Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 32 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 32/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Τ. του Φ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΤΕ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1020/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5443/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31-10-2024 (με αριθμό κατάθεσης 9497/958/2024) αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 31-10-2024, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5443/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών επί α) της από 23-4-2021 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος ΑΕ" και β) της από 10-9-2021 αντίθετης έφεσης του ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της με αριθμό 1020/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την οριστική αυτή απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, η από 20-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, θεμελιούμενη στη μεταξύ αυτής και της ήδη αναιρεσίβλητης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τα αιτήματα επιδίκασης διαφορών αποδοχών λόγω μη ένταξης στη μισθολογική βαθμίδα εξειδικευμένου προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, εξόδων κίνησης και παράστασης "Υπευθύνου Έργου" και επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας, και είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως βάσιμη κατ'ουσίαν, ως προς την αιτούμενη αμοιβή για υπερωριακή απασχόληση, κατά το εκεί αναφερόμενο χρηματικό ποσό. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω εφέσεις των διαδίκων, τις απέρριψε κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 3 του ν. 3522/2006 (ΦΕΚ Α' 276/22.12.2006), που ισχύει από 22.12.2006, ορίζεται ότι: "3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος εφαρμόζεται στο σύνολο του προσωπικού του Ο.Τ.Ε. Α.Ε. ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού της COSMOTE Α.Ε., ως ισχύει σήμερα...... Εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου: α) ...β) οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και όροι των επιχειρησιακών σ.σ.ε. που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς, εξαιρουμένων, για όσους πρόκειται να προσληφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, του χρονοεπιδόματος και όλων των λοιπών επιδομάτων και γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο.Τ.Ε. Α.Ε. ως Δόκιμο ή Μόνιμο. Ο Εσωτερικός Κανονισμός Προσωπικού των προηγούμενων εδαφίων τροποποιείται περαιτέρω εν όλω ή εν μέρει, με επιχειρησιακή σ.σ.ε. σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 5 και 6 του ν.1876/1990 (ΦΕΚ 27'Α)". Η διατύπωση του νομοθέτη (άρθρο 38 παρ. 3 ν. 3522/2006): "εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την έναρξη του παρόντος άρθρου: α) ....β) οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και όροι των επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε., που αφορούν στο μισθολογικό καθεστώς, εξαιρουμένων, για όσους πρόκειται να προσληφθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, του χρονοεπιδόματος και όλων των λοιπών επιδομάτων, γ) τα άρθρα 5, 7, 12, 13, 14, 16, 17, 18, 42, 46, 47 του καταργούμενου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού Ο.Τ.Ε., μόνο για το προσωπικό που μέχρι την 14η Ιουλίου 2005 υπηρετούσε στον Ο.Τ.Ε. Α.Ε. ως Δόκιμο ή Μόνιμο", δεν υπονοεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν, υπό τον συλλογικό συμβατικό χαρακτήρα τους (ως όροι δηλαδή συλλογικής σύμβασης εργασίας) οι όροι των υφιστάμενων επιχειρησιακών Σ.Σ.Ε. και οι αναφερόμενοι όροι του καταργηθέντος Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε., αλλά ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται το περιεχόμενό τους στις κατηγορίες που προβλέπει ο νόμος, ενσωματωμένο ως "υλικό" στη νέα κανονιστική κατασκευή του νομοθέτη. Σημειώνεται ότι για να έχει χαρακτήρα συλλογικής σύμβασης εργασίας ο νέος Γ.Κ.Π./Ο.Τ.Ε., θα έπρεπε να αποτελεί προϊόν συλλογικών διαπραγματεύσεων, αποτυπωμένο σε Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε., που, όμως, δεν επιτεύχθηκε και γι' αυτό, κατά τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3429/2005, η διαμόρφωση του εν λόγω Κανονισμού ανατέθηκε στον νομοθέτη, γεγονός που έγινε με τις ρυθμίσεις του άρθρου 38 παρ. 3 του Ν. 3522/2006 (ΑΠ 675/2023, ΑΠ 782/2021). Υπό το προϊσχύσαν δε του ν. 1876/1990, με βάση το ν. 3239/1955, νομοθετικό καθεστώς δεν υφίστατο γενική πρόβλεψη περί επιχειρησιακών ΣΣΕ. Αντ' αυτών προβλέπονταν οι λεγόμενες "ειδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας", οι οποίες αφορούσαν στους μισθωτούς μιας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, που δεν υπάγονταν σε εθνική ομοιοεπαγγελματική σύμβαση εργασίας. Εφόσον αυτές αφορούσαν στο προσωπικό επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφέλειας (ΟΤΕ, ΔΕΗ κλπ), μπορούσαν να συνάπτονται από τον μεμονωμένο εργοδότη και το αντίστοιχο επιχειρησιακό σωματείο. Στη συγκεκριμένη δε αυτή περίπτωση οι ειδικές ΣΣΕ του παρελθόντος, προσομοίαζαν με τις επιχειρησιακές ΣΣΕ, που θέσπισε στη συνέχεια ο ν. 1876/1990. Για το λόγο αυτό, υπό το καθεστώς του ισχύοντος ν. 1876/1990, οι ειδικές ΣΣΕ του ν. 3239/1955 συνέχισαν να λειτουργούν ως επιχειρησιακές ΣΣΕ (ΑΠ 519/2021, ΑΠ 252/2012), εφόσον δε εξακολουθούν να ισχύουν και μετά τη θέσπιση του ν. 1876/1990, υπάγονται στις διατάξεις αυτού ως προς τα αποτελέσματά τους, και μπορούν να αντικατασταθούν, με βάση την αρχή της τάξης, από τις προβλεπόμενες, από το ν. 1876/1990, επιχειρησιακές ΣΣΕ, οι οποίες, σύμφωνα με τα άρθρα 8 παρ. 3 ν. 1876/1990, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2224/1994 και άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 2257/1994, κατά το κανονιστικό τους περιεχόμενο έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 1962/2024).
Περαιτέρω, με την από 14-3-1985 Ειδική ΣΣΕ, μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, στον όρο 5 αυτής, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με την από 10-5-1985 Ειδική ΣΣΕ, προβλέφθηκε ότι: "...το προσωπικό που έχει δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών, συναφές με το δίπλωμα ή πτυχίο, που στο άρθρο 7 του (τότε) ΓΚΠ-ΟΤΕ ορίζεται ή με άλλες διατάξεις του ΓΠΚ-ΟΤΕ αναγνωρίζεται συναφές έργο που εκτελείται στον ΟΤΕ, λαμβάνει το αντίστοιχο επίδομα που καθορίζεται στο άρθρο 12 του ν.1505/1984 (ενιαίο μισθολόγιο προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης), με τους ίδιους όρους, αλλά στο εισαγωγικό κλιμάκιο της κατηγορίας που ανήκει". Το αναφερόμενο στην ανωτέρω ΣΣΕ άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1505/1984, όπως ίσχυε τότε, πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 του ν. 1810/1988 (Α` 223), οριζόταν ότι: "1. Το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών ορίζεται σε ποσοστό 10% επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 28, για τους κατόχους ειδικού μεταπτυχιακού διπλώματος ετήσιας τουλάχιστον φοίτησης και σε ποσοστό 20% επί του βασικού μισθού του ίδιου μισθολογικού κλιμακίου, για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος, που χορηγούνται με ξεχωριστούς τίτλους μετά τη λήψη του πτυχίου ή διπλώματος ΑΕΙ". Ακολούθως, με την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, αναμορφώθηκε το μισθολόγιο του προσωπικού του ΟΤΕ (όρος 10), εισήχθη, ο, τότε, νέος, Γενικός Κανονισμός Προσωπικού (ΓΚΠ) ΟΤΕ (όρος 21), και με τον όρο 6 αυτής καταργήθηκε το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών του άρθρου 12 του ν.1505/1984, ποσοστού 10% για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου στάθμης MASTER (μεταπτυχιακό δίπλωμα ετήσιας τουλάχιστον φοίτησης), και 20% για τους κατόχους μεταπτυχιακού τίτλου στάθμης DOCTORAT (διδακτορικό δίπλωμα), και το προσωπικό του που ελάμβανε το επίδομα αυτό εντάχθηκε, εντεύθεν, μόνο στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες των πτυχιούχων τετραετούς και πενταετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, χωρίς οποιαδήποτε πρόβλεψη για τους μεταπτυχιακούς τίτλους που κατείχε. Στη συνέχεια, με τον όρο 1 της 28-2-2000 ΕΣΣΕ, μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, προβλέφθηκε η ένταξη του προσωπικού, που υπηρετούσε και ελάμβανε το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών μέχρι την κατάργησή του στις 10-6-1999, στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού και στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες, στις οποίες δεν είχε ενταχθεί με την ανωτέρω, από 10-6-1999, ΕΣΣΕ μετά την κατάργηση του επιδόματος των μεταπτυχιακών σπουδών. Τέλος, με την από 3-12-2003 ΕΣΣΕ, μεταξύ του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, ορίστηκε ότι: "Το προσωπικό που υπηρετούσε, ως μόνιμο ή δόκιμο, στις 10-6-1999, το οποίο κατέχει ή αποκτά μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στάθμης MASTER ή DOCTORAT, ο οποίος δεν έχει ληφθεί υπόψη για την ένταξή του σε ορισμένο κλάδο ή Μισθολογική Κατηγορία, εντάσσεται, μετά από απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου, στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού και τις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες, από την ημερομηνία κατάθεσης του ανωτέρω τίτλου και πάντως όχι πριν την 01-01-2004". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων των προαναφερόμενων διαδοχικών ΕΣΣΕ, που έχουν κανονιστική ισχύ κατά τα ανωτέρω, και δεσμεύουν το σύνολο των εργαζομένων του ΟΤΕ, προκύπτει ότι δυνάμει της τελευταίας τούτων, της από 3-12-2003, στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού του ΟΤΕ με μεταπτυχιακό τίτλο στάθμης MASTER ή DOCTORAT και τις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες, εντάσσονται από την 1-1-2004 οι υπηρετούντες στις 10-6-1999 κάτοχοι πτυχίου (βασικού τίτλου) τετραετούς ή πενταετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών της στάθμης MASTER (μεταπτυχιακό δίπλωμα ετήσιας τουλάχιστον φοίτησης) ή DOCTORAT (διδακτορικό δίπλωμα), που δεν είχε ληφθεί υπόψη μέχρι τότε για την ένταξή τους σε ορισμένο κλάδο ή μισθολογική κατηγορία.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις της από 16-5-1995 ΕΣΣΕ, μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, καταργήθηκε από της ισχύος αυτής, την 1-6-1995, το επίδομα ευθύνης θέσης και η αποζημίωση παράστασης που καταβαλλόταν στους προϊσταμένους υπηρεσιακών λειτουργιών στάθμης Τομέα και άνω, ως οικειοθελής και πρόσθετη παροχή, σύμφωνα με αποφάσεις του Δ.Σ. του Ο.Τ.Ε. και τον όρο 25 της από 7-3-1990 ΕΣΣΕ, και ορίσθηκε ότι από την ημερομηνία αυτή (1-6-1995) στους Προϊσταμένους των αναφερομένων Λειτουργιών χορηγούνται έξοδα κίνησης και παράστασης, κλιμακούμενα, όπως ορίζεται, κατά βαθμό και θέση, στα αναφερόμενα χρηματικά ποσά. Σε αντικατάσταση δε του όρου 1 της ανωτέρω ΕΣΣΕ, με τον όρο 12 της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, και εν συνεχεία με τον όρο 1 εδ.δ' της από 7-8-2002 ΕΣΣΕ, μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, από την 1-9-2002, έξοδα κίνησης και παράστασης καταβάλλονται και στους Υπεύθυνους Έργου, όπως αυτά προσδιορίζονται, τα οποία, με τον όρο 6α της από 22-9-2006 ΕΣΣΕ, μεταξύ ΟΤΕ και ΟΜΕ-ΟΤΕ, από την 1-11-2006 αυξήθηκαν κατά 119 ευρώ μηνιαίως. Τα έξοδα αυτά, στους όρους της αρχικής ΕΣΣΕ που δεν τροποποιήθηκαν, ορίζεται ότι: "2. ... είναι οικειοθελής παροχή, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο Ο.Τ.Ε. επιφυλάσσει σ` αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησης τους. 3. Δεν υπολογίζονται στα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και στο επίδομα αδείας. 4. Χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων του Ο.Τ.Ε. στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησης τους κλπ. 5. Για κάθε ημέρα απουσίας για οποιοδήποτε λόγο ή αποχής δικαιούχου προϊσταμένου από τα υπηρεσιακά του καθήκοντα, περικόπτεται το 1/30 των ανωτέρω εξόδων και χορηγούνται στο νόμιμο αναπληρωτή του ...". Από τις συνδυαζόμενες αυτές διατάξεις των παραπάνω ΕΣΣΕ, προκύπτει ότι τα καταβαλλόμενα από την 1-6-1995 στους Προϊσταμένους των Υπηρεσιακών Λειτουργιών, και από την 1-9-2002 και στους Υπευθύνους Έργου, του ΟΤΕ, αυξανόμενα για τους τελευταίους, από την 1-11-2006, κατά 119 ευρώ μηνιαίως, δεν αποτελούν μισθολογική παροχή που καταβάλλεται σ` αυτούς ανεξαρτήτως της άσκησης των καθηκόντων τους ως αντάλλαγμα της εργασίας τους, αλλ` αντιθέτως αποτελούν ανακλητή οικειοθελή παροχή του ΟΤΕ, συνδεόμενη οπωσδήποτε με την πραγματική άσκηση των καθηκόντων Προϊσταμένου και του Υπευθύνου Έργου, που σκοπό έχει να αντιμετωπίσει με αυτήν, ο ασκών τέτοια καθήκοντα υπάλληλος, τις δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του ΟΤΕ και τα έξοδα κίνησης και παράστασής του ως εκπροσώπου του ΟΤΕ στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, ανεξαρτήτως του ύψους τους (Ολ ΑΠ 11/2007, ΟλΑΠ 12/2007, ΑΠ 1962/2024, ΑΠ 574/2020).
Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 9/2016). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 356/2022, ΑΠ 444/2019). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 906/2022, ΑΠ 194/2020). Λόγος δε αναίρεσης, ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 768/2024, ΑΠ 619/2022).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, ή όταν, υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου, πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1410/2024, ΑΠ 1796/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης (που ερευνώνται ενιαίως), η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, αφού έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή της ως προς τα αιτήματα επιδίκασης α) εξόδων κίνησης και παράστασης λόγω άσκησης καθηκόντων θέσης "Υπεύθυνου Έργου", που προβλέπονται από την από 7-8-2002 ΕΣΣΕ σε συνδ. με την από 22-9-2006 ΕΣΣΕ, και β) διαφορών αποδοχών της λόγω μη ένταξής της στη μισθολογική βαθμίδα του εξειδικευμένου προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών που προβλέπεται με την από 3-12-2003 ΕΣΣΕ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ανωτέρω ΕΣΣΕ, αντίστοιχα, ευθέως, αλλά και πλαγίου, με αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους, για τα κρίσιμα ζητήματα της άσκησης καθηκόντων "Υπεύθυνου Έργου" και της ένταξης στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: " Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) προσλήφθηκε από την εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) στις 3-7-1989 ως δόκιμο διοικητικό προσωπικό [....], ακολούθως δε το Συμβούλιο Προσωπικού της εναγομένης στην υπ' αριθμ. ...-1990 συνεδρίασή του αποφάσισε τη μονιμοποίησή της στο βαθμό ΔΕΠ5 αναδρομικά από την ως άνω ημερομηνία. Το κεντρικό συμβούλιο της εναγομένης στην υπ' αριθμ. ...-2000 συνεδρίαση αποφάσισε τη μετάθεση της ενάγουσας από την 1η-3-2001 στο Συγκρότημα Τηλεφωνικών Ανταποκρίσεων της Διεύθυνσης Εξυπηρέτησης Πελατών. Ακολούθως, δε, με την υπ' αριθμ. ...-2004 απόφαση του Προϊσταμένου Συγκροτήματος Τηλεφωνικής Εξυπηρέτησης και Πωλήσεων Αθήνας η ενάγουσα τοποθετήθηκε από 10-11-2004 ως Υπεύθυνη Έργου στο Τμήμα Κέντρου Τηλεφωνικής Εξυπηρέτησης του ως άνω συγκροτήματος. Όπως δε προκύπτει από τα εκκαθαριστικά έγγραφα μισθοδοσίας που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα από το χρονικό σημείο της τοποθέτησης της κατά τα ως άνω ως Υπεύθυνης Έργου ελάμβανε μηνιαίως το ποσό που αντιστοιχούσε σε έξοδα παράστασης υπεύθυνης έργου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης με την υπ' αριθμ. ...-2007 απόφασή του ανέθεσε μεταξύ άλλων στο Γενικό Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού την αρμοδιότητα να αποφασίζει για οργανωτικά θέματα. Στο πλαίσιο της ήδη αποφασισθείσας ευρείας αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της εναγομένης με την υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Προέδρου ΔΣ και Διευθύνοντα Συμβούλου αυτής αποφασίστηκε η σύσταση της Διεύθυνσης Εξυπηρέτησης Πελατών Σταθερής και Κινητής Τηλεφωνίας. Ακολούθως με την υπ' αριθμ. ...-2011 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού συστάθηκε η Υποδιεύθυνση Τηλεφωνικών Κέντρων Πωλήσεων και Εξυπηρέτησης Πελατών (13888), όπου τοποθετήθηκε η ενάγουσα, ενώ καταργήθηκε το μέχρι τότε υφιστάμενο τμήμα όπου αυτή ασκούσε καθήκοντα Υπευθύνου Έργου καθώς και η θέση του "Υπευθύνου Έργου". Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι μετά την αναδιοργάνωση των υπηρεσιακών λειτουργιών της εναγομένης τοποθετήθηκε στο νεοσυσταθέν τμήμα τηλεφωνικών πωλήσεων και εξυπηρέτησης πελατών Αθήνας (13888) ως Υπεύθυνη Έργου Ελέγχου Ποιότητας. Ωστόσο από κανένα έγγραφο δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι της ανατέθηκαν τέτοια καθήκοντα σε θέση Υπευθύνου Έργου, θέση η οποία πρέπει (ως προκύπτει και από την υπ' αριθμ. ...-2011 βασική εγκύκλιο της εναγομένης) να οριστεί με απόφαση του αρμόδιου Γενικού Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού, που καθορίζει και την οργανωτική δομή και το έργο των Υπηρεσιακών Λειτουργιών του ΟΤΕ. Αν και η ενάγουσα ασκούσε καθήκοντα υπευθύνου ποιότητας στο ως άνω νεοσυσταθέν τμήμα (13888), προσκομίζει δε η ίδια και επικαλείται και έγγραφα στα οποία φέρεται ως "Υπεύθυνος έργου- team leader διαχείρισης ελέγχου και διασφάλισης", εν τούτοις δεν αποδείχθηκε ότι στη συγκεκριμένη διεύθυνση όπου απασχολούνταν είχε οριστεί-με τον προαναφερόμενο τρόπο- θέση "Υπευθύνου Έργου". Αποτελεί, δε, διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης η κατά τα προαναφερόμενα κατάργηση υπηρεσιών και η τοποθέτηση της ενάγουσας σε Υπηρεσιακή Λειτουργία δίχως την πρόβλεψη "Υπευθύνου Έργου", προσδιορίζοντας με τον τρόπο αυτό το περιεχόμενο της υποχρέωσης της ενάγουσας για παροχή εργασίας καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο, δίχως εν προκειμένω να παραβιάζονται διατάξεις νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας, ή ενεργώντας κατά καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπό την έννοια του αρ. 281ΑΚ. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η ανάθεση το έτος 2004 καθηκόντων Υπευθύνου Έργου είχε γνωστοποιηθεί στην ενάγουσα εγγράφως/γεγονός που το επίδικο χρονικό διάστημα δε συνέβη. Επομένως, αν και αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ασκούσε καθήκοντα υπευθύνου ποιότητας στο ως άνω νεοσυσταθέν τμήμα (13888) ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι κατείχε θέση Υπεύθυνου Έργου, κατά τα παραπάνω, προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να λαμβάνει κάποιος τα έξοδα κίνησης και παράστασης διότι μόνον έτσι δικαιολογείται και η πραγματοποίηση των ανωτέρω εξόδων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω το αγωγικό κονδύλια συνολικού ποσού 5.300,50 € που αφορά έξοδα παράστασης Προϊσταμένου που δικαιολογεί η θέση του "Υπευθύνου Έργου" πρέπει να απορριφθεί στην ουσιαστική του βασιμότητα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι συναφείς (πρώτος, δεύτερος και τρίτος) λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας. [.....]. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στην εναγόμενη αποφοίτησε το έτος 2003 από το τμήμα Λογιστικής του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πειραιά, ενώ το έτος 2011 έλαβε και μεταπτυχιακό τίτλο από το ίδιο ως άνω εκπαιδευτικό ίδρυμα με εξειδίκευση στη διεθνή διαχείριση ανθρωπίνων πόρων. Ακολούθως δε την 8η -3-2011 υπέβαλε το μεταπτυχιακό της τίτλο στην εναγομένη, αιτούμενη συγχρόνως την ανάλογη μισθολογική της κατάταξη, πλην όμως η εναγομένη αρνήθηκε να την εντάξει στον αντίστοιχο κλάδο εξειδικευμένου προσωπικού με μεταπτυχιακό δίπλωμα στάθμης ΜΑSTER. Ειδικότερα με την από 10-6-1999 Ειδικής ΣΣΕ αναμορφώθηκε το μισθολόγιο του προσωπικού της εναγομένης και καθορίστηκε με τον όρο 10 αυτής ως ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του νέου μισθολογίου η 1η Απριλίου 1999, εισήχθη δε νέος Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΤΕ, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ με τον όρο 21 της ανωτέρω Ειδικής ΣΣΕ και έχει ισχύ νόμου (άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990). Στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού εντάχθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 41 παρ. 5 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης, το προσωπικό που είχε προσληφθεί σε εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 2 ε' του ν.2257/1994, μετά τη συμπλήρωση ενός έτους από την πρόσληψή του και εφόσον οι κρίσεις των Προϊσταμένων του ήταν θετικές, καθώς επίσης και το προσωπικό του Κλάδου Μισθολογικής Διαβάθμισης, που είχε προσληφθεί με την ...-1987 απόφαση-προκήρυξη. Με τον δε αριθμ. 6 όρο της ως άνω Ειδικής ΣΣΕ, καταργήθηκαν τα επιδόματα μεταπτυχιακών σπουδών, ήτοι 10% για τους κατόχους τίτλου ΜΑSTER και 20% για τους κατόχους τίτλου DOCTORAT, τα οποία χορηγούνταν στους κατόχους πτυχίων Πανεπιστημίων και μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, που είχαν θεσπιστεί με την από 14-3-1985 Ειδική ΣΣΕ και ενσωματώθηκαν στις μισθολογικές βαθμίδες του νέου μισθολογίου. Στη συνέχεια, σε εφαρμογή του με αριθμ. 1 όρου της από 28-2-2000 Ειδικής ΣΣΕ, εντάχθηκε στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού και στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες το προσωπικό της εναγομένης, που υπηρετούσε στις 10-6-1999 και λάμβανε επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών μέχρι το χρόνο κατάργησής του και δεν είχε ενταχθεί βάσει της από 10-6-1999 Ειδικής ΣΣΕ, σύμφωνα με τους όρους αυτής. Συγκεκριμένα, από την ανωτέρω ημερομηνία, εντάχθηκαν στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού και στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες οι πτυχιούχοι τετραετούς ή πενταετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι κατείχαν μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών και λάμβαναν επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών μέχρι την κατάργησή του, με την από 10-6-1990 Ειδική ΣΣΕ, είχαν ενταχθεί στην κατηγορία τετραετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, μη κατόχους μεταπτυχιακών τίτλων. Η ανωτέρω ρύθμιση της από 28-2-2000 Ειδικής ΣΣΕ είχε ως σκοπό να υποκαταστήσει τη μισθολογική βλαπτική μεταβολή όσων υπαλλήλων της εναγομένης λάμβαναν το μεταπτυχιακό επίδομα σπουδών και στερήθηκαν αυτό λόγω κατάργησής του. Ακολούθως, με τον υπ' αριθμ. 3 όρο της από 25-6-2001 Ειδικής ΣΣΕ, ορίστηκε ότι στην κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) εντάσσεται το προσωπικό με πτυχίο τριετούς ή τετραετούς Ανώτερης ή Τεχνολογικής Εκπαίδευσης, καθώς και το προσωπικό με πτυχίο διετών Σχολών που προβλέπονται από το άρθρο 7 του Κεφ. Β' του προϊσχύσαντος Γενικού Κανονισμού της εναγόμενης. Ακολούθως υπογράφηκε μεταξύ του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης και του Γενικού Γραμματέα της ΟΜΕ-ΟΤΕ η από 3-12-2003 Ειδική ΣΣΕ, σύμφωνα με την οποία: "Το προσωπικό που υπηρετούσε, ως μόνιμο ή δόκιμο, στις 10-6- 1999, το οποίο κατέχει ή αποκτά μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στάθμης ΜΑSTER ή DOCTORAT, ο οποίος δεν έχει ληφθεί υπόψη για την ένταξή του σε ορισμένο Κλάδο ή Μισθολογική Κατηγορία, εντάσσεται, μετά από απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου, στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού και τις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες, από την ημερομηνία κατάθεσης του ανωτέρω τίτλου και, πάντως, όχι πριν την 1-1-2004". Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώχθηκε η ικανοποίηση των κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων, σημερινών ή μελλοντικών, που πληρούσαν τους όρους της ισχύουσας νομοθεσίας και η ρύθμιση αυτή θεωρήθηκε ως φυσική συνέχεια της από 28-2-2000 Ειδικής ΣΣΕ, με την οποία εντάχθηκαν στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού οι εργαζόμενοι στις 10-6-1999, που λάμβαναν επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών και δεν είχαν ενταχθεί σε κλάδο και μισθολογική κατηγορία, βάσει της από 10- 6-1999 Ειδικής ΣΣΕ. Από τη διατύπωση της ανωτέρω ΣΣΕ, και σε συνδυασμό με τα προαναφερόμενα, "το προσωπικό ....το οποίο κατέχει ή αποκτά μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στάθμης ΜΑSTER ή DOCTORAT" προκύπτει ότι προϋπόθεση για την ένταξη του προσωπικού στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού αποτελεί η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου που απονέμεται από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ί-δρυμα (ΑΕΙ) και όχι η κατοχή μεταπτυχιακού διπλώματος που απονέμεται από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Τεχνολογικό Ίδρυμα. Όπως προαναφέρθηκε, στις 8- 3-2011 η ενάγουσα κατέθεσε αίτηση στην εναγομένη και ζήτησε την ένταξή της στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού και στην αντίστοιχη μισθολογική βαθμίδα λόγω της κτήσης μεταπτυχιακού διπλώματος ειδικεύσεως στην κατεύθυνση Διεθνής Διαχείριση Ανθρωπίνων Πόρων του ΑΤΕΙ Πειραιά, δίχως όμως το αίτημά της αυτό να ικανοποιηθεί από την εναγομένη. Η άρνηση αυτή της εναγόμενης είναι νόμιμη, καθόσον από τα παραπάνω εκτιθέμενα προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ένταξή της στη μισθολογική κατηγορία Εξειδικευμένου Προσωπικού, στην οποία είχαν ενταχθεί: α) το προσωπικό που είχε προσληφθεί σε εφαρμογή του άρθρου 2 παρ.2 του ν. 2257/1994, β) το προσωπικό του Κλάδου Μισθολογικής Διαβάθμισης, που είχε προσληφθεί με την ...-1987 απόφαση-προκήρυξη, γ) οι πτυχιούχοι τετραετούς ή πενταετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, οι οποίοι κατείχαν στις 10-6-1999 μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και είχαν ενταχθεί, ωστόσο, στην κατηγορία Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης χωρίς μεταπτυχιακό τίτλο, σύμφωνα με τον όρο 1 της από 28-2-2000 Ειδικής ΣΣΕ και δ) το προσωπικό που εργαζόταν στις 10-6-1999 και απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μεταγενέστερα και ως εκ τούτου ο τίτλος σπουδών του δεν είχε ληφθεί υπόψη για την ένταξή του σε ορισμένου κλάδο ή μισθολογική Κατηγορία. Εξάλλου η παροχή δυνατότητας, με το άρθρο 5 παρ. 12 περ. γ' του ν. 2916/2001 στους αποφοίτους Τεχνολογικών Ιδρυμάτων να λάβουν μεταπτυχιακό δίπλωμα σπουδών δεν συνεπάγεται την ισοτιμία τους με τους αντίστοιχους πτυχιούχους Α.Ε.Ι., ιδίως ως προς τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων (βλ. και άρθρο 2 παρ. 1 εδ. α' του ν. 3549/2007...). Έτσι η εναγομένη από την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού ΟΤΕ βάσει της ανωτέρω, από 10-6-99 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο στάθμης ΜΑSTER ή DOCTORAT και στις αντίστοιχες Μισθολογικές Κατηγορίες, ενέταξε βάσεις της από 3-12-2003 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (εφόσον συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις) τους υπηρετούντες την 10-6-1999 κατόχους πτυχίου (βασικού τίτλου) Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, που υπογράφεται από εκπροσώπους του ΟΤΕ και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, η εν λόγω δε επιτροπή συστάθηκε για την εξέταση της ένταξης του προσωπικού που προσλήφθηκε μέχρι 10-6-99 σε μισθολογικές κατηγορίες, σε συνάρτηση με τα υφιστάμενα, κάθε φορά, τυπικά προσόντα του, βάσει του οποίου υπογράφηκε η ανωτέρω από 3-12-2003 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Συνακόλουθα το σχετικό αγωγικό κονδύλιο των 23.834,73€ που αφορά διαφορές των αποδοχών της ενάγουσας λόγω μη ένταξής της στη μισθολογική βαθμίδα εξειδικευμένου προσωπικού με μεταπτυχιακό είναι απορριπτέο στην ουσιαστική του βασιμότητα. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε τα ίδια και απέρριψε το ανωτέρω αγωγικό κονδύλιο ως ουσία αβάσιμο δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι συναφείς (έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος) λόγοι της έφεσης της εκκαλούσας-ενάγουσας. [....]". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ως προς τα αιτήματα επιδίκασης α) εξόδων κίνησης και παράστασης θέσης "Υπευθύνου Έργου", ποσού 5.300,50 ευρώ, και β) διαφορών αποδοχών, λόγω μη ένταξής της στη μισθολογική βαθμίδα εξειδικευμένου προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, ποσού 23.834,73 ευρώ (που ενδιαφέρουν τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο), και ακολούθως απέρριψε την έφεσή της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια κατά το μέρος αυτό και είχε απορρίψει κατά τούτο την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της από 7-8-2002 ΕΣΣΕ σε συνδ. με της από 22-9-2006 ΕΣΣΕ, ως και αυτές της από 3-12-2003 ΕΣΣΕ, και δεν τις παραβίασε ευθέως, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των ως άνω πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον σύμφωνα με τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούσαν το πραγματικό τους, και δικαιολογούσαν την απόρριψη της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι: 1) μετά την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης με την από 22-7-2011 απόφαση του αρμοδίου προς τούτο Γενικού Διευθυντή της Ανθρώπινου Δυναμικού, ο οποίος ήταν επίσης αρμόδιος και για τη σύσταση θέσης "Υπεύθυνου Έργου", σύμφωνα με την υπ'αριθμ. ...-2011 βασική εγκύκλιο της εναγομένης, η ενάγουσα έκτοτε, και καθόλο το επίδικο διάστημα, δεν ασκούσε καθήκοντα "Υπεύθυνου Έργου" στο νεοσυσταθέν τμήμα τηλεφωνικών πωλήσεων και εξυπηρέτησης πελατών Αθήνας, όπου τοποθετήθηκε και εργαζόταν ως υπεύθυνη ποιότητας, διότι τέτοια θέση, "Υπευθύνου Έργου", δεν υπήρχε, αφού δεν είχε συσταθεί με απόφαση του αρμοδίου προς τούτο Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού και 2) η ενάγουσα ανήκε στο μόνιμο διοικητικό προσωπικό της εναγομένης στις 10-6-1999 και ήταν κάτοχος πτυχίου Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος, από το οποίο απέκτησε το έτος 2011 μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, τον οποίο κατέθεσε στις 8-3-2011 στην εναγομένη, προκειμένου να ενταχθεί στη μισθολογική βαθμίδα εξειδικευμένου προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών. Τα ανωτέρω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούν το πραγματικό των ως άνω ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των προαναφερόμενων ΕΣΣΕ και δη της από 7-8-2002 ΕΣΣΕ σε συνδ. με την από 22-9-2006 ΕΣΣΕ, και της από 3-12-2003 ΕΣΣΕ, και δικαιολογούν την απόρριψη των σχετικών λόγων της έφεσης της αναιρεσείουσας και την επικύρωση της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμα τα αιτήματα της αγωγής της για επιδίκαση εξόδων κίνησης και παράστασης θέσης "Υπεύθυνου Έργου" και διαφορών αποδοχών, λόγω μη ένταξής της στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με την αντίστοιχη μισθολογική βαθμίδα. Και τούτο καθόσον, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου, δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις α) της άσκησης καθηκόντων "Υπεύθυνου Έργου" για την επιδίκαση των αντίστοιχων της θέσης αυτής εξόδων κίνησης και παράστασης, που προβλέπονται από τις διατάξεις της από 7-8-2002 ΕΣΣΕ σε συνδ. με την από 22-9-2006 ΕΣΣΕ, για να αντιμετωπισθούν από τον ασκούντα και μόνο τέτοια καθήκοντα υπάλληλο, οι δαπάνες φιλοξενίας επισκεπτών του ΟΤΕ και τα έξοδα κίνησης και παράστασής του ως εκπροσώπου του ΟΤΕ στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις και β) της κατοχής πτυχίου (βασικού τίτλου) Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στάθμης Master (μεταπτυχιακό δίπλωμα ετήσιας τουλάχιστον φοίτησης) ή Doctorat (διδακτορικό δίπλωμα) για την προβλεπόμενη, από την από 3-12-2003 ΕΣΣΕ, ένταξη στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες από την ημέρα κατάθεσης του ανωτέρω μεταπτυχιακού τίτλου, του προσωπικού, πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, που υπηρετούσε ως μόνιμο στις 10-6-1999 και είχε αποκτήσει τέτοιο μεταπτυχιακό τίτλο που δεν είχε ληφθεί υπόψη για την ένταξή του σε ορισμένο κλάδο ή μισθολογική κατηγορία. Επιπρόσθετα, αναφορικά για τα ανωτέρω, υπό το στοιχείο β', η κατοχή πτυχίου (βασικού τίτλου) Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, προκύπτει από τις αναφερόμενες, στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ΕΣΣΕ, οι οποίες ίσχυσαν διαδοχικά, χωρίς τροποποίηση του τυπικού αυτού προσόντος, αλλά και από την γραμματική διατύπωση και μόνο της τελευταίας τούτων, της από 3-12-2003 ΕΣΣΕ, με την αναφορά της στάθμης του μεταπτυχιακού τίτλου Master ή Doctorat, που πρέπει να κατέχει το δόκιμο ή μόνιμο στις 10-6-1999 προσωπικό για την σκοπούμενη ένταξή του, καθόσον μόνο οι πτυχιούχοι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μπορούν να αποκτήσουν μεταπτυχιακό τίτλο της αναφερόμενης στάθμης Doctorat (διδακτορικό δίπλωμα). Άλλωστε, οι πτυχιούχοι τετραετούς ή πενταετούς Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης που κατείχαν μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών με τις ανωτέρω διακρίσεις στάθμης, ήταν αυτοί που εντάχθηκαν στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού της αναιρεσίβλητης και στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες, σύμφωνα με τον όρο 1 της προγενέστερης, από 28-2-2000 ΕΣΣΕ.
Περαιτέρω το Εφετείο, για τα κρίσιμα ζητήματα της άσκησης καθηκόντων θέσης "Υπεύθυνου Έργου" και των προϋποθέσεων ένταξης στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλιπών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σε αυτή τις απαιτούμενες αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των ανωτέρω ΕΣΣΕ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας, να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε. Ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, με πληρότητα, επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των διατάξεων αυτών για την επιδίκαση στην αναιρεσείουσα εξόδων κίνησης και παράστασης θέσης "Υπεύθυνου Έργου" και διαφορών αποδοχών λόγω μη ένταξής της στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού. Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι το Εφετείο δέχθηκε το μεν ότι η ίδια το επίδικο διάστημα ασκούσε εν τοις πράγμασι καθήκοντα "Υπευθύνου Έργου", το δε ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αυτή ως "Υπεύθυνη Έργου" καθόσον δεν της είχαν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα, είναι αβάσιμες, ως στηριζόμενες σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνεται η επικαλούμενη πρώτη παραδοχή, ότι δηλαδή η ενάγουσα το επίδικο διάστημα ασκούσε καθήκοντα "Υπεύθυνου Έργου", αλλά η αντίθετη.
Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενες στον πρώτο λόγο αναίρεσης, περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι, στο πλαίσιο έρευνας του λόγου της έφεσής της για την καταβολή επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας (στο οποίο δεν αφορούν οι κρινόμενοι λόγοι αναίρεσης), τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως, σύμφωνα με τους αγωγικούς της ισχυρισμούς, ασκούμενα καθήκοντά της κατά το επίδικο διάστημα, ταυτίζονται με τα καθήκοντα του "Υπευθύνου Έργου", όπως αυτά περιγράφονται στην προσκομισθείσα, ως αποδεικτικό μέσο, με αριθμό ...-2013 απόφαση της Γενικής Διευθύντριας Ανθρωπίνου Δυναμικού του Ομίλου ΟΤΕ και συνομολογούνται από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου, σε αντίθεση με το αποδεικτικό πόρισμα, είναι απαράδεκτες. Και τούτο διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα, ως και την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος. Τέλος, τα νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου της ουσίας, με παράθεση νομολογίας, για την στήριξη του σαφούς αποδεικτικού πορίσματός του, περί της μη ένταξης της αναιρεσείουσας στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, δεν συνιστούν αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασής του, και, συνεπώς, οι σχετικές, στον τέταρτο λόγο αναίρεσης αναίρεσης, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και είναι απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1877/2024, ΑΠ 570/2022). Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά, ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι όμως όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαιρεί το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1632/2025, ΑΠ 570/2022). Τέλος, η παραμόρφωση του εγγράφου πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού (ΑΠ 1632/2025, ΑΠ 1877/2024, ΑΠ 188/2018). Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου και δη της υπ'αριθμ. ...-2011 βασικής εγκυκλίου της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που η τελευταία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του προς ανταπόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού άσκησης καθηκόντων "Υπεύθυνου Έργου" με δικαίωμα εξόδων κίνησης και παράστασης, δεχόμενο (το Εφετείο) ότι από το έγγραφο αυτό αποδεικνύεται ότι η καταβολή των εξόδων κίνησης και παράστασης εξαρτάται από τον διορισμό του δικαιούχου ως "Υπεύθυνου Έργου" με σχετική απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού, ενώ στο εν λόγω έγγραφο δεν αναφερόταν τούτο, αλλά μόνον ζητήματα καταβολής της σχετικής παροχής και διευκρινίσεις ως προς τον τρόπο υπολογισμού της, και η ανωτέρω παραμόρφωση του περιεχομένου του, είχε το επιζήμιο για την ίδια (την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα) αποδεικτικό πόρισμα, της αβασιμότητας του αιτήματος της αγωγής της, περί καταβολής των επιδίκων εξόδων κίνησης και παράστασης. Ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, προκύπτει ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι στην απόφαση δεν διαλαμβάνεται κρίση του Εφετείου, στηριζόμενη στην υπ'αριθμ. ...-2011 βασική εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης, που προσκομίστηκε από την τελευταία ως αποδεικτικό μέσο προς ανταπόδειξη της αγωγής, ότι η καταβολή των επιδίκων εξόδων κίνησης και παράστασης εξαρτάται από τον διορισμό του δικαιούχου στη θέση "Υπεύθυνου Έργου" με σχετική απόφαση του Γενικού Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού. Στο ανωτέρω έγγραφο (την υπ'αριθμ. ...-2011 βασική εγκύκλιο της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας) το Εφετείο στήριξε μόνο την κρίση ότι η θέση του Υπεύθυνου Έργου ορίζεται με απόφαση του αρμόδιου Γενικού Διευθυντή που καθορίζει και την οργανωτική δομή και το έργο των Υπηρεσιακών Λειτουργιών του ΟΤΕ. Στην εγκύκλιο δε αυτή της αναιρεσίβλητης πράγματι αναφέρονται τα ανωτέρω και συγκεκριμένα, υπό το στοιχεία Α1 περ. δ', αναφέρεται ότι: "....Οι θέσεις Υπευθύνων Έργου ορίζονται με αποφάσεις του αρμοδίου Γενικού Δ/ντη (σήμερα Γενικού Δ/ντη Ανθρώπινου Δυναμικού), που καθορίζουν την οργανωτική δομή και το έργο των Υπηρεσιακών Λειτουργιών του ΟΤΕ..", όπως δέχθηκε και το Εφετείο, μετά από ορθή ανάγνωση του περιεχομένου της, και δεν αφορά το έγγραφο αυτό μόνο σε ζητήματα για την καταβολή των εξόδων κίνησης και παράστασης και σε παροχή διευκρινίσεων για τον τρόπο καταβολής τους, όπως ιστορεί η αναιρεσείουσα στον υπό κρίση λόγο αναίρεσης. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του νομίμου αιτήματός της, (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-10-2024 αίτηση της Μ. Τ., για αναίρεση της με αριθμό 5443/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ