ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 15/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 15/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 15/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 15 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 15/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίων Νήσων, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 361, 363), 2. Β. Μ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 361, 363), 3. Β. χας Χ. Σ. - Τ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 364, 371, 374), 4. Κ. Τ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 364, 371, 374), 5. Α. Τ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 364, 371, 374), 6. Χ. Μ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 370), 7. Ε. χας Χ. Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 376), 8. Γ. Σ. του Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 379), 9. Ε. χας Λ. Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 379), 10. Ι. Σ. του Β., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 380), 11. Α. Σ. του Β., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 380Α), 12. Λ. Σ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 383, 383Α, 387, 388, 388Α, 388Β), 13. Λ. Σ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 383Α και 388Β), 14. Ι. Σ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 384), 15. Χ. συζ. Χ. Τ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 397), 16. Α. συζ. Δ. Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 397), 17. Β. Λ. - Α. του Ι. (αρ.ιδ. 398), 18. Π. Ν. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 399), 19. Α. - Α. Ν. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 399Α), 20. Χ. Ρ. του Β., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 401, 401Α, 403Β), 21. Κ. Ρ. του Β., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 403, 403Α), 22. Β. συζ. Π. Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 405), 23. Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 406), 24. Α. Ρ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 406), 25. Χ. Μ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 410), 26. Β. Ρ. του Ι. (αρ.ιδ. 410), 27. Β. Χ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 411), 28. Ε. Χ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 411), 29. Β. Ρ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 413Α), 30. Ε. Χ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 413Α), 31. Α. Α. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 414), 32. Π. Α. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 415), 33. Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., με διορισθέντα αντίκλητο τον Κ. Π., κάτοικο ... (αρ.ιδ. 417-419), 34. Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., με διορισθέντα αντίκλητο τον Κ. Π., κάτοικο ..., (αρ.ιδ. 417-419), 35. Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., με διορισθέντα αντίκλητο τον Κ. Π., κάτοικο ... (αρ.ιδ. 417-419), 36. Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., με διορισθέντα αντίκλητο τον Κ. Π., κάτοικο ... (αρ.ιδ. 417-419), 37. Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 421, 421Α), 38. Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 421, 421Β), 39. Κ. Π. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 422), 40. Χ. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 422), 41. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 425), 42. Κ. Π. του Χ., ατομικά και από κοινού με την Α. συζ. Κ. Π., το γένος Ι. Κ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Χ. (αρ.ιδ. 425), 43. Ν. Π. του Χ., ατομικά και από κοινού με τη Μ. συζ. Ν. Π., το γένος Β. Σ., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Χ. (αρ.ιδ. 425), 44. Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 428, 436, 437), 45. Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 428, 437), 46. Π. Μ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 428, 437), 47. Μ. χας Γ. Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 428, 437), 48. Β. Κ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 429), 49. Ρ. Κ. - Ζ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 432, 432Α), 50. Δ. Π. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 433), 51. Χ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 438, 439), 52. Β. Μ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 440), 53. Α. Χ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 441), 54. Α. Χ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 441), 55. Θ. Χ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 441), 56. Δ. Α. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 444), 57. Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 444Α), 58. Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 445, 445Α), 59. Θ. Σ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 446), 60. Σ. Σ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 451), 61. Β. Σ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 454), 62. Α. Τ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 456), 63. Κ. Τ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 456), 64. Β. συζ. Κ. Τ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 456), 65. Β. Τ., συζ. Κ. Σ. (αρ.ιδ. 456), 66. Ν. Α. του Β., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 461, 463), 67. Π. Α. του Ν. (αρ.ιδ. 461, 463), 68. Π. Α. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 461, 463), 69. Β. Λ. του Η., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 462), 70. Δ. Λ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 462), 71. Α. συζ. Χ. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 464), 72. Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 467), 73. Μ. Χ. συζ. Γ. Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 468), 74. Λ. Χ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 469), 75. Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 469), 76. Ι. Σ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 470), 77. Π. Β. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 470Β), 78. Δ. Τ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 473, 473Α), 79. Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 475), 80. Ε. Π. Κ., χας Δ. Τ. (αρ.ιδ. 475), 81. Ε. Π. - Θ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 476), 82. Α. Π. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 476), 83. Κ. συζ. Π. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 486), 84. Ε. Γ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 487, 488), 85. Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 487, 488), 86. Π. Γ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 492 και 493), 87. Γ. Δ. του Β., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 494), 88. Β. Δ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 494), 89. Γ. Ν. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 495), 90. Σ. Ν. του Α., κατοίκου ... (αρ. ιδιοκτ. 495), 91. Χ. Κ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 497), 92. Π. Μ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 498), 93. Ν. Μ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 498), 94. Α. Σ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 499, 501), 95. Ζ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 499), 96. Π. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 499), 97. Χ. Σ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 499Α), 98. Α. Σ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 499Β), 99. Α. χας Α. Σ. (αρ.ιδ. 499Β), 100. Χ. Σ. του Α. (αρ.ιδ. 499Β), 101. Λ. Σ. του Α. (αρ.ιδ. 499Β), 102. Η. Σ. του Π. (αρ.ιδ. 499Β), 103. Δ. συζ. Α. Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 501), 104. Ζ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 501), 105. Π. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 501), 106. Χ. Μ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 502), 107. Α. Μ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 502), 108. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 502Α, 503, 503Α), 109. Γ. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 502Α), 110. Π. Π. του Γ. (αρ.ιδ. 502Α, 503Α), 111. Π. Π. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 503Α), 112. Χ. Π. του Γ. (αρ.ιδ. 503), 113. Χ. Π. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 503Α), 114. Χ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 504), 115. Κ. Κ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 505), 116. Σ. Α. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 507), 117. Μ. συζ. Σ. Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 507), 118. Π. Π. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 509), 119. Φ. συζ. Δ. Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 512), 120. Ν. Λ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 513), 121. Χ. Ι. Λ. (αρ.ιδ. 513), 122. Ε. χας Ι. Λ. (αρ.ιδ. 513), 123. Ι. Δ. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 516), 124. Π. Δ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 516), 125. Μ. - Π. Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 516), 126. Κ. Π. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 517), 127. Ι. Κ. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 517), 128. Ν. Κ. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 517), 129. Λ. συζ. Σ. Κ., το γένος Κ. I. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 517), 130. Α. συζ. Κ. I. Π., το γένος Φ. Τ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 517), 131. Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 521), 132. Β. χας Σ. Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 521), 133. Π. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 521Α), 134. Δ. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 521Α), 135. Ε. συζ. Α. Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 521Α), 136. Χ. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 521Α), 137. Μ. συζ. Κ. Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 522), 138. Π. Ν. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 522), 139. Α. Ν. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 522), 140. Γ. Ν. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 522), 141. Ε. Ρ. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 523), 142. Ε. Ν. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 528), 143. Χ. Κ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 530, 533, 536Α), 144. Α. Τ. - Κ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 530, 533, 536Α), 145. Α. χας Γ. Τ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 531), 146. Π. Τ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 531), 147. Ν. Τ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 531), 148. Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 531), 149. Ι. Τ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 531), 150. Ι. Α. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 534), 151. Δ. - Χ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 534Α), 152. Η. Γ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 534Α), 153. Κ. Γ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 534Α), 154. Ν. Ν. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 534Α), 155. Α. Φ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 535, 536, 536Β, 611, 613), 156. Σ. Σ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 537), 157. Φ. συζ. Α. Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 539), 158. Α. Ν. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 539Α), 159. Σ. Ν. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 539, 539Α), 160. Μ. Ν. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 539, 539Α), 161. Ε. χας Ε. Φ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 541), 162. Γ. Φ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 541), 163. Μ. Φ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 541), 164. Χ. Τ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 542), 165. Ι. Τ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 542), 166. Λ. Τ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 542), 167. Ε. χας Χ. Τ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 542), 168. Μ. Π. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 544), 169. Μ. Δ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 547), 170. Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 547), 171. Χ. Π. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 548), 172. Π. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 549), 173. Ν. Π. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 550), 174. Γ. Π. του Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 550), 175. Ε. Π. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 550), 176. Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 551), 177. Π. χας Ν. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 551), 178. Α. Π. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 552), 179. Ι. Α. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 552), 180. Κ. χας Α. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 552), 181. Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 553), 182. Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 554, 560), 183. Β. χας Ι. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 554, 560), 184. Ε. Π. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 554, 560), 185. Γ. Π. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 554, 560), 186. Π. Π. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 554, 560), 187. Π. συζ. Μ. Θ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 555), 188. Ν. Μ. του Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 556, 558, 558Β), 189. Ι. Μ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 556), 190. Χ. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 557), 191. Λ. Μ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 558), 192. Κ. συζ. Ν. Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 558Α), 193. Π. Μ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 558Α), 194. Α. Μ. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 558Β), 195. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΓΕΝΙΚΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μεσολόγγι και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ.ιδ. 559, 559Α), 196. Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 560), 197. Β. χας Ι. Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 560), 198. Π. Α. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 560Γ), 199. Σ. Α. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 560Δ), 200. Μ. χας Σ. Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 561), 201. Μ. Π. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 562), 202. Μ. χας Σ. Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 562), 203. Ζ. Α. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 563), 204. Σ. συζ. Θ. Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 566), 205. Χ. Φ. του Θ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 566), 206. Κ. Χ. του Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 566), 207. Θ. συζ. Δ. Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 568), 208. Κ. Δ. Ν. (αρ.ιδ. 568), 209. Γ. Δ. Ν. (αρ.ιδ. 568), 210. Ν. Ν. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 569), 211. Χ. Π. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 574, 575), 212. Γ. Π. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 574, 575), 213. Β. Π. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 574, 575), 214. Ε. Α. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 574, 575), 215. Χ. Π. του Α. (αρ.ιδ. 574, 575), 216. Χ. συζ. Γ. Γ. (αρ.ιδ. 574, 575), 217. Π. θυγ. Σ. Τ. (αρ.ιδ. 574, 575), 218. Α. Π. του Ν., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 576), 219. Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 577), 220. Γ. Π. του Δ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 578), 221. Ενοριακού ναού Αγίου Σ., νομίμως εκπροσωπουμένου (αρ.ιδ. 580, 583), 222. Ενοριακού ναού Αγίου Παντελεήμονος, νομίμως εκπροσωπουμένου (αρ.ιδ. 580, 583), 223. Ενοριακού ναού Αγίας Παρασκευής, νομίμως εκπροσωπουμένου (αρ.ιδ. 580, 583), 224. Ρ. Φ. του Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 582), 225. Α. Α. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 584), 226. Π. Β. του Β., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 584), 227. Ε. Β. του Β. (αρ.ιδ. 584), 228. Π. Α. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 586), 229. Ι. Α. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 586, 592), 230. ΣΕΛΙΒΕΙΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ, που κατοικοεδρεύει στο Μεσολόγγι και εκπροσωπείται νόμιμα (αρ.ιδ. 590), 231. Σ. Λ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 592), 232. Α. Μ. του Σ. - Ξ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 233. Η. Μ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 234. Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 235. Ξ. Μ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 236. Χ. Κ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 237. Α. Μ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 238. Α. Μ. του Σ. - Ξ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 239. Ν. Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 240. Τ. Μ. Κ. του Ν. και της Χ. Κ., το γένος Α. Μ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 600), 241. Α. Χ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 604), 242. Ε. Τ. του Γ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 604). 243. Δ. Α. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 606), 244. Δ. Μ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 608), 245. Α. Φ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 611, 613), 246. Κ. Φ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 611, 613), 247. Π. Φ. του Ι., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 611, 613), 248. Α. Ζ. του Γ. - Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 612), 249. Ε. χας Φ. Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 614), 250. Ε. Κ. του Φ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 614), 251. Μ. Κ. του Φ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 614), 252. Β. Κ. του Φ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 614), 253. Ι. Λ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 616, 619), 254. Κ. Λ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 616), 255. Χ. Α. Λ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 616), 256. Ι. Λ. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 619), 257. Τ. Ζ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 621), 258. Ε. Ζ. του Χ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 621Α), 259. Δ. Γ. του Σ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 622), 260. Π. Ν. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 623), 261. Χ. Π. του Α., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 626), 262. Π. Κ. χας Χ. Π. (αρ.ιδ. 626), 263. Α. Π. του Χ. (αρ.ιδ. 626), 264. Κ. Π. του Χ. (αρ.ιδ. 626), 265. Ι. Π. του Χ. (αρ.ιδ. 626), 266. Α. χας Χ. Κ., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 629), 267. Π. Κ. του Ε., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 630), 268. Δ. Β. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 631) και 269. Γ. Β. του Π., κατοίκου ... (αρ.ιδ. 631Α).

Η υπό στοιχ. 1η των αναιρεσιβλήτων, Ε. Μ. του Κ., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Κρικίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2012 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 1/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και συνεκδικάστηκε με άλλες (20) αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 23-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σταύρος Μάλαινος διάβασε την από 10-3-2025 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των τριών πρώτων λόγων της από 23-4-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος και την απόρριψη των τετάρτου και πέμπτου των αναιρετικών λόγων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδάφ. α' του Ν. 2882/2001, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στην δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, η οποία ισχύει εν προκειμένω, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ. 1 Ν. 4714/2020, ΦΕΚ Α 148/31.7.2020. Ειδικότερα: "Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου, το γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και το γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα. Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως. Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 530/2023, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4, εδάφ. γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρον 575 εδάφ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που θα συζητηθούν, κατά την δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά την μετ' αναβολήν συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στην δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολήν δικάσιμο (Ολ. Α.Π. 41/2005, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 530/2023, Α.Π. 59/2023, Α.Π. 48/2023). Τέλος, στην παράγραφο 4 του άρθρου 19 του Ν. 2882/2001, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 171 του Ν. 4512/2018 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ. 1 του Ν. 4714/2020, ορίζεται ότι: "Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα. Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα. Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων". Η παράγραφος 4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 ισχύει αναλόγως και στην διαδικασία καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 2882/2001 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου, αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής (Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1941/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1168/2022, Α.Π. 455/2022, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 1001/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 23-4-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19/23-4-2015), αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 154/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίσθηκε αρχική δικάσιμος, για την συζήτηση της υποθέσεως, η 6-10-2023, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:30, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, από τους αναιρεσιβλήτους, πλην της πρώτης αυτών, άπαντες οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η κατ' άρθρον 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. δήλωση. Την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά την διαδικασία του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, αφού οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 50. Το αναιρεσείον προσάγει και επικαλείται την από 15-3-2023 έκθεση τοιχοκολλήσεως του Ι. Π., υπαλλήλου του Αρείου Πάγου, περί τοιχοκολλήσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου επικυρωμένου αντιγράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, την από 22-3-2023 έκθεση τοιχοκολλήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα ανακοινώσεων του Δήμου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, την από 20-3-2023 έκθεση τοιχοκολλήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα ανακοινώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου Ιεράς Πόλεως Μεσολογγίου, την από 27-3-2023 βεβαίωση αναρτήσεως της από 27-3-2023 ειδοποιήσεως - κλήσεως του Δημοσίου στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την από 27-3-2023 βεβαίωση αναρτήσεως της από 22-2-2023 ειδοποιήσεως - κλήσεως του Δημοσίου στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Από τα παραπάνω προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων για την αρχική δικάσιμο της 6-10-2023.
Συνεπώς, ενόψει του ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι είχαν νομίμως κλητευθεί να παραστούν για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Η κρινόμενη, από 23-4-2015 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 19/23-4-2015), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 154/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία έγινε στις 30-6-2014, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. 2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Στην απόφαση κήρυξης πρέπει να δικαιολογείται ειδικά η δυνατότητα κάλυψης της δαπάνης αποζημίωσης. Η αποζημίωση, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος, μπορεί να καταβάλλεται και σε είδος ιδίως με τη μορφή της παραχώρησης της κυριότητας άλλου ακινήτου ή της παραχώρησης δικαιωμάτων επί άλλου ακινήτου. 3. H ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης, και μόνο εξαιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε (μαζί με την Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974 "Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης συμβάσεως "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", ως και του προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952" (ΦΕΚ Α' 256) και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέσει εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Το άρθρο αυτό περιέχει τρεις κανόνες. Ο πρώτος, που είναι γενικής φύσεως, καθιερώνει την αρχή της ειρηνικής απολαύσεως της ιδιοκτησίας - περιουσίας (εδάφ. α' της πρώτης παραγράφου). Ο δεύτερος καλύπτει τη στέρηση περιουσιακών αγαθών, για την οποία θέτει ορισμένες προϋποθέσεις (εδάφ. β' της πρώτης παραγράφου). Ο τρίτος κανόνας αναγνωρίζει το δικαίωμα των Κρατών, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν την χρήση της περιουσίας, σύμφωνα με το γενικό συμφέρον, με την εφαρμογή νόμων, τους οποίους θεωρούν αναγκαίους για τον σκοπό αυτόν. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, με την οποία προστατεύεται, ως δικαίωμα στην ιδιοκτησία, εκτός άλλων και η κυριότητα επί ακινήτων επί προσβολής του δικαιώματος σεβασμού της ιδιοκτησίας, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου και της επιταγής της προασπίσεως των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ως "πλήρης" αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο ακίνητο νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη του την δυνατότητα για να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο, ίσης αξίας, ακίνητο (Ολ. Α.Π. 714/1978, Α.Π. 1323/2024, Α.Π. 556/2024, Α.Π. 1387/2023, Α.Π. 1948/2022, Α.Π. 783/2022). Για τον υπολογισμό της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων λαμβάνεται υπ' όψιν η αξία αυτών κατά τον χρόνο συζητήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό στο Εφετείο, αν η συζήτηση αυτή διεξαχθεί μετά από ένα έτος από την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως (Α.Π. 783/2022, Α.Π. 125/2021). Για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου τα διαγραφόμενα στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 εδάφ. τελευταίο του Ν. 2882/2001 κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψιν του ή θα λάβει υπ' όψιν του άλλα τέτοια. Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 783/2022, Α.Π. 310/2021, Α.Π. 682/2020, Α.Π. 261/2018).

Εξάλλου, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ιδίας διατάξεως, νοείται η προερχόμενη από την φύση και την δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριουμένου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με την συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολογήσεως αποτελεί, προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δομήσεως, τα ποσοστά καλύψεως και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση, όμως, με την συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (Α.Π. 783/2022, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 515/2021, Α.Π. 310/2021).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως. Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025).

Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025). Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1032/2025, Α.Π. 932/2025). Τέλος, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει, αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 1328/2024).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου οι αιτιάσεις ότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1β και 19 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον, αναφορικώς με την κρίση του για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρον 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης, υπ' αριθμ. 154/2014, αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και στο ακροατήριο του ΜΠρ Μεσολογγίου κατά τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και στα με αριθμ. 1/2012 πρακτικά αντίστοιχα του ΜΠρ Μεσολογγίου, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν με επίκληση (τεχνικές εκθέσεις, τοπογραφικά διαγράμματα, εκθέσεις εκτίμησης αξίας ακινήτων κλπ) και από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων φωτογραφιών, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθμ. 1111717/8401/Δ0010/11.1.2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ28/20.1.2007), όπως διορθώθηκε με την επίσης νόμιμα δημοσιευθείσα υπ' αριθμ. 1082338/5389/Δ0010/8.9.2009 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπιστεί με δαπάνες της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ και ειδικότερα σε βάρος του έργου ΣΑΕ 0-71/3/2006 ΣΕ 07130030 του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 653/1977, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου του Δυτικού Άξονα Β-Ν της Ιόνιας Οδού στο υπότμημα από χ.θ. 24+200 - χ.θ. 33+531", έκταση συνολικού εμβαδού 606.423,97 μ2, κατά τη διορθωτική από Φεβρουάριος του 2014 έκθεση εκτίμησης, που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Μεσολογγίου. Η έκταση αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1:1000 στα ακριβή αντίγραφα κτηματολογικών διαγραμμάτων με αρ. σχεδίου 1, 2, 3, 4, 5, 6 και των αντίστοιχων κτηματολογικών πινάκων Τ-2.1, Τ-2.2, της ΓΓΔΕ Ειδική Υπηρεσία Δημ. Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ, ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συντάχθηκαν από την ανάδοχο μελέτης Κοινοπραξία "ΝΑΜΑ Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές Α.Ε. και ΚΑΣΤΩΡ" και έχει θεωρήσει ο διευθυντής της Δ12 Διεύθυνσης του ΥΠΕΧΩΔΕ Ι. Σ. την 31.5.2006, καθώς και στα ακριβή αντίγραφα των συνταχθέντων στις 30.7.2007 από τους Α. Π., Γ. Π., Γ. Κ. και Β. Ν. με κλίμακα 1:1000 και αρ. σχεδίων 1, 2, 3, 4, 5 και 6 κτηματολογικών διαγραμμάτων και των αντίστοιχων διορθωτικών κτηματολογικών πινάκων (τεύχη 2) - της ΕΥΔΕ - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων τα οποία έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Δ12 Διεύθυνσης του ίδιου Υπουργείου Ι. Σ., την 28.3.2008. Για την ανωτέρω απαλλοτρίωση εκδόθηκε και η υπ' αριθμ. 1082338/5389/0010/8.9.2008 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών, με την οποία διορθώθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης (διορθωτικοί κτηματολογικοί πίνακες και αντίστοιχα κτηματολογικά διαγράμματα) της Γ.Γ.Δ.Ε. Ειδικής Υπηρεσίας Δημόσιων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης ΕΥΔΕ/ΟΑΠ του ΥΠΕΧΩΔΕ, που συντάχθηκαν από την ίδια ως άνω ανάδοχο κοινοπραξία και έχει θεωρήσει ο ίδιος Διευθυντής της Δ12 Δ/νσης του ΥΠΕΧΩΔΕ, ενώ επακολούθησε και δεύτερη διόρθωση, κατά την οποία συντάχθηκε η από Φεβρουάριος 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης με αντίστοιχη διόρθωση των κτηματολογικών πινάκων. Στην ως άνω έκταση περιλαμβάνονται τα ακίνητα (34 οικόπεδα και 213 αγροτεμάχια) που αποτυπώνονται στους παραπάνω διορθωμένους κτηματολογικούς πίνακες, και διορθωμένα κτηματολογικά διαγράμματα με ΑΚΠ 359, 361, 363, 364, 366, 370, 370Α, 371, 372, 374, 375, 376, 377, 379, 380, 380Α, 383, 383Α, 384, 386, 387, 388, 388Α, 388Β, 390, 392, 393, 393Α, 394, 397, 398, 399, 399Α, 400, 401, 401Α. 403, 403Α, 403Β, 405, 406, 409, 409Α, 410, 411, 413, 413Α, 414, 415, 417, 421, 421Α, 421Β, 422, 436, 437, 438, 439, 440, 441, 444, 444Α, 445, 445Α, 446, 449, 451, 453, 454, 455, 455Α, 456, 458, 459, 460, 461, 462, 463, 464, 465, 466, 467, 467Α, 467Β, 467Γ, 468, 469, 469Α, 470, 470Α, 470Β, 470Γ, 473, 473Α, 475, 476, 478, 479, 481, 482, 483, 484, 486, 487, 487Α, 488, 490, 491, 492, 493, 494, 495, 496, 497, 498, 499, 499Α, 499Β, 500, 501, 502, 502Α, 503, 503Α, 504, 505, 507, 508, 509, 512, 513, 515, 516, 517, 518, 520, 521, 521Α, 522, 523, 524, 528. 529, 530, 531, 533, 534, 534Α, 535, 536, 536Α, 536Β, 537, 538, 539, 539Α, 541, 542, 544, 546, 547, 548, 549, 550, 551, 552, 553, 554 , 555, 556, 557, 558Α, 558Β, 559, 560, 560Α, 560Β, 560Γ, 560Δ, 561, 562, 563, 566, 567, 568, 569, 573, 574, 575, 576, 577, 578, 580, 582, 583, 584, 584Α, 584Β, 586, 590, 594, 595, 596, 599, 600, 600Α, 604, 606, 607, 608, 609, 609Α, 611, 612, 613, 614, 616, 619, 620, 621, 621Α, 622, 623, 626, 629, 630, 631 και 63 ΙΑ, στα οποία προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας οι καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, οι αιτούντες, ανταιτούντες και παρεμβαίνοντες. Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, βρίσκονται στα Δ.Δ. Ευηνοχωρίου και Αγ. Θωμά του Δήμου Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου. Εκτείνονται νοτιοανατολικά του οικισμού Αγίου Θωμά και μέχρι τη διασταύρωση της Ε.Ο. για το Μεσολόγγι και βρίσκονται σε απόσταση 1.500 μ. από τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου. Η χάραξη της νέας οδού κινείται βόρεια της υφιστάμενης Ε.Ο., δυτικά του ποταμού Ευήνου, από την περιοχή του Ευηνοχωρίου μέχρι το Μεσολόγγι, ενδιάμεσα διέρχεται από τους οριοθετημένους οικισμούς "Αγίου Θωμά" και "Τρελάγκαθα". Η εγγύς περιοχή είναι κατά βάση γεωργική με εκτεταμένες και συστηματικές καλλιέργειες κυρίως ελαιόδενδρων και κτηνοτροφική. Υπάρχουν βιοτεχνικές - βιομηχανικές χρήσεις στην απαλλοτριούμενη περιοχή, οι οποίες όμως δεν αναιρούν τον αγροτικό χαρακτήρα της, καθώς είναι ελάχιστες και απαντώνται στην περιοχή Καλυδώνας και τον οικισμό Τρελάγκαθα. Οικίες απαντώνται, κυρίως, εντός των κεντρικών σημείων των οικισμών αλλά και στην περιοχή κοντά στο Μεσολόγγι, ενώ στους άνω οριοθετημένους οικισμούς η δόμηση είναι αραιή προς τα όρια αυτών, με πολλά αδόμητα οικόπεδα, καλλιεργούμενα συστηματικά. Θα μπορούσαν δε να χαρακτηρισθούν ως στάσιμοι από πλευράς δόμησης οικισμοί. Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από τα διερχόμενα από την ΕΟ λεωφορεία του ΚΤΕΛ, ενώ από πλευράς υποδομής υπάρχουν δίκτυα όλων των οργανισμών κοινής ωφέλειας, πλην αποχέτευσης. Εξυπηρετούνται από την υπάρχουσα Ε.Ο., τις επαρχιακές και αγροτικές οδούς και έχουν όλα δυνατότητα σύνδεσης με το δίκτυο ηλεκτροδότησης. Η περιοχή πολεοδομικά δεν είναι οριοθετημένη, εκτός από τους προαναφερόμενους οικισμούς και έχει όλες τις δυνατές εκτός σχεδίου χρήσεις. Τα απαλλοτριούμενα είναι στην πλειοψηφία τους αγροτικά καλλιεργήσιμα ακίνητα, πεδινά και αρδευόμενα, με εξαίρεση ορισμένα που βρίσκονται εντός οικισμού και έχουν προοπτική για μελλοντική οικοδομική αξιοποίηση, ενώ είναι μεγαλύτερης εμπορικής αξίας εκείνα που είναι άρτια και οικοδομήσιμα, με πρόσωπο μεγαλύτερο των 45 μέτρων στην ΕΟ και τις επαρχιακές και ειδικότερα κοντά στους οικισμούς, όπου υπάρχει δυνατότητα να αποκτήσουν κυκλοφοριακή σύνδεση. Χρησιμοποιούνται ως ελαιώνες, αλλά μερικά και για μόνιμες κατοικίες, έχουν μικρή οικοπεδική αξία, βρίσκονται σε καλή θέση, αλλά παρουσιάζουν μέτριο εμπορικό ενδιαφέρον. Έχουν αρτιότητα 4.000 τ.μ. και συντελεστή δόμησης που εξαρτάται από τη χρήση, σύμφωνα με το ΠΔ 24/31.5.1985, εκτός από τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός ορίων οικισμοί, καθώς και αυτές που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο. ή στο επαρχιακό οδικό δίκτυο, όπου η αρτιότητα διαμορφώνεται στα 2.000 τ.μ., ή και μικρότερη. Σημειωτέον, ότι για τους πιο πάνω οριοθετημένους οικισμούς δεν προβλέπεται οικιστική ζώνη πέραν των ορίων αυτών, όπως από τις πράξεις οριοθέτησης αυτών προκύπτει αλλά και από τους προσκομιζόμενους ορθοφωτοχάρτες της επίδικης περιοχής. Το υπέρ ου η απαλλοτρίωση Ελληνικό Δημόσιο με την αρχική από Μάρτιο του 2008 έκθεση εκτίμησης αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων καθόρισε την αξία αυτών από 7 έως 12 ευρώ /μ2 για τα αμιγώς αγροτεμάχια, από 22-28 ευρώ/μ2 για τα αγροτεμάχια με πρόσωπο στην Ε.Ο., από 38-42 ευρώ/μ2 για αγροτεμάχια εντός ζώνης οικισμού με αρτιότητα ίση ή μικρότερη των 2000 μ2 και από 56-65 ευρώ/μ2 για τα εντός οικισμών οικόπεδα. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου με την 1/2012 απόφασή του περί καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως των επιδίκων ακινήτων καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος για μεν την πρώτη κατηγορία ακινήτων από 9,03 έως 25,60 ευρώ/μ2, για τη δεύτερη από 24 έως 42,30 ευρώ.μ2, για την τρίτη από 42 έως 76 ευρώ/μ2 και για την τέταρτη από 70 έως 86,40 ευρώ/μ2. Ειδικότερα, η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης καθορίστηκε για τα ακίνητα με την πιο πάνω απόφαση ως εξής: 1) Αγροί εκτός οικισμού, με ΑΚΠ: 386 στο ποσό των 9,03 € τ.μ., 359, 366 στο ποσό των 9,50 ευρώ/τ.μ., 363, 370, 377 στο ποσό των 10 ευρώ/τ.μ., 370Α, 372, 376, 380, 388, 388Α και 388Β στο ποσό των 10,50 ευρώ/τ.μ., 361, 375, 387, 379, 380Α, 383, 383Α, 384 στο ποσό των 11 ευρώ/τ.μ., 364, 371 και 374 στο ποσό των 12 ευρώ/τ.μ., 390 στο ποσό των 13,54 ευρώ/τ.μ., 522, 600, 611 στο ποσό των 14 ευρώ/τ.μ., 449, 520, 550 και 584Α στο ποσό των 14,50 ευρώ/τ.μ., 393Α στο ποσό των 14,96 ευρώ/τ.μ., 428, 614 στο ποσό των 15 ευρώ/τ.μ., 399, 399Α, 400, 455, 455Α, 456, 500, 501, 502Α, 503Α, 536Α, 584Β, 438, 439, 508, 516, 518, 524, 538, 544, 599 στο ποσό των 15 ευρώ/τ.μ., 421Α, 454, 512, 513, 608, 612, 621, 622, 626, 630, 631 στο ποσό των 15,50 ευρώ/τ.μ., 609, 609Α και 620 στο ποσό των 15,75 €/τ.μ., 394, 397, 410, 422, 444Α, 445, 446, 517, 521, 584, 594, 596, 607, 616, 621Α, 623, 629, 392, 393, 451, 455, 458, 459, 505, 573, 586, 619 στο ποσό των 16 ευρώ/τ.μ., 482 στο ποσό των 18,50 €/τ.μ., 503 στο ποσό των 19 ευρώ/τ.μ., 462, 467Β, 479 στο ποσό των 19,50 ευρώ/τ.μ., 465 στο ποσό των 20 ευρώ/τ.μ., 498 και 499 στο ποσό των 20,50 ευρώ/τ.μ., 464, 486 (αγρός), 466, 467Γ, 478, 481, 483, 484, 495 (αγρός) στο ποσό των 21 ευρώ/τ.μ., 460,461,463,465Α, 467,467A, 469Α, 470Α, 470Γ, 492 (αγρός), 496, 497, 499Α και 499Β στο ποσό των 21,50 ευρώ/τ.μ., 580 στο ποσό των 23 ευρώ/τ.μ., 428Α, 528, 530, 531 στο ποσό των 24 ευρώ/τ.μ., 534Α στο ποσό των 24,94 €/τ.μ., 441 στο ποσό των 25 ευρώ/τ.μ., 440 στο ποσό των 25,50 ευρώ/τ.μ., 445Α, 578 στο ποσό των 26 ευρώ/τ.μ., 534 και 535 στο ποσό των 26,50 ευρώ/τ.μ. 2) Ακίνητα με πρόσωπο στην ΕΟ Αντιρρίου - Ιωαννίνων, με ΑΚΠ: 403A, 403Β, 406, 432 (αγρός), 432Α και 401 στο ποσό των 24 ευρώ/τ.μ., 403, 405, 430 στο ποσό των 25 ευρώ/τ.μ., 409Α, 424, 425 στο ποσό των 25,50 ευρώ/τ.μ., 409, 423, 63ΙΑ στο ποσό των 26 ευρώ/τ.μ., 434 και 435 στο ποσό των 26,25 ευρώ/τ.μ., 433 στο ποσό των 27 ευρώ/τ.μ., 415 στο ποσό των 27,50 ευρώ/τ.μ., 411 στο ποσό των 43,50 ευρώ/τ.μ., 417 στο ποσό των 42,30 ευρώ/τ.μ. 3) Ακίνητα με πρόσωπο σε επαρχιακή οδό, με αρτιότητα μικρότερη ή ίση των 2.000 τ.μ., με ΑΚΠ: 470Β και 473 στο ποσό των 42 ευρώ/τ.μ., 470 στο ποσό των 42,50 ευρώ/τ.μ., 469 στο ποσό των 43 ευρώ/τ.μ., 468 και 473Α στο ποσό των 51 €/τ.μ., 475 στο ποσό των 73 ευρώ/τ.μ., 476 στο ποσό των 76 ευρώ/τ.μ. και 4) Οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα εντός οικισμών με ΑΚΠ: 432 στο ποσό των 70 ευρώ/τ.μ., 550, 556 και 558Α στο ποσό των 75,24 ευρώ/τ.μ., 490, 494, 554, 558Α, 562, 566 και 574 στο ποσό των 76 ευρώ/τ.μ., 558Β στο ποσό των 79,20 ευρώ/τ.μ., 487, 491, 492-493 (ενιαίο ακίνητο), 551, 552, 553, 554, 555, 557, 560, 560Α, 560Β, 560Γ, 560Δ, 561, 563, 567, 569 στο ποσό των 80 ευρώ/τ.μ., 486, 487Α, 568 στο ποσό των 81 ευρώ/τ.μ., 495 στο ποσό των 83,16 ευρώ/τ.μ., 488 στο ποσό των 84 ευρώ/τ.μ., 549 στο ποσό των 86,40 ευρώ/τ.μ. Ήδη, το Ελληνικό Δημόσιο με την από Φεβρουάριο 2014 διορθωτική έκθεση εκτίμησης που συνέταξε η πιστοποιημένη ορκωτός εκτιμητής Σ. Γ., επικαλούμενο μείωση της αγοραίας αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ιδίως των αγροτεμαχίων συνεπεία της οικονομικής κρίσης αλλά και εσφαλμένη παραδοχή της από Μαρτίου 2008 ανάλογης έκθεσης εκτίμησης ως προς την οικιστική ζώνη των οριοθετημένων εντός της απαλλοτριωθείσας ζώνης οικισμών (Αγίου Θωμά και Τρελάγκαθα), προσδιορίζει την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 10 ευρώ/μ2 για τις ιδιοκτησίες με ΑΚΠ 359, 361, 363, 364, 366, 368, 370, 370Α, 371, 372, 374, 375, 376, 377, 379, 380, 380Α, 383, 383Α, 384, 386, 387, 388, 388Α, 388Β, 393, 393Α, 392, 397, 398, 410, 413, 414, 421, 422, 428, 436, 437, 438, 439, 449, 454, 455, 458, 459, 461, 463, 464 , 465 , 467, 478, 479, 482, 483, 484, 485, 486, 498, 499, 499Α, 499Β, 500, 501, 502, 502Α, 503, 504, 505, 506, 507, 508, 509, 512, 513, 515, 516, 517, 518, 520, 521, 52 ΙΑ, 522, 523, 524, 527, 528, 529, 530, 531, 533, 534, 534Α, 535, 536, 536Α, 536Β, 537, 538, 539, 539Α, 541, 542, 544, 546, 547, 548, 550, 576, 577, 578, 580, 582, 583, 584, 584Α, 586, 587, 590, 594, 595, 596, 599, 600, 600Α, 604, 606, 607, 608, 614, 481, 503Α, 413Α, 421Α, 421Β, 467Α, 467Β, 467Γ, 470Α, 470Γ, 549, 465Α, 626, 629, 630 και 631. Για τις ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο στην Ε.Ο., ήτοι με ΑΚΠ: 390, 394, 399, 399Α, 400, 401, 401Α, 403, 405, 406, 409, 409Α, 411, 412, 415, 417, 419, 423, 424, 425, 430, 432, 432A, 433, 434, 435, 403A, 403B, 428A, 631A, 424A, 424B και 425Α σε 15 ευρώ/μ2. Για τις ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο σε σημαντική επαρχιακή ή κεντρική δημοτική οδό, ήτοι με ΑΚΠ: 440, 441, 444, 444Α, 445, 445Α, 446, 451, 453, 456, 460, 462, 466, 468, 469, 469Α, 470, 473, 475, 476, 495, 496, 497, 573, 575, 609, 611, 612, 613, 616, 619, 620, 621, 621Α, 622, 623, 455Α, 470Β, 473Α, 492, 494, 609Α και 493 σε 12 ευρώ/μ2. Για τις ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός των οικισμών "Αγίου Θωμά" και "Τρελάγκαθα", όχι όμως σε κεντρικά σημεία αυτών, ήτοι με ΑΚΠ 486, 487, 487Α, 488, 490, 491, 492, 494, 495, 549, 550, 551, 552, 553, 554, 556, 557, 558Α, 558Β, 560, 569 και 574 σε 40 ευρώ/μ2. Τέλος, για τα οικόπεδα που βρίσκονται εντός των άνω οικισμών με δυνατότητα οικοδομικής αξιοποίησης και πρόσωπο σε σημαντικές δημοτικές οδούς, ήτοι τις με ΑΚΠ: 559, 560Α, 560Β, 560Γ, 560Δ, 561, 562 , 563, 566, 567 και 568 σε 50 ευρώ/μ2. Οι άνω ορισθείσες τιμές αποζημιώσεως αποτελούν τις βασικές τιμές μονάδας των ακινήτων, προσαυξανόμενες δε ακολούθως με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου ακινήτου με τους ειδικούς συντελεστές (μέγεθος ακινήτου, καλλιεργούμενο-αρδευόμενο ή μη ακίνητο, έδαφος, προσβασιμότητα κλπ) η τελική τιμή αποζημιώσεως προσαυξάνεται σε ποσοστό 20-25% επί της βασικής τιμής. Τις πιο πάνω τιμές μονάδας της διορθωτικής έκθεσης εκτίμησης υιοθέτησε το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο και με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης περιόρισε το αίτημα της αιτήσεώς του, προσδιορίζοντας την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως στις άνω τιμές, αν και όπως από το συνημμένο στις προτάσεις πίνακα απαλλοτριούμενων ιδιοκτησιών από 10.2.2014 της Γενικής Διεύθυνσης Συγκοινωνιακών Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η εκτίμηση της Υπηρεσίας υφίσταται αυτών απομειωτικά σε ποσοστό 20% περίπου. Ο περιορισμός αυτός, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (υπό στ. 4) είναι παραδεκτός και δεν αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, της ιστορικής βάσεως της αίτησης. Οι παραδοχές όμως της επικαιροποιημένης έκθεσης εκτίμησης δεν είναι δυνατόν να υιοθετηθούν απόλυτα από το παρόν Δικαστήριο, καθόσον, κατά το μέρος που αφορά τα αγροτεμάχια ουδεμία απομείωση της αγοραίας αξίας τους έχει επέλθει συνεπεία της οικονομικής κρίσης, όπως και ο μάρτυρας Ν. Π. καταθέτει, δεδομένου ότι αυτή έχει ως αποτέλεσμα την επιστροφή των πολιτών στον πρωτογενή αγροτικό παραγωγικό τομέα, η παρατηρούμενη δε ύφεση των αγοραπωλησιών στα αγροτικά ακίνητα αποτελεί παροδικό φαινόμενο και δεν επηρεάζει αρνητικά την αξία αυτών. Αντίθετα, ως προς τον ισχυρισμό περί μη υπάρξεως ζώνης οικισμού, πλάτους 500 μέτρων από τα όρια των οριοθετημένων οικισμών Αγίου Θωμά και Τρελάγκαθων, οι καθών η αίτηση - αιτούντες δεν επικαλούνται ούτε και αποδεικνύουν ότι υπάρχει τέτοια οικιστική ζώνη με την προσκόμιση σαφών πράξεων χαρακτηρισμού Ζ.Ο., αλλά όλως αορίστως επικαλούνται την ύπαρξή της.
Συνεπώς, τα εκτός των οριοθετημένων οικισμών ακίνητα έχουν το χαρακτήρα αγροτεμαχίων με ενδεχόμενη οικοπεδική αξιοποίησή τους ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητα, προσαυξανόμενης όμως της αξίας τους αντανακλαστικά ως εκ της άμεσης γειτνίασης αυτών με τα εντός οικισμού οικόπεδα. Ως συγκριτικά στοιχεία από το Ελληνικό Δημόσιο προσκομίζονται, ελλείψει μεταβιβαστικών κυριότητος συμβολαιογραφικών εγγράφων κατά την τελευταία τετραετία συνεπεία της οικονομικής κρίσης, οι με αριθμ. 157/2012 του ΜΠρ Αγρίνιου, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χ.θ. 96+587,5 έως χ.θ. 102+149,5 από 5,00 έως 9,00 ευρώ/μ2, η με αριθμ. 75/2013 απόφαση του ΜΠρ Άρτας για το τμήμα της Ιόνιας οδού από χ.θ. 106+624 έως 115+500,3, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας για το έδαφος από 6,00 έως 12,00 ευρώ/μ2. Επίσης, για την ίδια απαλλοτρίωση και από χ.θ. 123+589 έως 129+053,27 προσκόμισε με επίκληση την 59/2013 απόφαση του ΜΠρΆρτας, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος για το έδαφος από 1,30 έως 2,50 ευρώ/μ2. Ωστόσο, αν και πρόκειται για απαλλοτρίωση ακινήτων της ίδιας οδού, οι άνω μη οριστικές αποφάσεις αφορούν ακίνητα κείμενα σε άλλες περιοχές της Δυτικής Ελλάδος, που διαφέρουν των επιδίκων ως προς τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά και συνεπώς καθίστανται εν μέρει απρόσφορες ως συγκριτικά στοιχεία.

Περαιτέρω, προσκομίζει διάφορα δημοσιεύματα της κτηματαγοράς καθώς και αγγελίες της ιστοσελίδας ..., με αγγελίες πώλησης αγροτεμαχίων, πλην όμως και αυτά είναι απρόσφορα στοιχεία, καθώς δεν πρόκειται για μεταβιβάσεις ακινήτων, αλλά για εκδήλωση ενδιαφέροντος. Εκ μέρους των καθών προσκομίζονται αντίστοιχα με επίκληση οι με αριθμ. 114/2010 και 141/2008 αποφάσεις του ΜΠρΚατερίνης, καθώς και οι με αριθμ. 196/2009 και 210/2009 αποφάσεις του Εφετείου Λαμίας. Όμως, οι άνω αποφάσεις και οι δια αυτών καθορισθείσες τιμές είναι παντελώς απρόσφορες ως συγκριτικό στοιχείο της εκτίμησης των επίδικων ακινήτων, καθόσον απέχουν χρονικά 4-5 έτη από την παρούσα εκτίμηση, λήφθηκαν υπό διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, δεν προκύπτουν δε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός εκάστου των ακινήτων (έδαφος, μέγεθος απαλλοτριωθέντων, ποιοτικά χαρακτηριστικά, παραγωγικές δυνατότητες κλπ), ώστε να αποτελέσουν πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο. Ο μάρτυρας του αιτούντος Ελληνικού Δημοσίου που εξετάστηκε ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου (ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου το Ελληνικό Δημόσιο δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρος) ως προς την αξία των απαλλοτριούμενων εκτάσεων και των επικειμένων τους αναφέρθηκε στην υπ' αριθ. Φ.592/8133/26.3.2008 έκθεση εκτίμησης του Σ.Ο.Ε., το οποίο καθόρισε αυτήν, ως προς το έδαφος, στις προτεινόμενες με την αρχική αίτηση τιμές. Αντίθετα εξετάστηκαν μάρτυρες μερικών εκ των καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου - ανταιτούντων και συγκεκριμένα εκ μέρους των με αρίθμηση 47ου, 62ου και 63ου των καθών η αίτηση-ανταιτούντων εξετάστηκε ο Ν. Π., ανεξάρτητος πιστοποιημένος εκτιμητής του παλαιού ΣΟΕ και εκ των συντακτών της από Μάρτιος του 2008 έκθεσης εκτίμησης ακινήτων, ο οποίος χαρακτήρισε ιδιαίτερα συμπιεσμένες τις προτεινόμενες από το Ελληνικό Δημόσιο με τις διορθωτικές εκθέσεις εκτίμησης αξίας των ακινήτων τιμές, επέμενε στην άποψη ότι ως προς τα αγροτικά ακίνητα λόγω της επιστροφής των πολιτών στον παραγωγικό πρωτογενή τομέα δεν υπάρχει καμία μείωση της αξίας τους λόγω της οικονομικής κρίσης, ενώ λόγω της κατασκευής κλειστού αυτοκινητόδρομου, κατά την κρίση του, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών λόγω παροδιότητος για τα επίδικα ακίνητα. Οι λοιποί εξετασθέντες για επιμέρους ακίνητα μάρτυρες αναφέρθηκαν στις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης σε συγκεκριμένα ακίνητα. Μετά από αυτά, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις της αρμόδιας κατά νόμο προεκτιμητικής επιτροπής, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από τις εφετειακές και άλλες αποφάσεις για άλλες απαλλοτριώσεις (προσκομιζόμενες από τους καθών η απαλλοτρίωση) αλλά και την προαναφερόμενη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση και δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, σε συνδυασμό με το ότι από το χρόνο του προσωρινού προσδιορισμού (Μάιος 2011) μέχρι σήμερα (Φεβρουάριος 2014) δεν μεσολάβησε ουσιαστική ανατίμηση των αξιών στην επίδικη περιοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (14.2.2014) η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμησή τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα κατωτέρω και στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωσή τους. Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες ... Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον, του δικαστηρίου αυτού διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση, δηλαδή την 19.5.2011 έως τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση (11.2.2014) παρήλθε έτος. Πρέπει να σημειωθεί ότι για τα ακίνητα εκείνων των δικαιούχων (κυρίων απαλλοτριωθέντων), οι οποίοι δεν έλαβαν μέρος στη δίκη του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως (είτε ως αιτούντες, είτε ως ανταιτούντες, είτε ως κυρίως παρεμβαίνοντες), η αποζημίωση πρέπει να καθορισθεί στο ποσό που καθορίσθηκε προσωρινά με την υπ' αριθ. 1/2011 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Μεσολογγίου ... Διευκρινίζεται ότι οι ανωτέρω τιμές μονάδος (τόσο για το έδαφος όσο και για τα επικείμενα) ισχύουν, όχι μόνο για τα ακίνητα που φέρουν απόλυτο αριθμό αρίθμησης (λ.χ. 15, 20), αλλά και για εκείνα που φέρουν συμπληρωματικό συνοδευτικό γράμμα (λ.χ. 15Α, 20Α) βάσει του αναθεωρημένου κτηματολογικού πίνακα. Επομένως η αποζημίωση για τα ακίνητα πρέπει να καθοριστεί ως εξής:...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις, ανταιτήσεις και παρεμβάσεις και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως των ακινήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικώς με την υπ' αριθμ. 1111717/8401/Δ0010/11.1.2007 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1082338/5389/Δ0010/8.9.2009 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, στα αναφερόμενα σε αυτήν ποσά. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, δεν στερείται νομίμου βάσεως. Ειδικότερα, εκθέτει, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τα κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του εδάφους των ακινήτων, έλαβε υπ' όψιν την θέση και την χρήση εκάστου αυτών, τα περισσότερα των οποίων είναι αγροτικά, καλλιεργήσιμα, πεδινά και αρδευόμενα, ενώ ορισμένα, κείμενα εντός οικισμού, έχουν κάποια οικοπεδική αξία (μικρή λόγω περιορισμένοι ενδιαφέροντος), λόγω του κατάλληλου σύμφωνα με το π.δ. 24/31-5-1985 εμβαδού αυτών και της συνδρομής και των λοιπών όρων του ως άνω π.δ/τος. Το Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του την αξία, που είχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, τις δικαστικές αποφάσεις, που εκδόθηκαν για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας για ακίνητα, που απαλλοτριώθηκαν στην ίδια περιοχή, καθώς και τα έγγραφα, που μνημονεύει ειδικώς, τα οποία είχαν προσκομισθεί με νόμιμη επίκληση από τους διαδίκους. Επίσης, συνεκτίμησε την θέση ενός εκάστου ακινήτου, ήτοι εάν έχει πρόσωπο σε σημαντικές οδούς και αξιολόγησε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το πρόσφορο ή μη των προσκομισθέντων από τους διαδίκους με επίκληση συγκριτικών στοιχείων. Επομένως, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, που αποδίδεται με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη για την κρίση της, ως προς τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως των επίδικων εδαφικών τμημάτων και ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τέλος, η κρίση αυτή του Εφετείου δεν παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας και γι' αυτό, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα σε αυτόν, ως διδάγματα κοινής πείρας, πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, αλλά, οι επικαλούμενες αιτιάσεις, αναφέρονται αποκλειστικώς στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ., "Όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Από την διάταξη αυτή, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου (Α.Π. 1768/2013, Α.Π. 862/2011, Α.Π. 856/2010), προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωρισθεί με αγωγή η ύπαρξη ή ανυπαρξία εννόμου σχέσεως, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική σχέση, που ρυθμίζεται από το Δίκαιο και συνεπάγεται ή ενέχει ως περιεχόμενό της, σε σχέση με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μία υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι απλών πραγματικών γεγονότων ή προϋποθέσεων δικαιώματος ή αξιώσεως (Α.Π. 1768/2013, Α.Π. 927/2002).

Περαιτέρω, το έννομο συμφέρον, το οποίο μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, αποτελεί ένα από τα στοιχεία, που πρέπει να περιέχει, η αναγνωριστική αγωγή για το, κατά το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., ορισμένο αυτής. Στο άρθρο δε τούτο ορίζεται, επιπλέον, ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου, δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως. Άλλως, το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και επιδεκτική εκτελέσεως (Α.Π. 1768/2013, Α.Π. 224/2007).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτήν αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 8/2017, Α.Π. 170/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προαναφερόμενη από 1-6-2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 23/2012 αίτησή του, ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο εξέθετε τα ακόλουθα: "Επειδή συντάχθηκε από το Σ.Ο.Ε. η από μηνός Μαΐου 2011 συμπληρωματική έκθεση εκτιμήσεως εναπομενόντων τμημάτων ιδιοκτησίας και μείωσης της αξίας τους για τις υπ' αρ. 363, 375, 397, 405, 406, 421, 421Α, 421Β, 444Α, 445, 461, 462, 468, 469, 476, 487, 488, 492 ΝΕΟ, 499, 499Α, 499Β, 501, 502Α, 503, 503Α, 504, 507, 523, 528, 529, 531, 534, 542, 544, 546, 547, 549, 553, 558Α, 558Β, 560Α, 560Β, 560Γ, 560Δ, 561, 577, 578, 586, 608, 609, 612, 614, 616, 619, 620, 622 , 626, 629, 630 ιδιοκτησίες. Για τα ακίνητα αυτά, όπως και για κανένα άλλο ακίνητο δεν ζητείται δια της παρούσης καθορισμός ιδιαίτερης αποζημίωσης, γιατί, κατά την πάγια θέση του Ελληνικού Δημοσίου, δεν υφίσταται μείωση της αξίας αυτών, αλλά, αντιθέτως, τα ακίνητα, που αποκτούν πρόσωπο σε διανοιγόμενη ή διαπλατυνόμενη οδό ωφελούνται πολλαπλώς από την απαλλοτρίωση. Ειδικά για τα εναπομένοντα τμήματα των προρρηθέντων ακινήτων, για τα οποία το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, ο καθορισμός αυτός είναι εσφαλμένος για τους ανωτέρω λόγους. Μάλιστα, η καθορισθείσα ιδιαίτερη αποζημίωση για τα ακίνητα αυτά υπερβαίνει κατά πολύ την εκτίμηση του Σ.Ο.Ε. Πρέπει, συνεπώς, το Δικαστήριό Σας, που είναι αρμόδιο για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας και της τυχόν ιδιαίτερης αποζημίωσης, να μην καθορίσει αποζημίωση για τα ανωτέρω ακίνητα, γιατί τα εναπομένοντα τμήματά τους ουδεμία μείωση της αξίας τους υπέστησαν, καθόσον πρόκειται για ακίνητα, τα οποία θα εξακολουθήσουν και μετά την απαλλοτρίωση να είναι κατάλληλα για τον προ της απαλλοτριώσεως προορισμό τους. Άλλως, σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε κριθεί, ότι τα ακίνητα αυτά υπέστησαν πράγματι μείωση της αξίας τους θα πρέπει η καθορισθησόμενη μείωση να μην υπερβαίνει την εκτίμηση του Σ.Ο.Ε. Επειδή και για τις υπ' αριθμ. 539, 539Α, 582, 574, 376, 383, 387, 399, 399Α, 414, 428, 436, 437, 464, 497, 502, 512, 522, 548, 554, 560, 562, 567, 380, 380Α, 444, 551, 557, 486, 498, 517, 446, 563, 552, 370Α, 384, 410, 445Α, 454, 451, 456, 455, 475, 568, 584Β, 536, 536Β. 379, 425, 417, 403, 403Α, 401, 401Α, 403Β, 537, 606, 600, 521Α, 569, 398, 566, 422, 430, 490, 491, 509, 521, 530, 533, 536Α, 594, 621, 621Α, 604 , 441, 433, 364, 371, 374, 631, 631Α, 432 και 432Α ιδιοκτησίες, για τις οποίες καθορίστηκε με την υπ' αρ. 1/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματά τους, θα πρέπει με σχετική απόφαση του Δικαστηρίου Σας να μην καθοριστεί αποζημίωση, καθώς και τα εν λόγω τμήματα ουδεμία μείωση της αξίας τους υπέστησαν, δεδομένου, ότι πρόκειται ομοίως για ακίνητα, τα οποία εξακολουθήσουν και μετά την απαλλοτρίωση να είναι κατάλληλα για τον προ της απαλλοτριώσεως προορισμό τους. Άλλως και όλως επικουρικώς και μόνο για την αδόκητη περίπτωση, που ήθελε κριθεί, ότι τα προρρηθέντα ακίνητα υπέστησαν πράγματι μείωση της αξίας τους, θα πρέπει η καθορισθησόμενη μείωση να μην υπερβαίνει το 5% της αξίας τους. Επειδή αναφορικά με την υπ' αρ. 576 ιδιοκτησία [για την οποία με την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου καθορίστηκε ιδιαίτερη αποζημίωση για α) εδαφικό τμήμα εμβαδού 433,26 τ.μ. σε ποσοστό 70% της αξίας της και β) εδαφικό τμήμα εμβαδού 8.295,82 τ.μ. σε ποσοστό 40% της αξίας της], θα πρέπει με απόφαση του Δικαστηρίου Σας να μην καθοριστεί καμία απολύτως αποζημίωση, προεχόντως για το λόγο, ότι ο εικαζόμενος δικαιούχος της δεν αποδείχθηκε, ότι υπέβαλε την κατ' άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2882/2001 αίτηση προς την αρμόδια Επιτροπή της παρ. 1 του ιδίου άρθρου, απαραίτητο στοιχείο της προδικασίας..." και ζήτησε να μην ορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ανωτέρω ακινήτων. Το Εφετείο απέρριψε το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος ως αόριστο με τις ακόλουθες παραδοχές: "Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η αίτηση, είναι νόμιμη, πλην των αιτημάτων: 1) να αναγνωριστεί ότι δεν συντρέχει περίπτωση καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα των αναφερόμενων στην αίτηση ακινήτων, το οποίο είναι αόριστο, ανεπίδεκτο δικαστικής εκτίμησης και απορριπτέο, καθόσον το αιτούν πέραν της επιγραμματικής αναφοράς του αριθμού των ακινήτων στον κτηματολογικό πίνακα δεν επικαλείται όπως είχε υποχρέωση σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη τα αναγκαία για τη θεμελίωσή τους στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 Σ, 13 παρ. 4, 18 παρ. 1β του ΚΑΑΑ και 216 ΚΠολΔ περιστατικά. Ειδικότερα, το αιτούν δεν μνημονεύει: α) την έκταση και τη θέση καθενός από αυτά, το είδος τους και τα λοιπά χαρακτηριστικά τους μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους, β) τον τρόπο καλλιέργειας αυτών πριν την απαλλοτρίωση και τη δυνατότητα καλλιέργειας αυτών στο μέλλον μετά από αυτήν, γ) τους ειδικότερους λόγους για τους οποίους είναι δυνατή η πολεοδομική αξιοποίηση των απομενόντων τμημάτων, και δ) τους λόγους για τους οποίους δεν απομειώνεται η αξία τους, ούτε εμποδίζεται η κατά προορισμό χρήση τους". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν έσφαλε, καθόσον το αναγνωριστικό αίτημα του αναιρεσείοντος, υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο, τυγχάνει αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως. Τούτο δε, διότι στο δικόγραφο της αιτήσεως, δεν περιέχονται με σαφήνεια και πληρότητα τα αναγκαία για την θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά και, συγκεκριμένα, τα χαρακτηριστικά καθενός των επιδίκων ακινήτων, ήτοι η έκταση και η θέση καθενός αυτών, το είδος τους και τα λοιπά χαρακτηριστικά τους μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων τους, ο τρόπος καλλιέργειας αυτών πριν την απαλλοτρίωση και η δυνατότητα μελλοντικής καλλιέργειάς τους μετά από αυτήν, οι ειδικότεροι λόγοι για τους οποίους είναι δυνατή η πολεοδομική αξιοποίηση των απομενόντων τμημάτων τους και οι λόγοι για τους οποίους δεν απομειώνεται η αξία τους, ούτε εμποδίζεται η κατά προορισμόν χρήση τους.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο συναφής δεύτερος λόγος, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10.4.2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του Ν. 4070/2012), "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά, σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης και ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας από την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος". Με την προαναφερθείσα τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μειώσεως της αξίας του ακινήτου, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο Ν.Δ. 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του τμήματος, που βρίσκεται εκτός απαλλοτριώσεως, ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικώς τον τρόπο υπολογισμού της μειώσεως και του ποσοστού αυτής (Α.Π. 225/2025, Α.Π. 809/2023, Α.Π. 1941/2022, Α.Π. 1430/2022). Από την διάταξη αυτή, του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, προκύπτει ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει, όχι μόνον την αξία του απαλλοτριουμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και την ζημία την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει μετά την απαλλοτρίωση, καθίσταται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει, υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως, είτε κατά την δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 12/2011, Ολ. Α.Π. 31/2005, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 1323/2024, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1550/2023, Α.Π. 1056/2023). Μείωση της αξίας του τμήματος που απομένει, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά η ανέφικτη κατά προορισμόν εκμετάλλευσή του, ανεξάρτητα από την έκτασή του, αφού ο νόμος δεν κάνει καμία διάκριση, είναι δε δυνατό να οφείλεται στο ότι αυτό κατέστη μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο ή κατέστη παράγωνο ή, ως υπόλοιπο αγρού, απέμεινε λωρίδα εδάφους μη εκμεταλλεύσιμη ή η εκμετάλλευσή του, λόγω της εκτάσεώς του ή και του σχήματός του, θα είναι πλέον αντιοικονομική, γιατί θα απαιτεί αυξημένες δαπάνες ή θα είναι ασύμφορη. Αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του αιτήματος περί καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικώς, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δομήσεως κατά κανόνα ή κατά παρέκκλισιν και ότι το τμήμα αυτού, που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλισιν ή είναι μεν άρτιο, αλλά όχι οικοδομήσιμο (Α.Π. 225/2025, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 171/2020, A.Π. 210/2019, Α.Π. 205/2017).

Εξάλλου, στο Π.Δ. της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) "Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρο 1 αυτού, ορίζεται ότι "Οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ/γμα, ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ. και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα..., β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2. Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π.δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν: αα)..., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων ή διανοίξεως ... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β...". Με βάση τις διακρίσεις αυτές: 1) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα του αρχικού γηπέδου είναι τουλάχιστον 4.000 τ.μ., δεν υπάρχει καμία απομείωση του απομένοντος τεμαχίου, 2) Εάν το μη απαλλοτριωθέν τμήμα είναι κάτω από 4.000 τ.μ., πρέπει να ερευνηθεί ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ώστε: α) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-11-1962 θεωρείται άρτια και δομήσιμη ακόμη και έκταση 750 τ.μ., εφόσον συντρέχουν και οι πιο πάνω όροι δομήσεως, β) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 12-9-1964, για την αρτιότητα αρκεί και έκταση 1.200 τ.μ., με τους λοιπούς ως άνω όρους δομήσεως, γ) εάν είχε δημιουργηθεί πριν από την 17-10-1978, αρκεί επιφάνεια 2.000 τ.μ., με τους πιο πάνω όρους δομήσεως.

Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 5 του ίδιου άρθρου (1 του Π.Δ. της 24/31-5-1985), οι αποστάσεις του κτιρίου από τα όρια του γηπέδου ορίζονται σε 15 μ. τουλάχιστον, κατά παρέκκλισιν δε οι πλάγιες ή οπίσθιες αποστάσεις των κατά παρέκκλιση αρτίων ή οικοδομήσιμων γηπέδων της περ. (Β) υποπερ. (αα) ορίζονται σε 2,5 μ., υπό την προϋπόθεση ότι τα μήκη προσώπου ή βάθους του γηπέδου είναι μικρότερη των 20 μ. για το πρόσωπο ή των 35 μ. για το βάθος.

Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 1 β' του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169/Α/98) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους, σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο 60 μ. από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24.04.1985 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ. από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής. Κριτήριο, συνεπώς, για την αρτιότητα ή μη ενός ακινήτου που απομένει εκτός απαλλοτριώσεως και για την εξ αυτής κρίση περί της απομειώσεως της αξίας αυτού, αποτελεί, προεχόντως, ο χρόνος δημιουργίας του αρχικού γηπέδου, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο του εναπομένοντος εκτός απαλλοτριώσεως τμήματος, με βάση τα προεκτεθέντα κριτήρια του νόμου (Α.Π. 225/2025, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1430/2022, Α.Π. 553/2021).

Προκειμένου, δηλαδή, να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν), αλλά απαιτείται στις αιτιολογίες της δικαστικής αποφάσεως να διαλαμβάνονται: α) οι μετά την απαλλοτρίωση διαστάσεις των τμημάτων των ακινήτων που παρέμειναν εκτός απαλλοτριώσεως (βάθος, μήκος προσώπου σε οδό κ.λπ.) και οι θεσπιζόμενες δυνατότητες χρήσεως των εν λόγω ακινήτων, δηλαδή ποια εξ αυτών ήταν αγροί και ποια ήταν οικόπεδα πριν από την απαλλοτρίωση, β) οι αποστάσεις των απομενόντων τμημάτων των ιδίων ακινήτων πριν και μετά από την απαλλοτρίωση από το όριο της απαλλοτριώσεως και από τον άξονα της οδού και γ) η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα των ακινήτων πριν και μετά την απαλλοτρίωση, τόσον κατά κανόνα, όσον και κατά παρέκκλισιν (Α.Π. 225/2025, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 553/2021, Α.Π. 1554/2017).

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (αληθώς μόνον από τον αριθμό 19), αιτιώμενο ότι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του καθορισμού ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα, μετά την απαλλοτρίωση, τμήματα των ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, παραβιάζοντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 έως 3 και 4 του Ν. 28822001 και παρ. 1 έως 5 του Π.Δ. 24/31-5-1985.
Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (καθορισμός ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των αναφερομένων ακινήτων), δέχτηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "2) η με ΑΚΠ 468 ιδιοκτησία της Μ. Χ., συνολικής έκτασης 4.038,18 τ.μ., αγροτεμάχιο, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 1.937,12 (212,14 + 1.724,98) τ.μ., και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 2.093,06 τ.μ., με κύρια χρήση την αγροτική και δευτερευόντως την οικοπεδική (είναι ήδη δομημένο με κατοικήσιμο κτίσμα), καθίσταται μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, μειονεκτεί ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά, ενώ καθίσταται δυσχερής η πρόσβασή του σε αυτό, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται και η κυρίως κατά προορισμό του αγροτική χρήση. Επομένως απομειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 60%, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος. 3) η με ΑΚΠ 476 ιδιοκτησία της Ε. Π. - Θ., συνολικής έκτασης 7.111,81 τ.μ., αγροτεμάχιο, από την οποία απαλλοτριώνεται συνολική έκταση 3.149,45 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 3.967,36 τ.μ., με κύρια χρήση την αγροτική και δευτερευόντως την οικοπεδική, η οποία πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, χάνει την οικοδομησιμότητα, επειδή βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των 60 μέτρων από τον άξονα της Ε.Ο. και των 40 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ διατηρεί την προσβασιμότητά του στην προϋπάρχουσα οδό. Επομένως απομειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 50%, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος. 4) η με ΑΚΠ 487 της εντός οικισμού ιδιοκτησίας Ε. Γ., συνολικής έκτασης 1.315,86 τ.μ., έχει τη μορφή καλλιεργούμενου οικοπέδου, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 572,04 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 743,82 τ.μ., με κύρια την οικοπεδική χρήση και δευτερευόντως την αγροτική, η οποία πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, καθίσταται μη άρτια και μη οικοδομήσιμη. Επομένως, απομειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 50%, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος. 5) ή με ΑΚΠ 488 εντός του οικισμού Αγίου Θωμά ιδιοκτησία του Ε. Γ., συνολικής έκτασης 655,36 τ.μ., έχει τη μορφή καλλιεργούμενου οικοπέδου, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 117,07 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 538,28 τ.μ. με κύρια την οικοπεδική χρήση (είναι ήδη οικοδομημένη), η οποία πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, καθίσταται λόγω της απομένουσας εκτάσεώς του μεν άρτια, πλην μη οικοδομήσιμη, λόγω των υποχρεωτικών αποστάσεων από το όριο της απαλλοτρίωσης (...). Επομένως απομειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 60%, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος. Περαιτέρω, εντός του εναπομένοντος εδαφικού τμήματος υπάρχει κτίσμα που 800€ αποτελεί κατοικία, εμβαδού 113,70 τ.μ., η οποία λόγω της εγγύτητάς της προς το έργο της απαλλοτρίωσης θα είναι εκτεθειμένη σε ηχητικούς κυρίως, αλλά και χημικούς (εκπομπή καυσαερίων) ρύπους, καθιστώντας δύσκολη τη διαβίωση εντός αυτής. Επομένως εκ του λόγου αυτού απομειώνεται η αξία της σε ποσοστό 20% της αξίας της, υπολογιζόμενη προς 800€/τ.μ. 6) η με ΑΚΠ 492-493 εν μέρει εντός οικισμού και εν μέρει εκτός ιδιοκτησία του Ε. Γ., συνολικής έκτασης 5.227,57 τ.μ. και 2.720,06 τ.μ. αντίστοιχα, έχει τη μορφή καλλιεργούμενου οικοπέδου η πρώτη και οικοπεδαγρού η δεύτερη, από τις οποίες απαλλοτριώνεται έκταση 1.514,47 τ.μ, από την οικοπεδική έκταση και 1.027,84 από τον οικοπεδαγρό, σύμφωνα με τα στοιχεία της διορθωτικής έκθεσης εκτίμησης, αποτελούν ενιαία ιδιοκτησία, ανήκουσα στον ίδιο ιδιοκτήτη και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 3.743,10 τ.μ. από την πρώτη και 1.692,42 από τη δεύτερη ως ενιαία ιδιοκτησία, με κύρια την οικοπεδική χρήση και δευτερευόντως την αγροτική, η οποία πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, καθίσταται μη άρτια και μη οικοδομήσιμη λόγω της μη ύπαρξης των αναγκαίων αποστάσεων από το όριο της απαλλοτρίωσης και τον άξονα της οδού. Επομένως απομειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 50% για το πρώτο τμήμα και 30% για το δεύτερο. 7) η με ΑΚΠ 499 εκτός οικισμού ιδιοκτησία των Α. Σ. κ.λ.π., συνολικής έκτασης 5.735,15 τ.μ., έχει τη μορφή οικοπεδαγρού, απαλλοτριώνεται έκταση 2.084,22 τ.μ. και 118,53 τ.μ και, απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση διαιρούμενη σε δύο τμήματα, εμβαδού 923,20 τ.μ. και 2.609,20 τ.μ. αντίστοιχα, με κύρια την αγροτική, η οποία πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, καθίσταται μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, λόγω του εμβαδού εκάστου τμήματος και της ανυπαρξίας των υποχρεωτικών αποστάσεων από το όριο της απαλλοτρίωσης και τον άξονα της οδού. Επομένως απομειώνεται η αξία του κατά ποσοστό 40% για το πρώτο τμήμα και 20% για το δεύτερο, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος. 10) οι με ΑΚΠ 432 και 432Α εκτός οικισμού ιδιοκτησίες των Ρ. Κ. - Ζ. κ.λπ. συνολικής έκτασης η πρώτη 16.692,57 τ.μ., έχει τη μορφή ελαιοπερίβολου, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 3.434,81 τ.μ. και 118,53 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 13.257,76 τ.μ. με κύρια χρήση την αγροτική, η οποία πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη και ως τέτοια παραμένει και μετά την απαλλοτρίωση.

Συνεπώς, ως προς το τμήμα αυτό ουδεμία απομείωση της απότμησης του απαλλοτριωθέντος τμήματος υφίσταται και το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως αβάσιμο. Ως προς το δεύτερο ακίνητο, συνολικής έκτασης 6.152,63 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 4.043,01 τ.μ. και απομένει σχήματος τριγωνικού έκταση 2.109,62 τ.μ., το οποίο πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και, συνεπώς, υφίσταται μείωση της αξίας του κατά ποσοστό 50%. 11) η με ΑΚΠ 553 εντός οικισμού ιδιοκτησία του Μ. Μ., συνολικής έκτασης 1.324,63 τ.μ., αποτελεί οικόπεδο, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 92,91 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 1.231,72 τ.μ., του οποίου δεν μεταβάλλεται λόγω της απαλλοτριώσεως ούτε η προσβασιμότητα ούτε η οικοδομησιμότητα. Αντίθετα, το ίδιο αίτημα ως προς την επερχόμενη μείωση της αξίας της σε απόσταση 13 μέτρων περίπου κείμενης οικίας, που ανεγέρθηκε με νόμιμη άδεια από το έτος 1997 και υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες από το εκτελεσθησόμενο έργο, αφού η οδός θα διέρχεται εγγύτατα της οικίας, προκαλώντας υποβάθμιση των περιβαλλοντικών συνθηκών διαβίωσης λόγω της ατμοσφαιρικής και ηχητικής ρύπανσης και, συνεπώς, υφίσταται απομείωση της αξίας του σε ποσοστό 20%, υπολογιζομένης σε 600 €/τ.μ. (...). Επομένως το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο και κατ' ουσίαν. 13) η με ΑΚΠ 590 εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ιδιοκτησία του ΣΕΛΙΒΕΙΟΥ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟΥ κ.λπ. συνολικής εκτάσεως 5.163,26 τ.μ, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 2.380,84 τ.μ. και 118,53 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 2.782,42, με κύρια χρήση την αγροτική, ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού ιδιοκτησία, καθίσταται μη άρτια και μη οικοδομήσιμη, λόγω του εμβαδού του εναπομένοντος τμήματος και της ανυπαρξίας των υποχρεωτικών αποστάσεων από το όριο της απαλλοτρίωσης και τον άξονα της οδού (...). Πρέπει επομένως το σχετικό αίτημα να γίνει εν μέρει δεκτό και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 40% της καθορισθείσας αξίας του. 14) Η ΑΚΠ 63ΙΑ εκτός σχεδίου ιδιοκτησία Γ. Β. έχει πρόσωπο στην Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων, εμβαδό 9.597,27 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.666,79 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.930,48, που διατηρεί την πρόσβασή του και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα - οικοδομησιμότητα. Ωστόσο υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του έργου, ενώ δυσχεραίνεται η γεωργική του εκμετάλλευση, επειδή μειώνεται το εμβαδό του και αυξάνονται τα καλλιεργητικά του έξοδα. Πρέπει επομένως να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 30% της αξίας του. 15) α) η με ΑΚΠ 364 εκτός οικισμού ιδιοκτησία (αγροτεμάχιο) Β. Σ. - Τ. κ.λπ. έχει εμβαδό 39.662,35 τ.μ. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 7.548,21 τ.μ. και απομένει: α) βόρειο εδαφικό τμήμα εμβαδού 19.783,78 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρού δικτύου και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα, β) εδαφικό τμήμα εμβαδού 114,08 τ.μ., που καθίσταται άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση, γ) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.216,08 τ.μ., πού διατηρεί την προϋπάρχουσα πρόσβαση και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα. Περιορίζεται, όμως, η οικοδομησιμότητά του, λόγω τήρησης των ελάχιστων ορίων ασφαλείας (60 μ) από τον άξονα της οδού, ενώ υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου και του τρίτου σε ποσοστό 5% της αξίας του και για το έδαφος του δευτέρου σε ποσοστό 100% της αξίας του, β)... γ)... 16) α)... β) η με ΑΚΠ 361 επίσης εκτός οικισμού ιδιοκτησία της ίδιας, εμβαδού 42.007,05 τ.μ., αγροτεμάχιο καλλιεργούμενο με σιτηρά, βρίσκεται εκτός οικισμού και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο με πρόσωπο στην ΕΟ Πατρών Αγρίνιου 51,27 μέτρων. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 11.044,55 τ.μ. και απομένουν τρία εδαφικά τμήματα με εμβαδό 5.499,48 τ.μ., 18.135,14 τ.μ. και 7.327,88 τ.μ, τα οποία δεν αποδείχθηκε ότι επηρεάζονται ως προς την αρτιότητα ή την προσβασιμότητα. Ωστόσο υφίσταται τις ανωτέρω αναφερόμενες αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει επομένως να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 10% της αξίας του, γ) η με ΑΚΠ 363 επίσης εκτός οικισμού ιδιοκτησία της ίδιας έχει εμβαδό 10.611,86 τ.μ., ήταν πριν την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.530,62 τ.μ. και απομένει α) βόρειο τμήμα εμβαδού 508,32 τ.μ., του οποίου καθίσταται ασύμφορη λόγω μεγέθους και η αγροτική του εκμετάλλευσή του καθώς και η οικοπεδική του αξιοποίηση, β) νότιο τμήμα εμβαδού 7.572,92 τ.μ., το οποίο δεν επηρεάζεται από πλευράς προσβασιμότητας και οικοδομησιμότητας. Επιπλέον αμφότερα υφίστανται τις ίδιες αρνητικές συνέπειες της απαλλοτρίωσης και του εκτελεσθησόμενου έργου. Πρέπει επομένως να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 60% της αξίας του και για το έδαφος του δευτέρου σε ποσοστό 5% της αξίας του... 17) η με ΑΚΠ 559 εντός του οικισμού Τρελάγκαθα ιδιοκτησία του Φ. Σ. κ.λπ., συνολικής έκτασης 4.238,76 τ.μ. έχει τη μορφή καλλιεργούμενου οικοπέδου, από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 200,48 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτριώσεως έκταση 4.083,76 τ.μ., με κύρια την οικοπεδική χρήση, η οποία πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, παραμένει ως τέτοια και μετά την απαλλοτρίωση, πλην όμως περιορίζεται η οικοπεδική του χρήση, καθώς δημιουργείται ζώνη απαγόρευσης δόμησης πλάτους 15 μέτρων από το όριο της απαλλοτρίωσης.

Συνεπώς, υφίσταται απομείωση της αξίας του κατά ποσοστό 20%, δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος (...) 20) η με ΑΚΠ 503 εκτός οικισμού ιδιοκτησία των ιδίων, έχει εμβαδό 3.112,05 τ.μ., είναι όμως μη άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.153,87 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.958,18 τ.μ., το οποίο παραμένει μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και μετά την απαλλοτρίωση, ενώ καθίσταται και ασύμφορη η αγροτική εκμετάλλευση, λόγω του μικρού εμβαδού του. Επιπλέον υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 40% της αξίας του. 25) η με ΑΚΠ 507 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Σ. Α. κ.λπ. έχει εμβαδόν 2.554,05 τ.μ. και πριν την απαλλοτρίωση δεν ήταν άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 19,61 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα 2.534,44 τ.μ., το οποίο δεν μεταβάλλεται βεβαίως ως προς τη θέση, το μέγεθος, την πολεοδομική του κατάσταση και την ηχητική, χημική και οπτική ρύπανση, δυσχεραίνεται, όμως η περαιτέρω αγροτική του εκμετάλλευση λόγω της εκτάσεώς του. Επιπλέον υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 30% της αξίας του (...). 26) η με ΑΚΠ 542 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Ι. Τ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 7.296,17 τ.μ. και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη, ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.025,53 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα, εκτάσεως του πρώτου 1.594,80 τ.μ. και του δευτέρου 1.675,94 τ.μ., τα οποία χάνουν την οικοδομησιμότητά τους, δυσχεραίνεται δε και η περαιτέρω αγροτική του εκμετάλλευση λόγω της εκτάσεως του. Επιπλέον υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 20% της αξίας του. 27) η με ΑΚΠ 623 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Π. Ν., έχει εμβαδόν 8.585,02 τ.μ. και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.106,00 τ.μ. και απομένουν εκτός απαλλοτρίωσης δύο τμήματα, εκτάσεως του πρώτου 3.057,36 τ.μ. και του δευτέρου 2.422,66 τ.μ. τα οποία χάνουν την οικοδομησιμότητά τους, δυσχεραίνεται δε και η περαιτέρω αγροτική του εκμετάλλευση λόγω της εκτάσεώς του, ιδιαίτερα του δευτέρου τμήματος, το οποίο χάνει την πρόσβασή του. Επιπλέον υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 30% της αξίας του. 28) η με ΑΚΠ 626 εκτός οικισμού ιδιοκτησία των αναφερομένων κληρονόμων Χ. Π., έχει εμβαδόν 11.060,54 τ.μ. και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.092,24 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα 7.968,30 τ.μ., το οποίο δεν μεταβάλλεται βέβαια ως προς τη θέση, το μέγεθος, την πολεοδομική του κατάσταση και την ηχητική, χημική και οπτική ρύπανση, δυσχεραίνεται όμως η πρόσβαση και η περαιτέρω αγροτική του εκμετάλλευση λόγω της εκτάσεώς του. Επιπλέον υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 20% της αξίας του. 29) η με ΑΚΠ 630 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Π. Κ. έχει εμβαδόν 4.911,61 τ.μ. και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 248,91 τ.μ. και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα 4.662,70 τ.μ., το οποίο δεν μεταβάλλεται βέβαια ως προς τη θέση, το μέγεθος, την πολεοδομική του κατάσταση και την ηχητική, χημική και οπτική ρύπανση, δυσχεραίνεται όμως η πρόσβασή του και η περαιτέρω αγροτική του εκμετάλλευση λόγω της εκτάσεώς του. Επιπλέον υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 20% της αξίας του. 30) η με ΑΚΠ 475 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Ε. Κ. έχει εμβαδόν 70.602,22 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 17.905,24 τ.μ. και απομένουν τρία τμήματα: α) βορειοδυτικά εδαφικό τμήμα εμβαδού 949,72 τ.μ., β) βορειοανατολικά εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.859,78 τ.μ. και γ) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 46.887,48 τ.μ. Όλα αποκτούν πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο ή διατηρούν την προϋπάρχουσα, όμως το α) καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ενώ επιπλέον υφίστανται τις προαναφερόμενες αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του α) σε ποσοστό 50% της αξίας του και του δευτέρου σε ποσοστό 20% της αξίας τους... 31) η με ΑΚΠ 568 εντός οικισμού Τρελάγκαθα ιδιοκτησία Θ. Ν., έχει εμβαδό 5.867,43 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.838,64 τ.μ. και απομένουν α) εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.172,54 τ.μ. και εδαφικό τμήμα εμβαδού 856,24 τ.μ. Αυτά παραμένουν άρτια και οικοδομήσιμα, όμως, λόγω τραπεζοειδούς σχήματος με έντονη κλίση στην πίσω πλευρά του επί της υπό κατασκευήν Ιονίου Οδού και της παράπλευρης βοηθητικής οδού, το πρώτο και τριγωνικού σχήματος με έντονη κλίση στην πρόσοψη του επί της υπό κατασκευήν Ιονίας Οδού και της παράπλευρης βοηθητικής οδού, σε συνδυασμό με την επιτρεπόμενη απόσταση από το όριο της απαλλοτρίωσης και τον άξονα της Ιονίας Οδού και της βοηθητικής, καθώς και την επιβαλλόμενη απόσταση από τα όρια του οικοπέδου (άρθρο 2 παράγραφος 2,α και 2.δ του Π.Δ. 209/1998 ΦΕΚ 169, τεύχος πρώτο) το δομήσιμο τμήμα του οικοπέδου περιορίζεται κατά 7,50 μ. από αυτό, που ίσχυε με τις προηγούμενες διατάξεις. Επιπλέον η υπερύψωση της Ιονίας Οδού λόγω και της κατασκευής αερογέφυρας σε σχέση με το οικόπεδο με το επιτρεπόμενο ύψος για την κατασκευή οικοδομής να μην υπερβαίνει τα 7,50 μ καθιστούν αδύνατη την κατασκευή ενός νέου κτίσματος με ύψος χαμηλότερο από το ύψος του δρόμου και προβληματική τη διαμονή στην ήδη υπάρχουσα μικρή πλακοσκεπή κατοικία.

Εξάλλου η αποστράγγιση των υδάτων της Ιονίας Οδού κατά τους χειμερινούς μήνες δημιουργούν επικίνδυνες συνθήκες διαβίωσης ως επίσης η ρύπανση και η ηχορύπανση από την κυκλοφορία των βαρέως τύπου οχημάτων υποβαθμίζουν ακόμη περισσότερο την εν λόγω ιδιοκτησία. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 50% της αξίας του και για το έδαφος του δευτέρου σε ποσοστό 40% της αξίας του εν όψει του ότι αυτό είναι ήδη δομημένο (...) 32) η με ΑΚΠ 584 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Α. έχει εμβαδό 6.359,13 τ.μ. ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.619,55 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.739,58 τ.μ., που αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο και διατηρεί την προϋπάρχουσα, πλην όμως χάνει την οικοδομησιμότητά του. Επομένως το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση πρέπει να γίνει δεκτό και να οριστεί ιδιαίτερη πρέπει να γίνει δεκτό και να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 30%.(...). 34) η με ΑΚΠ 561 εντός οικισμού ιδιοκτησία Μ. Λ. έχει εμβαδόν 3.379,86 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη και ήδη δομημένη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 937,68 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.442,18 τ.μ., που αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο (SRL 69, βλ. από 20.1.2014 έγγραφο της ΕΥΔΕ/Μ-Κ.Ε.Π.Α.) και διατηρεί και την προϋπάρχουσα και παραμένει άρτια και οικοδομήσιμη, πλην όμως αφενός περιορίζεται το δομήσιμο τμήμα, λόγω αποστάσεων από τα όρια του οικοπέδου και την Ιονία Οδό, αφετέρου υφίσταται τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του έργου. Περαιτέρω, εντός του εναπομένοντος εδαφικού τμήματος υπάρχει ισόγειος κατοικία, πλήρως εξοπλισμένη, εμβαδού 105 τ.μ., η οποία κατασκευάστηκε με την 426/1983 οικοδομική άδεια και αποτελεί την κύρια της αιτούσας. Η οικία αυτή κείται πλησίον του ορίου της απαλλοτρίωσης και θα δέχεται αυξημένη ατμοσφαιρική και ηχητική ρύπανση από την κυκλοφορία οχημάτων. Ενόψει αυτών απομειώνεται η αξία της σε ποσοστό 15% της αξίας της, εκτιμωμένης σε 50 €/τ.μ. (...). 35) η με ΑΚΠ 536 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Φ. έχει εμβαδόν 4.546,98 τ.μ., πρόσωπο σε δημοτική οδό και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.169,20 τ.μ. και απομένει α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 511,02 τ.μ. και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.866,76 τ.μ. Το δεύτερο διατηρεί την προϋφιστάμενη πρόσβαση, αλλά καθίσταται μη οικοδομήσιμο, ενώ το πρώτο καθίσταται και τυφλό. Επιπλέον υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 60% της αξίας του και για το έδαφος του δευτέρου σε ποσοστό 40% της αξίας του.(...). 37) η με ΑΚΠ 600 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Μ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 16.299,88 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 5.471,80 τ.μ. και απομένουν δύο εδαφικά τμήματα, ήτοι: α) νότια εμβαδού 1.211,08 τ.μ., που αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, αλλά καθίσταται μη οικοδομήσιμο και β) βόρεια εμβαδού 9.617 τ.μ., που διατηρεί την προϋφιστάμενη πρόσβασή του και δεν επηρεάζεται ως προς τη δόμηση. Περαιτέρω αμφότερα υφίστανται τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 50% της αξίας του, να απορριφθεί δε το σχετικό αίτημα ως προς το δεύτερο τμήμα. 38) η με ΑΚΠ 604 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Χ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 4.866,39 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.138,07 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.728,32 τ.μ., το οποίο παραμένει οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση, πλην όμως περιορίζεται σημαντικά λόγω τήρησης των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και τα όμορα οικόπεδα. Ωστόσο υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 30% της αξίας του. 39) η με ΑΚΠ 441 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Χ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 10.649,22 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.884,04 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.043,92 τ.μ. βόρεια και 1.721,26 τ.μ. νότια. Το πρώτο διατηρεί την προϋφιστάμενη πρόσβαση και δεν επηρεάζεται ως προς την αρτιότητα και την οικοδομησιμότητα, ενώ το δεύτερο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, όμως καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Επιπλέον αμφότερα υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 5% της αξίας του και του δευτέρου σε ποσοστό 40% της αξίας του, μη αποδειχθείσας της ύπαρξης εναπομεινάντων επικειμένων. 40) η με ΑΚΠ 586 ιδιοκτησία Π. Α. κ.λπ. βρίσκεται εκτός οικισμού, έχει εμβαδόν 1.030,30 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 281,22 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 749,08 τ.μ., που διατηρεί την προϋφιστάμενη πρόσβασή του, παραμένει αμετάβλητο ως προς τις χρήσεις, χάνει όμως την οικοδομησιμότητά του, ενώ υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Συνεπώς, υφίσταται απομείωση της αξίας του και πρέπει να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 20% της αξίας του... 41) η με ΑΚΠ 398 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Β. Λ. - Α., έχει εμβαδό 6.665,64 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος και είναι ήδη δομημένο, αφού εντός αυτού έχει ανεγερθεί διώροφη οικοδομή, εμβαδού 280 τ.μ., που αποτελεί και την κατοικία της αιτούσας. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.674,62 τ.μ. και απομένουν α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 898,32 τ.μ., που αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου και β), νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.092,70 τ.μ., που διατηρεί την προϋφιστάμενη πρόσβαση και είναι ήδη δομημένο. Αμφότερα καθίστανται πλέον μη οικοδομήσιμα, λόγω μικρών αποστάσεων από τον άξονα, του οδοστρώματος και το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ υφίστανται και τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος τους σε ποσοστό 50% της αξίας του πρώτου και 20% της αξίας του δευτέρου. Επίσης πρέπει να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για την υφιστάμενη εντός του δευτέρου τμήματος διώροφη οικία της αιτούσας, εμβαδού 280 τ.μ., αξίας 800 €/τ.μ., που θα κείται μετά την κατασκευή του υπερυψωμένου σε σχέση με το επίπεδο της οικίας κατά τέσσερα μέτρα περίπου αυτοκινητοδρόμου σε απόσταση 5 μ από το όριο της απαλλοτρίωσης σε ποσοστό 25% της αξίας της (...) 43) α... β. η με ΑΚΠ 387 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Λ. Σ. με κύρια χρήση τη γεωργική, εκτάσεως 5.440,62 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώνεται έκταση 3.433,08 τ.μ. και απομένει έκταση 2.007,54 τ.μ., η οποία αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο δρόμο, ήταν πριν την απαλλοτρίωση μη άρτια και μη οικοδομήσιμη και λόγω της έκτασής της παραμένει ως τέτοια. Μειονεκτεί όμως λόγω της μείωσης του εδάφους της και ως προς τα ειδικά του χαρακτηριστικά λόγω μεταβολής του σχήματος. Πρέπει, επομένως, το σχετικό αίτημα να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 20% της καθορισθείσας αξίας του, γ. η με ΑΚΠ 388 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Λ. Σ. έχει εμβαδόν 7.277,11 τ.μ., πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό και έχει δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 823,05 τ.μ. και απομένει α).....β) ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού 111,52 τ.μ., που καθίσταται ακατάλληλο για γεωργική εκμετάλλευση λόγω του μεγέθους του, χάνει δε την οικοδομησιμότητά του, δυσχεραίνεται δε η κατά προορισμό χρήση του, μειονεκτεί ως προς το έδαφος και τα ειδικά χαρακτηριστικά του.

Πρέπει, επομένως, το σχετικό αίτημα να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 80% της καθορισθείσας αξίας του, δ) η με ΑΚΠ 388Α εκτός οικισμού ιδιοκτησία Λ. Σ. έχει εμβαδόν 6.081,75 τ.μ. πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό και έχει δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 451,23 τ.μ. και απομένει: α)... β) ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού 22,16 τ.μ., που καθίσταται ακατάλληλο για γεωργική εκμετάλλευση λόγω του μεγέθους του, χάνει δε την οικοδομησιμότητά του, δυσχεραίνεται δε η κατά προορισμό χρήση του, μειονεκτεί ως προς το έδαφος και τα ειδικά χαρακτηριστικά του.

Πρέπει, επομένως, το σχετικό αίτημα να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 100% της καθορισθείσας αξίας του, ε) η με ΑΚΠ 388Β εκτός οικισμού ιδιοκτησία Λ. Σ. έχει εμβαδόν 4.661,00 τ.μ., πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.593,90 τ.μ. και απομένει α) ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.222,70 τ.μ. και β) ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού 884,40 τ.μ., τα οποία λόγω της εκτάσεώς τους χάνουν την οικοδομησιμότητά τους, δυσχεραίνεται η γεωργική τους εκμετάλλευση, μειονεκτούν δε ως προς τα έδαφος και τα ειδικά χαρακτηριστικά τους. Πρέπει, επομένως, το σχετικό αίτημα να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 50% και 30% αντίστοιχα της καθορισθείσας αξίας τους, στ) η με ΑΚΠ 383Α εκτός οικισμού ιδιοκτησία Λ. Σ., έχει εμβαδόν 1.023,84 τ.μ., λόγω του μεγέθους της δεν είχε δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 499,56 τ.μ. και απομένει: α) ένα εδαφικό τμήμα 122,62 τ.μ. και β) ένα εδαφικό τμήμα εμβαδού 401,66 τ.μ. τα οποία όμως λόγω της εκτάσεώς τους χάνουν την οικοδομησιμότητά τους, δυσχεραίνεται η γεωργική τους εκμετάλλευση, μειονεκτούν δε ως προς το έδαφος και τα ειδικά χαρακτηριστικά τούς.

Πρέπει, επομένως, το σχετικό αίτημα να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωσε σε ποσοστό 50% και 30% αντίστοιχα της καθορισθείσας αξίας τους (...). 47) η με ΑΚΠ 415 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Π. Α. έχει εμβαδόν 10.496,66 τ.μ., πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό και ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 10.100,92 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 395,74 τ.μ., το οποίο λόγω της εκτάσεώς του χάνει την οικοδομησιμότητά του και δυσχεραίνεται η γεωργική του εκμετάλλευση, μειονεκτεί δε ως προς το έδαφος και τα ειδικά χαρακτηριστικά του. Πρέπει, επομένως, το σχετικό αίτημα να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 50% της καθορισθείσας αξίας του (...) 51) η με ΑΚΠ 464 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. συζ. Χ. Μ. έχει έκταση 6.974,59 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης χτίσματος. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.122,73 τ.μ. και απομένει α) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.608,80 τ.μ. και β) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.243,06 τ.μ., τα οποία αποκτούν πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο και υφιστάμενες οδούς, όμως καθίστανται μη οικοδομήσιμα και υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, συνεπώς, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος τους σε ποσοστό 20% της αξίας τους 52) Η με ΑΚΠ 497 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Χ. Κ., έχει εμβαδό 2.018,69., πρόσβαση σε κοινόχρηστη οδό, δεν αποδεικνύεται όμως ότι είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 581,25 τ.μ. και απομένει α) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.423,86 τ.μ. και β)βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 27,16 μ2. Το πρώτο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, πολεοδομικά παραμένει αμετάβλητο, ενώ το δεύτερο καθίσταται παντελώς ακατάλληλο, λόγω μεγέθους, για οποιαδήποτε χρήση. Επιπλέον υφίστανται οι ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει επομένως να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 20% της αξίας του και για το έδαφος του δεύτερου σε ποσοστό 100% της αξίας του... 57) η με ΑΚΠ 554 ιδιοκτησία Σ. Π. κ.λπ. βρίσκεται εντός οικισμού Τρελάγκαθα Μεσολογγίου, έχει εμβαδόν 1.477,03 τ.μ., πρόσωπο σε δημοτική οδό και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.020,35 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 456,68 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, όμως καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, λόγω του μικρού εμβαδού του καθίσταται ασύμφορη η γεωργική του εκμετάλλευση. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 60% της αξίας του. 58) η με ΑΚΠ 560 ιδιοκτησία Χ. Π. κ.λπ. βρίσκεται εντός οικισμού Τρελάγκαθα Μεσολογγίου, έχει εμβαδόν 1.764 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 221,32 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.542,68 τ.μ., το οποίο συνεχίζει να έχει πρόσβαση στο ήδη υπάρχον οδικό δίκτυο, η πολεοδομική του κατάσταση παραμένει αμετάβλητη, υφίσταται όμως τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 20% της αξίας του. 59) η με ΑΚΠ 562 ιδιοκτησία Μ. Π. βρίσκεται εντός του οικισμού Τρελάγκαθα Μεσολογγίου, έχει εμβαδόν 7.173,56 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 539,96 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 6.634,60 τ.μ., του οποίου δεν επηρεάζεται η προσβασιμότητα και οικοδομησιμότητα. Ωστόσο, υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 10% της αξίας του,.61) οι με ΑΚΠ 438 και 439 εκτός οικισμού ιδιοκτησίες Χ. Σ., εκτάσεως 1.635,86 τ.μ. και 4.625,59 τ.μ. αντίστοιχα, από τις οποίες απαλλοτριώνεται έκταση 239,56 τ.μ. και 2.699,81 τ.μ., απομένουν δε εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 1.396,30 τ.μ. και 1.925,78 τ.μ. αντίστοιχα. Η δεύτερη ήταν άρτια και οικοδομήσιμη πριν την απαλλοτρίωση, ενώ η δεύτερη όχι. Μετά την απαλλοτρίωση μεταβάλλεται η πολεοδομική κατάσταση του δευτέρου ακινήτου, ενώ του πρώτου παραμένει αμετάβλητη. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του δευτέρου σε ποσοστό 10% της αξίας του, ενώ ως προς το πρώτο πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα. 62) η με ΑΚΠ 528 εκτός οσίων οικισμού ιδιοκτησία Ε. Ν. έχει έκταση 8.110,29 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.428,67 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.681,62 τ.μ., του οποίου δεν επηρεάζεται η προσβασιμότητα και οικοδομησιμότητα. Ωστόσο υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 25% της αξίας του 63) η με ΑΚΠ 517 εκτός ορίων οικισμού συνιδιοκτησία Ι. Π. κ.λπ. έχει εμβαδόν 5.107,06 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.426,42 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.680,64 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, χάνει όμως την οικοδομησιμότητά του, καθόσον παραμένει μεν άρτιο, πλην μη οικοδομήσιμο λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων ασφαλείας από τον άξονα της οδού και του ορίου της απαλλοτρίωσης (...), υφίσταται δε τις προαναφερόμενες αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 25% της αξίας του. 64) η με ΑΚΠ 446 εκτός ορίων ιδιοκτησία Θ. Σ. έχει εμβαδόν 5.940,43 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτή απαλλοτριώνονται δύο τμήματα, έκταση εμβαδού 54,02 και 1.699,93 τ.μ. αντίστοιχα και απομένει: α) εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.021,84 τ.μ., που καθίσταται μη οικοδομήσιμο και β) εδαφικό τμήμα εμβαδού 3.1621,64 τ.μ., του οποίου επηρεάζεται η οικοδομησιμότητα λόγω στέρησης των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης, καθώς και των όμορων ιδιοκτησιών. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος και των δύο τμημάτων σε ποσοστό 20% της αξίας τους 65) η με ΑΚΠ 563 εντός ορίων του οικισμού Τρελάγκαθα ιδιοκτησία Ζ. Α. έχει έκταση 5.234,23 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.604,13 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.630,10 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, όμως καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο (βλ. ...), ενώ επιπλέον υφίσταται τις προαναφερόμενες αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 40% της αξίας του. 66) η με ΑΚΠ 405 εκτός ορίων οικισμού ιδιοκτησία Β. Μ. έχει πρόσωπο στην υπάρχουσα Εθνική Οδό, έκταση εμβαδού 19.023,89 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 5.200,19 τ.μ. και απομένουν: α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 9.015,42 τ.μ., του οποίου δεν επηρεάζεται ή αρτιότητα και οικοδομησιμότητα και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.808,28 τ.μ., το οποίο συνεχίζει να έχει πρόσβαση στην ΠΕΟ, όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο, λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης, καθώς και των όμορων ιδιοκτησιών (βλ. ...). Επιπλέον υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το δεύτερο τμήμα σε ποσοστό 40% της αξίας του, ενώ πρέπει να απορριφθεί ως προς το πρώτο το σχετικό αίτημα. 67) η ΑΚΠ 406 εκτός ορίων ιδιοκτησία Α. Ρ. έχει πρόσωπο στην υπάρχουσα Εθνική Οδό, έκταση 9.753,36 τ.μ. και από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση 2.716,80 τ.μ. και απομένουν: α) βόρειο εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.672,84 τ.μ., του οποίου δεν επηρεάζεται η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.363,72 τ.μ., το οποίο συνεχίζει να έχει πρόσβαση στην ΠΕΟ, όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης καθώς και των όμορων ιδιοκτησιών (βλ. ...). Επιπλέον υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το δεύτερο σε ποσοστό 40% της αξίας του, ενώ πρέπει να απορριφθεί για το πρώτο το σχετικό αίτημα. 68) η με ΑΚΠ 411 εκτός ορίων ιδιοκτησία Ε. Χ. έχει πρόσωπο στην υπάρχουσα Εθνική Οδό, έκταση 19.401,76 τ.μ. ήταν άρτια και οικοδομήσιμη και από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 18.633,60 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 768,16 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και τυφλό και ως εκ τούτου καθίσταται δυσχερής και η αγροτική εκμετάλλευσή του. Επιπλέον υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 60% της αξίας του. 69) η με ΑΚΠ 421 εκτός ορίων οικισμού ιδιοκτησία Σ. Κ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 4.128,01 τ.μ. και πρόσωπο σε αγροτική οδό, με δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.078,43 τ.μ. και 935,30 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.114,28 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη οικοδομήσιμο και είναι δυσχερής η αγροτική του εκμετάλλευση, επειδή καθίσταται τυφλό. Επιπλέον υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 40% της αξίας του. 71) η με ΑΚΠ 42 ΙΑ εκτός ορίων οικισμού ιδιοκτησία Σ. Κ. έχει εμβαδόν 18.660,74 τ.μ. με πρόσωπο σε αγροτική οδό, με δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.232,73 τ.μ. και έκταση εμβαδού 541,73 τ.μ. και απομένουν α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 11.673,46 τ.μ., του οποίου δεν επηρεάζεται η οικοδομησιμότητα και η πρόσβαση και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.212,82 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη οικοδομήσιμο και τυφλό, δυσχεραίνεται δε η κατά προορισμό χρήση του (βλ. ...). Επιπλέον υφίστανται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το δεύτερο τμήμα σε ποσοστό 40% της αξίας του, ενώ το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί για το πρώτο 72) η με ΑΚΠ 421Β εκτός ορίων οικισμού ιδιοκτησία Κ. Κ. έχει εμβαδόν 20.284,05 τ.μ. με πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.874,98 τ.μ. και 201,39 τ.μ. και απομένουν: α) εδαφικό τμήμα εμβαδού 14.694,98 τ.μ., του οποίου δεν επηρεάζεται η πολεοδομική του κατάσταση ούτε τα ειδικά του χαρακτηριστικά, καθώς εξακολουθεί να έχει πρόσβαση σε κοινόχρηστη οδό και β) εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.512,70 τ.μ., το οποίο συνεχίζει να έχει πρόσβαση σε κοινόχρηστη οδό, πλην όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του δευτέρου τμήματος σε ποσοστό 25% της αξίας του, ενώ το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί για το πρώτο τμήμα 73) η με ΑΚΠ 577 εκτός ορίων οικισμού ιδιοκτησία Μ. Μ. έχει έκταση 6.890,54 τ.μ, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο πριν την απαλλοτρίωση (βλ. ...). Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 4.815,92 τ.μ και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.074,62 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση σε κοινόχρηστη οδό, όμως χάνει την οικοδομησιμότητά του, ενώ δυσχεραίνεται και η κατά προορισμό γεωργική του χρήση και υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 20% της αξίας του. 74) η με ΑΚΠ 578 εκτός ορίων οικισμού ιδιοκτησία Γ. Π., με πρόσωπο σε αγροτική οδό και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Έχει έκταση 7.543,74 τ.μ. και από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.962,72 και 99,20 τ.μ. και απομένει α) εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.245,16 τ.μ. και β) εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.236,66 τ.μ., τα οποία χάνουν την οικοδομησιμότητά τους λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης καθώς και των όμορων ιδιοκτησιών (βλ. ...), ενώ υφίστανται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση σε ποσοστό 25% της αξίας τους. 77) η με ΑΚΠ 569 ιδιοκτησία Ν. Ν. βρίσκεται εντός του οικισμού Τρελάγκαθα Μεσολογγίου, έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό, εμβαδόν 3.032,94 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.749,36 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.238,58 τ.μ., που αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου. Όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο λόγω των μικρών αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ υφίσταται και τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 50% της αξίας του. 78) η με ΑΚΠ 566 ιδιοκτησία Κ. Χ. κ.λπ. βρίσκεται εντός του οικισμού Τρελάγκαθα Μεσολογγίου, έχει εμβαδόν 2.956,08 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 2.173,94 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 782,14 τ.μ., που αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο λόγω των μικρών αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ υφίσταται και τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 60% της αξίας του (βλ. ...). 80) η με ΑΚΠ 558Α εκτός οικισμού ιδιοκτησία Π. Μ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 2.603,64 τ.μ. και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 2.445,36 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 158,28 τ.μ., όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμη, λόγω του εμβαδού του και των μικρών αποστάσεών του από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης, δυσχεραίνεται υπέρμετρα η αγροτική του εκμετάλλευση, ενώ υφίσταται και τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 50% της αξίας του (βλ. ...) 81) η με ΑΚΠ 558Β εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Μ. κ.λπ., έχει εμβαδόν 1.520,83 τ.μ. και πριν την απαλλοτρίωση ήταν άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 944,83 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 576,00 τ.μ., όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο, λόγω του εμβαδού του και των μικρών αποστάσεών του από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης, δυσχεραίνεται υπέρμετρα η αγροτική του εκμετάλλευση, ενώ υφίσταται και τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 40% της αξίας του (βλ. ...) 84) η με ΑΚΠ 444 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Δ. Α. έχει εμβαδόν 6.030,79 τ.μ., πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό με δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 191,47 τ.μ. και 1.778,88 τ.μ. και απομένουν α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.148,06 τ.μ. και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.912,38 τ.μ., τα οποία αποκτούν πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο. Ωστόσο, το πρώτο καθίσταται μη οικοδομήσιμο, ενώ υφίστανται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 40% της αξίας του, του δευτέρου σε ποσοστό 5% της αξίας του, 85) η με ΑΚΠ 461 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Π. Α. έχει εμβαδόν 3.000,79 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό, χωρίς δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.562,71 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.438,08 τ.μ., το οποίο διατηρεί την αρχική πρόσβαση και αποκτά και σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, αποδείχθηκε δυσχεραίνεται λόγω μειώσεως του εδάφους του η αγροτική του εκμετάλλευση, ενώ υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 10% της αξίας του... 86) η με ΑΚΠ 551 εντός οικισμού ιδιοκτησία Ε. Π. κ.λπ. έχει έκταση 4.779,29 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 1.135,43 τ.μ. και απομένει α) βόρειο εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.820,06 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο και διατηρεί την οικοδομησιμότητά του και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 823,80 τ.μ., το οποίο είναι μη οικοδομήσιμη και τυφλό, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής και η αγροτική εκμετάλλευσή του. Αμφότερα δε υφίστανται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 25% της αξίας του και για το έδαφος του δευτέρου σε ποσοστό 50% της αξίας τους 87) η με ΑΚΠ 557 εντός οικισμού ιδιοκτησία Χ. Π. έχει έκταση 1.748,27 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 231,37 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.516,90 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, όμως καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ενώ υφίσταται τις ίδιες αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 40% της αξίας του 88) η με ΑΚΠ 629 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Κ. έχει έκταση 10.009,92 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 6.847,78 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 3.162,14 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη άρτιο και τυφλό, με αποτέλεσμα να είναι δυσχερής και η γεωργική εκμετάλλευσή του.

Περαιτέρω υφίσταται τις προαναφερόμενες αρνητικές συνέπειες του έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 40% της αξίας του,. 90) η με ΑΚΠ 574 ιδιοκτησία Χ. Π. κ.λπ. βρίσκεται εντός οικισμού Τρελάγκαθα Μεσολογγίου, με πρόσωπο σε κοινόχρηστη οδό, έχει εμβαδόν 1.868,04 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ εντός αυτού έχει ήδη ανεγερθεί οικία. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 159,12 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα 1.708,92 τ.μ., το οποίο διατηρεί την πρόσβαση που είχε, πλην όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο, λόγω αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτριώσεως. ενώ υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση γι' αυτό σε ποσοστό 40% της αξίας του. 91) η με ΑΚΠ 444Α εκτός οικισμού ιδιοκτησία Δ. Γ. έχει έκταση 9.856,16 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος (...). Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 660,15 και 2.821,53 τ.μ. και απομένουν α) εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.150,44 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη οικοδομήσιμο και δυσχεραίνεται η αγροτική του εκμετάλλευση και β) εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.224,04 τ.μ., τα οποία αποκτούν πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, όμως το πρώτο καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, ενώ, επιπλέον, υφίστανται αμφότερα τις προαναφερόμενες αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος τού πρώτου σε ποσοστό 40% της αξίας του, απορριπτομένου ως προς το δεύτερο, 92) η με ΑΚΠ 622 ιδιοκτησία Δ. Γ. βρίσκεται εκτός οικισμού, έχει εμβαδόν 5.842,42 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.498,80 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 3.343,62 τ.μ, το οποίο καθίσταται άρτιο μεν κατά παρέκκλιση, αλλά μη οικοδομήσιμο (...) και, επομένως, καθίσταται δυσχερής και η γεωργική του εκμετάλλευση, ενώ επιπλέον υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 45% της αξίας του, 93) η με ΑΚΠ 552 εντός οικισμού ιδιοκτησία Ι. Π. κ.λ.π. μετά τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακος (.....) έχει εμβαδόν 1.287,21 τ.μ. και είναι άρτια και οικοδομήσιμη. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 286,26 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα 1.00,93 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, όμως λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης καθίσταται μη οικοδομήσιμο, υφίσταται δε τις αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 50% της αξίας του(...), 101) η με ΑΚΠ 582 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Ρ. Φ., έχει εμβαδόν 5.411,44 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος και είναι δομημένο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 255,28 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 5.156,16 τ.μ., το οποίο διατηρεί την πρόσβαση, που είχε, ενώ δεν αποδείχθηκε, ότι καθίσταται μη οικοδομήσιμο λόγω της απαλλοτρίωσης. Όμως υφίσταται τις ίδιες ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση γι' αυτό σε ποσοστό 5% της αξίας του. Περαιτέρω, εντός του εναπομένοντος τμήματος δυνάμει της υπ' αριθμ. 198/92 οικοδομικής άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Μεσολογγίου υφίσταται οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο και πρώτο όροφο, η οποία κατοικείται από την αιτούσα και κείται σε ικανή απόσταση από το όριο της απαλλοτρίωσης, ωστόσο θα υφίσταται τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την, εκτέλεση του έργου και δη αυξημένη ατμοσφαιρική και ηχητική ρύπανση από την κυκλοφορία οχημάτων επ' αυτής. Υφίσταται, επομένως, απομείωση της αξίας της σε ποσοστό 15%, εκτιμωμένης εν όψει του χρόνου παλαιότητας αυτής σε 500 €/τ.μ. αξίας (...), 102) η με ΑΚΠ 417 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Γ. Π. κ.λπ.,, που προήλθε από τη συνένωση των ΑΚΠ 417 και 419 ακινήτων έχει έκταση 68.135,91 τ.μ., πρόσωπο στην Ε.Ο. Αντιρρίου - Ιωαννίνων και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 26.873,73 τ.μ.... και απομένει, εδαφικό τμήμα εμβαδού 41.262,18 τ.μ., το οποίο διατηρεί την πρόσβαση στην Ε.Ο. μέσω παρακαμπτήριων οδών. Δεν χάνει τις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητάς της, όμως καθίσταται δυσχερέστερη η πρόσβαση σ' αυτό, ενώ μειώνεται η αξία του λόγω της σημαντικής μείωσης του εμβαδού του, που συνεπάγεται την αύξηση των καλλιεργητικών του εξόδων (...).

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 5% της αξίας του, 103) η με ΑΚΠ 422 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Κ. Π. κ.λπ. έχει εμβαδόν 8.840,60 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.101,10 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού α) βόρειο εμβαδού 1.112,74 τ.μ. και β) νότια εμβαδού 3.626,76 τ.μ., που καθίστανται μη οικοδομήσιμα και τυφλά, δυσχεραίνεται η γεωργική τους εκμετάλλευση, ενώ υφίστανται και τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος τους σε ποσοστό 40% της αξίας τους, 105) η με ΑΚΠ 509 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Π. Π. έχει έκταση 4.368,07 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.443,99 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.924,08 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο (...), ενώ υφίσταται τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει επομένως να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 20% της αξίας του, 106) η με ΑΚΠ 521 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Β. Γ. έχει έκταση 7.211,07 τ.μ., άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 6.390.39 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού α) 482,32 τ.μ. και β) 538,36 τ.μ., τα οποία καθίστανται μη οικοδομήσιμα, ασύμφορη δε και η αγροτική τους εκμετάλλευση λόγω του μικρού εμβαδού τους (...).

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος τους σε ποσοστό 50% της αξίας τους, 107) η με ΑΚΠ 530 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Χ. Κ. κ.λπ. έχει έκταση 4.852,03 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.768,03 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.084 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, όμως καθίσταται μη οικοδομήσιμο.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 20% της αξίας του, 108) η με ΑΚΠ 621 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Τ. Ζ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 4.358,69 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.669,77 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.688,92 τ.μ., του οποίου δεν μεταβάλλεται η πρόσβαση. Ωστόσο, χάνει την οικοδομησιμότητά του λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου. Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του σε ποσοστό 20% της αξίας του, 109) η με ΑΚΠ 621Α εκτός οικισμού ιδιοκτησία Ε. Ζ. έχει έκταση 4.789,09 τ.μ., άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 2.683,91 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα α) νότια εμβαδού 1.921,26 τ.μ. και β) βόρεια εμβαδού 183,92 τ.μ., τα οποία χάνουν την οικοδομησιμότητά τους, ενώ καθίσταται ασύμφορη η αγροτική εκμετάλλευση λόγω του μικρού εμβαδού τους.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός τους σε ποσοστό 30% της αξίας τους, 110) η με ΑΚΠ 504 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Χ. Κ. έχει έκταση 5.197,78 τ.μ., άρτια και οικοδομήσιμη ως εκτός σχεδίου πόλεως και ορίων οικισμού ακίνητο, όπως από τη Β' διόρθωση του Κτηματολογίου προκύπτει, απορριπτομένου του ισχυρισμού του αιτούντος, ότι πρόκειται για εν μέρει εντός οικισμού Αγίου Θωμά ακίνητο και εν μέρει εκτός αυτού (...). Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 3.279,84 τ.μ. και απομένει εδαφικό έκταση 1.917,94 τ.μ., το οποίο χάνει την οικοδομησιμότητά του, ενώ μειώνεται η δυνατότητα αγροτικής του εκμετάλλευσης λόγω του μικρού εμβαδού του.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός τους σε ποσοστό 40% της αξίας του, 111) η με ΑΚΠ 397 ιδιοκτησία Χ. Τ. κ.λπ. βρίσκεται εκτός οικισμού και έχει εμβαδόν 5.135,63 τ.μ., και από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 5.045,13 τ.μ., με αποτέλεσμα να απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 90,50 τ.μ., το οποίο καθίσταται άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση. Πρέπει να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 90% της αξίας του, 112) η με ΑΚΠ 379 ιδιοκτησία Γ. Σ. κ.λπ. βρίσκεται εκτός οικισμού, έχει εμβαδόν 2.185,33 τ.μ., όμως δεν αποδείχθηκαν οι προϋποθέσεις οικοδομησιμότητάς του. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 340,47 και 113,20 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.731,66 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, όμως υφίσταται τις αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 5% της αξίας του(...),. 114) η με ΑΚΠ 606 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Δ. Α. έχει εμβαδόν 3.511,64 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό χωρίς δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 2.291,74 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.219,90 τ.μ., που αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου. Ωστόσο, δυσχεραίνεται η αγροτική του εκμετάλλευση, ενώ υφίσταται τις δυσμενείς συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να καθοριστεί αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 10% της αξίας του, 115) η με ΑΚΠ 612 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Α. Ζ. έχει εμβαδόν 5.995,19 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο (...). Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 4.130,89 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.864,30 τ.μ., το οποίο καθίσταται μη οικοδομήσιμο λόγω μικρής απόστασης από τον άξονα του οδοστρώματος και το όριο της απαλλοτρίωσης, ενώ υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 20% της αξίας του, 116) η με ΑΚΠ 614 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Ε. Κ. κ.λπ. έχει εμβαδόν 41.800,17 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. (...). Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 10.442,85 τ.μ. και απομένουν α)... β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 8.665,36 τ.μ., το οποίο λόγω ανυπαρξίας ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης καθίσταται μη οικοδομήσιμο, είναι δυσχερής η αγροτική εκμετάλλευσή του, ενώ υφίσταται τις ως άνω αρνητικές συνέπειες του έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 20% της αξίας του(...),. 121) η με ΑΚΠ 403Β εκτός οικισμού ιδιοκτησία Χ. Ρ. έχει εμβαδόν 13.236,44 τ.μ., πρόσωπο στην ΕΟ Αντιρρίου - Ιωαννίνων και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 3.067,72 τ.μ. και απομένουν εδαφικά τμήματα α)... β) βόρειο εμβαδού 6.135,44 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του δευτέρου τμήματος σε ποσοστό 30% της αξίας του..., 122) η με ΑΚΠ 544 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Μ. Π. έχει εμβαδόν 6.404,57 τ.μ., πρόσωπο στην ΕΟ Αντιρρίου - Ιωαννίνων και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο (...). Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 2.339,93 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 4.064,64 τ.μ., που διατηρεί μεν την αρτιότητά του χάνει όμως την οικοδομησιμότητά του, επειδή δεν πληρούνται πλέον οι ελάχιστες αποστάσεις από το όριο της απαλλοτρίωσης και τον άξονα της οδού. Επιπλέον, υφίσταται τις ανωτέρω αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου, ενώ είναι ασύμφορη λόγω μεγέθους και η αγροτική του εκμετάλλευση.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 30% της αξίας του, 123) η με ΑΚΠ 550 εντός του οικισμού Τρελάγκαθα ιδιοκτησία Ε. Π. κ.λπ. έχει εμβαδόν 4.416,46 τ.μ. και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.597,21 τ.μ. και 356,15 τ.μ. και απομένουν δύο εδαφικά τμήματα, ήτοι α) εμβαδού 543,28 τ.μ. και β) εμβαδού 1.919,82 τ.μ., το οποίο αποκτά πρόσβαση μέσω παράπλευρου οδικού δικτύου, καθίστανται όμως μη άρτια και μη οικοδομήσιμα λόγω ανυπαρξίας των ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης (...).

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος των άνω τμημάτων σε ποσοστό 30% της αξίας τους, 124) η με ΑΚΠ 410 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Χ. Μ. έχει εμβαδόν 8.266,29 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 7.037,19 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.228,10 τ.μ., το οποίο διατηρεί την προϋπάρχουσα πρόσβαση όμως καθίσταται ασύμφορη η αγροτική του εκμετάλλευση, λόγω σχήματος και μικρού εμβαδού, ενώ καθίσταται και μη οικοδομήσιμο (...).

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 30% της αξίας του, 125) η με ΑΚΠ 445 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Δ. Κ. έχει εμβαδόν 10.548,56 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση 700 και 3.073,34 τ.μ. και απομένει α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 3.076,36 τ.μ. και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 3.698,86 τ.μ., τα οποία διατηρούν πρόσβαση σε κοινόχρηστο δρόμο, όμως καθίστανται μη οικοδομήσιμα (...).

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 20% της αξίας του, 126) η με ΑΚΠ 445Α εκτός οικισμού ιδιοκτησία Δ. Κ. έχει εμβαδόν 9.787 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτή απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 748,66 και 2.934,30 τ.μ. και απομένει α) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 3.914,12 τ.μ. και β) νότια εδαφικό τμήμα εμβαδού 2.189,92 τ.μ., τα οποία αποκτούν πρόσβαση σε παράπλευρο οδικό δίκτυο, όμως καθίστανται μη άρτια και μη οικοδομήσιμα (...).

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός τους σε ποσοστό 20% της αξίας τους, 127 ) η με ΑΚΠ 454 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Β. Σ. έχει εμβαδόν 13.457,51 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 1.129,75 και 2.459,30 τ.μ. και απομένει α) νότια εδαφικό τμήμα 24,18 τ.μ., β) κεντρικά εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.076,84 τ.μ. και γ) βόρεια εδαφικό τμήμα εμβαδού 8.767,44 τ.μ. Τα β) και γ) αποκτούν πρόσβαση σέ παράπλευρο οδικό δίκτυο και το γ) δεν επηρεάζεται ως προς την οικοδομησιμότητά του, όμως το β) καθίσταται μη οικοδομήσιμο, ενώ υφίσταται τις ανωτέρω αναφερόμενες αρνητικές συνέπειες του εκτελεσθησόμενου έργου. Εξάλλου το α) καθίσταται άχρηστο για οποιαδήποτε εκμετάλλευση, κυρίως λόγω του αμελητέου εμβαδού του.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφος του πρώτου σε ποσοστό 100% της αξίας του και για το έδαφος του δευτέρου σε ποσοστό 20% της αξίας του, 128) η με ΑΚΠ 451 εκτός οικισμού ιδιοκτησία Β. Σ. έχει εμβαδόν 1.691,10 τ.μ., πρόσωπο σε αγροτική οδό και δυνατότητα ανέγερσης κτίσματος. Από αυτό απαλλοτριώνεται έκταση εμβαδού 92,60 και 38,22 τ.μ. και απομένει εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.560,28 τ.μ., το οποίο διατηρεί την προϋπάρχουσα πρόσβαση, όμως, καθίσταται μη οικοδομήσιμο, ενώ υφίσταται τις ίδιες συνέπειες εκτελεσθησόμενου έργου.

Πρέπει, επομένως, να οριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το έδαφός του σε ποσοστό 20% της αξίας του". Κατόπιν των ανωτέρω, το Εφετείο, αφού δέχτηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις συνεκδικασθείσες αιτήσεις και ανταιτήσεις, καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση, λόγω σημαντικής μειώσεως αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση εδαφικών τμημάτων των παραπάνω ακινήτων, τα προαναφερόμενα, για το καθένα, ποσοστά.

Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο, αναφορικώς με το κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά στον καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα τμήματα κάθε μιας από τις κατωτέρω αναφερόμενες ιδιοκτησίες, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την συνδρομή των όρων εφαρμογής της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, που εφαρμόσθηκε, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της και, ειδικότερα, για το αν τα εναπομείναντα τμήματα των εν λόγω και κατωτέρω αναφερομένων ιδιοκτησιών υπέστησαν σημαντική ζημία μετά την απαλλοτρίωση και την απότμηση εδαφικών τμημάτων από τις αρχικές ιδιοκτησίες, όπως βασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, για τα ακίνητα με ΑΚΠ 401, 403Α, 439, 445, 445Α, 446, 468, 509, 530, 577, 590, 621Α και 623, ενώ τα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα έχουν εμβαδόν μεγαλύτερο των 750 τ.μ., το Εφετείο δέχθηκε απώλεια οικοδομησιμότητας λόγω μη διατηρήσεως του ελαχίστου εμβαδού, χωρίς να εκτίθεται ο χρόνος δημιουργίας των αρχικών γεωτεμαχίων, ο οποίος θα προσδιορίσει το άρτιο και οικοδομήσιμο των ως άνω εναπομεινάντων ακινήτων. Για τα ακίνητα με ΑΚΠ 487, 554 και 558B, τα οποία βρίσκονται εντός ορίων οικισμού μικρότερου των 2.000 κατοίκων, δέχθηκε απώλεια οικοδομησιμότητας λόγω μικρού εμβαδού, χωρίς, ομοίως, να προσδιορίζεται ο χρόνος δημιουργίας των αρχικών γεωτεμαχίων.

Στις περιπτώσεις των ακινήτων με ΑΚΠ 403Β, 405, 406, 488, 492-493, 544, 552, 556, 558Β, 566, 569, 574, 590 και 614 δέχθηκε απώλεια οικοδομησιμότητας λόγω της μη υπάρξεως των αναγκαίων αποστάσεων από το όριο της απαλλοτριώσεως και τον άξονα της οδού, χωρίς να εκτίθεται το βάθος που έχουν τα εναπομένοντα τμήματα και η απόστασή τους από τον άξονα της οδού. Στις περιπτώσεις των ακινήτων με ΑΚΠ 401, 405, 406, 411, 544 και 631Α καθορίσθηκαν ιδιαίτερες αποζημιώσεις, δεχόμενο το Εφετείο ότι τα εν λόγω ακίνητα υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες του έργου, ενώ δέχθηκε ότι τα ίδια ακίνητα είχαν πρόσωπο στην ήδη υφιστάμενη Εθνική Οδό (βλ. οπίσθια όψη του 37ου φύλλου) και, επομένως, τις ίδιες επιπτώσεις τις υφίστανται ήδη, χωρίς να εξηγείται ποιες πρόσθετες επιπτώσεις πρόκειται να υποστούν από τον υπό κατασκευήν αυτοκινητόδρομο. Στις περιπτώσεις των ακινήτων με ΑΚΠ 387, 417-419, 419, 422, 444Α, 461, 503, 504, 507, 542, 544, 577, 606, 621Α, 622, 623, 626, 630 και 631Α η ιδιαίτερη αποζημίωση θεμελιώθηκε σε δυσχέρανση της γεωργικής εκμεταλλεύσεως λόγω της μειώσεως του εμβαδού, χωρίς να εξηγείται με ποιον τρόπο η μείωση αυτή του εμβαδού δυσχεραίνει την γεωργική εκμετάλλευση. Στην περίπτωση του ακινήτου με ΑΚΠ 614 η ιδιαίτερη αποζημίωση θεμελιώθηκε και σε δυσχέρανση της γεωργικής εκμεταλλεύσεως "λόγω ανυπαρξίας ελάχιστων αποστάσεων από τον άξονα της οδού και το όριο της απαλλοτρίωσης", χωρίς, όμως, να αναφέρεται ποιες είναι οι αποστάσεις, που έχει το εναπομένον τμήμα και γιατί οι αποστάσεις αυτές καθιστούν δυσχερέστερη την γεωργική του εκμετάλλευση. Στην περίπτωση του ακινήτου με ΑΚΠ 417-419 η ιδιαίτερη αποζημίωση θεμελιώθηκε και σε δυσχέρανση της προσβάσεως, ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι το ακίνητο αυτό "διατηρεί την πρόσβαση στην Ε.Ο. μέσω παρακαμπτήριων οδών" και χωρίς να εξηγείται γιατί αυτή η πρόσβαση καθίσταται δυσχερέστερη. Στις περιπτώσεις των ακινήτων με ΑΚΠ 387 και 410 ο προσδιορισμός ιδιαιτέρας αποζημιώσεως θεμελιώθηκε σε μεταβολή του σχήματος, χωρίς, όμως, να διευκρινίζεται τι σχήμα απέκτησαν τα εναπομένοντα τμήματα, ούτε τι σχήμα είχαν τα αρχικά ακίνητα, ούτε για ποιον λόγο η μεταβολή του σχήματος δυσχεραίνει την αγροτική εκμετάλλευση, δεδομένου του αρκετά μεγάλου εμβαδού των εναπομενόντων τμημάτων (2.007,54 τ.μ. και 1.228,10 τ.μ., αντιστοίχως).

Στην περίπτωση του υπ' αριθμ. 568 ακινήτου το ποσοστό της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως θεμελιώθηκε και στην έντονη κλίση των εναπομεινάντων τμημάτων, χωρίς, όμως, να διευκρινίζεται αν η κλίση αυτή προϋπήρχε της απαλλοτριώσεως ή αν δημιουργήθηκε εξαιτίας αυτής. Στην περίπτωση των ακινήτων με ΑΚΠ 364, 388Α και 497, στο β' εδαφικό τμήμα τους, εμβαδού 114,08 τ.μ., 22,16 τ.μ. και 27,16 τ.μ., αντιστοίχως, προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση στο 100% της αξίας των εναπομεινάντων, χωρίς, όμως, να αιτιολογείται επαρκώς γιατί τα τμήματα αυτά καθίστανται παντελώς άχρηστα και, συγκεκριμένα, γιατί αυτά δεν μπορούν να συνενωθούν με άλλα ακίνητα, ή, ως προς το πρώτο ακίνητο (ΑΚΠ 364) γιατί μόνο το μικρό εμβαδόν καθιστά αδύνατη την γεωργική ή άλλου είδους χρήση. Άλλωστε, η παραδοχή περί απομειώσεως της αξίας των ακινήτων αυτών κατά 100% αντιφάσκει με την, μη προσβαλλόμενη με λόγο αναιρέσεως ως προς την ιδιαίτερη αποζημίωση, κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως για το ακίνητο με ΑΚΠ 384, το οποίο, επίσης, κρίθηκε άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση λόγω μικρού εμβαδού (61,18 τ.μ., ήτοι μικρότερου από το εναπομείναν τμήμα του υπ' αριθμ. 364 ακινήτου με εμβαδόν 114,08 τ.μ.), όμως, προσδιορίσθηκε ιδιαίτερη αποζημίωση μόνο 80% (ενόψει και της δυνατότητας συνενώσεως). Τέλος, με την κρίση για το υπ' αριθμ. 384 ακίνητο αντιφάσκει και ο προσδιορισμός ιδιαιτέρας αποζημιώσεως μεγαλύτερου ποσοστού (90%) για το ακίνητο με ΑΚΠ 397, με την κρίση ότι το εναπομένον τμήμα (εμβαδού 90,50 τ.μ.) "καθίσταται άχρηστο για οποιαδήποτε χρήση", μολονότι το εναπομένον τμήμα του υπ' αριθμ. 397 ακινήτου έχει μεγαλύτερο εμβαδόν από το εναπομένον τμήμα του υπ' αριθμ. 384 ακινήτου.

Συνεπώς, ο με το παραπάνω περιεχόμενο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., για τα παραπάνω ακίνητα και, συγκεκριμένα, τα με ΑΚΠ 364, β' εδαφικό τμήμα, 387, 388Α, β' τμήμα, 397, 401, 403Α , 403Β β' τμήμα, 405, 406, 410, 411, 417-419, 422, 439, 444Α, 445, 445Α , 446, 461, 468, 487, 488, 492-493, 497 β' τμήμα, 503, 504, 507, 509, 530, 542, 544, 552, 554, 556, 558Β, 566, 568, 569, 574, 577, 590, 606, 614, 621Α, 622, 623, 626, 630, 631Α ακίνητα, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Για τις λοιπές ιδιοκτησίες το Εφετείο, με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ενδιαφέρον ζήτημα της μειώσεως ή μη της αξίας των εναπομεινάντων, μετά την απαλλοτρίωση, τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων, καθώς και του ποσοστού της μείωσης στις περιπτώσεις που αυτή έγινε δεκτή, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη των ανωτέρω διατάξεων, με την έννοια αυτών, που διαλαμβάνεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για την πληρότητα του άνω αποδεικτικού του πορίσματος και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νομίμου βάσεως. Επομένως, για εν λόγω λοιπά ακίνητα, ο ίδιος ανωτέρω αναιρετικός λόγος, με τον οποίον αποδίδεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σε κάθε περίπτωση οι περιλαμβανόμενες σε αυτόν αιτιάσεις, για τα ίδια, λοιπά ακίνητα, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις, ανεπάρκειες και αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και επαρκές αποδεικτικό του πόρισμα και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικώς με την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατά την διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "Περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών), προκειμένου περί διανοίξεως εκτός Σχεδίου πόλεων Εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάντα μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς, υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων, με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων. Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίσθηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Τέλος, με το άρθρο 3 παρ. 1 του ως άνω Νόμου (653/1977), που αντικατέστησε το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 5269/1931, ρυθμίζονται οι υποχρεώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών στην περίπτωση διανοίξεως ή διαδοχικών ευρύνσεων οδών εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων πλάτους μέχρι τριάντα μέτρων. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών καθίσταται φανερό ότι, λόγω τεκμαιρόμενης ωφέλειας, έχουν υποχρέωση συμμετοχής στις δαπάνες αποζημιώσεως ακινήτων, που απαλλοτριώνονται για την διάνοιξη οδών, όχι μόνον οι ιδιοκτήτες τα ακίνητα των οποίων αποκτούν πρόσωπο σε εθνική οδό εκτός σχεδίου πόλεως, αλλά και εκείνοι των οποίων τα ακίνητα έχουν πρόσωπο σε υφιστάμενη οδό, εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, προς βελτίωση της οποίας πραγματοποιείται νέα χάραξη ή διαπλάτυνση (Α.Π. 676/2022, Α.Π. 216/2013). Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 3 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος). Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (Ολ. Α.Π. 7/2013, Ολ. Α.Π. 12/2011, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1387/2023, Α.Π. 1319/2023), ρύθμιση που προβλέπεται ρητώς πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρο 37 εδάφ. α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεσθεί (Ολ. Α.Π. 7/2013, Ολ. Α.Π. 12/2011, Ολομ. Α.Π. 11/2011). Μάλιστα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του Ν. 2971/2001), προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικώς) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στην ζώνη της απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (Α.Π. 676/2022, Α.Π. 702/2017, Α.Π. 423/2016, Α.Π. 318/2016, Α.Π. 406/2015).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφελείας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του Ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτριώσεως, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο. Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφελείας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από τον φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κηρύξεως της απαλλοτριώσεως. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως ή της αποφάσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημιώσεως, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά την λήξη του διμήνου η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξετασθεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα, αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου, πρόσωπα. Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάσθηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένως για την βασιμότητα της αιτήσεως. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτριώσεως αποστέλλονται από την Αρχή, που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση, στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικώς, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου, που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση. Κατά της αποφάσεως του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά την συντέλεση της απαλλοτριώσεως, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδος (Α.Π. 676/2022, Α.Π. 1268/2020, Α.Π. 500/2020, Α.Π. 471/2017). Η ως άνω, προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, διαδικασία ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αιτήσεως, για την ανατροπή (μόνο) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντιθέτως, σε περίπτωση σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας, με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημιώσεως για το τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου που πρέπει να αποζημιωθεί, αιτήματα που ερευνώνται ενιαίως από το Εφετείο (Ολ. Α.Π. 11/2004 και Ολ. Α.Π. 10/2004), δεν εφαρμόζονται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των διατάξεων αυτών του Ν. 2971/ 2001.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση (της σωρεύσεως δηλαδή του αιτήματος ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας στο ίδιο δικόγραφο της αιτήσεως για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως), το Εφετείο ερευνά το αίτημα αυτό, ακόμη και αν δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 (Α.Π. 598/2024, Α.Π. 676/2022, Α.Π. 653/2021, Α.Π. 1530/2018, Α.Π. 145/2018, Α.Π. 471/2017, Α.Π. 34/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτες τις αιτήσεις των ιδιοκτητών των με ΑΚΠ 363, 370, 376, 380, 380Α, 383, 383Α, 384, 387, 388, 388Α, 388Β, 398, 413Α, 414, 421, 421Α, 421Β, 428, 436. 437. 438, 439, 441, 444, 444Α, 446, 461, 463, 464, 467, 475, 495, 497, 502, 505, 512, 513, 517, 521Α, 522, 528, 534, 534Α, 536, 536Β, 541, 547, 548, 549, 551, 552, 553, 554, 555, 556, 557, 558, 558Α, 558Β, 559Α, 560, 560Γ, 560Δ, 56.1, 562, 563, 566, 568, 569. 574, 575, 577, 578, 580, 583, 584, 586, 592, 600, 604, 611, 613, 616, 619, 622 και 629 ακινήτων, επειδή δεν προηγήθηκε από τους τελευταίους αίτημα στην αρμόδια Επιτροπή για την κατά νόμον γνωμοδότηση. Σύμφωνα, όμως, με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, αφού το σχετικό αίτημα σωρεύθηκε στις κύριες αιτήσεις των εν λόγω ιδιοκτητών για τον καθορισμό οριστικής αποζημιώσεως, το Εφετείο ορθώς ερεύνησε και τα αιτήματα των τελευταίων για την άρση του τεκμηρίου ωφελείας των ακινήτων τους, ασχέτως αν δεν τηρήθηκε η προδικασία του άρθρου 33 του Ν. 2971/2001 και ο συναφής λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ. Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 1027/2025, Α.Π. 932/2025).

Με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του Ν. 653/1977 και 33 παρ. 1 και 4 του Ν. 2971/2001 που αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε, αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, με την αιτίαση ότι το Εφετείο αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από όσα αξιώνει ο νόμος, καθώς, επίσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που συνίστανται στο ότι το Εφετείο, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως ή μη ωφέλειας για τα επίδικα ακίνητα, αφού δεν διευκρινίζει και δεν προσδιορίζει, αν υπάρχει πρόσβαση στο παράπλευρο οδικό δίκτυο, πόση είναι η απόσταση κάθε ακινήτου από τα σημεία εισόδου και πόση απόσταση είχαν τα παρόδια ακίνητα από το ήδη υφιστάμενο εθνικό οδικό δίκτυο.

Το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 154/2014, απόφασή του, ως προς το ουσιώδες αυτό ζήτημα, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο υπό κατασκευή διεθνών προδιαγραφών αυτοκινητόδρομος θα είναι κλειστός και κατά τα κύρια τμήματά του υπερυψωμένος έως και πέντε μέτρα σε σχέση με το επίπεδο των απαλλοτριούμενων ακινήτων. Θα φέρει κιγκλιδώματα ασφαλείας στα ερείσματά του και από τις δύο πλευρές του, τα οποία θα εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο και έξοδο από και προς αυτόν. Πρόκειται δηλαδή για έναν κλειστού τύπου σύγχρονο αυτοκινητόδρομο, όπου δεν θα είναι εφικτή η επικοινωνία με τα παρόδια ακίνητα ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι προσαυξάνεται η αξία τους λόγω της γειτνίασής τους με τον αυτοκινητόδρομο. Η πρόσβαση και η είσοδος σε αυτόν θα γίνεται μέσω παράπλευρου δικτύου σε νέο ανισόπεδο υπό κατασκευή κόμβο, ώστε οι παρόδιοι ιδιοκτήτες που θα επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τον αυτοκινητόδρομο θα είναι υποχρεωμένοι να διανύουν μεγάλες αποστάσεις, οι καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου δηλαδή δεν αποκτούν ουσιαστικά και με άμεσο τρόπο πρόσβαση σε αυτόν, ούτε οι εναπομείνασες ιδιοκτησίες τους θα επικοινωνούν απευθείας με αυτόν. Πλέον τούτων, ο νέος οδικός άξονας θα είναι επιβαρυμένος κυκλοφοριακά, αλλά και από περιβαλλοντικής άποψης λόγω της αυξημένης ηχητικής ρύπανσης και της εκπομπής καυσαερίων, εντεύθεν νοουμένου ότι μειώνεται η αγοραστική αξία των παρόδιων ιδιοκτησιών από τις επιπτώσεις στις δυνατές χρήσεις των απομενόντων ακινήτων τους. Σημειώνεται ότι, για το σύνολο σχεδόν των απαλλοτριούμενων ακινήτων, που αναφέρονται λεπτομερώς πιο πάνω, κρίθηκε ήδη ότι τα απομένοντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ακινήτων των αιτούντων υφίστανται απομείωση της αξίας τους και δικαιώθηκαν ιδιαίτερης αποζημίωσης για αυτήν. Θα ήταν δε αντιφατικό, με την ίδια απόφαση, να επιδικάζεται ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των απομενόντων τμημάτων των ακινήτων και συγχρόνως να επιβεβαιώνεται ότι το ακίνητο αυτό (δηλ. το μη απαλλοτριωθέν τμήμα) ωφελήθηκε από την εκτέλεση του έργου. Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι τα περισσότερα των απαλλοτριωθέντων ακινήτων εφάπτονται της υπό κατασκευή οδού και ως τέτοια επηρεάζεται αρνητικά η δυνατότητα οικοπεδικής τους αξιοποίησης λόγω της πρόβλεψης των ελάχιστων ορίων οικοδόμησης από τον άξονα της οδού, το όριο της απαλλοτρίωσης αλλά και της απόστασης από τα όμορα ακίνητα. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο κρίνει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ένδικες ιδιοκτησίες των αιτούντων δεν έχουν καμιά ωφέλεια από την κατασκευή του έργου και ως εκ τούτου δεν υπέχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης ούτε αποζημίωσης τρίτων ιδιοκτησιών, δικαιούνται δε να λάβουν ακέραια και πλήρη την αποζημίωση, όπως καθορίστηκε πιο πάνω, για το σύνολο της έκτασης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους.

Συνεπώς πρέπει, κατά το κεφάλαιο τούτο, να γίνουν δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι κρινόμενες αιτήσεις, να αναγνωρισθεί ότι οι προαναφερθείσες ιδιοκτησίες δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, να διορθωθεί κατά τούτο ο οικείος κτηματολογικός πίνακας κήρυξης της απαλλοτρίωσης και να οριστεί ότι οι ανωτέρω ιδιοκτησίες αποζημιώνονται και για τις φερόμενες ως αυτοαποζημιούμενες ή υπόχρεες σε αποζημίωση τρίτων λόγω παροδιότητος ιδιοκτησίες, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες τις σχετικές αιτήσεις των αναιρεσίβλητων, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχει για τα ακίνητά τους, που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, το τεκμήριο της ωφέλειας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977 και 33 παρ. 1 και 4 του Ν. 2971/2001, οι οποίες, πλέον, καθιερώνουν μαχητό τεκμήριο ωφελείας, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, διότι διέλαβε την απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, συγκεκριμένα, ως προς την ανυπαρξία ωφελείας στα τμήματα των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων που εναπομένουν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, που επιβλήθηκε από το αναιρεσείον, κατ' ανατροπήν του μαχητού, πλέον, τεκμηρίου ωφελείας των ιδιοκτητών των πιο πάνω ακινήτων και, συνεπώς, δεν στερείται νομίμου βάσεως, εφόσον παρέθεσε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, τους λόγους ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των επιδίκων ακινήτων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλης αιτιολογίας. Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο σαφές και επαρκές αποδεικτικό πόρισμά του ότι οι απαλλοτριωθείσες επίδικες ιδιοκτησίες δεν αποκόμισαν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, δεχόμενο ότι: α) ο υπό κατασκευήν αυτοκινητόδρομος θα είναι κλειστός, χωρίς δυνατότητα αμέσου προσβάσεως των παροδίων ιδιοκτητών σε αυτόν και υπερυψωμένος μέχρι πέντε μέτρα σε σχέση με τα παρόδια ακίνητα, β) τα παρόδια ακίνητα θα υποστούν ηχητική ρύπανση και εκπομπή καυσαερίων, γ) περιορίζονται οι δυνατότητες οικοπεδικής αξιοποιήσεως αυτών λόγω της υποχρεώσεως για την τήρηση ελαχίστων αποστάσεων και δ) έχει ήδη καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα αυτών, έτσι ώστε δημιουργείται υποχρέωση του Δικαστηρίου να άρει το τεκμήριο ωφελείας. Οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφορικώς με τις αποστάσεις των απαλλοτριωθέντων ακινήτων από τον αυτοκινητόδρομο και την απόσταση αυτών από το υφιστάμενο εθνικό οδικό δίκτυο, δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα για την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 598/2024, Α.Π. 53/2018, Α.Π. 318/2016) και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι αφορούν την πληρέστερη εκτίμηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού κατά την άποψη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά και ως αβάσιμες καθόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, τα απαλλοτριούμενα, μετά την απαλλοτρίωση, υφίστανται μείωση της αξίας τους. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 περ. α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνεται απορριπτέος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Μετά από αυτά, αφού η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως γίνει εν μέρει δεκτή, κατά παραδοχήν ως εν μέρει βασίμου του τρίτου αναιρετικού λόγου για τα αναφερόμενα ακίνητα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων, κατ' άρθρον 22 παρ. 2, εδάφιο β' του Ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται στην παρούσα αναιρετική δίκη (Α.Π. 1359/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 388/2018, Α.Π. 162/2016), κατά τα, ειδικότερα, αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 154/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή