Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 16 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 16/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "... FINANCE No. 1 PLC", που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "CITIBANK INTERNATIONAL PLC", 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής Δημόσιας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην "MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD") και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", 5) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) Αστικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΡΑΜΑΣ ΣΥΝ.ΠΕ.", που εδρεύει στη Δράμα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7) Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από την Διονυσία Νταϊφώτη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 7η εκπροσωπήθηκε από την Χρυσαυγή Γρηγοριάδου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3η, 4η, 5η και 6ος δεν παραστάθηκαν.
Της προσθέτως, υπέρ της "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", παρεμβαίνουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" (πρώην "ALTERNATIVE FINANCIAL SOLUTIONS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ενεργούσας ως μη δικαιούχου και μη υπόχρεου διαδίκου, διαχειρίστριας και πληρεξούσιας των απαιτήσεων των οποίων δικαιούχος τυγχάνει η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "PHOENIX SNF DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", που εδρεύει στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμ. καταθ. 42/2016 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα στο ακροατήριο κύρια παρέμβαση της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-3-2021 αίτησή του.
Με την υπ' αριθμό 303/2024 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 1η και 7η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου: α) η από 22-3-2021 (αριθμ. καταθ. 1/7-4-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1/2020 του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας β) η με ιδιαίτερο δικόγραφο από 25-8-2022 (αριθμ. καταθ. 45/26-8-2022) αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π 2. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος, δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 754/2025, ΑΠ 1104/2024, ΑΠ 701/2023, ΑΠ 32/2023).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 576 παρ. 1 - 3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν, δηλαδή, δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία οπότε, κατά την παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ( ΑΠ 199/2025, ΑΠ 598/2024). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 220/2025, ΑΠ 770/2024, ΑΠ 536/2020).
Εξάλλου, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 1476/2025, ΑΠ 361/2024, Α.Π.1080/2023, Α.Π.1578/2021). Από, δε, τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 1476/2025, ΑΠ 361/2024, ΑΠ1170/2021, ΑΠ 1305/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 15-11-2024 υπ' αριθμ. 303/2024 πράξη της Προέδρου του παρόντος Δ' Τμήματος του Αρείου, φέρεται προς επανασυζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-4-2025), η από 22-3-2021 (αριθμ. καταθ. 1/7-4-2021) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1/2020 του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων") κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αναίρεσης εκ μέρους της εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Χριστίνας-Ζαφειρίας Γαβριηλίδου, λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της ...-2022.
Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτει ότι κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης στις ...-2022 η τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη αναιρεσίβλητες, όπως και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα, υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, Επίσης, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (4-4-2025) επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, η οποία αποτελεί, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση, ο αναιρεσείων, όπως και οι αυτές ως άνω αναιρεσίβλητες ήτοι η τρίτη, τέταρτη πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων, όπως και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα, υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά τη εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η πρώτη και έβδομη των αναιρεσίβλητων παραστάθηκαν τόσο κατά την αρχική όσο και κατά την επαναλαμβανόμενη παρούσα συζήτηση. Τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά την αρχική δικάσιμο της ...-2022, που ορίστηκε με την πράξη της Προέδρου του Δ Πολιτικού Τμήματος, επέσπευσε ο αναιρεσείων, ο οποίος επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις τρίτη, τέταρτη, πέμπτη και έκτη των αναιρεσίβλητων ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με την πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου και με κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. ..., ..., ...-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών και την υπ' αριθμ. ...-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Δράμας Κ. Χ., αντίστοιχα. Επομένως, οι τελευταίες, που δεν παραστάθηκαν στη δικάσιμο της ...-2022 είχαν κληθεί νόμιμα.
Περαιτέρω, ακριβή αντίγραφα της υπ' αριθμ. 303/15-11-2024 Πράξης της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-4-2025) επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα α) στην πληρεξούσια δικηγόρο της δεύτερης αναιρεσίβλητης Αγγελικής Γιαννακούρου, η οποία είχε παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της ...-2022, όπως προκύπτει από το από 31.1.2025 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου, Δ. Β. και πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, να θεωρηθεί ως κατ' αντιμωλία δικαζόμενη, αφού η παρούσα συζήτηση είναι συνέχεια της αρχικής, στην οποία είχε παραστεί, β) στην τρίτη, τέταρτη, πέμπτη αναιρεσίβλητες, όπως και στην αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα, υπέρ της τρίτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" όπως προκύπτει από τα από 28 και τρία (3) από ...-2025 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου, Ε. Π. και γ) στην έκτη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από το από ...-2024 αποδεικτικό επίδοσης της Επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας Σ. Θ. Συνακόλουθα, εφόσον οι απολειπόμενες αναιρεσίβλητες και η αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα, που δεν παραστάθηκαν τόσο στην αρχική δικάσιμο (...-2025), όσο και στην παρούσα δικάσιμο (4-4-2025), κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τις ως άνω δικασίμους, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
3. Με την κρινόμενη από 22-3-2021 (αριθμ. καταθ. 1/7-4-2021) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1/3-1-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 79/2025, ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024).
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 4. Από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Ο ήδη αναιρεσείων με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας από 31-12-2015 (αρ. καταθ. 42/2016) αίτησή του κατά της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης , πέμπτης και έκτου των αναιρεσίβλητων και κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, ρύθμιση των χρεών του με την υπαγωγή του στη διαδικασία του ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση της περιγραφόμενης στην αίτηση κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε. Το Ειρηνοδικείο Δράμας με την υπ'αριθμ. 194/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αίτηση με την κύρια παρέμβαση που άσκησε η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ως ειδική διάδοχος, κατ'άρθρο 10 παρ. 8 ν. 3156/2003, του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", ερήμην της δεύτερης και πέμπτης των νυν αναιρεσίβλητων και με παρόντες τους λοιπούς διαδίκους, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία του. Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη με την από 27-06-2018 (αριθμ. κατ. 46/2018) έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1/2020 απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην της δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των εφεσίβλητων και ήδη δεύτερης, τρίτης και πέμπτης των αναιρεσίβλητων, δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, απέρριψε την αίτηση ως ουσιαστικά αβάσιμη.
5. Περαιτέρω, στην ερευνώμενη υπόθεση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι στην προκείμενη μεταξύ των κυρίων διαδίκων δίκη, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS AEΔΑΔΠ" κατέθεσε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου με ιδιαίτερο δικόγραφο (αριθμ. καταθ. 45/26-8-2022) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση (υπέρ της τέταρτης αναιρεσίβλητης), για την οποία η προεδρεύουσα του Δ Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο για την εκδίκαση αυτής την ...-2022 και προθεσμία για την κοινοποίηση αυτής εξήντα ημέρες πριν την δικάσιμο. Όμως, από τα ίδια έγγραφα στοιχεία αφενός μεν δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο τούτο επιδόθηκε τόσο στην αναιρεσείουσα όσο και στους αναιρεσίβλητους και αφετέρου ότι η καταθέσασα το δικόγραφο της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (όπως ήδη αναφέρθηκε) δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα τόσο στην αρχική δικάσιμο της ...-2022 όσο και κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (4-4-2025) επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση. Επομένως, η παρέμβαση αυτή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ΑΠ 728/2025, ΑΠ 555/2019, ΑΠ 545/2009) και γι`αυτό πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
6.α. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι " φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής''. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγεί από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών. Έτσι, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει, δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 604/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή. Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη, κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ. Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του. Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από τη διατύπωση της παρ. 1 εδ. α του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσον και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας. Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου. Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως, επίσης, και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου. (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1325/2023,ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1329/2024,ΑΠ 1338/2023,548/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1497/2022, ΑΠ 59/2021). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1508/2022).
Εξάλλου, σύμφωνα, με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά, η κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ένσταση πιστώτριας Τράπεζας, ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων, που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 82/2025, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 247/2024, ΑΠ 1228/2023, ΑΠ 1163/2023, ΑΠ 987/2023, ΑΠ 608/2023, ΑΠ 758/2020).
Περαιτέρω, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017).
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όταν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Επομένως, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, όπου ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, η προβολή της ένστασης από έναν πιστωτή ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων προς αυτόν χρηματικών του οφειλών από δόλο, εφόσον κριθεί βάσιμη, επάγεται την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της αίτησης του οφειλέτη, όχι μόνο έναντι του πιστωτή, που πρότεινε τη ένσταση αυτή, αλλά και έναντι των λοιπών πιστωτών, οι οποίοι δεν πρότειναν το σχετικό ισχυρισμό, ή δεν τον πρότειναν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, καθόσον η πορεία της δίκης πρέπει να είναι ενιαία για όλους τους πιστωτές και δεν νοείται διάσπασή της. Επίσης, ενόψει της, κατά τα προεκτιθέμενα, σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας, που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομόδικου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ένας πιστωτής να προβάλει το σχετικό περί δόλου ισχυρισμό και άλλος πιστωτής να τον αποδείξει, όπως επίσης είναι δυνατό ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος, με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή (ΑΠ 247/2024, ΑΠ 595/2023, ΑΠ 1486/2022). β. Ακολούθως, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Έτσι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης είναι περιοριστική, και συνεπώς, δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναίρεσης κατά των ως άνω αποφάσεων.
Εξάλλου, με τον λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται και αυτή με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (προκειμένου δε, για απόφαση ειρηνοδικείου, ως παραβίαση από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ) ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 475/2023, ΑΠ 941/2022, ΑΠ 1239/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1071/2024, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1713/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 550/2020).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, δε, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ή, αναλόγως, του άρθρου 560 αρ. 6 του ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ή αναλόγως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 137/2025, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 610/2023,ΑΠ 3/2021,ΑΠ 552/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 916/2024, ΑΠ 69/2022, ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/ 2017). Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1124/2025, ΑΠ 259/2025,ΑΠ 1316/2024,ΑΠ 916/2024, ΑΠ 426/2021). Τέλος, με την εφαρμοζόμενη στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, διάταξη του άρθρου 765 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: "Κατά τη δίκη στο εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος, που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή νέων πραγματικών ισχυρισμών και κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στη κατ` έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα (ΑΠ 646/2025, ΑΠ 263/2025, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 550/2019). Ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί δεν νοούνται μόνο οι οψιγενείς ή οι άλλοι προνομιακοί ισχυρισμοί του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, αλλά και όσοι στηρίζονται σε περιστατικά που ήδη είχαν λάβει χώρα κατά το χρόνο της πρωτοβάθμιας δίκης, χωρίς να προταθούν εγκαίρως από το διάδικο, καθώς και όσοι ισχυρισμοί προτάθηκαν μεν πρωτοδίκως, αλλά κατά τρόπο αόριστο ή απαράδεκτο (ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1486/2022).
7. Στην ερευνώμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας, που δίκασε ως Εφετείο, με την πληττόμενη, υπ' αριθμ.1/2020 απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος: "...Ο αιτών γεννηθείς στις ...-1958 έχει τελέσει β' γάμο με την Σ. Π. γεννηθείσα στις ...-1963 με την οποία έχει αποκτήσει δύο τέκνα, τα οποία σήμερα είναι ενήλικα. Ο αιτών έχει αποκτήσει ακόμη ένα ενήλικο τέκνο από προηγούμενο γάμο και η νυν σύζυγός του έχει και αυτή ακόμη δύο τέκνα όλα ενήλικα. Ο αιτών συνέδραμε οικονομικά κατά την κατάθεση της αίτησής του, περίπου με το ποσό των 350€/μηνιαίως την μικρότερή του θυγατέρα Α. ηλικίας τότε 19 ετών, που ήταν φοιτήτρια στην Πρέβεζα στη σχολή του Εμπορικού Ναυτικού. Ο αιτών διαμένει με την σύζυγό του σε ισόγεια κατοικία στο Κεφαλάρι Ν.Δράμας, ιδιοκτησίας του ίδιου και της συζύγου του σε ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος. Ο αιτών ήταν αστυνομικός και από το 2008 είναι πλέον συνταξιούχος. Το μόνο εισόδημά του ήταν και είναι μέχρι και σήμερα η σύνταξή του και αναλυτικά : τα καθαρά μηνιαία εισοδήματά του κατά το φορολογικό έτος 2004 ανερχόταν στο ποσό των 1764,11 €, κατά το 2008 στο ποσό των 1428,69€, κατά το 2009 στο ποσό των 2.169,71 €, κατά το 2010 στο ποσό των 2.145,09€, κατά το 2011 στο ποσό των 1950,24€, κατά το 2012 στο ποσό των 1636,48€, κατά το 2013 στο ποσό των 1406,76€, κατά το 2014 στο ποσό των 1529,72€, κατά το 2015 στο ποσό των 1483,47€ και το 2016 στο ποσό των 1468,43€. Το 2008 έλαβε εφάπαξ το ποσό των 35.000€. Η σύζυγός του εργάστηκε σε βιοτεχνία κατά το έτος 1992 και από το_2010 έως το 2015 ασχολήθηκε με αγροτικές εργασίες με καθαρά μηνιαία εισοδήματα το έτος 2010 ύψους 267,65€, το έτος 2011 ύψους 240,31 €, το έτος 2012 ύψους 69,48€, το έτος 2013 ύψους 160,18€, το έτος 2014 ύψους 109,41€ και το 2015 ύψους 574,88€. Η οικονομική συνδρομή της συζύγου του αιτούντος στο οικογενειακό εισόδημα-πέραν της φροντίδας του νοικοκυριού τους- διήρκησε για περιορισμένο χρονικό διάστημα και απέφερε χαμηλά έως μέτρια εισοδήματα. Ο αιτών δημιούργησε τις παρακάτω οφειλές από την λήψη 9 τραπεζικών προϊόντων Α) από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ύψους 4.394,89€ , Β) από την Τράπεζα Eurobank Ergasias ύψους 10.019,31 , Γ) από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ύψους 3.737,11€ , Δ) από την Τράπεζα Πειραιώς , i) ύψους 31.772,98€ , ii) ύψους 20.863,07€ και iii) ύψους 868,41€ , Ε) από την ALPHA Bank i) ύψους 2.498,61 € και ii) ύψους 21.170,62€ , ΣΤ) από τη Συνεταιριστική Τράπεζα Δράμας οφειλή ύψους 5.793,44€.
Συνολικά λοιπόν δημιούργησε οφειλές ύψους 101.118,38€. Η μείωση του εισοδήματος του συγκριτικά από το έτος 2010 κατά το οποίο είχε το μεγαλύτερο μηνιαίο καθαρό εισόδημα σε σχέση με το 2015 κατά το οποίο ισχυρίζεται μεγάλη μείωση του εισοδήματος έφτασε περίπου στο ποσό των 660€/μηνιαίως. Η μείωση αυτή όμως εξισορροπήθηκε από το τότε μηνιαίο εισόδημα της συζύγου του το οποίο ανερχόταν κατά το 2015 στο ποσό των 574,88€, και κατά το έτος 2010 το εισόδημά της ανερχόταν στο ποσό των 267,65€. Επίσης σημαντικό έσοδο στο οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος ήταν και η λήψη του εφάπαξ το 2008 το οποίο ανερχόταν περίπου στο ποσό των 35.000€ και συμπλήρωσε το οικογενειακό εισόδημα. Η μείωση λοιπόν του οικογενειακού του εισοδήματος την οποία ο απών επικαλείται ως λόγο περιέλευσής του σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμής ήταν επουσιώδης και δεν οδήγησε στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του. Αντίθετα όπως ορθά ισχυρίζεται η εκκαλούσα η μόνιμη αυτή αδυναμία πληρωμής ήταν αποτέλεσμα του υπέρμετρου και αλλεπάλληλου δανεισμού του αιτούντος σε σχέση με τα εισοδήματά του και τα εισοδήματα της συζύγου του. Ο αιτών μολονότι δεν είχε την οικονομική δυνατότητα βάσει των εισοδημάτων του να αποπληρώσει τις δανειακές του υποχρεώσεις, αναλάμβανε συνεχώς νέες, χωρίς να έχει κάποιο οικονομικό προγραμματισμό για την αποπληρωμή τους. Δεν περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των οφειλών του από κάποιο έκτακτο λόγο για τον οποίο δεν είναι υπαίτιος-καθότι η μείωση των εισοδημάτων του ήταν επουσιώδης, όπως αναλύεται ανωτέρω, και αναμενόμενη δεδομένου ότι συνταξιοδοτήθηκε το 2008 και η σύζυγός του επέλεξε να μην εργαστεί με αποτέλεσμα να μειωθεί έτι περαιτέρω το οικογενειακό εισόδημα παρά τις οικονομικές του οφειλές. Ο ισχυρισμός ότι η σύζυγός δεν εργάστηκε για λόγους υγείας και αληθής ακόμη δεν αποδεικνύεται ότι προκαλούσαν σε αυτήν ανικανότητα προς εργασία. Επομένως από δική τους επιλογή, μείωσαν ακόμη περισσότερο το οικογενειακό εισόδημα. Ο αιτών μολονότι αδυνατούσε να ανταποκριθεί οικονομικά στην αποπληρωμή των αλλεπάλληλων δανείων του κατά την λήψη τους, συνέχισε να δανείζεται, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο μη αποπληρωμής τους, αφού με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς μπορούσε να το διαπιστώσει και δεν έλαβε κανένα μέτρο προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αυτό, είναι χαρακτηριστικό ότι η μάρτυρας αναφέρει ότι ακόμα και το ποσό που έλαβε ο απών εφάπαξ ύψους 35.000 χρησιμοποιήθηκε για επισκευή της κύριας κατοικίας τους, η οποία η αντικειμενική της αξία ανέρχεται περίπου στο ποσό αυτό. Η σημερινή δυσμενής θέση στην οποία έχει περιέλθει ο απών οφείλεται σε συνειδητές επιλογές του. Το εύρος του συνεχούς δανεισμού τους εκτάθηκε πολύ πέραν των οικονομικών δυνάμεών του και της συζύγου του σε σημείο που δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει αυτοδυνάμως τα αναληφθέντα χρέη. Ο αιτών, δανείστηκε υπέρμετρα, (αδικαιολόγητα με πολλά καταναλωτικά δάνεια) γνωρίζοντας, όμως ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής θέσης του ίδιου ή της οικογένειάς του έτσι ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη του.
Κατ' ακολουθίαν, ο αιτών δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή με τον αλόγιστο δανεισμό του (καταναλωτικά δάνεια), μολονότι γνώριζε ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει και σε κάθε περίπτωση προχωρούσε στην λήψη των δανείων, αποδεχόμενος ως το ενδεχόμενο μη αποπληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες. Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε την αδυναμία πληρωμής των χρεών του ως ενδεχόμενο και το αποδέχθηκε. Δηλαδή γνώριζε ότι η αδυναμία πληρωμής των χρεών του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα και κρίνεται ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί, γεγονός που ερμηνεύεται ως αποδοχή του. Με βάση τα παραπάνω, ο αιτών δεν δικαιούνται να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις του Ν. 3869/2010, γενομένου δεκτού ως ουσία βάσιμου του ισχυρισμού της εκκαλούσας ότι ο αιτών περιήλθε σε καθεστώς γενικής και μόνιμης αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του, από | ενδεχόμενο δόλο που υπήρχε ακόμη και κατά την λήψη των δανείων, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της αίτησης του αιτούντο....." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως νόμω και ουσία βάσιμη την ένσταση περί δόλου του αιτούντα-αναιρεσείοντα και περαιτέρω δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Δράμας, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αίτησή του και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης, την διακράτηση της υπόθεσης και την εκδίκαση αυτής κατ' ουσίαν, απέρριψε την αίτηση ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. 8. Ήδη, με τον πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων -αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ.α και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, α) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής του σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τους πιστωτές, την οποία πρότεινε με λόγο έφεσης η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη, β) παραβίασε εκ πλαγίου την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 330 ΑΚ και 27 παρ. 1 ΠΚ, καθώς με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσής του σε αδυναμία πληρωμών με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010 και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Η αιτίαση η αφορώσα το ορισμένο της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντα και ήδη αναιρεσείοντα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του είναι απορριπτέα, προεχόντως ως απαράδεκτη, αφού δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, ότι ο σχετικός, θεμελιωτικός αυτής, ισχυρισμός περί αοριστίας της ένστασης προβλήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, αν και μπορούσε να προβληθεί, ενώ επιπρόσθετα, η εν λόγω αιτίαση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθώς από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση α) της από 27-6-2018 έφεσης της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι η τελευταία πρόβαλε παραδεκτά ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος δικαστηρίου, ως λόγο έφεσης τον ισχυρισμό (ένσταση), περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντα σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Ειδικότερα, με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, επικαλέστηκε, την ένσταση που είχε προβάλει με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι ότι : "...ο αιτών ενώ είχε ως μοναδικό εισόδημα το μισθό-σύνταξή του και το ελάχιστο εισόδημα της συζύγου του, προέβη σε κατάρτιση συμβάσεων καταναλωτικής και στεγαστικής πίστης με πιστωτικά ιδρύματα την στιγμή που τα έσοδά του σε καμία περίπτωση δεν δύνανται να υποστηρίξουν την ομαλή εξόφληση των δανείων που ο ίδιος ανέλαβε όταν αυτά ανέρχονται στο ποσό των 150.000 ευρώ... προχώρησε σε υπέρμετρο και αλλεπάλληλο δανεισμό σε σχέση με τα εισοδήματά του, αποδεχόμενος την πιθανότητα να μην μπορέσει να αποπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του, χωρίς ο δανεισμός αυτός να δικαιολογείται από την υποχρέωση ικανοποίησης κάποιας σοβαρής βιοτικής ανάγκης", β) των προτάσεων της τέταρτης, έκτου και έβδομης των ήδη αναιρεσίβλητων προκύπτει ότι το μεν έκτο των ήδη αναιρεσίβλητων επανέφερε την ένσταση που είχε προβάλει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η δε τέταρτη και έβδομη των ήδη αναιρεσίβλήτων πρόβαλαν το πρώτον ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την ένσταση δόλου κατά τρόπο επαρκώς σαφή και ορισμένο, γιατί περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία περιστατικά, κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ, που πληρούν το πραγματικό των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και 330 ΑΚ και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν νομικά την εν λόγω ένσταση.
Πιο συγκεκριμένα, οι ως άνω στις προαναφερόμενες προτάσεις τους, όπως αυτές νόμιμα, σύμφωνα και με την οικεία νομική σκέψη που προηγήθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται και λαμβάνονται υπόψη συνδυαστικά μεταξύ τους [καθόσον λόγω της σχέσης της αναγκαστικής ομοδικίας που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντα - οφειλέτη και εφόσον οι πράξεις καθενός αναγκαίου ομοδίκου ωφελούν και τους άλλους, είναι δυνατόν ο κατά τρόπο αόριστο προβληθείς από έναν πιστωτή ισχυρισμός περί δόλου, να συμπληρώνεται και να καθίσταται ορισμένος με το περιεχόμενο του σχετικού ισχυρισμού, που προτείνεται από άλλον πιστωτή] μνημονεύουν με επάρκεια και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά για τη θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού περί δόλου. Ειδικότερα αναφέρουν, ότι ο αιτών συμφώνησε, με τους καθ'ών η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητους τραπεζικά προϊόντα (καταναλωτικά δάνεια, στεγαστικά δάνεια κλπ) 150.000 ευρώ και ότι με βάση τα οικονομικά δεδομένα του και ειδικότερα την έλλειψη άλλων περιουσιακών στοιχείων και τις οικονομικές του δυνατότητες τις προερχόμενες από το μηνιαίο μισθό του, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, γνώριζε εξαρχής, ή σε κάθε περίπτωση προέβλεπε ότι δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει στις δανειακές υποχρεώσεις που ανέλαβε και ότι ο υπερδανεισμός του θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό. Δεν ήταν δε ανάγκη, για τη πληρότητα της ένστασης, να γίνεται αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα ούτε του χρόνου και του ύψους κάθε μίας από αυτές (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 609/2023, ΑΠ 539/2022). Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι δεδομένου ότι δεν προσκομίζονται οι προτάσεις των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) η ένσταση ενδεχόμενου δόλου προβλήθηκε παραδεκτά κατά τα ως άνω ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, δικαστηρίου κατ` άρθρο. 765 του ΚΠολΔ, διότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ` έφεση δίκης (ΑΠ 263/2025, ΑΠ 550/2019, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 769/2015).
Τέλος σημειώνεται ότι η αξίωση πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του αιτούντα - πρώτου αναιρεσίβλητου κατά την ανάληψη των χρεών του, όπως είναι η αναφορά συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων αυτού με στόχο την απόκρυψη της πραγματικής οικονομικής του κατάστασης και της πρόθεσής του να μην αποπληρώσει τα δάνεια, ή η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να προβούν στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής του ικανότητας, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της εν λόγω ένστασης περί δόλου.
Συνεπώς, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ως άνω ένσταση από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα - αναιρεσείοντα σε αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, η οποία προβλήθηκε πρωτοδίκως και παραδεκτά επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη, είναι επαρκώς σαφής και ορισμένη, γιατί περιέχει τα αναγκαία, κατ' άρθρο 262 Κ.Πολ.Δ. περιστατικά που πληρούν το πραγματικό της αναφερόμενης στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 330 Α.Κ. και τα οποία αρκούν, κατά τις διατάξεις αυτές, για να θεμελιώσουν τον εν λόγω ισχυρισμό περί δόλου.
Συνακόλουθα, κρίνοντας, το Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας που δίκασε ως Εφετείο, ορισμένη και νόμιμη την προβληθείσα ένσταση περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντα και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των δανειακών του υποχρεώσεων, δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία τις ως άνω διατάξεις, απαιτώντας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι ως άνω διατάξεις.
Περαιτέρω, όμως, με τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το δικάσαν δικαστήριο αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της χωρίς δόλο περιέλευσης του αιτούντα -αναιρεσείοντα σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών των χρεών του, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτό, την απόφασή του από νόμιμη βάση. Και τούτο διότι μόνη η παραδοχή περί σύναψης εννέα τραπεζικών προϊόντων τα οποία, αθροιζόμενα, ανέρχονται σε εννέα και των οποίων το συνολικό ύψος ανέρχεται στο ποσό των 101.118,38 ευρώ, χωρίς να προσδιορίζονται οι χρόνοι σύναψης των δανείων, το αρχικό ύψος αυτών, όπως και τα καθαρά μηνιαία εισοδήματα αυτού και της συζύγου του κατά τους χρόνους αυτούς, αλλά και η συνολική μηνιαία δόση, η απαιτούμενη για την εξυπηρέτηση τους, καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο, προκειμένου να διακριβωθεί από την αντιπαραβολή των μηνιαίων εισοδημάτων με το ύψος των οφειλών και των βιοτικών αναγκών του ήδη αναιρεσείοντα - αιτούντα την υπαγωγή του στην διαδικασία του ν. 3869/2010, αν ο τελευταίος πίστευε και με βάση ποια στοιχεία, ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει και ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση υπερδανεισμού του, ή αν επέλεξε τον υπερδανεισμό του, αποδεχόμενος το ενδεχόμενο της μελλοντικής μη αποπληρωμής των χρεών του. Επομένως, ο πρώτος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρ. 560 του ΚΠολΔ και τρίτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
9. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων λόγων της, ενώ παρέλκει η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια των ως άνω λόγων, που έγιναν δεκτοί, καθιστούν αλυσιτελή την εξέτασή τους, πέραν του ότι κατά το τμήμα τους το αποδίδον στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 10, 11, και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
10. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στον καταθέσαντα αναιρεσείοντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, δεν περιλαμβάνεται διάταξη δικαστικής δαπάνης, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου, δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία, "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με ιδιαίτερο δικόγραφο (αριθμ. καταθ. 45/26-8-2022) αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" και διακριτικό τίτλο "INTRUM HELLAS Α.Ε.Α.Α.Δ.Π
Αναιρεί την υπ'αριθμ. 1/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (εκουσία δικαιοδοσία), που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ