Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 21 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 21/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CROWN HELLAS CAN-ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Νικολόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-10-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν η 189/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 489/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2024 αίτησή της και τους από 28-1-2025 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την υπό κρίση από 20.3.2024 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/21.3.2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 489/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, επί της από 3.3.2021 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 29/3.3.2021) έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθ. 189/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, και με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 3.10.2019 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 332/ΠΔ332/4.10.2019) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείσουσας ανώνυμης εταιρείας. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 21.3.2024 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16.12.2022, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, με το από 28.1.2025 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/29-1-2025) αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του ν. 4842/2021 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4912/2022, ισχύει δε από 1.1.2022 (βλ. την υπ' αριθ. ....2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου Γ. Β., που προσκομίζει η αναιρεσείουσα), η τελευταία άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
2. H επιχειρησιακή συνήθεια, δηλ. η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στο χώρο της επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί να αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζόμενους τη χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζόμενους παρέχει τη βάση συμβατικής δέσμευσης (άρθρο 361 ΑΚ) και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζόμενους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση (ΑΠ 768/2024, 1566/2021, 1449/2019, 1245/2019, 1402/2017, 48/2015). Οι παροχές αυτές, ακόμη και αν καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν το χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή αν με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα (άρθρο 361 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή, από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών και κατά συνέπεια η από τον εργοδότη, κατ' ενάσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 Ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζόμενου ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής. Επομένως και κατ' αντίθεση, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά) από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο τελευταίος δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 768/2024, 1566/2021, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 1245/2019). Οι οικειοθελείς παροχές δυνατόν να αφορούν και στην καταβολή ποσού αποζημίωσης, κατά την αποχώρηση του μισθωτού, μεγαλύτερου του νομίμου (ΟλΑΠ 26/1992, ΑΠ 681/2025, 768/2024, 1245/2019).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955, όπως το εδάφιο αυτό, το οποίο είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ/τος 3789/1957, ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976 και αφορά στην αποχώρηση ή απόλυση υπό συνθήκες συνταξιοδότησης, προβλέποντας μειωμένη αποζημίωση απόλυσης, "Μισθωτοί εν γένει υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν μεν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν' αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν είτε ν' απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τα περιπτώσεις ταύτας οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου. Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην εις τους αποχωρούντας ή απομακρυνομένους μισθωτούς αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά πάντα τα οριζόμενα υπό των άρθρων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955 ως και των διατάξεων του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων" ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, και του Β. Δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920 "περί επεκτάσεως του Ν. 2112 "περί καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας των ιδιωτικών υπαλλήλων" και επί των εργατών, τεχνιτών και υπηρετών, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Τέλος, με το άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.12 του ν. 4093/2012 ("Μεσοπρόθεσμο 2013 - 2016: Συντάξεις, Αποδοχές, Εργατικά, Αποκρατ/σεις, Φάρμακα, Καύσιμα κλπ."), ορίζονται τα εξής: Με την παρ. 2 ότι: "2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: "3.1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής: .....16 έτη συμπλ. και άνω 12 μηνών. Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α' 98) εξακολουθεί να ισχύει", ενώ με την παρ. 3, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 34 του Ν. 4111/2013, ότι: "Για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών, καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης, οποτεδήποτε και αν απολυθούν κατά την εξής αναλογία: Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση .... για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω 12 μηνών αποζημίωση. Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: i) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσής του, και ii) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το πόσο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955", η οποία παράγραφος 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 "Περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας κλπ.", ορίζει ότι "Ο υπολογισμός της αποζημιώσεως γίνεται βάσει των τακτικών αποδοχών του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως. Κατά τον υπολογισμόν τούτον προκειμένου περί υπαλλήλου, αι μηνιαίαι αυτού αποδοχαί δεν λαμβάνονται υπ' όψει, καθ' ο ποσόν υπερβαίνουν το οκταπλάσιον του ημερομισθίου του ανειδικεύτου εργάτου, πολλαπλασιαζόμενον επί τον αριθμόν τριάκοντα (30)".
Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν. 3239/ 1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας", σε συνδυασμό με το άρθρο 680 AK, και επανέλαβε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990 "για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις", οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ΣΣΕ). Και τούτο, διότι οι κανονιστικοί όροι μιας ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας, έτσι ώστε με τις ατομικές συμβάσεις να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται, όμως, η βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 681/2025, 768/2024, 26/2007).
Στην περίπτωση αυτή, η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων. Εν τούτοις, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, κατά τον συσχετισμό μιας ΣΣΕ ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής σύμβασης ή γενικότερα κατά τον συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα. Με την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους, ως σύνολο, για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/2011). Ειδικά, όσον αφορά στη συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 681/2025, 768/2024, 557/2020, 226/2018). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 431/2025, 1246/2023, 19/2020, 319/2017, 1420/2013). Ακόμη, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022, 2267/2013).
Εξάλλου, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, ΑΠ 776/2024, 16/2023, 308/2020), όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1524/2025, 1284/2023, 786/2021) ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1524/2025, 786/2021), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Όταν δε το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρονται και όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός, που δεν λήφθηκε υπόψη, προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, εάν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 5/2005). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 577/2025, 336/2024, 954/2023, 1148/2022, 990/2022, 510/2022, 1383/2021, 713/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 776/2024, 954/2023, 990/2022, 1108/2020). Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 619/2022, 455/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ως άνω αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ιστορούσε τα ακόλουθα: Ότι στην εναγομένη εταιρεία, που διατηρεί βιομηχανία ειδών συσκευασίας, απασχολείτο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 10.8.1981, παρέχοντας τις υπηρεσίες του αρχικώς ως μηχανικός παραγωγής και στη συνέχεια, από το 1985, ως εργοδηγός DWI, οι δε όροι της αμοιβής και της εργασίας του καθορίζονταν από την ατομική σύμβαση εργασίας του σε συνδυασμό με τους όρους των εκάστοτε ΣΣΕ, αλλά και των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων που συνομολογούνταν μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του σωματείου των εργαζομένων της, του οποίου ήταν μέλος. Ότι στις 18.4.2019, οπότε οι κατά τον τελευταίο μήνα τακτικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν σε 4.059,48 ευρώ, η εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του λόγω συνταξιοδότησής του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3198/1055, δεδομένου ότι αυτός είχε συμπληρώσει όλες τις νόμιμες προϋποθέσεις, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι ως αποζημίωση απόλυσης του κατέβαλε το ποσό των 79.619,40 ευρώ, το οποίο όμως υπολείπεται του καταβλητέου, που ανέρχεται σε 113.665,44 ευρώ. Ότι, ειδικότερα, την υποχρέωση καταβολής του τελευταίου αυτού ποσού, ανερχόμενου σε ποσοστό 100% της αποζημίωσης καταγγελίας, είχε η εναγομένη βάσει των οικείων διατάξεων των Ν. 2112/1920 και Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό με όσα περί μεγαλύτερης της νόμιμης/πρόσθετης αποζημίωσης προβλέφθηκαν ειδικώς για τους δικαιούμενους συνταξιοδότησης λόγω συμπλήρωσης του απαιτούμενου χρόνου και αποχωρούντες, κατόπιν τούτου, είτε οικειοθελώς είτε κατόπιν καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, αρχικώς στην από 9.1.2003 επιχειρησιακή ΣΣΕ και ακολούθως στην από 14.6.2014 όμοια, εξακολουθούσα να ισχύει ως προς τον οικείο όρο της, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των τότε εκπροσώπων της εναγομένης εταιρείας και του σωματείου των εργαζομένων της, σε κάθε δε περίπτωση, ήτοι ακόμη και αν η εν λόγω ΕΣΣΕ απώλεσε τον κανονιστικό της χαρακτήρα μετά την ισχύ του Ν. 4046/2012, βάσει επιχειρησιακής συνήθειας, που αποτέλεσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της εναγομένης, άρα και της δικής του, και δημιουργήθηκε λόγω της συνέχισης της γενικευμένης εφαρμογής της από την τελευταία επί μακρό χρονικό διάστημα σε όλο το προσωπικό που απολυόταν ή αποχωρούσε υπό συνθήκες συνταξιοδότησης, με αποτέλεσμα να καταστεί συμβατική υποχρέωση της εναγομένης. Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως οφειλόμενη διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 34.046,04 ευρώ, νομιμοτόκως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 189/2020 απόφασή του έκρινε ότι η συνολική αποζημίωση απόλυσης, που έπρεπε να καταβληθεί στον ενάγοντα και νυν αναιρεσίβλητο, ανέρχεται σε 80.832,72 ευρώ και, κάνοντας εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρέωσε την εναγομένη να του καταβάλει, ως οφειλόμενη διαφορά, το ποσό των 1.213,32 ευρώ, νομιμοτόκως. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 489/2022 απόφασή του, κρίνοντας επί της έφεσης που ασκήθηκε από τον ενάγοντα και νυν αναιρεσίβλητο, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Στις 10.08.1981, ο ενάγων προσελήφθη στην εναγόμενη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αρχικά με την ειδικότητα του μηχανικού παραγωγής και μετέπειτα, από το έτος 1985, ως εργοδηγός DWΙ, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του στις 18.04.2019. Ο ενάγων, κατά την αποχώρησή του από τις υπηρεσίες που προσέφερε στην εναγομένη, έλαβε από την τελευταία ως αποζημίωση απολύσεως το συνολικό ποσό των 79.619,40 ευρώ. Οι μικτές μηνιαίες αποδοχές, κατά τον χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ανέρχονταν στο ποσό των 4.059,48 ευρώ. Στην από 09.1.2003 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση και την από 14.06.2004 μεταγενέστερη όμοια, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης - εφεσίβλητης και του σωματείου των εργαζομένων της και η οποία δεν τροποποιήθηκε από μεταγενέστερη ΣΣΕ, και στον όρο Γ.3 οριζόταν "3. Σε περίπτωση που ο μισθωτός έχει συμπληρώσει το δικαίωμα συνταξιοδότησής του (σύμφωνα και με τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία ως προς τον χρόνο ασφαλίσεως), είτε αποχωρεί οικειοθελώς λόγω συνταξιοδοτήσεως, είτε καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του λόγω συμπληρώσεως του χρόνου συνταξιοδότησης, θα δικαιούται το 100% της αποζημίωσης καταγγελίας". Όπως αποδείχθηκε, η εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία επί μακρό χρονικό διάστημα σε όλο το προσωπικό, που απολυόταν ή αποχωρούσε με συνθήκες συνταξιοδότησης, διαμόρφωσε αντίστοιχη επιχειρησιακή συνήθεια, που πλέον αποτελούσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Επομένως, κατέστη συμβατική υποχρέωση της εναγομένης - εφεσίβλητης να καταβάλλει σε όσους απολύονται ή αποχωρούν σε συνθήκες συνταξιοδότησης το 100% της οφειλόμενης αποζημίωσης και όχι το 40% ή 50% αυτής, όπως ορίζει το άρθρο 8 εδ. β' ν. 3198/1955. Περαιτέρω, ο ενάγων και ήδη εκκαλών είχε συμπληρώσει στην εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία προϋπηρεσία που υπερέβαινε τα 17 έτη (συμπληρωμένη προϋπηρεσία στις 12.11.2012) και συνεπώς η αποχώρησή του από την εργασία του έγινε υπό συνθήκες πλήρους συνταξιοδότησης. Όσα δε αντίθετα ισχυρίζεται η εφεσίβλητη, όπως ότι ο εκκαλών δεν αποχώρησε από την εργασία με συνθήκες πλήρους συνταξιοδότησης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Κατόπιν τούτου, δεδομένου ότι επρόκειτο για απόλυση λόγω συνταξιοδότησης, η αποζημίωση, που έπρεπε να καταβληθεί στον ενάγοντα - εκκαλούντα, απαρτιζόταν από δύο μέρη: α) από ένα μέρος 12 μηνιαίων τακτικών αποδοχών, δηλ. 4.059,48 ευρώ (μηνιαίες αποδοχές) + 1/6 Χ 4.059,48 ευρώ = 4.059,48 + 676,58 ευρώ (οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές υπολογίζονται σε ετήσια βάση 14 μηνών) = 4.736,06 ευρώ Χ 12 μήνες = 56.832,72 ευρώ και β) από ένα δεύτερο μέρος άλλων 12 μηνιαίων τακτικών αποδοχών, δηλαδή ποσού 56.832,72 ευρώ.
Συνεπώς, υπήρχε συμβατική υποχρέωση της εναγομένης - εφεσίβλητης να καταβάλλει σε όσους απολύονται ή αποχωρούν με συνθήκες συνταξιοδότησης το 100% της οφειλόμενης αποζημίωσης και όχι το 40% ή το 50% αυτής, όπως ορίζει το άρθρο 8 εδ. β' Ν. 3198/1955, η αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί στον ενάγοντα - εκκαλούντα ήταν το συνολικό ποσό των 113.665,44 (56.832,72 + 56.832,72) ευρώ. Σημειώνεται ότι εν προκειμένω, για τον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης, θα ληφθούν υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα εργασίας του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, έστω και εάν αυτές υπερβαίνουν το όριο των 2.000 ευρώ μηνιαίως, καθόσον στη διάταξη του ν. 4093/2012 διατυπώνεται από το νομοθέτη εξαίρεση ως προς τους απολυθέντες ή αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση απολύσεως το συνολικό ποσό των 79.619,40 ευρώ και, ως εκ τούτου, πρέπει να υποχρεωθεί να του καταβάλει τη διαφορά αποζημίωσης, δηλαδή το ποσό των 34.046,04 (113.665,44 + 79.619,40) ευρώ. Το δε γεγονός ότι ο όρος της από 09.01.2003 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης και της από 14.06.2004 μεταγενέστερης όμοιας, περί καταβολής του 100% της αποζημίωσης (ο οποίος, όπως προεκτέθηκε, εν συνεχεία μετετράπη σε συμβατική υποχρέωση), κατισχύει, ως ευνοϊκότερος, των διατάξεων του άρθρου 8 εδ. β' Ν. 3198/1955 δεν τίθεται εν όλω εκποδών, αλλά μόνο κατά το μέρος που αυτές είναι λιγότερο ευνοϊκές σε σχέση με τα όσα έχουν συμφωνήσει τα μέρη.
Συνεπώς, οι διατάξεις του Ν. 3198/1955 συνεχίζουν να εφαρμόζονται κατά το σκέλος που αναφέρονται στον υπολογισμό της πρόσθετης αποζημίωσης με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα του ενάγοντος (....). Με βάση τα παραπάνω, η εκκαλούμενη απόφαση, κάνοντας εν μέρει δεκτή την επίδικη αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρεώνοντας την εναγόμενη - εφεσίβλητη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα - εκκαλούντα το ποσό των 1.213,32 ευρώ, καθόσον υπολογίζοντας την αποζημίωση απόλυσης με βάση την πρόσθετη μείωση που επιφέρει το "πλαφόν" των 2.000 ευρώ, έσφαλε...". Με αυτές τις παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 34.046,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 18.4.2019.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 8 εδ. β' του ν. 3198/1955, του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ, Υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012 και του όρου Γ3 της από 14.6.2004 Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., όπως αβασίμως ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εταιρεία. Ειδικότερα, το Εφετείο, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες δικαίου, δέχθηκε ότι εν προκειμένω, με βάση αρχικά την από 14.6.2004 επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε. (από το έτος 2004) και στη συνέχεια με βάση επιχειρησιακή συνήθεια, που πλέον αποτελούσε όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, από το έτος 2012 και εντεύθεν (μετά τη λήξη της ισχύος της από 14.6.2004 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας), καταβαλλόταν στους συνταξιοδοτούμενους εργαζόμενους της τελευταίας, το 100% της αποζημίωσης καταγγελίας και όχι η μειωμένη αποζημίωση (40% ή 50% κατά περίπτωση) που προβλέπει το άρθρο 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955.
Περαιτέρω, δέχθηκε ότι ως προς τις μηνιαίες αποδοχές, που λαμβάνονται υπόψη ως βάση για τον υπολογισμό της αποζημίωσης της συγκεκριμένης κατηγορίας εργαζόμενων, ήτοι των συνταξιοδοτούμενων, ισχύουν όσα αναφέρονται σχετικώς στις διατάξεις του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 5 παρ. 1 του ν. 3198/1995. Ήτοι, δέχθηκε ότι κατά τη ρητή πρόβλεψη της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 4093/2012, για τους συγκεκριμένους εργαζομένους - συνταξιοδοτούμενους, επειδή ακριβώς εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, που αφορά στους απολυθέντες ή αποχωρήσαντες λόγω συνταξιοδότησης, για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, χωρίς να ισχύει ως προς αυτούς το ανώτατο όριο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ και με μόνο περιορισμό αυτόν που ορίζεται στο άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955, ήτοι οι μηνιαίες αυτές αποδοχές να μην υπερβαίνουν, περίπτωση που εν προκειμένω δεν συντρέχει, το οκταπλάσιο του ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη πολλαπλασιαζόμενο επί τον αριθμό 30.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, αφού η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε αφενός μεν ότι εν προκειμένω, ειδικώς ως προς το ποσοστό της αποζημίωσης, ισχύει η ανωτέρω επιχειρησιακή συνήθεια να λαμβάνουν οι συνταξιοδοτούμενοι εργαζόμενοι της αναιρεσείουσας, όπως ο αναιρεσίβλητος, το 100% της αποζημίωσης και όχι τη μειωμένη που θα ελάμβαναν κατ' άρθρο 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955 και, συνεπώς, δεν ήταν εφαρμοστέα η τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 8 εδ. β' του Ν. 3198/1955), αφετέρου δε ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012, περί εφαρμογής του ανωτέρω ορίου των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, σε αντίθεση με όσα υποστήριζε η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, ουδέποτε είχε εφαρμογή ως προς τους εργαζόμενους που, όπως ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, αποχωρούσαν από την εργασία τους υπό συνθήκες πλήρους συνταξιοδότησης, αφού ως προς τους τελευταίους ισχύει η περιλαμβανόμενη στην ίδια παράγραφο του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ υποπαράγραφος ΙΑ.12 πρόβλεψη, που εξαιρεί ρητώς τους συγκεκριμένους εργαζόμενους (συνταξιοδοτούμενους) από το ανώτατο όριο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, ορίζοντας ότι ως προς αυτούς λαμβάνονται υπόψη, ως βάση για τον υπολογισμό του ύψους της οφειλόμενης σε αυτούς αποζημίωσης, οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη μόνο του δευτέρου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 680 ΑΚ και 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, από τις οποίες πηγάζουν οι αρχές της εύνοιας υπέρ των μισθωτών και της ενότητας των αποδοχών, εφαρμόζοντας ταυτόχρονα τις ευνοϊκές διατάξεις τόσο της επιχειρησιακής ΣΣΕ όσο και της παρ. 3 του άρθρου πρώτου παράγρ. ΙΑ, υποπαράγρ. ΙΑ.12 του ν. 4093/2012 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 εδ. β' του ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προέβη στην ταυτόχρονη εφαρμογή δύο ευνοϊκών ρυθμίσεων, προερχομένων από δύο διαφορετικές πηγές προσδιορισμού του ύψους της αποζημίωσης των αποχωρούντων λόγω συνταξιοδότησης από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία. Και τούτο, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα εφάρμοζε, κατά τον κρίσιμο χρόνο, επιχειρησιακή συνήθεια διαμορφωθείσα μετά τη λήξη της ισχύος των όρων της επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε., ήτοι όχι την επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., όπως ισχυρίζεται η τελευταία, και ότι βάσει αυτής ακριβώς της επιχειρησιακής συνήθειας καταβαλλόταν στους αποχωρούντες/απολυόμενους λόγω συνταξιοδότησης όχι η μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1995, αλλά το σύνολο της κατά νόμο προβλεπόμενης, δηλαδή το 100% αυτής. Ως προς δε τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές, που λαμβάνονται υπόψη ως βάση για τον υπολογισμό της αποζημίωσης και αποτελούν ξεχωριστό ζήτημα, ανεξάρτητο από την ως άνω επιχειρησιακή συνήθεια, δέχθηκε το Εφετείο ότι ουδέποτε ίσχυσε, σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατηγορία αποχωρούντων/απολυόμενων λόγω συνταξιοδότησης, στην οποία ανήκει ο αναιρεσίβλητος, η ως άνω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΑ, Υποπαράγραφος ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012 περί του ορίου των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, καθώς ο ν. 4093/2012, με την οικεία ως άνω διάταξή του, ρητώς εξαιρεί την ως άνω κατηγορία από το ανώτατο αυτό όριο (των 2.000 ευρώ). Με τον πρώτο πρόσθετο (επιγραφόμενο ως τρίτο) λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου (με ανεπαρκείς αιτιολογίες) παραβίαση των διατάξεων που φέρονται ως παραβιασθείσες και με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης, προβάλλοντας την αιτίαση ότι δεν περιλαμβάνονται στις αιτιολογίες της πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει επακριβώς το περιεχόμενο της διαμορφωθείσας επιχειρησιακής συνήθειας και επιπροσθέτως να προκύπτει ότι, σύμφωνα με αυτήν, σε περιπτώσεις όμοιες με εκείνη του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή σε περιπτώσεις συγκεκριμένων συναδέλφων του, στο πρόσωπο των οποίων συνέτρεχαν οι ίδιες συνθήκες λύσης της σύμβασης εργασίας τους, η αναιρεσείουσα κατέβαλε αποζημίωση χωρίς εφαρμογή του ορίου των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.12 παρ. 3 στοιχ. ii του ν. 4093/2012, αλλά λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών των αποχωρούντων ή απολυομένων για τον υπολογισμό της αποζημίωσής τους, καθώς και ότι η αποζημίωση αυτή ήταν υψηλότερη για τους αποχωρούντες ή απολυόμενους από εκείνη που θα προέκυπτε, εάν εφαρμόζονταν οι διατάξεις του άρθρου 8 εδ. β' του ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί σε σχέση με τον πρώτο κύριο λόγο αναίρεσης.
Με τον δεύτερο πρόσθετο (επιγραφόμενο ως τέταρτο) λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1, 8 και 19, κατ' ορθή δε νομική υπαγωγή από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων που φέρονται ως παραβιασθείσες με αμφότερους τους κύριους λόγους αναίρεσης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως προς αμφότερα τα σκέλη του, κατά τις εξής διακρίσεις: Κατά το σκέλος του εκ του αριθμού 1 ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί σε σχέση με τους πρώτο και δεύτερο κύριους λόγους αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή αν οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς και ποιες επιπλέον έπρεπε να διαλαμβάνει στο σκεπτικό της ή αν είναι αντιφατικές και πού εντοπίζεται η αντίφαση.
Τέλος, με τον τρίτο πρόσθετο (επιγραφόμενο ως πέμπτο) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς και 1 και 8, αληθώς δε μόνο την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της, που αυτή είχε προβάλει πρωτοδίκως, αλλά και στον δεύτερο βαθμό και σύμφωνα με τον οποίο, εάν κατέβαλλε αποζημίωση, στις περιπτώσεις απόλυσης ή αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της το όριο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, θα παραβίαζε την αρχή της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, διότι, ενώ για όλους τους εργαζόμενους που απολύονταν κανονικά, έχοντας συμπληρώσει στην εταιρεία 17ετή υπηρεσία, θα λαμβανόταν υπόψη το όριο των 2.000 ευρώ, αντιθέτως στους έχοντες συμπληρώσει τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης δεν θα λαμβανόταν υπόψη το όριο αυτό και οι τελευταίοι θα ελάμβαναν αποζημίωση μεγαλύτερη από τους πρώτους, οι οποίοι έτσι θα αξίωναν με αγωγές τους το πλήρες ποσό αποζημίωσης με βάση την ως άνω αρχή. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, επιπροσθέτως δε, διότι είναι μη νόμιμος, αφού το όριο των 2.000 ευρώ, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, αναφέρεται μόνο στις περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις των εργαζομένων που απομακρύνονται ή αποχωρούν από την εργασία τους λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων προς λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος, για τις οποίες προβλέπουν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 8 εδ. β' του ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.12 παρ. 3 του ν. 4093/2012, ο αποκλεισμός της εφαρμογής των οποίων (ειδικών διατάξεων), δυνάμει της επικαλούμενης από την αναιρεσείουσα επιχειρησιακής συνήθειας, θα παραβίαζε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 20.3.2024 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/21.3.2024) αίτηση και τους από 28.1.2025 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 14/29-1-2025) πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 489/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Απορρίπτει την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ