ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 34/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 34/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 34/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 34 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 34/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων: 1. Α. Τ. του Α. (28ης αναιρεσίβλητης), κατοίκου ..., 2. Λ. Α. του Σ., (29ης αναιρεσίβλητης), κατοίκου ..., 3. Α. Μ. του Ι., (115ου αναιρεσιβλήτου), κατοίκου ..., 4α. Ε. Τ. του Β., χήρας Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., 4β. Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 4γ. Σ. Γ. του Ε., κατοίκου ... και 4δ. Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., ως κληρονόμων του ήδη αποβιώσαντος 134ου αναιρεσιβλήτου Ε. Γ. Οι 1η, 2η, 4α, 4β, 4γ και 4δ εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χαϊκάλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Ο 3ος (Α. Μ.) δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Του καθ'ου η κλήση - αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελευθερία Χριστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. Κατά την δικάσιμο της 8-2-2022 είχε εκπροσωπηθεί από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Γεωργία Καπόρη, η οποία είχε καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-12-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - καλούντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1216/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 10158/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο με την από 25-1-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 8ης-2-2022 και εκδόθηκε η 2108/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση για τους καλούντες (μεταξύ άλλων). Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 17-1-2025 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 17.1.2025 κλήση των 28ης, 29ης, 115ου και των κατωτέρω αναφερόμενων κληρονόμων του 134ου (εκ των συνολικά 160) αναιρεσιβλήτων φέρεται προς συζήτηση η από 25.1.2019 αίτηση αναίρεσης του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 2108/2022 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία α) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης και διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους αναφερόμενους έντεκα εκ των αναιρεσιβλήτων (μεταξύ των οποίων και οι ήδη καλούντες), επειδή αυτοί ερημοδικούσαν και δεν αποδεικνυόταν η εκ μέρους τους παροχή πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο Γεώργιο Χαϊκάλη, ως πληρεξούσιο των (τότε) επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσιβλήτων, ούτε η κλήτευση αυτών από το αναιρεσείον ή τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, προκειμένου να παραστούν κατά τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση και β) απορρίφθηκε, ως προς τους λοιπούς (τότε) παριστάμενους αναιρεσιβλήτους, η αίτηση αναίρεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1857 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος. Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, όπως με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 1/2022, ΑΠ 925/2023, ΑΠ 392/2019, ΑΠ 1045/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της από ....2024 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, ο εκ των αναιρεσιβλήτων (134ος) Ε. Γ. του Α., απεβίωσε στις ....2019, ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε στις 28.1.2019, κατέλειπε δε, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. πρωτ. ....2019 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης πλησιέστερους συγγενείς και κληρονόμους του, τη σύζυγό του Ε. Τ. και τα τέκνα του Δ. Γ., Σ. Γ. και Α. Γ. (ήτοι τους 4η, 5η, 6η και 7ο των καλούντων). Επομένως, νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου δήλωσαν, με την από 17.1.2025 κλήση τους για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, το θάνατο του εν λόγω αναιρεσιβλήτου και την εκούσια, στο όνομά τους, επανάληψη της βιαίως, εκ του λόγου τούτου, διακοπείσας δίκης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από το αναιρεσείον η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων του θανόντος αναιρεσιβλήτου, η δίκη νομίμως συνεχίζεται από αυτούς, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολειπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 814/2023, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 446/2020, ΑΠ 1389/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ (όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 14/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (14.10.2025), δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο τρίτος των καλούντων (115ος των αναιρεσιβλήτων), Α. Μ., ενώ παρέστησαν οι λοιποί καλούντες (28η, 29η και οι ως άνω κληρονόμοι του 134ου των αναιρεσιβλήτων) εκπροσωπηθέντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Χαϊκάλη, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από την υπ' αριθ. ....2025 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Β. Κ., που προσκομίζουν οι παριστάμενοι καλούντες- αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Χαϊκάλη, ο οποίος ενεργούσε ως πληρεξούσιος όλων των καλούντων, αντίγραφο της ένδικης κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (14.10.2025) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσείον-καθ'ού η κλήση. Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για την παραπάνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τον προαναφερόμενο απολειπόμενο 115ο των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ., αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση του συγκεκριμένου διαδίκου προς τον εν λόγω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο. Επομένως, ο ως άνω απών αναιρεσίβλητος ακύρως επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ενώ δεν προκύπτει κλήτευσή του από το αναιρεσείον, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Κατά συνέπεια, εφόσον ο ως άνω απολειπόμενος αναιρεσίβλητος δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτηση αυτής, θεωρείται δικονομικά απών. Επομένως, ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παριστάμενους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

Με την κρινόμενη, ως προς τους παριστάμενους καλούντες-αναιρεσίβλητους, από 25.1.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 10158/14.9.2018 τελεσίδικη απόφαση του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 9.10.2016 έφεσης του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος-καθ'ού η κλήση (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), κατά της με αριθ. 1216/2015 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας ενώπιόν του από 1.12.2014 αγωγής. Με την εν λόγω αγωγή οι 170 ενάγοντες (στους οποίους περιλαμβάνονται και οι παριστάμενοι ήδη καλούντες-αναιρεσίβλητοι), στρεφόμενοι κατά: 1) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων-Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) και 2) του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ως καθολικού διαδόχου του πρώτου εναγομένου, ισχυρίσθηκαν ότι είναι ιατροί με τις αναφερόμενες ειδικότερα αντίστοιχες ειδικότητες, ότι προσλήφθηκαν και υπηρετούν με ειδικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υγειονομικές υπηρεσίες των εναγομένων, αμειβόμενοι με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου του προσωπικού δημόσιας διοίκησης και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2006 έως 31.10.2011, τα εναγόμενα, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, άλλως και κατά παράβαση του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το Ν.Δ. 53/1974, δεν τους είχαν καταβάλει το ανερχόμενο σε 240 ευρώ μηνιαίως νοσοκομειακό επίδομα, που προβλέπεται από τα άρθρα 8 παρ. 7 Ν. 2470/1997 και 8 παρ. 5 Ν. 3205/2003, το οποίο καταβαλλόταν σε ιατρούς που απασχολούντο, υπό τις ίδιες συνθήκες, σε δημόσια νοσοκομεία. Ισχυριζόμενοι, τέλος, ότι, μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4238/2014 δεν υπέβαλαν αίτηση για τη μεταφορά τους σε Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), ζήτησαν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να καταβάλουν, εις ολόκληρον το καθένα, για την παραπάνω αιτία, σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 16.800 ευρώ, όπως τούτο περιορίσθηκε, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την με αριθ. 1216/2015 οριστική απόφαση, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών: α) απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης αυτού, β) απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) ως προς τους 102°, 105°, 157°, 158°, 159°, 160°, 161°, 162η, 163η, 164η και 169° των εναγόντων, ενταχθέντων στην 4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας-Θράκης και γ) δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, κατά τη βάση της που θεμελιώνεται στην παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, κατά του δευτέρου εναγομένου (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και υποχρέωσε το τελευταίο να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 16.800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της απόφασης αυτής το ως άνω δεύτερο εναγόμενο άσκησε την από 9.10.2016 έφεση στρεφόμενο κατά όλων των (170) εναγόντων. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζον ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την ήδη προσβαλλόμενη με αριθ. 10158/2018 απόφαση: α) απέρριψε τυπικά την έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των ως άνω εναγόντων, ως προς τους οποίους η αγωγή είχε απορριφθεί ως προς αμφότερα τα εναγόμενα, β) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά των λοιπών εναγόντων. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον, όπως ισχυρίζεται το καθ'ού η κλήση-αναιρεσείον και δεν αμφισβητούν οι άνω καλούντες- αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους εισάγεται προς συζήτηση, με την εν λόγω κλήση, η αίτηση αναίρεσης, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 27.12.2018 και η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 28.1.2019, ημέρα Δευτέρα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 σε συνδ. με 144 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Στη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 318/2022, ΑΠ 109/2020). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατά εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης. Η νομιμοποίηση των διαδίκων, δηλαδή η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση, καθοριζόμενη κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ) και αποτελεί, όπως και το έννομο συμφέρον, ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και του άρθρου 560 ΚΠολΔ) και όχι εκείνον από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 969/2025, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 269/2019).

Περαιτέρω, με το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31/2-3-2011), όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε με το άρθρο 72 παρ. 2 Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150/27-6-2011), 10 παρ. 1 και 13 παρ. 11 Ν. 4052/2012 (ΦΕΚ Α' 41/1-3-2012), συστήθηκε Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", που αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης και τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και έδρα το Μαρούσι Αττικής, με έναρξη λειτουργίας του έξι (6) μήνες μετά τη δημοσίευση του Ν. 3918/2011, στον Οργανισμό δε αυτόν (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) μεταφέρονται και εντάσσονται ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό, ο Κλάδος Υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) με τις μονάδες υγείας του, το κέντρο διάγνωσης ιατρικής της εργασίας του IΚΑ με το σύνολο του εξοπλισμού του κ.λ.π.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1Β α και β του ως άνω νόμου, τις Περιφερειακές Υπηρεσίες του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελούν οι υφιστάμενες μονάδες των περιφερειακών υπηρεσιών υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι υγειονομικές υπηρεσίες αυτού, που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι την εφαρμογή του παρόντος ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης, οι υπηρεσίες ΙΚΑ-ΕΤΑΜ που ασκούν αρμοδιότητες σχετικές με παροχές ασθενείας σε είδος και λειτουργούν σε υπηρεσίες ασφάλισης κ.λ.π., η ένταξη δε των περιφερειακών υπηρεσιών των μεταφερομένων φορέων στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο του νόμου 17 αυτού δύναται να είναι σταδιακή και πραγματοποιείται με την έκδοση κοινής απόφασης των Υπουργών Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 9 του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 72 παρ. 21 Ν. 3984/2011, το ιατρικό(...) και λοιπό προσωπικό που υπηρετεί στις περιφερειακές υπηρεσίες που εντάσσεται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μεταφέρεται στον Οργανισμό από την ημερομηνία ένταξής τους σ' αυτόν, βάσει της αναφερόμενης στο άρθρο 23 κοινής Υπουργικής Απόφασης. Οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό, που υπηρετεί στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ μεταφέρονται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Σε εκτέλεση και κατ' εφαρμογή της ως άνω εξουσιοδοτικής διάταξης, με την ΥΑ Φ. .../2009 (ΦΕΚ ....2011) από 1.1.2012 μεταφέρθηκαν στον Ε.Ο.Π.Y.Υ. από το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, οι Τοπικές Μονάδες Υγείας, τα Τοπικά Ιατρεία, τα Διαγνωστικά Κέντρα, οι Υγειονομικές Υπηρεσίες που δεν αποτελούν οργανικές μονάδες και λειτουργούν μέχρι τότε ενταγμένες στις υπηρεσίες ασφάλισης του Ιδρύματος κ.λ.π., που αποτελούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 Π.Δ. 266/1989 (όπως η παρ. 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Π.Δ. 363/1992) μαζί με τις λοιπές αναφερόμενες εκεί υπηρεσίες, τις Υπηρεσίες Υγείας του ΙΚΑ.

Εξάλλου, με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3918/2011 ορίζεται ότι ο Ε.Ο.Π.Y.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσομένων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών, ενώ κατά το άρθρο 33 παρ. 9 του ίδιου νόμου, όπως η παρ. 9 ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2γ του Ν. 4368/2016, εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων φορέων συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Y.Υ., χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, δικαστικές δε αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Y.Υ. (ΑΠ 816/2025, ΑΠ 2108/2022, ΑΠ 464/2016). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι επί αγωγών που ασκούνται από 01.01.2012 και εντεύθεν για αξιώσεις, μεταξύ άλλων, ιατρών από την παροχή των υπηρεσιών τους σε Νομαρχιακές και Τοπικές Μονάδες Υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίες μεταφέρθηκαν έκτοτε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. μόνο νομιμοποιούμενο παθητικά είναι το τελευταίο αυτό Ν.Π.Δ.Δ. (ΑΠ 306/2020, ΣτΕ 4137/2015).

Περαιτέρω, με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. α' Ν. 4368/2016 (ΦΕΚ A' 21) και προς άρση σχετικών αμφισβητήσεων προστέθηκε υποπαράγραφος Α στο άρθρο στο άρθρο 29 παρ. 1 Ν. 3918/2011 με την οποία ορίσθηκε ότι: "1. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των φορέων που εντάσσονται σε αυτόν ως προς τις υπηρεσίες και αρμοδιότητες που αφορούν αποκλειστικά παροχή υγείας σε είδος. Η καθολική διαδοχή του προηγούμενου εδαφίου καταλαμβάνει και το πάσης φύσεως προσωπικό, καθώς και τους δικηγόρους με έμμισθη εντολή, εφόσον μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ.", ενώ με το άρθρο 53 παρ. 2 στοιχ. γ του ίδιου νόμου (4368/2016) αντικαταστάθηκε η παρ. 9 του άρθρου 33 του Ν. 3918/2011 ως ακολούθως: "α. Εκκρεμείς δίκες που αφορούν το περιεχόμενο της καθολικής διαδοχής του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., όπως αυτό προσδιορίζεται στην υποπαράγραφο Α της παραγράφου 1 του άρθρου 28 του παρόντος συνεχίζονται από τον Οργανισμό, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, β. Ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες που αφορούν μόνο το προσωπικό που μεταφέρθηκε σε αυτόν".

Περαιτέρω, με το Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17.02.2014 (ΦΕΚ Α' 38) ορίσθηκαν, στο άρθρο 2 αυτού, οι δημόσιες υπηρεσίες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών. Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι.5 του Ν. 4254/2014-ΦΕΚ 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4.3.2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. σε οργανικές θέσεις πλήρους απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για το σκοπό αυτό στις αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας, των επτά (7) ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας. Σύμφωνα δε με τα οριζόμενα στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 17 Ν. 4238/2014, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής της αντίστοιχης θέσης ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται αυτοδικαίως μετά την πάροδο καθοριζόμενου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του νόμου αυτού, καθώς και στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος υπάλληλος δεν παρουσιασθεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 εδ. α', β και γ του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Υπηρεσιών (Δ.Υ.Πε.), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε. και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. (ΑΠ 306/2020). Επομένως, αναφορικά με το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατρικό προσωπικό, το οποίο μετά την αυτοδίκαιη ένταξη του στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. από τις μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, όπου προηγουμένως απασχολείτο, κατ' εφαρμογή του Ν. 3918/2011, δεν μεταφέρθηκε/μετατάχθηκε στις κατά τόπους ΔΥΠΕ, αλλά απολύθηκε αυτοδικαίως μετά την πάροδο του χρόνου διαθεσιμότητας, κατ' εφαρμογή του Ν. 4238/2014, μόνος νομιμοποιούμενος παθητικά για αξιώσεις αυτού από την παροχή της εργασίας στις μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ είναι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και όχι οι κατά τόπους Δ.Υ.ΠΕ στις υπηρεσίες υγείας των οποίων ουδέποτε εντάχθηκε το πιο πάνω ιατρικό προσωπικό.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης στηριζόμενο στον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, κατ' αυτεπάγγελτη υπαγωγή αυτού από τον Άρειο Πάγο, καθόσον στο αναιρετήριο δεν γίνεται μεν επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, εκτίθενται όμως όλα τα αναγκαία προς τούτο περιστατικά (ΑΠ 907/2022, ΑΠ 1252/2017) το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε περί της συνδρομής παθητικής νομιμοποίησής του, για το λόγο ότι δεν απασχολεί πλέον τους ενάγοντες μετά την αυτοδίκαιη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4238/2014, απόλυση αυτών, λόγω μη εμπρόθεσμης υποβολής αίτησης για μεταφορά τους στις Δ.Υ.ΠΕ, τις οποίες βαρύνει η χορήγηση του ενδίκου επιδόματος. Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε, σε σχέση με την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος, τις ακόλουθες παραδοχές: "Περί του πρώτου λόγου εφέσεως περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης του εκκαλούντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου στο χρόνο που ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, ο τελευταίος είναι αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος, καθότι ήδη κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όπως άλλωστε συνομολογείται από το εκκαλούν, οι εν λόγω εφεσίβλητοι - ενάγοντες δεν υπέβαλαν αίτηση αποδοχής κενών οργανικών θέσεων και μεταφοράς σε Δ.Υ.ΠΕ., όπως ορίζει η νομοθεσία[...] εντός του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος των επτά ημερών και συνακόλουθα από τις 20.3.2014 -ακόμη και νωρίτερα για όσους είχαν, ως ήδη αναφέρεται στην αγωγή, παραιτηθεί ή συνταξιοδοτηθεί- τεθεί σε διαθεσιμότητα, έκτοτε δε λύθηκε η σύμβαση εργασίας ενός εκάστου.

Συνεπώς νομιμοποιείται παθητικά αποκλειστικά το εκκαλούν-εναγόμενο λόγω της εκ του νόμου προβλεπόμενης καθολικής διαδοχής, δεδομένου ότι η παύση της εργασιακής σχέσης των εναγόντων έλαβε χώρα οπωσδήποτε μετά την υπεισέλευση του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. στη θέση του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, χωρίς να έχει ακολουθήσει μετάταξη αυτών σε Δ.Υ.ΠΕ., τη στιγμή μάλιστα που ουδέν επιχείρημα δύναται να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 9 ν. 4238/2014 εξ αντιδιαστολής, αφού το τελευταίο ρυθμίζει περιοριστικά την τύχη μόνο των εκκρεμών δικών και όχι όσων ασκούνται μεταγενέστερα". Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι υφίσταται παθητική νομιμοποίηση του δευτέρου εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του Ν. 4238/2014 σε συνδυασμό με εκείνες του Ν. 3918/2011, καθόσον, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, διαφορές, όπως οι επίδικες, που αφορούν αξιώσεις ιατρικού προσωπικού που απασχολείτο στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, ακολούθως εντάχθηκε στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., μετά τη σύστασή του και δεν μετατάχθηκε σε Δ.Υ.ΠΕ, κατ' εφαρμογή του Ν. 4238/2014, νομιμοποιούμενο παθητικά είναι το εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.), ήδη αναιρεσείον. Επομένως, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ως προς την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής (άρθρα 216 παρ. 1, 111 παρ. 2 ΚΠολΔ), γίνεται διάκριση νομικής, ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας. Ειδικότερα, η νομική αοριστία συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του περί της νομικής επάρκειας της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Εννοιολογικώς το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ταυτίζεται με το ισχύον άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων και κατά αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί αποφάσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων. Αντίθετα, η ποσοτική αοριστία υπάρχει, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη του αιτήματος της αγωγής και ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση, κυριαρχικώς του δικογράφου της αγωγής, όπως ανταποκρίνεται στο πραγματικό του περιεχόμενο, έκρινε το δικόγραφο ορισμένο και την αγωγή παραδεκτή, παρά τη μη επαρκή έκθεση στο δικόγραφο των στοιχείων, τα οποία απαιτούνται για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, θεωρώντας ότι αυτά τα στοιχεία εκτίθενται με επάρκεια, ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη για αοριστία του δικογράφου της. Η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται από το ισχύον άρθρο 560 ΚΠολΔ, ως λόγος αναίρεσης και, με την έννοια αυτή, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ποσοτική αοριστία (ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ 881/2024, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 517/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αναφερόμενους στο αναιρετήριο αριθμούς 1 και 8 του ίδιου άρθρου, λόγους αναίρεσης ταυτιζόμενους εννοιολογικώς με τους αριθμούς 1 και 5, αντίστοιχα, του άρθρου 560 ΚΠολΔ), το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά την εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής ως προς την ακριβή περιγραφή των παρεχομένων από τους αναιρεσίβλητους υπηρεσιών στις νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ θεώρησε ότι εκτίθενται σ' αυτό όλα τα αναγκαία για τη διάγνωση του επιδίκου δικαιώματος στοιχεία, ενώ τα στοιχεία αυτά δεν εκτίθενται και έτσι έκρινε την αγωγή ορισμένη και παραδεκτή, ενώ έπρεπε να την κρίνει αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη. Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης ο οποίος, ως εκ του περιεχομένου του, αφορά ποσοτική αοριστία του αγωγικού δικογράφου, είναι απαράδεκτος, διότι σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται από το ισχύον άρθρο 560 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση πρωτοδικείου, που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου.

Περαιτέρω, με το Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40) ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την κατάργησή του από 1.1.2004 με το άρθρο 28 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α, κλπ" (ΦΕΚ Α 297), είχε εφαρμογή και στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας - ΕΣΥ (άρθρο 1 παρ.2 περ. δ' του Ν. 2470/1997) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, σε ΟΤΑ ή σε ΝΠΔΔ. Με το άρθρο 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, ανερχόμενο στα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω νόμου το επίδομα αυτό (νοσοκομειακό) χορηγήθηκε σε αντικατάσταση διαφόρων επιδομάτων που λάμβανε το προσωπικό αυτό λόγω συνθηκών εργασίας (ανθυγιεινό, προσέλευσης και παραμονής κλπ), ρυθμίζοντας έτσι τα επιδόματα αυτά σε ένα ενιαίο επίδομα. Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 2716/1999 "Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 96), η χορήγηση του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των Κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος προβλέφθηκε και μετά τη δημοσίευση του Ν. 3205/2003 (που, όπως αναφέρθηκε, κατάργησε το Ν. 2470/1997), σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. (Α) - 5 αυτού, με το οποίο ορίσθηκε ότι χορηγείται επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Προνοίας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Με την παρ. Β-1 του ιδίου άρθρου 8 ορίσθηκε περαιτέρω ότι το επίδομα αυτό (μεταξύ άλλων) καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτών προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του και ότι για την συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται κάθε μήνα βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. Το ύψος του ανωτέρω επιδόματος, ορίσθηκε με την ανωτέρω διάταξη στο ποσό των 240 ευρώ μηνιαίως για το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και κλάδων ΤΕ Φυσιοθεραπευτών και ΔΕ Βοηθών Φαρμακείου και Καθαριότητας, επεκτάθηκε δε περαιτέρω η καταβολή του από 1.1.2007 και στους ιατρούς υπηρεσίας υπαίθρου και στους αγροτικούς ιατρούς με το άρθρο 1 παρ. 7 του Ν.3554/2007 "Εισοδηματική πολιτική έτους 2007 κλπ" (ΦΕΚ Α 80).

Εξάλλου κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας" (ΦΕΚ Α 143), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 2071/1992. "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση Συστήματος Υγείας" (ΦΕΚ Α 123), η περίθαλψη διακρίνεται σε πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια, παρέχεται δε από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς. Με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 1397/1983, το οποίο επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργηση του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίσθηκε ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Υγείας και Πρόνοιας, συνιστώνται σε κάθε νομό κέντρα υγείας, ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες των νοσοκομείων του νομού και περιφερειακά ιατρεία ως αποκεντρωμένες μονάδες των κέντρων υγείας. Με το άρθρο 15 παρ. 1 του ιδίου νόμου, το οποίο επίσης επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 περ. β του Ν. 2194/1994 "Αποκατάσταση, του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 34) μετά την αρχική κατάργησή του με το άρθρο 132 του Ν. 2071/1992, ορίζεται ότι: "Σκοπός των κέντρων υγείας είναι: α) Η παροχή ισότιμης πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής τους και σε όσους προσωρινά διαμένουν σ' αυτή. β) Η νοσηλεία και παρακολούθηση αρρώστων που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο, γ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο, δ) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. ε) Η οδοντιατρική περίθαλψη. στ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής και η υγειονομική διαφώτιση του πληθυσμού, ζ) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα, η) Η ιατρική της εργασίας, θ) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγιεινής. ι) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού. ια) Η εκπαίδευση των γιατρών και του λοιπού προσωπικού υγείας. ιβ) Η παροχή, υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιγ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους". Ωσαύτως με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του τελευταίου αυτού νόμου (2071/1992) ορίσθηκε ότι στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας υπάγονται οι ιατρικές και νοσηλευτικές, καθώς και οι οδοντιατρικές πράξεις και φροντίδες, που έχουν ως σκοπό την πρόληψη και την αποκατάσταση βλαβών της υγείας που δεν απαιτούν νοσηλεία σε νοσοκομείο. Προς το σκοπό αυτό μπορεί να συνιστώνται και να λειτουργούν ειδικές μονάδες ως επιστημονικά τμήματα παροχής πρωτοβάθμιας υγείας από ν.π.δ.δ ή από ν.π.ι.δ. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 2071/1992, που έχει ανάλογο περιεχόμενο με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν. 1397/1983, ορίσθηκε ότι σκοπός των μονάδων πρωτοβάθμιας φροντίδας και πρόληψης (στις οποίες -μονάδες- είχαν μετατραπεί τα κέντρα υγείας με το άρθρο 15 παρ. 1 του νόμου αυτού, μετέπειτα καταργηθέντος με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 2194/1994) είναι: α) Η παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας στο σύνολο του πληθυσμού της περιοχής ευθύνης τους και όσους προσωρινά διαμένουν σε αυτήν. β) Η εφαρμογή των προγραμμάτων αγωγής υγείας και πρόληψης του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. γ) Η νοσηλεία και η παρακολούθηση των αρρώστων, που βρίσκονται στο στάδιο της ανάρρωσης ή μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο στο σπίτι. δ) Η παροχή πρώτων βοηθειών και η νοσηλεία σε έκτακτες περιπτώσεις έως τη διακομιδή των αρρώστων στο νοσοκομείο. ε) Η διακομιδή αρρώστων με ασθενοφόρο αυτοκίνητο ή με οποιονδήποτε άλλο μέσο μεταφοράς, σε έκτακτες περιπτώσεις, στο κέντρο υγείας ή στο νοσοκομείο. στ) Η παροχή υπηρεσιών οδοντιατρικής φροντίδας. ζ) Η άσκηση προληπτικής ιατρικής ή οδοντιατρικής. η) Η ιατροκοινωνική και επιδημιολογική έρευνα. θ) Η ιατρική της εργασίας. ι) Η παροχή υπηρεσιών σχολικής υγείας. ια) Η ενημέρωση και διαφώτιση για θέματα οικογενειακού προγραμματισμού με διαλέξεις και επιστημονικές συζητήσεις. ιβ) Η εκπαίδευση των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού. ιγ) Η παροχή υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας. ιδ) Η παροχή φαρμάκων σε δικαιούχους, αν δεν λειτουργεί φαρμακείο στην περιοχή τους, καθοριζομένης της περιοχής με απόφαση του νομάρχη. ιε) Η συνεργασία με την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και με ιατρούς ελεύθερους επαγγελματίες της περιοχής για αποδοτικότερη προσφορά υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και πρόληψης. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ή χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος προβλέφθηκε αρχικά με το Ν. 2470/1997 στη συνέχεια με το Ν. 3205/2003 όχι μόνο για το νοσηλευτικό ή το πάσης φύσεως βοηθητικό προσωπικό, αλλά και για το ιατρικό προσωπικό των ως άνω μονάδων υγείας, ως προς το οποίο δεν διατυπώθηκε εξαίρεση. Και, ακόμη, συνάγεται ότι, αν και αρχικά το νοσοκομειακό επίδομα προβλέφθηκε μόνο για το προσωπικό των μονάδων υγείας στις οποίες παρέχεται δευτεροβάθμια, ήτοι κλειστή (με δυνατότητα εισαγωγής και νοσηλείας) περίθαλψη (καθώς και για το προσωπικό του ΕΚΑΒ), σύντομα η χορήγησή του επεκτάθηκε και στους εργαζόμενους σε μονάδες πρωτοβάθμιας ήτοι ανοικτής (χωρίς την ως άνω δυνατότητα) περίθαλψης ή εν γένει φροντίδας των πασχόντων πολιτών, όπως είναι κατά νόμο τα κέντρα υγείας (ΑΠ 2108/2022, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018). Σημειώνεται ότι σε κάθε περίπτωση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος έπρεπε να επισυνάπτεται στις μισθοδοτικές καταστάσεις βεβαίωση του προϊσταμένου του υπαλλήλου, σύμφωνα με την οποία αυτός, κατά το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η μισθοδοσία, παρέσχε τις υπηρεσίες του με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους ως άνω φορείς, πλην όμως η ως άνω βεβαίωση δεν αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την καταβολή του εν λόγω επιδόματος, εφόσον συντρέχουν οι κατά νόμο προϋποθέσεις για την καταβολή του, αλλά ανάγεται στην εσωτερική διαδικασία πληρωμής του εργαζομένου από τον οικείο φορέα (ΟλΑΠ 524/1979, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019).

Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 εδ. α' του Ν. 2150/1993 "Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 98) ορίσθηκε ότι οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος. Με την με αριθμό 2043269/6792/0022 από 1.7.1997 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587/15.7.1997), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του Ν. 2470/1997 και του Ν. 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την με αριθμό 2052675/5630/0022 από 10.8.1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β' 944/2.9.1998), επεκτάθηκαν από 1.1.1997, στο σύνολό τους, οι διατάξεις του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση Μισθολογίου Προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", αφ' ενός στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους Ν. 1505/1984 και Ν. 1810/1988 και αφ' ετέρου στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993. Ωσαύτως, μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3205/2003 από 01.01.2004 (που αντικατέστησε, όπως ήδη αναφέρθηκε, το Ν. 2470/1997), με την με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 και του Ν. 119/1975, επεκτάθηκε η εφαρμογή των διατάξεων του κεφαλαίου Α του νόμου αυτού (3205/2003) στους ιατρούς που υπηρετούν στο ΙΚΑ, ως μόνιμοι και με σύμβαση αορίστου χρόνου (Ν. 1476/1984, Ν. 1579/1985), με σύμβαση ορισμένου χρόνου (Ν. 1057/1980), καθώς και με ειδική σύμβαση αορίστου χρόνου του άρθρου 10 του Ν.Δ/τος 1204/1972, που έχουν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το Ν. 2150/1993. Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999 "Αναπροσαρμογή συντάξεων συνταξιούχων μελών ΔΕΠ, ΑΕΙ, ΕΠ, των ΤΕΙ, γιατρών ΕΣΥ κλπ" (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του Ν.2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ.7 του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου 13 παρ. 3 περ. δ του Ν. 2703/1999, από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος εξαιρέθηκαν οι ιατροί του ΙΚΑ, οι οποίοι απασχολούνταν σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του Ιδρύματος (άρθρο 3 παρ.1 και 3 του ΠΔ/τος 266/1989 "Οργανισμός του ΙΚΑ" σε συνδυασμό με άρθρο 5 παρ. 10 αυτού), που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη (δηλαδή, όχι σε νοσοκομεία του ΙΚΑ) (ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018). Ειδικότερα κατά το άρθρο 3 παρ. 1 και 3 του ως άνω ΠΔ/τος 266/1989 Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 127), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 παρ. 5 του Ν. 1558/1985 "Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα" (ΦΕΚ Α 137), όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184), οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του ΙΚΑ διακρίνονται σε Υπηρεσίες Ασφάλισης και Υπηρεσίες Υγείας (παρ. 1). Υπηρεσίες Υγείας είναι: α) Οι Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας, β) Οι τοπικές Μονάδες Υγείας, γ) Τα τοπικά Ιατρεία, δ) Τα Διαγνωστικά Κέντρα και Ιατρικής της Εργασίας, ε) Οι Υπηρεσίες Υγειονομικών Επιτροπών Αναπηρίας, στ) Τα κέντρα παιδοψυχικής υγιεινής, ζ) Τα κέντρα Προληπτικής Ιατρικής, η) Τα Ειδικά Διαγνωστικά - Θεραπευτικά Κέντρα, θ) Οι Σταθμοί Αμεσης Βοήθειας και ι) Οι Υπηρεσίες Νομαρχιακής Υποστήριξης. (παρ. 3). Επίσης κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου ΠΔ/τος 266/1989 οι Νομαρχιακές. Μονάδες Υγείας είναι επιπέδου διεύθυνσης και λειτουργούν κυρίως ως μονάδες υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για την περιοχή τους και ως μονάδες λειτουργικής υποστήριξης των. Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού τους και έχουν ως έργο: α) Την παροχή πλήρων υπηρεσιών οδοντιατρικής και ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης και της εργαστηριακής εξυπηρέτησης, ως και πλήρων υπηρεσιών υγιεινής και πρόνοιας, β) τη λειτουργική υποστήριξη των Τοπικών Μονάδων Υγείας του Νομού. Η λειτουργική υποστήριξη αφορά μόνο στη συμπλήρωση των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Τοπικών Μονάδων, όπου αυτό απαιτείται. Αντιθέτως, κατά την παράγραφο 10 του ιδίου άρθρου 5 του Π.Δ/τος 266/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 3 παρ. 1 του Π.Δ/τος 363/1992 (ΦΕΚ Α 184) και στη συνέχεια με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 144/2003. (ΦΕΚ Α 120). οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του ΙΚΑ είναι επιπέδου διεύθυνσης και ως έργο έχουν την παροχή υπηρεσιών Δευτεροβάθμιας Περίθαλψης στους, ασφαλισμένους του Ιδρύματος, οι Υπηρεσίες δε αυτές είναι πέντε (1ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Νοσοκομείο Βραχείας Νοσηλείας ΙΚΑ ...... Ογκολογικό Νοσοκομείο ΙΚΑ ...... Γ. Γ. 7ο Νοσοκομείο ΙΚΑ ......, 2ο Νοσοκομείο ΙΚΑ.....). Επακολούθησε, όμως, ο Ν. 3235/2004 "Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας" (ΦΕΚ Α 53), του οποίου η ισχύς άρχισε από την 18.2.2004, μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (άρθρο 16 αυτού), με τον οποίο θεσπίσθηκε ενιαία ρύθμιση της παροχής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας από όλους τους φορείς της χώρας ( ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1312/2017). Έτσι με το άρθρο 1 παρ. 1-4 αυτού και υπό τον παράτιτλο "Σκοπός, έννοια και περιεχόμενο της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας" ορίσθηκε ότι: "1. Ως Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, στο πλαίσιο Εφαρμογής του Νόμου αυτού, νοείται το σύστημα παροχής σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο δέσμης βασικών και Ολοκληρωμένων υπηρεσιών φροντίδας υγείας. 2. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής του ατόμου με το σύστημα υγείας της χώρας, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και υπηρετεί τους γενικούς και ειδικούς στόχους του. 3. Η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας περιλαμβάνει: α. Τις υπηρεσίες υγείας που δεν απαιτούν εισαγωγή σε Νοσηλευτικό Ίδρυμα, β. Την εκτίμηση των αναγκών υγείας των πολιτών και τον σχεδιασμό και υλοποίηση μέτρων για την πρόληψη των νοσημάτων και την προαγωγή της υγείας, γ. Τον οικογενειακό προγραμματισμό, δ. Τις απαραίτητες υποδομές για την εξασφάλιση και τη διαχείριση όλων των ιατρικών πληροφοριών και δεδομένων του πληθυσμού, ε. Την οδοντιατρική φροντίδα, με έμφαση στην προληπτική οδοντιατρική, στ. Τις υπηρεσίες μετανοσοκομειακής φροντίδας και τις υπηρεσίες αποκατάστασης, ζ. Την παρακολούθηση χρονίως πασχόντων, για τους οποίους δεν απαιτείται νοσηλεία σε νοσοκομεία, η. Τις υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. 4. Το Κράτος με στόχο την κοινωνική ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής εξασφαλίζει σε όλους τους κατοίκους της επικράτειας την πρόσβαση σε επαρκή δέσμη υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. 5...". Με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι: "Η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται από: α) τα Κέντρα Υγείας του ΕΣΥ και τα περιφερειακά τους ιατρεία, β) τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των. Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), [όπως είναι το ΙΚΑ], που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ, γ) τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., δ) τις μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ε) από άλλους φορείς που συνδέονται οργανωτικά ή λειτουργικά με τις υπηρεσίες του Ε.Σ.Υ.". Από τις διατάξεις αυτές του N. 3235/2004 συνάγεται ότι οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙKA, μετά την ως άνω ημερομηνία (18.02.2004), οπότε τέθηκε ο νόμος αυτός σε ισχύ, εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και ειδικότερα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τον ισχύοντα από 1.1.2004 Ν. 3205/2003 και συγκεκριμένα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του προβλεπόμενου από το άρθρο 8 παρ. Α - 5 αυτού νοσοκομειακού επιδόματος, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των κέντρων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου (ΑΠ 2108/2022, ΑΠ 1317/2021, 1389/2019, ΑΠ 382/2018).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ιατροί σε κέντρα υγείας του ΙΚΑ δικαιούνται του πιο πάνω νοσοκομειακού επιδόματος απ' ευθείας από τις διατάξεις αυτές της κείμενης νομοθεσίας, δεν υφίσταται ανάγκη προσφυγής στην προβλεπόμενη από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, κατά την οποία αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που επέβαλε την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή μεταχείριση πρέπει να παραμείνει ανεφάρμοστη, ως αντισυνταγματική, οπότε, στην περίπτωση αυτή, ως μόνος τρόπος αποκατάστασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας απομένει το να επεκταθεί υπέρ εκείνων, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, ακόμη και αν αυτή αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό. Επομένως στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής. Αντίθετα συντρέχει περίπτωση προσφυγής στην ως άνω συνταγματική αρχή της ισότητας, προκειμένου η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του Ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους Ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ (αρθ. 5 παρ. 10 του Π.Δ/τος 266/1989), να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 3 παρ.1 και 3 και 5 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 266/1989), εφόσον πρόκειται για αξιώσεις αυτών που αφορούν χρονικό διάστημα μέχρι τις 17.2.2004, πριν δηλαδή την έναρξη της ισχύος του Ν. 3235/2004 (ΑΠ 1135/2023, ΑΠ 2108/2022, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Αρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Εσφαλμένο αιτιολογικό, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό, δηλαδή, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, δηλαδή οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 10/2007, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019).

Επομένως, η ευδοκίμηση του λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ προσέλαβε τους ενάγοντες με ειδική σύμβαση εργασίας, κατ' άρθρο 24 ν. 3232/2004 ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθούν ως ιατροί στον κλάδο ΠΕ Ιατρών υπό διάφορες ειδικότητες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν ειδικώς, στις υγειονομικές υπηρεσίες του και ειδικότερα προσλήφθηκαν:[...], η 28η την 2.9.97, η 29η την 1.4.03, [...], ο 137ος (ήδη 134ος αναιρεσίβλητος) την 22.3.95, [...], και υπηρετούσαν στις νομαρχιακές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης: οι[...], 28η, 29η,[...],137ος [...] εξ αυτών. Οι ανωτέρω κατετάγησαν αναλόγως αρχαιότητας και ειδικότητας στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια και ελάμβαναν τις αποδοχές που προβλέπονταν από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω στην μείζονα σκέψη. Ωστόσο όπως συνομολογεί και το εκκαλούν εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον), οι ενάγοντες ουδέποτε έλαβαν το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ.5 Ν.3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, επικαλούμενο το ΙΚΑ ETAΜ ως, τότε εργοδότη αυτών, ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στους υπηρετούντες στις μονάδες που παρέχουν κλειστή ή δευτεροβάθμια περίθαλψη, όπως είναι τα 5 νοσοκομεία του ΙΚΑ που αναφέρονται ανωτέρω. Ωστόσο οι ενάγοντες όπου υπηρέτησαν, έρχονταν καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, δερματικές ασθένειες, κακοήθη νεοπλάσματα, Aids, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματιώσεις), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης ανήκεστες βλάβες της υγείας ακόμα και το θάνατο, εξαιτίας της διάρθρωσης των υγειονομικών μονάδων στις οποίες υπηρετούν με βάση το οργανωτικό πρότυπο των Υγειονομικών μονάδων του ΕΣΥ [...]. Η ταυτότητα δε ή -σε κάθε περίπτωση- ουσιώδης ομοιότητα της ανθυγιεινότητας και επικινδυνότητας της παρεχομένης από τους ενάγοντες εργασίας σε σύγκριση με το προσωπικό των παραρτημάτων των περιφερειακών ιατρείων και των Κέντρων Υγείας αναφαίνεται από την κατ' ιδέαν σύγκριση και αντιπαραβολή του παραϊατρικού έργου το οποίο αυτοί επιτελούν. Ως ιατροί έρχονται αναγκαστικώς λόγω της φύσης της εργασίας τους σε επαφή με ασθενείς, μικρόβια και τα σωματικά εκκρίματα τους (καλλιέργειες). Το προσωπικό, δε των αντιστοίχων με αυτούς ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας (αλλά και των νοσοκομείων του ΙΚΑ) επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους ενάγοντες και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κλπ) και λοιπές περιστάσεις. Ενόψει δε του ότι οι ενάγοντες υπηρετούσαν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, και μισθοδοτούνται με το αυτό μισθολόγιο (ν. 2470/1997 και ν. 3205/2003), τότε η μη χορήγηση και σε αυτούς υπό την ιδιότητα τους ως ιατρών, απασχολούμενων ως ανωτέρω, του ένδικου επιδόματος καθίσταται αντισυνταγματική καθότι προσκρούει στο αρθ. 4 παρ. 1 Συντάγματος, δεδομένου, άλλωστε, ότι δε δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, σύμφωνα και με την αντίστοιχη νομική σκέψη ανωτέρω, λόγους τους οποίους ούτε επικαλέστηκε, πολλώ δε μάλλον δεν απέδειξε το εκκαλούν - εναγόμενο. Κατά συνέπεια προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το ένδικο επίδομα τυγχάνουν εφαρμοστέες και για τους ενάγοντες". Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, καταλήγοντας σε ορθό διατακτικό, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, συνιστάμενη στο ότι, προκειμένου να δεχθεί ότι οι παραπάνω ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, δικαιούνται το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. Α-5 Ν. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, δεν εφάρμοσε την τελευταία αυτή διάταξη σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 παρ. 1 περ. β του Ν. 3235/2004, με την οποία οι νομαρχιακές (και οι τοπικές) μονάδες υγείας του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα κέντρα υγείας και του άρθρου 16 αυτού ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν. 3235/2004 (18-2-2004), αλλά προσέφυγε στη συνταγματική αρχή της ισότητας, κατ' εφαρμογή των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 του Συντάγματος, παρόλο που η προσφυγή στις πιο πάνω συνταγματικές ρυθμίσεις δεν ήταν αναγκαία, ούτε άλλωστε υπήρχε έδαφος εφαρμογής της. Και τούτο διότι οι επίδικες αξιώσεις των άνω εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων-καλούντων για την καταβολή σε αυτούς του ως άνω νοσοκομειακού επιδόματος αφορούσαν τη χρονική περίοδο από 1.1.2006 έως 31.10.2011, δηλαδή περίοδο μετά την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3235/2004, οπότε τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα αναφορικά με την καταβολή σε αυτούς του παραπάνω προβλεπομένου από το άρθρο 8 παρ. Α-5 του Ν. 3205/2003 (ισχύοντος από 1.1.2004) νοσοκομειακού επιδόματος έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με κέντρα υγείας νομαρχιακών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με τη με αριθμό 2/4302/0022/28-1-2004 κοινή υπουργική απόφαση η ισχύς του τελευταίου αυτού νόμου.

Εξάλλου, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, ούτως ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα δεν είναι δυσμενέστερη για το αναιρεσείον (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 1389/2019). Κατόπιν των παραπάνω, ο τρίτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (και όχι του άρθρου 559 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τη συνταγματική αρχή της ισότητας, ισχυριζόμενο ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται μόνο οι ιατροί που εργάζονται σε νοσοκομεία και όχι εκείνοι, όπως οι αναιρεσίβλητοι, που εργάζονται σε νομαρχιακές μονάδες υγείας, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, κατά κύριο λόγο διότι το αναιρεσείον δεν εξειδικεύει τη συγκεκριμένη πλημμέλεια του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή για ανεπαρκή ή αντιφατική αιτιολογία, με αναφορά στις επιπλέον αιτιολογίες που έπρεπε να διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017).

Με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977 (ΦΕΚ A 134) σε συνδυασμό προς το άρθρο μόνο του Π.Δ. 305/1985 (ΦΕΚ Α 204), εξαιρέθηκαν από την εφαρμογή του Ν.Δ. 496/1974 (ΦΕΚ Α 204) "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", οι υπαγόμενοι στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών ασφαλιστικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΙΚΑ (άρθρο 11 Α.Ν. 1846/1951 "Περί κοινωνικών Ασφαλίσεων" (ΦΕΚ Α 179). Έτσι, δεν έχουν εφαρμογή επί των κατά του ΙΚΑ απαιτήσεων οι περί παραγραφής διατάξεις του άνω Ν.Δ. 496/1974 και ειδικότερα η διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 αυτού, που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων του με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου προσωπικού κατά νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Και τούτο διότι η παραγραφή ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 40 του Α.Ν. 1846/1951, όπως η παρ. 6 αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 15 Ν. 4476/1965 και στη συνέχεια με το άρθρο 7 Ν. 825/1978, η οποία στο τελευταίο εδάφιο της ορίζει ότι "πάσα άλλη (εκτός ορισμένων απαιτήσεων περί των οποίων δεν πρόκειται) οιαδήποτε κατά του ΙΚΑ απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Στις εν λόγω απαιτήσεις περιλαμβάνονται, επομένως, και οι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές των υπαλλήλων του ΙΚΑ κατ' αυτού. Η πενταετία αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018). Επισημαίνεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 247), που προβλέπει διετή παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου από τη γέννησή τους (ανεξαρτήτως της αιτίας γέννησης αυτών), δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, διότι με αυτήν ρυθμίζεται η παραγραφή των πιο πάνω αξιώσεων κατά του Ελληνικού Δημοσίου μόνο και δεν αφορά την παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, διότι όπου ο νομοθέτης ήθελε να εξομοιώσει το ΙΚΑ με το Δημόσιο το έπραξε με ρητές διατάξεις (ΑΠ 2108/2022, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 25/2018). Τα παραπάνω δεν διαφοροποιούνται από τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 Α.Ν 1846/1951, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των ατελειών και προνομίων, δικαστικών, διοικητικών και οικονομικών, του Δημοσίου, αφού έναντι αυτής υπερισχύει η ειδική ρύθμιση του άρθρου 40 παρ. 6 του ιδίου νόμου (Α.Ν. 1846/1951), που ρυθμίζει ειδικά τα της παραγραφής αξιώσεων κατά του ΙΚΑ, ή από τη διάταξη του άρθρου 5 Ν. 3210/1955, με την οποία προβλέπεται ότι το ΙΚΑ απολαμβάνει όλων των διαδικαστικών προνομίων του Δημοσίου και επ' αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου, εφαρμόζονται όλες οι εκάστοτε ισχύουσες για το Δημόσιο διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου και της πολιτικής δικονομίας, η οποία, ως εκ του περιεχομένου της, δεν αφορά ουσιαστικά προνόμια, όπως η συντομότερη παραγραφή (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 18/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο (και τελευταίο) από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων υπόκεινται σε πενταετή και όχι σε διετή παραγραφή, απορρίπτοντας την προταθείσα από αυτό σχετική περί διετούς παραγραφής ένσταση. Σύμφωνα, όμως, με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 6 εδ. τελ. του Α.Ν. 1846/1951, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί και όχι σε διετή παραγραφή κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 Ν. 2362/1995 και κατά τη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 Ν.Δ. 496/1974 και έτσι απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος περί διετούς παραγραφής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους ως άνω παριστάμενους καλούντες-αναιρεσίβλητους και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτών, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, καθόσον το αναιρεσείον εκπροσωπήθηκε στην παρούσα δίκη από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παρ. 1 και 3 του άρθρου 30 του Ν. 4038/2012 σε συνδ. με άρθρο 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957 (ΑΠ 400/2022).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά τον 3ο των καλούντων (115° των αναιρεσιβλήτων), Α. Μ. του Ι.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον ως άνω καλούντα-αναιρεσίβλητο.

Απορρίπτει, ως προς τους λοιπούς παριστάμενους καλούντες-αναιρεσίβλητους, την από 25.1.2019 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) για αναίρεση της με αριθ. 10158/2018 απόφασης του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή