης που έχουν προβληθεί.
  2.  Αρχικά, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τον λόγο ένστασης του Καθ’ ου η Αίτηση περί ανεπαρκούς και/ή λανθασμένης νομικής βάσης της υπό εξέταση αίτησης, η οποία όπως ο ίδιος υποστηρίζει θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της.
  3.  Ειδικότερα, μελετώντας την νομική βάση της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτή στηρίχθηκε τόσο στους προϊσχύσαντες Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όσο και στους εν ισχύ Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, παρά το γεγονός ότι αυτή έχει καταχωρηθεί στις 26/02/2024, ήτοι μετά την υιοθέτηση των νέων Κανονισμών. Επιπρόσθετα, παρατηρώ ότι η υπό εξέταση αίτηση στηρίχθηκε μεταξύ άλλων στον Κ. 18 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
  4.  Η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση ουσιαστικά υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια βασίζει την αίτηση της μόνο στο Μέρος 18 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, που ρυθμίζει το ζήτημα της τροποποίησης και τούτο λανθασμένα διότι η Αιτήτρια, επικαλείται αυτό τον Κανονισμό ενώ ζητά προσθήκη διαδίκου, διαδικασία η οποία ρυθμίζεται από τον Κανονισμό 20. Υποστηρίζει ότι οι εν λόγω παραλείψεις της αίτησης, καθίστανται μοιραίες για την εκδίκαση της και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
  5.  Πράγματι, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η νομική βάση της υπό εξέταση ενδιάμεσης αίτησης είναι προφανώς ελλιπής, αφού δεν έχει συμπεριληφθεί ρητά ο Κ. 20 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας ο οποίος προνοεί ειδικά για την προσθήκη διαδίκου καθώς και για την συγκεκριμένη διαδικασία που ακολουθείται.
  6.  Στην υπόθεση David κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 208/12, ημερομηνίας 24/11/2017, ECLI:CY:AD:2017:A415, επισημάνθηκε ότι η παράλειψη αναγραφής της Δ.6 θ.9 στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης της ειδοποίησης αυτού, κρίθηκε ως παρατυπία. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε στην απόφαση του τα ακόλουθα։

«Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης, (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965 και Kozinskaya River Limited κ.ά (ανωτέρω)). Επομένως, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η διαταγή αυτή θα έπρεπε να καταγράφεται στο σώμα της αίτησης και ότι η παράλειψη αναγραφής της ισοδυναμούσε με παρατυπία».

  1.  Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743, το Εφετείο επισήμανε ότι։ «απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μίας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης» και κατέληξε ότι στην περίπτωση εκείνη δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.64.
  2.  Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο θα εξετάσει ακολούθως κατά πόσον η εν λόγω παράλειψη της Αιτήτριας, συνιστά παρατυπία που θα μπορούσε να παραβλεφθεί προκειμένου να διασωθεί η διαδικασία της παρούσας αίτησης ή αποτελεί παρατυπία η οποία καθιστά θνησιγενή την υπό εξέταση αίτηση.
  3.  Να επισημάνω ότι στις περιπτώσεις που διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να διατάξει απαλλαγή από οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση μετά από αίτηση, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως ρητά προνοεί ο Κ.3.6. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα։

«3.6. Απαλλαγή από κυρώσεις

(1) Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.

(2) Σε αίτηση για απαλλαγή από οποιαδήποτε επιβληθείσα κύρωση, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με οποιαδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης προκειμένου να χειριστεί με δίκαιο τρόπο, την αίτηση, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, περιλαμβανομένης της ανάγκης:

(α) διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας αποτελεσματικά και με αναλογικό κόστος· και

(β) επιβολής συμμόρφωσης με κανονισμούς και δικαστικά διατάγματα.

(3) Αίτηση για απαλλαγή υποστηρίζεται από μαρτυρία».

  1.  Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει γενική εξουσία να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης διαδικαστικού σφάλματος στην βάση του Κ.3.8. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ο οποίος προβλέπει ρητά τα ακόλουθα։

«3.8. Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα

(1) Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό:

(α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και

(β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

(2) Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι:

(α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και

(β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό».

  1.  Αναφορικά με το τι συνιστά διαδικαστικό σφάλμα, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 05/04/2024, στην υπόθεση Ελευθέριος Θεοδώρου ν. Κωνσταντίνος Μαλλούπα κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 62/2018:

«Το Μέρος 3.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, παρέχει γενική εξουσία στο Δικαστήριο για διόρθωση θεμάτων όταν διαπιστωθεί διαδικαστικό σφάλμα. Καθορίζεται στο Μέρος 3.8 (1) ότι η ύπαρξη διαδικαστικού σφάλματος δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν διαταχθεί κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος. Επιπλέον, όπως προβλέπεται στο Μέρος 3.8 (2), το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης της διαδικασίας εκτός αν ικανοποιηθεί ότι το εν λόγω διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό και ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος ακύρωσης, είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών του 2023».

  1.  Επιπρόσθετα, στην απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Εφ. αρ. Ε5/2018, ημερομηνίας 16/01/2024, γίνεται παραπομπή στις πρόνοιες του Μέρους 3.8 των Κανονισμών, όπου μεταξύ άλλων επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:

«Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες και παρά την διαπίστωση μας ότι η επιλογή του εφεσίβλητου να προωθήσει το αίτημα του με τον τύπο των παλαιών Θεσμών δεν ήταν η ενδεδειγμένη, κρίνουμε ότι η ως άνω λανθασμένη δικονομική διαδικασία δεν οδηγεί χωρίς άλλο στον αποκλεισμό και την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την προώθηση και εξέταση της στοιχεία, χωρίς παράλληλα να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου.

Η διάσωση του διαβήματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνάδει κατά την κρίση μας με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης με το Μέρος 3.8 (1) όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.

Επιπλέον δυνάμει των διατάξεων του Μέρους 3.8.(2) δεν ακυρώνεται η διαδικασία εκτός αν το σφάλμα είναι σοβαρό και η ακύρωση είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη και τον Πρωταρχικό Σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, όπως το ότι αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την εξέταση της στοιχεία, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, κρίνουμε ότι το σφάλμα δεν είναι σοβαρό και η ακύρωση της αίτησης δεν είναι αναγκαία για τους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, θεωρούμε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία, παρά τον λανθασμένο έντυπο αίτησης με το οποίο προωθείται» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

  1.  Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες αλλά και την σχετική νομολογία και παρά την διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η νομική βάση της αίτησης καθίσταται μερικώς ελλιπής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω παράλειψη δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απόρριψη της αίτησης, όπως θα εξηγήσω αναλυτικά πιο κάτω.
  2.  Είναι η θέση του Δικαστηρίου, ότι η φύση της εν λόγω παράλειψης δύναται να θεραπευθεί υπό τις περιστάσεις, ενώ δικαιολογεί την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για να την θεραπεύσει αυτεπάγγελτα. Κατέληξα σε αυτή την θέση, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν έχω διαπιστώσει να προκαλείται οποιοσδήποτε ουσιώδης ή δυσμενής επηρεασμός ή αδικία στην πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση, ο οποίος είχε την ευκαιρία και προώθησε και ανέλυσε δεόντως και εκτενώς τις θέσεις του μέσα από την ένσταση του, όπου απάντησε και στους ισχυρισμούς που τέθηκαν από την πλευρά της Αιτήτριας. Μέσα από το σώμα, την αιτούμενη θεραπεία της αίτησης αλλά και την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, διαφαίνεται ότι περιέχονται σε αυτήν όλα εκείνα τα αναγκαία στοιχεία, ώστε ο Καθ’ ου να αντιληφθεί πλήρως τα δεδομένα της παρούσης και να θέσει δεόντως τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς, χωρίς να παραβλάπτονται τα δικαιώματα του. Επιπρόσθετα, διαπιστώνω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν είναι παντελώς αστήριχτη ή ελλιπής, αφού στην νομική της βάση περιλαμβάνεται ο Κ.18 στον οποίο προβλέπεται ρητά η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων διά της αφαίρεσης, προσθήκης ή υποκατάστασης διαδίκου (βλ. Κ.18(1)(3) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023).
  3.  Πέραν των πιο πάνω, δεν έχω διαπιστώσει εν προκειμένω, να αναδεικνύεται οποιαδήποτε κακοπιστία ή προσπάθεια υπονόμευσης της διαδικασίας ή κατάχρησης από την πλευρά της Αιτήτριας (βλ. απόφαση Georgios Kounis, άλλως Thomas Wells, άλλως George Kounis, άλλως Georgios Nikola Kounis ν. Δρ. Κατερίνα Αλεξάνδρου Θεοδότου κ.α. Πολ. Εφ. αρ. Ε22/2019 ημερομηνίας 11/02/2025).
  4.  Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η διάσωση του δικονομικού διαβήματος, συνάδει με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης, με το Μέρος 3.8 (1) όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά την διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
  5.  Είναι επίσης η θέση του Δικαστηρίου, ότι η φύση της παρατυπίας ή παράλειψης δεν είναι τέτοιας σοβαρότητας που να καθιστά επιβεβλημένη την ακύρωση της αίτησης για σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως, συνυπολογίζοντας όλους τους παράγοντες και λόγους που ανέφερα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως να μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ισοζυγίζοντας τα πιο πάνω δεδομένα και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης αλλά και τον πρωταρχικό σκοπό, στην βάση των Κ.3.6. και Κ.3.8. των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και ασκώντας περαιτέρω την διακριτική του εξουσία, εκδίδει αυτεπαγγέλτως διάταγμα με το οποίο αίρεται η εν λόγω παρατυπία.
  6.  Αναφορικά με τον λόγο ένστασης του Καθ’ ου η Αίτηση ότι η υπό εκδίκαση αίτηση δεν συμμορφώνεται με τον Κ.23.4 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, διότι δεν επισυνάπτεται στην υπό εξέταση αίτηση οποιοδήποτε προσχέδιο του αιτούμενου διατάγματος, φρονώ εν προκειμένω ότι λόγω της φύσεως της αιτούμενης θεραπείας όπου ζητείται περιοριστικά η προσθήκη διαδίκου στον τίτλο της αίτησης και μόνον και όχι η εν εκτάσει τροποποίηση του σώματος και των γεγονότων της αίτησης, η εν λόγω παράλειψη συμμόρφωσης μπορεί να κριθεί ως αμελητέα και μη ουσιώδης. Θεωρώ δηλαδή, ότι ουσιαστικά δεν απαιτείτο ή καθίστατο επιβεβλημένη η επισύναψη ενός προσχεδίου διατάγματος, από την στιγμή που σε αυτό θα προστίθετο περιοριστικά στον τίτλο της αίτησης ο νέος διάδικος. Συνεπώς, δεν διαβλέπω οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Καθ’ ου η Αίτηση συνεπεία της εν λόγω παράλειψης.
  7.  Υπεισέρχομαι πλέον στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Το Δικαστήριο θα πρέπει πρωτίστως να εξετάσει κατά πόσο η Αιτήτρια έχει στοιχειοθετήσει έστω και σε προκαταρτικό βαθμό μέσα από τα δικόγραφα αλλά και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση της, ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση στην βάση καταπιστεύματος ή άλλως πως και ότι πραγματικά καθίσταται επιβεβλημένη η προσθήκη της προτιθέμενης Καθ’ ης η Αίτηση εταιρείας ως αναγκαίου διάδικου στην διαδικασία.

 

  1.  Είναι σαφώς νομολογημένο, ότι εξ΄ επαγωγής καταπίστευμα μπορεί να καλύψει περιουσία που αποκτήθηκε ακόμα και πριν από την συμβίωση των διαδίκων. Στην απόφαση που εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αδάμου ν. Γεωργίου Πολ. Εφ. αρ. 68/2014 ημερομηνίας 30/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A435, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα։

 

«Συνοψίζοντας τις σχετικές αρχές στην υπόθεση Sheila Maharaj v Jai Chand [1986] 1 AC 898, η οποία αναφέρεται και στην πρωτόδικη απόφαση, ο Δικαστής Sir Robin Cooke ανέφερε (σελ.907):

 

«As to the principles of law to be applied to those facts, references were made in argument to cases where constructive trusts, carrying beneficial interests in land, arise between parties who are man and wife, whether de jure or de facto, on or after the acquisition of their home. The authority now classic in the speech of Lord Diplock in Gissing v. Gissing [1971] A.C. 886, 903-911, and later English cases are reviewed in the judgments of the Court of Appeal in Grant v. Edwards [1986] Ch. 638 which concerned an unmarried couple. In such cases a contract or an express trust as at the time of the acquisition may not be established, because of lack of certainty or consideration or non-compliance with statutory requirements of writing; but a constructive trust may be established by an inferred common intention subsequently acted upon by the making of contributions or other action to the detriment of the claimant party. And it has been held that, in the absence of evidence to the contrary, the right inference is that the claimant acted in the belief that she (or he) would have an interest in the house and not merely out of love and affection: see for instance Grant v. Edwards, per Sir Nicolas Browne-Wilkinson V.-C., at p. 130.»

Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην πιο πρόσφατη απόφαση  Capehorn v Harris [2015] EWCA Civ 955:

 

«In relation to assets acquired by unmarried co-habitees or partners, where an asset is owned in law by one person but another claims to share a beneficial interest in it a two-stage analysis is called for to determine whether a common intention constructive trust arises. First, the person claiming the beneficial interest must show that there was an agreement that he should have a beneficial interest in the property owned by his partner even if there was no agreement as to the precise extent of that interest. Secondly, if such an agreement can be shown to have been made, then absent agreement on the extent of the interest, the court may impute an intention that the person was to have a fair beneficial share in the asset and may assess the quantum of the fair share in the light of all the circumstances: see Oxley v Hiscock [2005] Fam 211; Stack v Dowden [2007] AC 432; Jones v Kernott [2011] UKSC 53

 

Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο και σε περιπτώσεις συμβίωσης ατόμων ως αντρογύνου. Όπως σημειώνεται στην Ορφανίδης ν Ορφανίδης (1998) 1 ΑΑΔ 179:

 

«Το Δικαστήριο επιστράτευσε μια αρχή και ένα θεσμό του Δικαίου της Επιείκειας, για τη λύση οικογενειακών περιουσιακών διαφορών, αυτής της φύσης. Την αρχή του δικαιικού κωλύματος, (equitable estoppel) που έχει ως λόγο τον αποκλεισμό επονείδιστης συμπεριφοράς στις συναλλαγές, και το θεσμό των εμπιστευμάτων (καταπιστευμάτων - trusts) που παρέχει ευχέρεια για τη δέσμευση, του κατά νόμο ιδιοκτήτη περιουσίας, να αποδώσει το σύνολο ή μέρος της σε τρίτον, εφόσον δεσμεύτηκε κατά συνείδηση να το πράξει. Οι αρχές αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τη διεκδίκηση περιουσιακών δικαιωμάτων σε δύο κυρίως τομείς, στην οικογενειακή κατοικία και σε τραπεζικούς λογαριασμούς. Οι ίδιες αρχές τυγχάνουν εφαρμογής και μεταξύ προσώπων τα οποία συμβιώνουν ως ανδρόγυνο.»

 

Εν προκειμένω, δεδομένης της απουσίας γραπτής δέσμευσης εκ μέρους του Σταύρου, το Δικαστήριο εξέτασε το ενδεχόμενο της δημιουργίας εξ επαγωγής καταπιστεύματος δυνάμενου να δημιουργηθεί κατ' εφαρμογή του νόμου, η ύπαρξη του οποίου προϋπόθετε, σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Κληρίδης ν Σταυρίδη (1998) 1 ΑΑΔ 521) κοινή πρόθεση του Σταύρου και της εφεσίβλητης για ένα ωφέλιμο συμφέρον και η εφεσίβλητη με βάση το ωφέλιμο συμφέρον να είχε ενεργήσει σε βάρος των δικών της συμφερόντων. Όπως ορθά παρατήρησε το Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Stack v Dowden [2007] 2 All ER 929, ο κατάλογος των παραγόντων, στοιχείων και συμπεριφορών η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να καταδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών είναι ανεξάντλητος και η κάθε περίπτωση βασίζεται στα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου).

 

  1.  Μελετώντας τόσο την αίτηση της Αιτήτριας όσο και την ένορκη δήλωση της η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, διαπιστώνεται ότι αυτή προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς αναφορικά με το καθεστώς της εταιρείας […], η οποία κατά την ίδια δεν ήταν εγγεγραμμένη εξ’ ολοκλήρου στον ίδιο τον Καθ’ ου η Αίτηση και την οποία διατηρούσε με τους γονείς του, εν τούτοις αυτός ήταν ουσιαστικά ο μέτοχος και ο διευθυντής της. Η Αιτήτρια υποστηρίζει ουσιαστικά ότι οι μετοχές της εν λόγω εταιρείας ήταν διαμοιρασμένες με σκοπό να αποκρύψει ο Καθ’ ου η Αίτηση την πραγματικότητα, που ήταν ότι αυτός ήταν ο μοναδικός δικαιούχος και ιδιοκτήτης της εταιρείας, ώστε να αποκλείσει το δικαίωμα διεκδίκησης μεριδίου από αυτήν.

 

  1.  Αποτελεί βασική δικογραφημένη θέση της Αιτήτριας, ότι από κοινού οι διάδικοι δημιούργησαν την οικονομική ευρωστία της εταιρείας και την δημιουργία της περιουσίας της μέσω της πλήρους άμεσης ή έμμεσης συνεισφοράς της ίδιας ή με την κοινή προσπάθεια, κεφάλαια και εργασία, από το 2004 μέχρι και την ημερομηνία διάστασης των διαδίκων. Περαιτέρω, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι είχε ουσιαστικά συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων, ότι η περιουσία που θα αποκτηθεί κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων, θα ανήκε εξ’ ίσου και στους δύο διαδίκους ανεξαρτήτως από το που θα εγγραφόταν, με την ιδιότητα του δηλαδή ως καταπιστευματοδόχου για τον άλλο σύζυγο. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί θέση της Αιτήτριας, ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στον Καθ’ ου η Αίτηση, αντιθέτως η έκδοση τους θα είναι προς όφελος της δικαιοσύνης και της διαφάνειας, ενώ αντιθέτως η μη έκδοση τους θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στα έννομα δικαιώματα της η οποία σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί.

 

  1.  Στον αντίποδα, ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εταιρεία ιδρύθηκε από τον πατέρα του αρκετά χρόνια πριν από την σύναψη του γάμου των διαδίκων και ότι αποκλειστικά αυτός από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα συνέβαλε στην οικονομική της ανάπτυξη με προσωπική εργασία και κεφάλαια, καθώς και για την αγορά των μηχανημάτων της. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια δεν είχε καμία οικονομική συνεισφορά στην εταιρεία, καθ΄ ότι αυτή δεν διέθετε ούτε οικονομικούς πόρους, ούτε οποιοδήποτε εισόδημα, ενώ αντιθέτως δαπανούσε όλα τα κεφάλαιά του για λογαριασμό της, αφού είχε σπάταλη ζωή, αναλαμβάνοντας και την συντήρησή της επειδή η ίδια δεν είχε διάθεση να εργαστεί, παρά μόνο περιστασιακά. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Αιτήτρια ούτε καν τη φροντίδα της οικογενειακής εστίας ασκούσε καθ΄ ότι δεν διέθετε ούτε την ικανότητα ούτε τις γνώσεις για να αντεπεξέρχεται στα καθήκοντά της ως οικοκυρά.
  2.  Αρχικά, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αναδείχθηκαν αρκετοί αντικρουόμενοι ισχυρισμοί και θέσεις, επί διάφορων γεγονότων και πραγματικών περιστατικών από τις δύο πλευρές για τις οποίες φρονώ ότι δεν μπορεί στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης εκ των πραγμάτων να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση τους, ιδίως εκείνων που αφορούν την ουσία της εναρκτήριας αίτησης. Επιθυμώ να τονίσω, ότι στα πλαίσια του παρόντος σταδίου εξέτασης μίας αίτησης για προσθήκη διαδίκου, το Δικαστήριο δεν δικαιούται εκ των πραγμάτων να προβεί σε αξιολόγηση είτε της αξιοπιστίας των ισχυρισμών των διαδίκων, είτε σε εξαγωγή ευρημάτων επί των αντικρουόμενων ισχυρισμών.

 

  1.  Ούτε βέβαια θα ήταν ορθό το Δικαστήριο να καταλήξει σε ακριβή ευρήματα αναφορικά με το ισχυριζόμενο είδος ή το ύψος της επαύξησης επί της περιουσίας της εταιρείας […] ή του Καθ’ ου η Αίτηση, αλλά και της οποιασδήποτε τυχόν συνεισφοράς της Αιτήτριας, ή ακόμα και του τρόπου με τον οποίο τα εν λόγω προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αποκτήθηκαν. Ούτε μπορώ να καταλήξω σε τελικά συμπεράσματα για τον χρόνο απόκτησης των περιουσιακών στοιχείων της εν λόγω εταιρείας και αν αυτά αποκτήθηκαν πριν ή κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων ή ακόμα αν θεμελιώνεται επαρκώς ζήτημα εξυπακουόμενου εμπιστεύματος ή όχι. Για τον λόγο ότι, αυτό θα λάβει χώρα όταν θα τεθούν όλα τα στοιχεία και η ολοκληρωμένη μαρτυρία του κάθε διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το στάδιο εκδίκασης της εναρκτήριας αίτησης.

 

  1.  Σε κάθε περίπτωση, με βάση την σχετική νομολογία η διαδικασία προσθήκης διαδίκου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της ουσίας της υπόθεσης και ούτε για κατάληξη σε τελικά ευρήματα ή συμπεράσματα, έστω και σε προκαταρτικό βαθμό ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά θέματα, αφού αυτό που αξιολογείται είναι κατά πόσο ο προτιθέμενος διάδικος αποτελεί εν τέλει έναν αναγκαίο διάδικο. Εάν το Δικαστήριο προέβαινε σε τέτοια συμπεράσματα στην βάση των ισχυρισμών που προέβαλαν οι διάδικοι, τότε αναμφίβολα θα προδίκαζε σε κάποιο βαθμό και το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης από αυτό το στάδιο, γεγονός ανεπίτρεπτο.

 

  1.  Αυτό που διαπιστώνω με ξεκάθαρο τρόπο, είναι ότι η Αιτήτρια έχει δικογραφήσει και υποστηρίξει σε έναν ικανοποιητικό βαθμό ότι έχει συγκεκριμένες αξιώσεις επί της περιουσίας της εν λόγω εταιρείας στην οποία διευθυντής και μέτοχος ήταν και παραμένει ο σύζυγος της, μέσω της φερόμενης συνεισφοράς της στην επαύξηση των περιουσιακών στοιχείων της. Περαιτέρω, σε γενικό βαθμό υποστήριξε ότι κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων, ανέλαβε πλήρως όλα τα κοινά οικογενειακά έξοδα τα οποία κάλυπτε μέσω της εργασίας της ή με την βοήθεια των γονέων της. Επιδιώκεται δηλαδή, η προσθήκη της εν λόγω εταιρείας ως αναγκαίου διαδίκου, με σκοπό την επίλυση της περιουσιακής διαφοράς που προκύπτει, δεδομένου ότι τα διεκδικούμενα περιουσιακά στοιχεία ανήκουν σε αυτήν ή στον πρώην σύζυγο της.

 

  1.  Στην βάση των πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική μου ευχέρεια λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, κρίνω ορθό όπως προστεθεί η εν λόγω εταιρεία ως νέος αναγκαίος διάδικος στην παρούσα εναρκτήρια αίτηση, ούτως ώστε να είναι σε θέση να αποφασίσει το Δικαστήριο ολοκληρωμένα και αποτελεσματικά σε σχέση με όλα τα επίδικα και αμφισβητούμενα ζητήματα της υπόθεσης. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, θεωρώ ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποστερηθεί ολοκληρωτικά η Αιτήτρια του δικαιώματος της να παρουσιάσει πλήρως και ολόπλευρα την υπόθεση και τις αξιώσεις της, αφού δεν θα έχει άλλη ευκαιρία να το πράξει, χωρίς την προσθήκη της εν λόγω εταιρείας. Συνεπώς, το αίτημα της Αιτήτριας κρίνεται ως δικαιολογημένο υπό τις περιστάσεις της παρούσης υπόθεσης.

 

  1.  Περαιτέρω, μέσα από τους λόγους ένστασης του και την ένορκη δήλωση του, ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα επηρεάσει ουσιαστικά δυσμενώς την εν λόγω εταιρεία, αφού θα την υποβάλει σε αδικαιολόγητες δαπάνες και σε αχρείαστη συμμετοχή στη διαδικασία και δικαστικά-δικηγορικά έξοδα, τα οποία αυτή ουδέποτε θα εισπράξει έστω και εάν επιδικασθούν υπέρ της, δια τον λόγο ότι η Αιτήτρια στερείται οικονομικών πόρων και/ή περιουσίας. Δεν μπορώ να υιοθετήσω την θέση αυτή του Καθ’ ου η Αίτηση, αφού αυτός δεν έχει τεκμηριώσει με επάρκεια και πειστικότητα οποιουσδήποτε αντικειμενικούς λόγους, επί των οποίων εδράζει το εν λόγω επιχείρημα και ούτε έχει καταδείξει γιατί ακριβώς η εταιρεία του θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ή ότι θα επέλθουν δυσμενείς συνέπειες στην λειτουργία της. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για την οικονομική κατάσταση της Αιτήτριας, δεν μπορούν να αποτελέσουν ικανοποιητικό λόγο ο οποίος τεκμηριώνει οποιαδήποτε υπαρκτή ή μελλοντική ζημιά στην εν λόγω εταιρεία.
  2.  Αναφορικά με το ζήτημα της τυχόν καθυστέρησης στην προώθηση της υπό εξέταση αίτησης, δεν θεωρώ υπό τις περιστάσεις της παρούσης ότι επιδείχθηκε από την πλευρά της Αιτήτριας οποιαδήποτε υπέρμετρη ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Ούτε έχω διαπιστώσει να έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε που να αποκαλύπτει οποιασδήποτε μορφής κακοπιστία ή κατάχρηση από πλευράς της Αιτήτριας. Επιπρόσθετα, διαπιστώνω ότι η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και δεν έχει οριστεί για ακρόαση. Σε κάθε περίπτωση, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η καταχώρηση μίας τέτοιας αίτησης μπορεί να επιτραπεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού στο σύγγραμμα «Annual Practice 1958» στην σελ. 345 αναφέρεται ότι είναι δυνατή η προσθήκη διαδίκου όταν αυτή είναι αναγκαία, ακόμα και στο στάδιο της ακρόασης και ότι η ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ευρύτατη προκειμένου να καθοριστούν τελεσίδικα όλα τα επίδικα θέματα.

 

  1.  Αναφορικά με τον παράγοντα της καθυστέρησης, παραπέμπω σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward (2014) 1Α ΑΑΔ 663 στην σελίδα 676, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης».

 

 

 

(VI)        ΚΑΤΑΛΗΞΗ։

 

  1.  Συνακόλουθα, στην βάση των πιο πάνω, η υπό εξέταση αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η τροποποίηση της εναρκτήριας αίτησης ως η αιτούμενη θεραπεία υπό (Β) της αίτησης ημερομηνίας 03/11/2025.

 

  1.  Δίδονται οδηγίες όπως η τροποποιημένη εναρκτήρια αίτηση να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος.

 

  1.  Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης του Καθ’ ου η Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης αίτησης. Η έκθεση υπεράσπισης της εταιρείας […] να καταχωριστεί και αυτή εντός 14 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης αίτησης.

 

  1.  Η εναρκτήρια Αίτηση ορίζεται για Οδηγίες στις 18/09/2026 και ώρα 09.00 π.μ. Η ημερομηνία που ήταν ορισμένη η κυρίως αίτηση στις 02/07/2026 ακυρώνεται.

 

  1.  Ως προς τα έξοδα της Αίτησης αλλά και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), αυτά επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

 

(Yπ.)  ……………………………….                                                        Χ. Πογιατζής, Δ.Ο.Δ.

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο