ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 13/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 13/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 13/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 13 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 13/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΑΕ" και ήδη "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ, ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και δ.τ. "... ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EXECUTIVE LEASE SA", οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσιτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 12-11-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της 1ης αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) H. V. του S. (Χ. Β. του Σ.), κατοίκου ..., 2) A. A. του A. (Α. Α. του Α.), 3) M. H. του A. (Μ. Χ. του Α.), 4) S. X. του A. (Σ. Χ. του Α.), κατοίκων ..., 5) M. V. του A. (Μ. Β. του Α.), κατοίκου ..., 6) A. V. του A. (Α. Β. του Α.), κατοίκου ..., 7) H. V. του A. (Α. Β. του Α.), 8) A. V. του A. (Α. Β. του Α.), κατοίκων ..., 9) Z. L. του M. (Ζ. Λ. του Μ.), κατοίκου ... και 10) O. M. του V. (Ο. Μ. του Β.), κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 7ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζάραγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BMW Ελλάς Εμπορία Αυτοκινήτων Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη Νέα Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) H. V. του S. (Χ. Β. του Σ.), κατοίκου ..., 2) A. A. του A. (Α. Α. του Α.), 3) M. H. του A. (Μ. Χ. του Α.), 4) S. X. του A. (Σ. Χ. του Α.), κατοίκων ..., 5) M. V. του A. (Μ. Β. του Α.), κατοίκου ..., 6) A. V. του A. (Α. Β. του Α.), κατοίκου ..., 7) H. V. του A. (Α. Β. του Α.), 8) A. V. του A. (Α. Β. του Α.), κατοίκων ..., 9) Z. L. του M. (Ζ. Λ. του Μ.), κατοίκου ... και 10) O. M. του V. (Ο. Μ. του Β.), κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 7ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ζάραγκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-1-2015 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 11-5-2015 αγωγή της εταιρείας με την επωνυμία "EXECUTIVE LEASE SA", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει η 2η υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 390/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5306/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείουσες με την από 16-4-2020 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 20-5-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσείουσες και ο 7ος των υπό στοιχ. Α και Β αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες: Α) από 16.4.2020 (αριθ. κατ. 2611/273/2020) αίτηση: 1) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ AAE" και 2) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε. ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ, ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" και Β) από 20.5.2020 (αριθ. κατ. 2737/293/2020) αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BMW Ελλάς Εμπορία Αυτοκινήτων Α.Ε.", αμφότερες στρεφόμενες κατά των: 1) H. V., 2) A. A., 3) M. H., 4) S. X., 5) M. V., 6) A. V., 7) H. V., 8) A. V., 9) Z. L. και 10) O. M., για αναίρεση της υπ' αριθ. 5306/2019 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα, καθόσον στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως. Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, κατά δε το άρθρο 100 του ΚΠολΔ, "η πληρεξουσιότητα παύει 1) όταν πεθάνει ο πληρεξούσιος ή μεταβληθεί η ικανότητά του για δικαστική παράσταση, 2) όταν περατωθεί η δίκη ή η πράξη, για την οποία είχε δοθεί η πληρεξουσιότητα, 3) όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος παραιτηθεί ή παυθεί περισσότερο από τρεις μήνες ή εκπέσει από το λειτούργημά του, 4) όταν ανακληθεί n πληρεξουσιότητα, 5) όταν ο πληρεξούσιος παραιτηθεί από την πληρεξουσιότητα", ενώ, τέλος, κατά το άρθρο 102 του ίδιου κώδικα, η παύση της πληρεξουσιότητας για τη διεξαγωγή της δίκης ή την ενέργεια ορισμένων διαδικαστικών πράξεων που προκλήθηκε με την ανάκληση ή με παραίτηση του πληρεξουσίου, ισχύει απέναντι στον αντίδικο μόνο από τότε που του κοινοποιείται η ανάκληση ή η παραίτηση ή από τη δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η εξουσία του δικαστικού πληρεξουσίου ως αντικλήτου παύει, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που απαριθμούνται στο άρθρο 100 του ΚΠολΔ, και όταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος παραιτηθεί από την πληρεξουσιότητα. Επομένως, μετά την παύση κατά τον ως άνω τρόπο της πληρεξουσιότητας δεν μπορεί να γίνει νόμιμη επίδοση σ' αυτόν της αιτήσεως αναιρέσεως και της κλήσης προς συζήτηση, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αφού έχει παύσει η ιδιότητα αυτού ως αντικλήτου και έχει λάβει χώρα η γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού, όπως απαιτείται, σύμφωνα διάταξη του άρθρου 102 του ΚΠολΔ, η οποία γίνεται ατύπως (ΑΠ 374/2010). Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. α ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ίδιου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Αν επομένως απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση ένας από τους περισσότερους αναιρεσείοντες ή αναιρεσιβλήτους που τελούν μεταξύ τους σε σχέση απλής ομοδικίας, η υπόθεση χωρίζεται ως προς αυτούς και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νόμιμα μόνο ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νόμιμα. Η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΑΠ 222/2024, ΑΠ 536/2020). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος που παρίσταται (ΑΠ 1195/2022, ΑΠ 306/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) όσον αφορά στην από 16.4.2020 αίτηση αναιρέσεως, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ....2020 εκθέσεις επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ε. Χ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, που επισπεύδουν τη συζήτηση της από 16.4.2020 και με αριθμ. κατάθ. 2611/273/2020 αίτησης αναιρέσεως, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση να παραστούν οι 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 8ος, 9η και 10η εκ των αναιρεσιβλήτων, κατά την αρχική δικάσιμο της 5.11.2021, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε όταν εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 17.3.2023, προκειμένου να συζητηθεί αυτή με την από 20.5.2020 (αριθ. κατ. 2737/293/2020) αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BMW Ελλάς Εμπορία Αυτοκινήτων Α.Ε.", η οποία στρέφεται κατά της ίδιας απόφασης, επιδόθηκε στους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους, νόμιμα και εμπρόθεσμα, και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο της 15-11-2024 με επίδοση στην αντίκλητο δικηγόρο τους Άννα Σαρηγιαννίδου. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο στο οποίο είχε γίνει νόμιμη εγγραφή, που επέχει θέση κλητεύσεως κατά το άρθρο 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (575 εδ. β` του ΚΠολΔ), ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, παρά την απουσία των ως άνω κλητευθέντων αναιρεσιβλήτων (568 παρ. 4 εδ. α και 576 ΚΠολΔ). Β) Όσον αφορά στην από 20.5.2020 αίτηση αναίρεσης, στις ....2022, όπως προκύπτει από την επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή Ν. Τ. επί του επιδοθέντος εγγράφου, επιδόθηκε στην επισπεύδουσα τη συζήτηση της αυτής ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "BMW Ελλάς Εμπορία Αυτοκινήτων Α.Ε.", η από 22.6.2022 δήλωση - γνωστοποίηση των δικηγόρων Κωνσταντίνου Νούσια, Θωμά Αυγέρη και Άννας Σαρηγιαννίδου, με την οποία οι δηλούντες γνωστοποίησαν σε αυτήν ότι μετά την οριστική ολοκλήρωση της ένδικης υπόθεσης με την έκδοση της προσβαλλομένης τελεσίδικης απόφασης έπαυσε η εντολή και η πληρεξουσιότητα αυτών για απόκρουση των αιτήσεων αναίρεσης κατά των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Αρείου Πάγου. Ωστόσο, από την υπ' αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δ. Κ., προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως επιδόθηκε στις 5.7.2022 στον δικηγόρο Θωμά Αυγέρη ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, καθόσον αυτός παρέστη και εκπροσώπησε τους αναιρεσιβλήτους αυτούς ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τη δικάσιμο της 3.5.2018, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς τους, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Η επίδοση αυτή, που έγινε μετά την δήλωση προς την επισπεύδουσα της παύσης της πληρεξουσιότητας, δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα τις προαναφερθείσες σκέψεις και συνεπώς, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, πρέπει η συζήτηση της αναιρέσεως αυτής να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η, 8ος, 9η και 10η από τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο ούτε κατέθεσαν κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως σ' αυτή, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ και να χωριστεί η υπόθεση, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με τον παρόντα 7ο αναιρεσίβλητο με σχέση απλής ομοδικίας, στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 1633/2025, ΑΠ 206/2021, ΑΠ 458/2020). Οι κρινόμενες: α) από 16.4.2020 και β) από 20.5.2020 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 5306/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 επ. 681Α και 666, 667, 670 επ. του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της δημοσιευθείσης στις 20.9.2019 προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη με αριθμό 5306/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Α) Με την από 12.1.2015 και με αρ. καταθ. 18003/1112/2015 αγωγή, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, εξέθεσαν ότι στις 5.8.2014, στον τόπο και με τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή, έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου (ως προς τον οποίο, έγινε νόμιμη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής) E. B. G. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), οδηγού του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της 2ης των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "BMW Ελλάς Εμπορία Αυτοκινήτων Α.Ε.", το οποίο κατείχε και εκμεταλλευόταν η 3η των εναγομένων και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Executive Lease S.A.", της οποίας καθολική διάδοχος έχει ήδη καταστεί η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε." και το οποίο (αυτοκίνητο) ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην 4η εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε.", με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα ο οδηγός της υπ'αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας Α. Β., γιος της 1ης, αδελφός των 2ης έως και του 8ου, εγγονός της 9ης και μνηστήρας της 10ης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Μετά από παραδεκτή, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, μερική μετατροπή, από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά, των αιτημάτων της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και των κονδυλίων της διατροφής που απαιτούν οι 1η και 5η των εναγόντων και των εξόδων κηδείας του θανόντος, που απαιτεί η 1η ενάγουσα, ζήτησαν, με βάση το πραγματικό αυτό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε καθέναν από τους ενάγοντες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον και με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, τα ποσά που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή). Β) Με την από 11.5.2015 με αρ. εκθ. καταθ. 54023/2787/13-5-2015 αγωγή της, η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Executive Lease S.A.", της οποίας καθολική διάδοχος έχει ήδη καταστεί η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.Β.Ε.", στρεφόμενη κατά των οκτώ πρώτων εναγόντων της ως άνω από 12.1.2015 αγωγής και κατά του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", αναφερόμενη στο ίδιο ως άνω ατύχημα και επικαλούμενη για την πρόκλησή του την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ζήτησε να της επιδικαστούν ως αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία, που υπέστη από την πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι λόγω των ζημιών που προκλήθηκαν στο υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, το οποίο εκμεταλλευόταν μισθώνοντας το σε τρίτους - πελάτες της, για όσο χρόνο στερήθηκε τη χρήση του λόγω της επισκευής του, το οποίο η ίδια μισθώνει από την εταιρία BMW και το οποίο είχε υπεκμισθώσει στον E. B., τα εκεί αναφερόμενα ποσά, που κατέβαλε για την επισκευή του και τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία απώλεσε και θα αποκόμιζε μετά βεβαιότητας κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν δεν είχε υποστεί υλικές ζημίες. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 390/2017 οριστική απόφασή του, συνεκδικάζοντας τις δύο αγωγές, απέρριψε στο σύνολό της την από 12.1.2015 πρώτη αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, δεχόμενο αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, απέρριψε την δεύτερη από 11.5.2015 αγωγή ως προς το εναγόμενο ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" και αφού δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, υποχρέωσε αυτούς (ήδη οκτώ πρώτους από τους αναιρεσιβλήτους) να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 1.325 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της πρωτόδικης απόφασης οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία, αφού έκρινε συνυπαιτίους στην πρόκληση του ατυχήματος αμφότερους τους οδηγούς, έκανε δεκτή αυτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την ως άνω οριστική απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση, δικάζοντας επί των ανωτέρω αγωγών, δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμες κατ' ουσιαν α) την από 12.1.2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τις εναγόμενες και ήδη αναιρεσείουσες να καταβάλουν τα ποσά που ειδικότερα και κατά τις διακρίσεις αναφέρονται σε αυτήν, σε καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους και β) την από 11-5-2015 αγωγή. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφιο β' και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 του Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 του Α.Κ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 919/2024, Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 605/2020, Α.Π. 551/2020).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Α.Π. 1348/2021, Α.Π. 186/2021, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 252/2020). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών οχημάτων που ενεπλάκησαν σε τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 521/2021, Α.Π. 867/2020, Α.Π. 607/2020, Α.Π. 551/2020). Η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του αποτελέσματος που επήλθε (Α.Π. 919/2024, Α.Π. 301/2021, Α.Π. 464/2020, Α.Π. 1337/2019, Α.Π. 623/2019). Σύμφωνα δε με: α) το άρθρο 12 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ. (Ν. 2696/1999) 1. "Aυτoί που χρησιμoπoιoύν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν oπoιαδήπoτε συμπεριφoρά που είναι ενδεχόμενo να εκθέσει σε κίνδυνo ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλoφoρία, να εκθέσει σε κίνδυνo πρόσωπα ή ζώα ή να πρoκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιoυσίες. Oι oδηγoί υπoχρεoύνται να oδηγoύν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την πρoσoχή, να επιδεικνύoυν ιδιαίτερη πρoσoχή ....και να μην πρoκαλoύν γενικά με τη συμπεριφoρά τoυς τρόμo, ανησυχία ή παρενόχληση στoυς λoιπoύς χρήστες των oδών, στους παρόδιους.....", β) το άρθρο 5 παρ. 8 "Στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται: .... να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών, κατά μήκος, διαγράμμιση, καθώς και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής" γ) το άρθρο 19 παρ. 2 και 3 του ιδίου νόμου, "ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνων, συνεχώς, υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον, ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται, επίσης, να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν (παρ. 2).

Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του... σε τμήματα της οδού με περιoρισμένo πεδίo oρατότητας, στις στρoφές,....,. (παρ. 3), ενώ, δ) κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ιδίου Κώδικα "O oδηγός πoυ πρoτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, oφείλει πρoηγoυμένως να βεβαιωθεί ότι μπoρεί να τo πράξει χωρίς κίνδυνo ή παρακώλυση των λoιπών χρηστών της oδoύ, oι oπoίoι κινoύνται πίσω, μπρoστά ή πλάι τoυ, ή ετoιμάζoνται να τoν πρoσπεράσoυν, λαμβάνoντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τoυς. 2. Πριν από κάθε ελιγμό, o oδηγός υπoχρεoύται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή τoυ αυτή, χρησιμoπoιώντας για τo σκoπό αυτόν τoυς δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτoί δεν λειτoυργoύν, υπoχρεoύται να δώσει τα ακόλoυθα σήματα με τo χέρι....", ε) με τη διάταξη του άρθρου 20 του ιδίου κώδικα ορίζεται το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των οχημάτων και στ) με τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 και 4 του ιδίου κώδικα: "2. Προκειμένου ο οδηγός να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά, υποχρεούται να πλησιάσει προοδευτικά προς τον άξονα του οδοστρώματος, αν είναι διπλής κατεύθυνσης και προς το αριστερό άκρο αυτού, αν είναι μονής κατεύθυνσης (μονόδρομος). Για να εισέλθει στην κάθετη οδό πρέπει να πραγματοποιήσει τη στροφή στο κέντρο της διασταύρωσης, ώστε το όχημα να εισέλθει στη δεξιά πλευρά του οδοστρώματος αυτής της οδού. Κατά την κίνηση αυτή ο οδηγός υποχρεούται να επιτρέπει τη διέλευση των οχημάτων που κινούνται αντίθετα στο οδόστρωμα που πρόκειται να εγκαταλείψει..... 4. Στις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού και εφόσον ο οδηγός που προτίθεται να αλλάξει κατεύθυνση καταστήσει γνωστή την πρόθεσή του αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 21 του παρόντος Κώδικα, οι οδηγοί που τον ακολουθούν και κινούνται στις παρακείμενες λωρίδες, υποχρεούνται να τον διευκολύνουν με τη μείωση της ταχύτητας του οχήματος τους, αυτός δε να μην αλλάξει κατεύθυνση, αν δεν μπορεί να το πράξει με ασφάλεια". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 919/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 5306/2019 απόφασή του, που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου δυστυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό, οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσίβλητη ζημιογόνου οχήματος και τραυματισθέντος θανάσιμα κατ' αυτό, συγγενή των ήδη αναιρεσειουσών, πεζού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 5.8.2014 και περί ώρα 11.05' ο E. B. G. μη διάδικος στη παρούσα δίκη οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της εταιρείας "BMW Ελλάς - Εμπορία Αυτοκινήτων Ανώνυμη Εταιρεία (β' εναγόμενη της υπό στοιχεία α' αγωγής ήδη πρώτη εφεσίβλητη) η οποία το είχε μισθώσει προς εκμετάλλευση στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Executive Lease Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας και Επισκευής οχημάτων τουριστικών επιχειρήσεων και ταχυμεταφορών" (γ' εναγόμενη της υπό στοιχείο α' αγωγής ενάγουσας της υπό στοιχείο β' αγωγής ήδη β' εφεσίβλητη) και η τελευταία το είχε ασφαλίσει για την έναντι των τρίτων αστική ευθύνη για ζημίες που θα προκαλούνταν από την λειτουργία του στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε", ήδη τρίτη εφεσίβλητη εκινείτο επί της επαρχιακής οδού Σκοπέλου - Λουτρακιού με κατεύθυνση από Σκοπέλου προς Λουτράκι. Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο Α. Β. του Α., υιός της πρώτης ενάγουσας, αδελφός της 2ης έως και του 8ου των εναγόντων, εγγονός της ένατης και μνηστήρας της 10ης των εναγόντων, οδηγώντας την υπ'αριθμόν κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτ/τα εκινείτο στην ίδια ως άνω οδό στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας και προς την αυτή κατεύθυνση (προς Λουτράκι) με τον ανωτέρω, οδηγό του ΙΧΕ και πίσω από αυτό (ΙΧΕ). Η ως άνω οδός είναι διπλής κατευθύνσεως ασφαλτοστρωμένη με μία λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση με μια συνεχόμενη γραμμή να χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας με πλάτος οδοστρώματος 5,60 μ εκ των οποίων 2,65 μ έχει η λωρίδα κυκλοφορίας προς Λουτράκι και 2,95 μ. η λωρίδα κυκλοφορίας προς Σκόπελο και είναι στο σημείο που συνέβη το ατύχημα ευθεία με μικρή ανωφερή κλίση στο ρεύμα πορείας προς Λουτράκι. Κατά το χρόνο του ατυχήματος η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρή, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική, η κυκλοφορία των πεζών αραιή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, το δε ανώτερο όριο ταχύτητας είναι στο σημείο που συνέβη το ατύχημα 30 χ/μα ανά ώρα. Στο 40 χλμ της άνω οδού και στην αντίθετη πλευρά εκείνης όπου εκινούντο οι άνω δύο οδηγοί βρίσκεται το ξενοδοχείο "Αριάδνη" στο Στάφυλο Σκοπέλου το οποίο διαθέτει χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων που περιβάλλεται από τοίχο προς την πλευρά της πλαγιάς στην εξωτερική πλευρά του δρόμου. Όταν ο οδηγός του ΙΧΕ προσέγγισε στο σημείο εκείνο όπου βρίσκεται ο χώρος στάθμευσης του ξενοδοχείο "ΑΡΙΑΔΝΗ" ανέκοψε τη ταχύτητα του επιχείρησε διενεργώντας αριστερό ελιγμό και διασχίζοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας διαγωνίως να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του ανωτέρω ξενοδοχείου. Κατά τον χρόνο που ο οδηγός του υπ' αριθμ. ... αυτοκινήτου είχε αρχίσει να εγκαταλείπει την λωρίδα κυκλοφορίας του προκειμένου να εισέλθει στον παρακείμενο αριστερά του χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείο "ΑΡΙΑΔΝΗ" συγκρούστηκε πλαγιομετωπικά με την ομόρροπα κινούμενη μοτ/τα που οδηγούσε ο A. V. ο οποίος προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά της μοτ/τας του στις δύο αριστερές θύρες και στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στη συνέχεια να ανατραπεί ο ίδιος με τη μοτ/τα και να συρθεί στο οδόστρωμα μαζί με τη μοτ/τα του με διαγώνια - σε σχέση με τον οριζόντιο άξονα του δρόμου πορεία και τελικά να προσκρούσει στο προστατευτικό τοιχείο του χώρου στάθμευσης του ξενοδοχείου με το κεφάλι με συνέπεια να υποστεί βαρείες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και κάταγμα της αυχενικής μοίρας, τραύματα από τα οποία επήλθε τελικά ο θάνατος του. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πρώτιστα ευθύνεται ο αλλοδαπός οδηγός του αυτοκινήτου ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του σε τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς προκειμένου δε να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά διέβη την εκ μιας συνεχούς γραμμής κατά μήκος οριζόντια διαγράμμιση του οδοστρώματος ενώ τούτο απαγορεύεται, χωρίς επί πλέον να ελέγξει μετά μεγάλης προσοχής ως ώφειλε και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός την κίνηση των όπισθεν οχημάτων του και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού με αποτέλεσμα να μη μπορέσει να αντιληφθεί την επερχόμενη ομόρροπα κινούμενη όπισθεν του μοτ/τα ο οδηγός της οποίας επιχειρώντας να προσπεράσει από αριστερά το προπορευόμενο όχημα του δεν μπόρεσε να διέλθει από αριστερά του, καθόσον ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε φράξει την πορεία του καταλαμβάνοντας με το μεγαλύτερο τμήμα του αυτοκινήτου του το πλάτος του οδοστρώματος του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας με την αριστερή κλίση που είχε πάρει. Ο οδηγός της δίκυκλης μοτ/τας επίσης δεν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή και δεν ασκούσε τον έλεγχο του οχήματος του ούτε είχε λάβει υπόψη του τις συνθήκες της οδού (ανωφέρεια ως προς την πορεία του κυκλοφορία οχημάτων, στενότητα δρόμου) ώστε να ρυθμίσει την ταχύτητα του ανάλογα συμμορφούμενος με το επιτρεπτό όριο των 30 χλμ σε τρόπο ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους κατάλληλους χειρισμούς ανά πάσα στιγμή όταν οι συνθήκες θα το απαιτούσαν. Αντίθετα κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα ανωτέρα των 30 χλμ δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το προπορευόμενο όχημα το οποίο είχε ήδη αρχίσει να ενεργεί αριστερή στροφή και το οποίο μπορούσε να αντιληφθεί διότι, όπως αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας και εμφαίνεται στο σχεδ/μα η ορατότητα δεν περιοριζόταν. Αποτέλεσμα ήταν να μην μπορέσει να πραγματοποιήσει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό ούτε να διακόψει τη πορεία του οχήματος του. Έτσι προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά πλευρά της μοτ/τας του στις δύο αριστερές θύρες (εμπρόσθια και οπίσθια) και στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και στη συνέχεια ανατράπηκε ο ίδιος με την μοτ/τα του και σύρθηκε στο οδόστρωμα μαζί με τη μοτ/τα του και ακινητοποιήθηκε σε διαγώνια απόσταση 25,2 μ από το σημείο που αποτυπώθηκαν οι πρώτες χαραγές πάνω σε παρακείμενο τοίχο όπου βρέθηκαν και ίχνη του τριχωτού της κεφαλής του θανόντος.

Εξ άλλου ότι ο θανών εκινείτο με μεγάλη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η μοτ/τα ακινητοποιήθηκε σε διαγώνια απόσταση 25,2 μ από το σημείο που αποτυπώθηκαν οι πρώτες χαραγές οι οποίες απέχουν 0,70 μ από τη συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων και από την έλλειψη ιχνών τροχοπέδησης της μοτ/τας. Η παραβατική οδηγική συμπεριφορά και των δύο (άρθρο 8 πέρα, 12 αρ 1,. 19, 21 αρ. 1 ΚΟΚ για οδηγό οχήματος, 12 παρ. 1, 19 αρ. 1, 2, 20 ΚΟΚ για οδηγό μοτ/τας) επέφερε το θλιβερό ζημιογόνο αποτέλεσμα. Σημειώνεται ότι ο αλλοδαπός οδηγός καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών με την υπ'αριθμ. 203/17 απόφαση Τριμ. Πλημ. Βόλου. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά το Δικαστήριο κρίνει ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου ευθύνεται κατά ποσοστό 70% και ο οδηγός της μοτ/τας 30% δεκτής γενομένη εν μέρει ως ουσία βάσιμου της προβαλλομένης ενστάσεως συνυπαιτιότητος του θανόντος στη πρόκληση του ατυχήματος που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό της μοτ/τας έσφαλε στη κρίση του, όπως εν μέρει βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες με τους σχετικούς λόγους της εφέσεως τους....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται στη συντρέχουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών και δη κατά ποσοστό 30% σε αμέλεια του θανασίμως τραυματισθέντος οδηγού της μοτοσυκλέτας και κατά 70% σε αμέλεια του οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου E. B. G. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 9.5.2017 έφεση των συγγενών του θανόντος, ήδη αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 390/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που με διαφορετική κρίση είχε απορρίψει την ένδικη από 12.1.2015 αγωγή τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κρίνοντας, όμως, ως άνω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συντρέχουσας υπαιτιότητας των δύο οδηγών, ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό της διατάξεως του άρθρου 914 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 12 αρ. 1, 21 παρ. 1, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2, 20 και 23 παρ. 2 και 4 του Ν. 2696/1999, που εφάρμοσε (οι οποίες, αν και δεν μνημονεύονται αριθμητικά στα αναιρετήρια, προκύπτουν, χωρίς αμφιβολία, από το όλο περιεχόμενο αυτών), και, συνεπώς, παραβίασε εκ πλαγίου αυτές. Ειδικότερα, από τις παραδοχές αυτές ανακύπτει κενό και ασάφεια: Α) ως προς την θέση των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα οχημάτων και την απόσταση μεταξύ αυτών, και συγκεκριμένα ως προς την απόσταση που είχε ο θανών οδηγός της με αρ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας από το όχημα του οδηγού του αυτοκινήτου, κατά τη στιγμή που ο τελευταίος επεχείρησε, παρά την ύπαρξη της απαγορευτικής συνεχούς διαγράμμισης κατά μήκος του οδοστρώματος, να αλλάξει κατεύθυνση προς τα αριστερά και να καταλάβει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, προκειμένου να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου "ΑΡΙΑΔΝΗ", ώστε να κριθεί αν ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε αντιληφθεί τον θανόντα, που κινείτο ομόρροπα όπισθεν αυτού, και δη σε σημείο όπου η οδός, στο ρεύμα πορείας προς Λουτράκι, στο οποίο έβαινε αρχικά ο οδηγός του αυτοκινήτου, παρουσιάζει μικρή ανωφερή κλίση ή αν όφειλε να αντιληφθεί αυτόν, καθώς και αν είχε αντιληφθεί ότι αυτός (θανών) επιχειρούσε να προσπεράσει το όχημά του από αριστερά, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και αν, με έγκαιρο και αποτελεσματικό ελιγμό, μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα, λαμβάνοντας υπόψη την απόσταση και το χρονικό προς τούτο περιθώριο, και, κατά συνέπεια, αν η μη τήρηση και ποιών, συγκεκριμένα, από τις επιβαλλόμενες στους δύο οδηγούς, από τις διατάξεις των άρθρων, που παρατέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υποχρεώσεων συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα, Β) Αν τόσον ο (μη διάδικος) οδηγός του αυτοκινήτου, όσο και ο θανών, έκαναν ή όχι χρήση του αριστερού προειδοποιητικού δείκτη κατεύθυνσης (φλας), προκειμένου να καταστήσουν γνωστή την πρόθεσή τους, ο μεν πρώτος να επιχειρήσει τον αριστερό ελιγμό για να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης, ο δε δεύτερος την προσπέραση του ως άνω αυτοκινήτου, περιστατικά που είναι ουσιώδη σε σχέση με το ζήτημα της υπαιτιότητας ή της συγκλίνουσας υπαιτιότητας αυτών στην πρόκληση του ατυχήματος και Γ) ποιά ήταν, έστω και κατά προσέγγιση, η ταχύτητα με την οποία κινείτο καθένα από τα εμπλακέντα οχήματα, κατά τον επίμαχο χρόνο. Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, δημιουργούνται αμφιβολίες και δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν ορθά υπήχθησαν τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους, συνακόλουθα, παραβίασε εκ πλαγίου, με ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως, ο πρώτος λόγος με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, και με τις δύο κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, η από το αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά την παραδοχή του λόγου αυτού των κρινόμενων αιτήσεων αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της από 16.4.2020 αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8, 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη, κατά τα λοιπά κεφάλαια, λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω πρώτου λόγου αυτών που έγινε δεκτός στο σύνολο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους.

Συνακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 5306/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να διαταχθεί η απόδοση στις αναιρεσείουσες του παραβόλου που έχουν καταθέσει η καθεμία για την άσκηση των αναιρέσεών τους (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν, οι μεν αναιρεσίβλητοι της από 16.4.2020 αιτήσεως, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειουσών που εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις, ο δε αναιρεσίβλητος της από 20.5.2020 αιτήσεως, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ διάταξη περί δικαστικών εξόδων εις βάρος των αναιρεσιβλήτων πλην του 7ου στην από 20.5.2020 αίτηση, δεν διαλαμβάνεται διότι, κατά το μέρος που κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους τελευταίους, η απόφαση δεν είναι οριστική, εφόσον δεν τέμνει ολοκληρωτικά την διαφορά της δίκης μεταξύ αυτών (άρθρ. 191 παρ. 1 του ΚΠολΔ. - Ολ ΑΠ 4/2013, ΑΠ 886/2023, ΑΠ 1284/2020).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 16.4.2020 και από 20.5.2020 αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ 5306/2019 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσιβλήτους 1) H. V., 2) A. A., 3) M. H., 4) S. X. 5) M. V., 6) A. V., 8) A. V., 9) Z. L. και 10) O. M., στην από 20.5.2020 με αρ. εκθ. 2737/293/26.5.2020 αίτηση αναίρεσης.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5306/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τους προαναφερθέντες (1) H. V., 2) A. A., 3) M. H., 4) S. X. 5) M. V., 6) A. V., 8) A. V., 9) Z. L. και 10) O. M.

Δέχεται την από 20.5.2020 με αρ. εκθ. 2737/293/2020 αίτηση αναίρεσης ως προς τον έβδομο αναιρεσίβλητο H. V. Δέχεται την από 16.4.2020 με αρ. εκθ. 2611/273/2020 αίτηση αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5306/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων σε καθεμία από τις αναιρεσείουσες.

Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα α) των αναιρεσειουσών της από 16.4.2020 αιτήσεως αναιρέσεως σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ , β) της αναιρεσείουσας της από 20.5.2020 αιτήσεως αναιρέσεως σε βάρος του εβδόμου αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή