ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 33/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 33/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 33/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 33 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 33/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Ν. του Π., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ζησιμόπουλο, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ - Ο.Α.Ε.Δ.", ως καθολικού διαδόχου του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ - Ο.Ε.Κ.", το οποίο έχει μετονομασθεί σε ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ (Δ.ΥΠ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ματίνα Τριανταφύλλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1033/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2823/2024 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-09-2024 αίτησή της (με αρ. κατάθεσης 8152/785/2024).

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18.9.2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2823/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 21.5.2014 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1033/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει, ως μη νόμιμη, την (ασκηθείσα μαζί με άλλα φυσικά πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη δίκη) από 20.9.2010 αγωγή της κατά του εναγόμενου ΝΠΔΔ "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" (ΟΕΚ), του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (ΟΑΕΔ), ήδη μετονομασθέν σε "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (Δ.ΥΠ.Α.). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον δεν προκύπτει επίδοσή της στην αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι από την 28.6.2024, ημέρα δημοσίευσης της προσβαλλομένης, άρχισε η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεσή της στην γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη δικαστηρίου, την 19.9.2024 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 και, στη συνέχεια, από το άρθρο 22 του ν. 5132/2024, με έναρξη ισχύος την 16.9.2024), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της από 18.9.2024 (με αριθ. καταθ. 8152/785/19-9-2024) αίτησης αναίρεσης κατά της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2823/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του με κωδικό .../2024 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή-εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν από την αναιρεσείουσα παράβολο πρέπει να της αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 877/2024, ΑΠ 855/2024, ΑΠ 2090/2022).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 εδ.α' του Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 1083/2023, ΑΠ 638/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου". Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 640/2022).

Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1994, όπως αυτό ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και πριν την κατάργησή του με το άρθρο 61 παρ.1α του ν. 4765/2021, ορίζεται ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ. 3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ). Ειδικά, όμως, με το άρθρο 20 παρ. 4 του ν. 2738/1999 εισήχθη συγκεκριμένη ρύθμιση και δη προσετέθη ως περίπτωση (κα') στο άρθρο 14 παρ. 2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού, η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, ειδικότερα δε ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον Ο.Α.Ε.Δ. διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη υπαλλήλων είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη υπαλλήλων, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (αρθρ. 669 παρ. 1 ΑΚ) καθόσον η σύναψη αυτών, ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 896/2025, ΑΠ 863/2024, ΑΠ 731/2023).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998 ορίζεται ότι "1. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε Ν.Π.Ι.Δ, σε πιστοποιημένα Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης, σε Α.Ε.Ι.-Τ.Ε.Ι. και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολο του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 15. Ο Ο.Α.Ε.Δ. μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου. Για την ασφάλιση των συμμετεχόντων στα προγράμματα αυτά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 18 του Ν. 2458/1997 (ΦΕΚ 15 Α'). Οι δαπάνες που προκαλούνται από την εφαρμογή των προγραμμάτων της παραγράφου αυτής εξαιρούνται από τον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου".

Εξάλλου, στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος, που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (Α 84) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος α) παράγραφος 7, που ορίζει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει" και παράγραφος 8 που ορίζει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους αρχικά διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού. Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής (ΟλΑΠ 19-20/2007, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 863/2024, ΑΠ 640/2022). Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19-20/2007, ΑΠ 1029/2023, ΑΠ 954/2023).
Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο ή σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19-20/2007, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 640/2022).

Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19.7.2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών (ΟλΑΠ 19-20/2007, ΑΠ 863/2024, ΑΠ 893/2023). Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας). Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 896/2025, ΑΠ 863/2024) και τα επιδόματα εορτών και αδείας (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 1482/2019), που προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, οπότε η εκμάθηση εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αμοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 640/2022).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 288 εδαφ. 3 (πρώην 249 της ΣΕΚ) της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος - μέλος στο οποίο απευθύνονται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023).

Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής). Η Οδηγία αυτή παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C-197/15). Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα. Οι διατάξεις της 1999/70 Οδηγίας, δεν επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και, συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 896/2025, ΑΠ 863/2024). Την πλήρη, δε, αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, που καθορίζουν τα δικαιώματα του μισθωτού και τις προβλεπόμενες κυρώσεις για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 640/2022).

Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ. β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 933/2022). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, 3/2022, ΑΠ 863/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την (ασκηθείσα μαζί με άλλα φυσικά πρόσωπα) από 20.9.2010 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε ότι με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που καταρτίστηκαν με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ" (Ο.Ε.Κ), του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ.), το οποίο έχει μετονομασθεί σε "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (Δ.ΥΠ.Α), στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος κατάρτισης ανέργων (stage) μέσω του ΟΑΕΔ, προσέφερε τις υπηρεσίες της ως διοικητικός υπάλληλος ΠΕ στον ΟΕΚ Αθηνών κατά τα χρονικά διαστήματα από 6.6.2006 έως 6.12.2007, από 7.12.2007 έως 5.1.2009 και από 11.2.2009 έως 31.8.2010, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Ότι οι συμβάσεις της, που χαρακτηρίσθηκαν ορισμένου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό συνιστούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η απόλυσή της από το εναγόμενο, με την παύση της αποδοχής των υπηρεσιών της, είναι άκυρη, αφού δεν έγινε εγγράφως και δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Με βάση τα ανωτέρω, ζήτησε, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 1 και 8 του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ: α) να αναγνωρισθεί ότι αυτή συνδεόταν με το εναγόμενο με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σιωπηρής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αυτής και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 1033/2014 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Επί της από 21.5.2014 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, με την εξής αιτιολογία:

" ...Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, με το παραπάνω αναφερόμενο[...] ιστορικό και αιτήματα η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη[...] αφενός διότι οι παρεχόμενες με καθεστώς συμβάσεως μαθητείας υπηρεσίες της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) αποσκοπούσαν σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 2639/1998 στην απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης και στην θεωρητική και πρακτική ενημέρωση με το εργασιακό περιβάλλον συνιστώντας ως εκ τούτου γνήσιες συμβάσεις μαθητείας για τις οποίες δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης, την αποζημίωση απόλυσης κλπ., οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας [...], επιπρόσθετα δε ουδόλως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον κατά τη διάταξη της παρ.1 της ρήτρας 2 του παραρτήματος της ως άνω Οδηγίας, ορίζεται ότι η Οδηγία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με εξαίρεση: α) τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και β) τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν εφαρμόζεται η συμφωνία πλαίσιο, αφετέρου διότι δεν μπορούν να θεωρηθούν [...] ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις αορίστου χρόνου καθόσον έχουν συναφθεί μετά την ισχύ του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004) με το οποίο προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία προς την ευρωπαϊκή οδηγία 1999/70/ΕΚ (που δεν αποτελεί πλέον άμεσα εφαρμοζόμενο δίκαιο) και η οποία προβλέπει στο άρθρο 11 συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και ήταν ενεργές κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτιστεί μεταγενέστερα, όπως εν προκειμένω. Αντίθετα, οι επίδικες συμβάσεις έχουν συναφθεί υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του Ν. 2190/1994 με αποτέλεσμα να μην μπορούν να θεωρηθούν κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ακόμα και στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο (αναιρεσίβλητο) δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού, και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ. Οποιαδήποτε δε προσπάθεια μονιμοποίησης προσκρούει στη ρητή απαγόρευση τόσο του άρθρου 21 παρ. 2 του ως άνω νόμου όσο και στο άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος. Ούτε άλλωστε μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ , αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920 σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή μίας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός τη διάρκειάς της δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ίδιου νόμου (ν. 2112/1920), αφού όταν η σύμβαση εργασίας καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με το νόμο 2190/1994, αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του v. 2112/1920.

Ούτε εξάλλου μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, εφόσον η ενάγουσα - εκκαλούσα είχε προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενη και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, αφενός και αφετέρου, δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, κατά τα ανωτέρω, όπως αυτή (ενάγουσα-εκκαλούσα) ισχυρίζεται [...]". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επομ. ΑΚ, 21 παρ. 1 του ν. 2190/1994 και 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και εάν η ενάγουσα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου ΝΠΔΔ. Ούτε, επίσης, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, το Εφετείο, με την μη εφαρμογή, στην κρινόμενη υπόθεση, του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, καθόσον αυτές αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται. Σε κάθε δε περίπτωση από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ/τος 164/2004 εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζομένου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, τα όσα αντιθέτως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον εκ του αριθμού 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μοναδικό λόγο αναίρεσης, ότι, αυτή, βάσει του εν τοις πράγμασι εργασιακού της καθεστώτος, συνδεόταν με το εναγόμενο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δεν προέβη σε εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επομένως, ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 863/2024, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 788/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.

Απορρίπτει την από 18.9.2024 αίτηση της Α. Ν. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2823/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή