Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 14 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 14/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Ν., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank" (πρώην "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 6) Π. Σ. του Ι., κατοίκου ... και 7) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" (πρώην "Εurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Παπακωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 4η, 5η, 6ος και 7η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη η αναίρεση στις: 1) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" (πρώην "Εurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ΑLPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY II FUNDING Designated Activity Company", της τελευταίας ως ειδικής διαδόχου της πρώτης για απαιτήσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-1-2014 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αιγιαλείας και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο και διά των προτάσεών της κύρια παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "Εurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-8-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και οι 1η και 3η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη από 31-8-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. 51/2-9-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 12/10-3-2021 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έβδομης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έβδομης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα, ως προς τις οποίες (εφεσίβλητες) χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
Πλην όμως, παρά την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεκτική άσκησης κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 847/2025, ΑΠ 1071/2023,ΑΠ 991/2023, ΑΠ 780/2022, ΑΠ 13 76/2021, ΑΠ 67/2020).
Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και περαιτέρω έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566, 741 και 769 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
2. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 σε συνδυασμό με αρθρ. 568 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται παρών και η συζήτηση χωρεί νόμιμα και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του. Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1711/2025,ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1071/2024,ΑΠ 26/2023,ΑΠ173/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ, να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 7-4-2023. Όπως προκύπτει από τη με αριθμό ...-2022, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών, Χ. Π., και τις υπ'αριθμ. ...,..., ...-2022, ...-2022 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Δ. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων", το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 7-4-2023 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη, έκτο και έβδομη των αναιρεσίβλητων. Η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, (κατά την οποία οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ) αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (6-12-2024). Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο (κατά την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 6-12-2024), οι δεύτερη, τέταρτη, πέμπτη, έκτος και έβδομη των αναιρεσίβλητων δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Παρέστη, όμως, νομίμως και προσηκόντως ο πρώτος και η τρίτη των αναιρεσίβλητων. Επομένως, εφ' όσον για τη σημερινή δικάσιμο δεν ήταν απαραίτητη η ιδιαίτερη κλήτευσή τους, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2, 226 παρ. 4 εδαφ. γ' και δ', 575 εδαφ. β' ΚΠολΔ). 3. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 12/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας από 7-1-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. 11/16-1-2014) αίτησή του, απευθυνόμενος κατά του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", όπως και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ" και κατά της ήδη δεύτερης, τέταρτης, πέμπτης και έκτου των αναιρεσίβλητων, ζήτησε για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών του με την υπαγωγή του στην διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε την αίτηση με την ασκηθείσα προφορικά κύρια παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Eurobank FPS ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις" ως διαχειρίστριας της ανώνυμης εταιρείας "Hellas 3P Investment Designated Activity Company" ειδικής διαδόχου των καταναλωτικών απαιτήσεων της τέταρτης των καθ'ών η αίτηση "Αlpha Τράπεζας ΑΕ", με την υπ' αριθμ. 154/2019 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεχθέν ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντα σε αδυναμία πληρωμών, την οποία πρόβαλαν όλοι οι παριστάμενοι καθ'ών- πιστωτές ( ήτοι το ήδη αναιρεσείον και οι πέμπτη και έκτος των αναιρεσίβλητων) και η κυρίως παρεμβάσα και ήδη έβδομη των αναιρεσίβλητων. Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο αιτών με έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία ζήτησε, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων του ν. 3869/2010 και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, την εξαφάνιση της απόφασης και την παραδοχή της αίτησής του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 12/2021 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την έφεση με τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις της 1) της ανώνυμης εταιρείας "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" ως εντολοδόχου της ειδικής διαδόχου της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" και υπέρ της "Αlpha Τράπεζας ΑΕ" ως καθολικής διαδόχου της "Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος Α.Ε", 2) της ανώνυμης εταιρείας "doValue Greece Ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων στα δάνεια και πιστώσεις" όπως μετονομάστηκε η "Eurobank FPS ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις" ως εντολοδόχου της ειδικής διαδόχου της τραπεζικής εταιρείας ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" και υπέρ της ανώνυμης εταιρείας "Eurobank FPS ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις" ως ειδικής διαδόχου της "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", δίκασε ερήμην των πρώτης, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και έβδομης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης και έβδομης των αναιρεσίβλητων, αντίστοιχα. Το δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αόριστη την ένσταση δόλου δεχόμενο το σχετικό λόγο έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε κατ' ουσία την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του.
4. α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του. Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει. Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024, ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν τον πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της. Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022). β. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 82/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1783/2023, ΑΠ448/2022,ΑΠ 59/2021). Με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, για απόφαση ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).
5. α. Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ.12/2021 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "...Ο αιτών, έχει γεννηθεί το 1955 και έχει διαζευχθεί με την πρώην σύζυγο του Α. Θ. ...κατά τη διάρκεια δε του γάμου τους με την πρώην σύζυγό του είχαν αποκτήσει δύο - ενήλικα - τέκνα....Ο αιτών κατά το παρελθόν εργαζόταν στο Νοσοκομείο Αίγιου ως ηλεκτρολόγος με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου και τα ετήσια εισοδήματά του ανέρχονταν για την χρήση 2008 (οικ. έτος 2009) σε 22.511,01 ευρώ, για την χρήση 2009 (οικ. έτος 2010) σε 21.685,40 ευρώ, για την χρήση 2010 (οικ. έτος 2011) σε 18.879,87 ευρώ. Το έτος 2012 συνταξιοδοτήθηκε και έλαβε για την χρήση έτους 2012 (οικ. έτος 2 013) ποσό 13.645,44 ευρώ, για την χρήση έτους 2013(οικ. έτος 2014) ποσό 12.001,38 ευρώ, για την χρήση έτους 2014 (φορ. έτος 2014) ποσό 16.422,05 ευρώ, για την χρήση έτους 2015 (φορ. έτος 2015) ποσό 17.473,27 ευρώ, για τη χρήση έτους 2016 (φορ. Έτος 2016) ποσό 16.982,80 ευρώ, για το φορ. έτος 2018 ποσό 13.132,67 ευρώ ήτοι κατά μέσο όρο (13.132/12=) 1.094€ μηνιαίως. Τα έξοδά του προσδιορίζονται από το Δικαστήριο σε 700 ευρώ μηνιαίως, ποσό που είναι υψηλό για ένα άτομο αλλά δικαιολογημένο λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και πρέπει να επισκέπτεται τακτικά το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Πατρών στο Ρίο (..). Περαιτέρω, ο αιτών κατοικεί σε μία μονοκατοικία επιφάνειας 70 τ.μ. που είναι κτισμένη εντός οικοπέδου επιφάνειας 1.003 τμ, κειμένου στην Ελίκη Αιγιαλείας. Το εν λόγω ακίνητο ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον αιτούντα.... Σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της ένδικης αίτησης έχουν δημιουργηθεί από τον αιτούντα οι ακόλουθες οφειλές: 1. Από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." ένα στεγαστικό δάνειο (αρ. συμβ. 0351929428) που έχει χορηγηθεί από τον πρώην ΟΕΚ και στο οποίο έχει συμβληθεί ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη η πρώην σύζυγος του αιτούντος, Α. Θ., με παραχώρηση ακινήτου της επί του οποίου ενεγράφη υποθήκη προς εξασφάλιση του ΟΕΚ, συνεπώς η οφειλή είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένη και εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής ..με ανεξόφλητο υπόλοιπο 7.533,50€.....Ο αιτών με την έφεση του ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν οφείλει το ποσό αυτό πλην όμως και από την σύβαση που προσκόμισε αλλά και στα σχετικά έγγραφα της πρώτης εφεσίβλητης ο τελευταίος εμφανίζεται ως οφειλέτης της, εξάλλου και ο ίδιος ο αιτών με την αίτηση του αιτείται τη ρύθμιση του οφειλόμενου ποσού. 2. Από το "Νέο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος": α) ένα δάνειο (αριθμ. συμβ. ...) με ανεξόφλητο υπόλοιπο 1.904,01 ευρώ, β) δεύτερο δάνειο (αριθμ. συμβ. ...) με ανεξόφλητο υπόλοιπο 1.800,65 ευρώ (βλ. την από 28-11-2013 βεβαίωση οφειλών της πιστώτριας), 3. Από την "Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.": α) ένα δάνειο (αριθμ. συμβ. ...) με ανεξόφλητο υπόλοιπο 693,24 ευρώ, β) δεύτερο δάνειο (αριθ. σύμβασης ...) με ανεξόφλητο υπόλοιπο 7.493,28 ευρώ, γ) τρίτο δάνειο (αριθ. Σύμβασης ... με ανεξόφλητο υπόλοιπο 75,44 ευρώ, 4. Από την "Alpha Τράπεζα Α.Ε.": α) μία οφειλή (αριθμ. σύμβασης ...) από πιστωτική κάρτα με ανεξόφλητο υπόλοιπο 9.650,27 ευρώ, β) ένα στεγαστικό δάνειο (αρ. σύμβασης ...), το οποίο είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης η οποία έχει τραπεί σε υποθήκη δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος με συνέπεια να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής ..με ανεξόφλητο υπόλοιπο 85.786,56 ευρώ, γ) δεύτερο στεγαστικό δάνειο (αρ. σύμβασης ...), το οποίο είναι εμπραγμάτως ασφαλισμένο με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης η οποία έχει τραπεί σε υποθήκη δυνάμει της υπ' αριθμ. .../2011 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος με συνέπεια να εκτοκίζεται με επιτόκιο ενήμερης οφειλής ..με ανεξόφλητο υπόλοιπο 99.364,18 ευρώ, δ) ένα καταναλωτικό δάνειο με ανεξόφλητο υπόλοιπο 15.102,79 ευρώ (..ενώ για τις με στοιχεία β' και γ' απαιτήσεις ο αιτών έχει καταβάλει στα πλαίσια της από 23-06-2014 προσωρινής διαταγής το ποσό των 6204 ευρώ για την πρώτη (β) και 6616 ευρώ για τη δεύτερη (γ) (όπως προκύπτει από τις αποδείξεις που προσκόμισε), 5. Από το "Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων" ένα δάνειο (αριθμ. σύμβασης ... μικροεπισκευών με ανεξόφλητο υπόλοιπο 15.429,02 ευρώ.... 6. Από τον Π. Σ., ένα χρέος λόγω μη καταβολής του αντιτίμου αμφοτεροβαρούς συμβάσεως, με ανεξόφλητο υπόλοιπο 13.569 ευρώ (εκ των οποίων έχουν καταβληθεί μεταγενέστερα 9.200€ απομένοντος προς καταβολή ποσού 4369 ευρώ). Έτσι, το σύνολο των προς ρύθμιση δανείων του αιτούντος ανέρχεται σε 249.201,94 ευρώ. Το εισόδημα του αιτούντος ανέρχεται σε 1.094 ευρώ μηνιαίως και τα έξοδα του ανέρχονται σε 700 ευρώ μηνιαίως, με το απομένον ποσό να είναι 380 ευρώ. Εξάλλου και ο ίδιος στην έφεση του υπολογίζει τα μηνιαία έξοδα του περίπου στο ποσό των 600 ευρώ. Το εισόδημα αυτό συγκρινόμενο με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές από τις παραπάνω δανειακές του συμβάσεις, δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση του κύριου όγκου των χρεών του, η δε αρνητική αυτή σχέση μεταξύ της ρευστότητας και των οφειλών του κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί, λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας και της συνεχώς μειούμενης πορείας των μισθών και συντάξεων σε συνδυασμό με την διαρκώς αυξανόμενη φορολογική επιβάρυνση των πολιτών, την ανεργία και την υποαπασχόληση. Έτσι, δεν προβλέπεται τουλάχιστο στο εγγύς μέλλον αύξηση των εισοδημάτων του, ενώ παράλληλα οι δανειακές του υποχρεώσεις είναι αδύνατο να καλυφθούν.
Συνεπώς συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση μόνιμη και διαρκής πραγματική αδυναμία του αιτούντος πληρωμής του κύριου όγκου ληξιπρόθεσμων οφειλών του προς τους μετέχοντες πιστωτές και, το δικαστήριο πρέπει να ρυθμίσει κατ' αρχήν τα χρέη του αιτούντος με μηνιαίες καταβολές επί τριετία, οι οποίες μηνιαίες καταβολές θα αρχίσουν μετά τη δημοσίευση της απόφασης και θα εξακολουθήσουν για 36 διαδοχικές άτοκες δόσεις ύψους 380 ευρώ και θα καταβάλλονται εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μηνός, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι ο αιτών δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στη μηνιαία καταβολή μεγαλύτερου ποσού και θα κινδυνεύει να εκπέσει της ρύθμισης, η οποία πρέπει να γίνεται με ορίζοντα μακροπρόθεσμο και ρεαλιστικό. Οι εφεσίβλητοι που παραστάθηκαν πρωτοδίκως επαναφέρουν με σχετικό λόγο των προτάσεων τους και οι αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσες επίσης προτείνουν την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, είτε αρχική, είτε επιγενόμενη. Η ένσταση αυτή θεωρήθηκε ορισμένη και νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πλην όμως τυγχάνει αόριστη καθώς εκθέτουν ότι ο αιτών και ήδη εκκαλών προέβη σε αλόγιστο υπερδανεισμό, και ότι ανέλαβε δανειακές υποχρεώσεις εκ ποσού πλέον των 270.195,93 ευρώ και μάλιστα πως έλαβε δύο στεγαστικά δάνεια για τα οποία οι οφειλές ξεπερνούν το ποσό των 185.000 ευρώ ενώ ο εκκαλών το 2009 είχε μηνιαία εισοδήματα ύψους 1807,11 ευρώ, το 2010 1573,32 ευρώ και το 2011 1571,89 ευρώ και έτσι κατά το χρόνο λήψης των δανείων ο αιτών είχε αποδεχτεί το ενδεχόμενο να μην μπορεί να εξυπηρετήσει τις οφειλές του. Έτσι όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι πρωτίστως αόριστος, καθόσον δεν προτείνονται με σαφήνεια και πληρότητα τα γεγονότα που θεμελιώνουν την στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3869/2010 ένσταση της δολιότητας, καίτοι βαρύνονται με την προβολή και απόδειξή τους οι προτείνοντες αυτόν. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται πότε ο αιτών ανέλαβε κάθε δανειακή του υποχρέωση και ποιο το ύψος της, ούτε τα εισοδήματά του κατά το συγκεκριμένο χρόνο, ώστε συγκρινόμενα να θεμελιώνεται αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων με βάση τις υφιστάμενες τότε αλλά και δυνάμενες να προβλεφθούν μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες. Επίσης, δεν αναφέρονται μεταγενέστερα περιστατικά, τα οποία συγκροτούν δική του υπαιτιότητα για την περιέλευσή του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, περιστατικά δηλαδή τέτοια τα οποία συνετέλεσαν στο να οδηγηθεί σ' αυτήν την κατάσταση, τα οποία γνώριζε ή μπορούσε να προβλέψει, σύμφωνα και με όσα στην ως άνω μείζονα σκέψη αναλυτικά εκτίθενται. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε, καταρχάς, παραδεκτή την ένσταση υπάρξεως δολιότητας στο πρόσωπο του αιτούντα και ακολούθως την έκρινε και βάσιμη στην ουσία της, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, έσφαλε γεγονός που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε δε περίπτωση επιπροσθέτως από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά τα κρίσιμα έτη που έλαβε τα δάνεια ο αιτών κέρδιζε εισοδήματα από τα οποία μπορούσε να ανταποκριθεί στη εξυπηρέτηση αυτών ενώ η μείωση των κατά μέσο όρο μηνιαίων εισοδημάτων του σε μόνιμη βάση μείωση που σταδιακά ήταν αυξανόμενη, έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της λήψης των επίδικων δανείων και δη από του έτους 2014. Από τη μείωση αυτή, στην οποία προφανώς συνέβαλε και η αρξαμένη από το έτος 2010 οικονομική κρίση και η μεγάλη μείωση των συντάξεων, προκύπτει ότι η αδυναμία του αιτούντος να εξυπηρετήσει τις δανειακές του υποχρεώσεις ήταν επιγενόμενη και δεν μπορούσε να προβλεφθεί από αυτόν κατά το χρόνο ανάληψής τους τα περισσότερα εκ των οποίων ήτοι τα στεγαστικά είχαν αναληφθεί σε χρόνο που ο αιτών, είχε την οικονομική δυνατότητα να τις εξυπηρετεί και ο οποίος λόγω και της εργασίας του δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως θα επήρχετο τόση μείωση των εισοδημάτων στα μετέπειτα έτη τουναντίον ανέμενε να λάβει μια αξιοπρεπή σύνταξη. Εξάλλου δεν προέκυψε ότι ο αιτών προέβη, μετά το χρόνο σύναψης των δανειακών συμβάσεων, σε οποιαδήποτε ενέργεια που να οδηγεί σε απομείωση της υφιστάμενης περιουσίας του σε βάρος των πιστωτών του. Θα πρέπει δε να ληφθεί υπόψη, ότι η ανάληψη των άνω δανείων από τον αιτούντα δεν έγινε προκειμένου να διάγει πολυτελή βίο, αλλά, αντιθέτως, τα μεν στεγαστικά δάνεια αναλήφθηκαν προκειμένου να προβεί σε κατασκευή της κύριας κατοικίας της τα δε καταναλωτικά δάνεια για την κάλυψη τρεχουσών βιοτικών αναγκών του ...Το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των στοιχειωδών μηνιαίων βιοτικών αναγκών του αιτούντος (διατροφή, λειτουργικά έξοδα κατοικίας, υπηρεσίες τηλεφωνίας, κοινωνικής προστασίας και οικονομικές υπηρεσίες κλπ.), κατά τα προαναφερόμενα προσδιορίζεται από το παρόν Δικαστήριο στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, δοθέντος ότι δεν καταβάλλει ενοίκιο πρέπει δε και ο αιτών από την πλευρά του να μειώσει στο ελάχιστο τις δαπάνες του, περιοριζόμενος μόνο στις απολύτως απαραίτητες, για το προβλεπόμενο από το νόμο χρονικό διάστημα, προκειμένου, μετά την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, να μπορέσει να ανταποκριθεί στη πλήρη ικανοποίηση των οφειλών του, αφού, η ικανοποίηση αυτή από τα εισοδήματα του για μια χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιμασία, προκειμένου να επιτύχει ο αιτών μετά το πέρας της το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής του από τα χρέη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει οι δαπάνες του να περιοριστούν, προκειμένου να εξευρεθεί μεγαλύτερο ποσό χρημάτων προς ικανοποίηση τόσο των πιστωτών του όσο και των στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του ιδίου, λαμβανομένου υπόψιν και του υψηλού ύψους των οφειλών του ....
Συνεπώς, το ποσό που απομένει ανά μήνα για την κάλυψη των απαιτήσεων των πιστωτών του αιτούντος, ανέρχεται σε 380 ευρώ. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και με επάλληλη αιτιολογία και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση περί δόλου του αιτούντα-πρώτου και περαιτέρω δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Αιγιαλείας, με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αίτησή του και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, την διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, και ρύθμισε τα χρέη του αιτούντα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. β. Ήδη, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ ευθέως, για το λόγο ότι απέρριψε ως αόριστη την ένστασή του, περί δόλιας περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου - αιτούντα σε αδυναμία πληρωμών, αξιώνοντας πρόσθετα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου. Επίσης, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, παραθέτοντας τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που ενδιαφέρουν στην παρούσα αναιρετική δίκη, ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, άλλως ανεπαρκή αιτιολογία, σχετικά με ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την κρίση του για το ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος 1) περιήλθε άνευ δόλου σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, 2) περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των νομίμως κατατεθεισών προτάσεων των καθ'ών η αίτηση και συγκεκριμένα των προτάσεων του ήδη αναιρεσείοντος, όπως και της πέμπτης και του έκτου των ήδη αναιρεσίβλητων, προκύπτει ότι, οι ως άνω πρόβαλαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Την ένσταση αυτή το αναιρεσείον και ο έκτος των αναιρεσίβλητων επανέφεραν παραδεκτά, ως εφεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Η έβδομη, δε, των αναιρεσίβλητων, που, όπως προαναφέρθηκε, παρενέβη αυτοτελώς υπέρ της πέμπτης των αναιρεσίβλητων το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της αφενός μεν επανέφερε την ένσταση της υπερ' ής παρενέβη και αφετέρου πρόβαλε και η ίδια την ως άνω ένσταση. Η ένσταση αυτή προτάθηκε από τους ως άνω πιστωτές κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ορισμένο, γιατί περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν νομικά την εν λόγω ένσταση. Πιο συγκεκριμένα, οι ως άνω στις προαναφερόμενες προτάσεις τους, όπως αυτές νόμιμα, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους [καθόσον λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή] μνημονεύουν με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου. Ειδικότερα: α) αναφέρουν ότι ο αιτών συμφώνησε, τουλάχιστον από το έτος 2008, με τους καθ'ών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητους τραπεζικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, στεγαστικά δάνεια κλπ) και ατομικό δάνειο με ιδιώτη, συνολικού ύψους 270.195,93 ευρώ και μάλιστα πως έλαβε δύο στεγαστικά δάνεια για τα οποία οι οφειλές ξεπερνούν το ποσό των 185.000 ευρώ, με την από το αναιρεσείον επισήμανση ότι για το χορηγηθέν από αυτό δάνειο μικροεπισκευών ουδεμία δόση καταβλήθηκε από τον αιτούντα -οφειλέτη από το χρόνο σύναψής του και μέχρι τον χρόνο κατάθεσης της αίτησης για υπαγωγή στην διαδικασία του ν. 3869/2010, β) προσδιορίζουν το χρόνο λήψης των δανείων, και δη από το έτος 2008 και εντεύθεν, γ) αναφέρουν ότι, με βάση τα οικονομικά δεδομένα του αιτούντα και ειδικότερα την έλλειψη άλλων περιουσιακών στοιχείων και τις οικονομικές του δυνατότητες τις προερχόμενες από το μηνιαίο μισθό του, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, γνώριζε εξαρχής, ή σε κάθε περίπτωση προέβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Σημειώνεται ότι, αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντα - πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα - πρώτου αναιρεσίβλητου σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, η οποία προβλήθηκε πρωτοδίκως και παραδεκτά επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη, είναι επαρκώς σαφής και ορισμένη, γιατί περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 Κ.ΠολΔ, περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ. και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου. Συνακόλουθα, κρίνοντας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου που δίκασε ως Εφετείο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω διατάξεις, διότι απαίτησε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις. Περαιτέρω:
1) Το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο κρίνοντας, με επάλληλη αιτιολογία, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, ότι η άνω προβληθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του, είναι (εκτός από αόριστη) απορριπτέα και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία για το ζήτημα αυτό, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που παρατέθηκαν και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι α) μόνη η παραδοχή περί σύναψης δανείων τα οποία, αθροιζόμενα, ανέρχονται σε δώδεκα και των οποίων το ύψος ανέρχεται στο ποσό των 249.201, 94 ευρώ, το οποίο όμως αποτελεί όχι το αρχικό αλλά μόνο το ανεξόφλητο τμήμα αυτών (των δανείων), χωρίς να προσδιορίζονται οι χρόνοι σύναψης των δανείων, το αρχικό ύψος αυτών, όπως και η συνολική μηνιαία δόση η απαιτούμενη για την εξυπηρέτηση τους, β) οι αντιφατικές παραδοχές σύμφωνα με τις οποίες αφενός μεν ο αιτών κέρδιζε μεν εισοδήματα από τα οποία μπορούσε να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των δανείων, αλλά (παρόλα αυτά ) τα καταναλωτικά δάνεια τα έλαβε για την κάλυψη τρεχουσών βιοτικών αναγκών, καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο, προκειμένου να διακριβωθεί από την αντιπαραβολή των μηνιαίων εισοδημάτων με το ύψος των οφειλών και των βιοτικών αναγκών του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου- αιτούντα την υπαγωγή του στην διαδικασία του ν. 3869/2010, αν ο τελευταίος πίστευε και με βάση ποια στοιχεία ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση υπερδανεισμού του, με επακόλουθο να μην δικαιολογείται η κρίση για το ότι έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των χρεών του. 2) Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, το, ως Εφετείο, δικάσαν δικαστήριο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο, διότι, αφού δεν προσδιορίζονται α) το ύψος των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του αιτούντα κατά τον χρόνο συζήτησης της αίτησης (η οποία σε πρώτο βαθμό συζητήθηκε την 21-2-2019, ενώ ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η υπόθεση συζητήθηκε την 6-10-2020), παρά μόνο ο μέσος όρος των μηνιαίων εισοδημάτων του κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2008 έως το έτος 2018, β) το ύψος της μηνιαίας δόσης για την εξυπηρέτηση των δανείων του, δεν είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί, από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωση του ίδιου και της οικογένειάς του, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως προεκτέθηκε, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παραλλήλως, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, αν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010 ή αν, αντιθέτως, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης. 6. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, καθιστούν αλυσιτελή την εξέτασή τους.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ. δεν υποχρεούται στην καταβολή παράβολου. Επίσης, δεν περιλαμβάνεται διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 12/2021 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός αυτού που εξέδωσε την ως άνω απόφαση.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ