ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 55/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 55/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 55/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 55 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 55/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "POLISAN ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ ΡΕΤ ΚΑΙ ΠΡΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "POLISAN ΕΛΛΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Δήμο Ρήγα Φεραίου Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά. Κατά την δικάσιμο της 28ης Φεβρουαρίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AGRIFREDA ΑΒΕΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ", που εδρεύει στον Άψαλο Αριδαίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Σωτήριο Νάστα και Χρήστο Αντωνιάδη, με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 28ης Φεβρουαρίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Νάστα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-9-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Εδέσσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία διορθώθηκε με την 44/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και 2259/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2019 αίτησή της και τους από 18-1-2022 προσθέτους αυτής λόγους, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 28η Φεβρουαρίου 2022, οπότε και συζητήθηκε χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. 253/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων αυτής λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, ΑΠ 533/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης προκύπτει ότι εισάγεται για συζήτηση η από 10.12.2019 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "POLISAN ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΡΗΤΙΝΗΣ PET ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ" με το διακριτικό τίτλο "POLISAN ΕΛΛΑΣ ΑΕ", κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AGRIFREDA ΑΒΕΕ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΜΕΤΑΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ" για αναίρεση της με αριθμό 2259/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η συζήτηση της αίτησης ορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 28.2.2022. Στη συνέχεια, όμως, μετά τη συζήτηση της αίτησης στην παραπάνω δικάσιμο, αντιμωλία των διαδίκων, η δικογραφία αφαιρέθηκε από την ορισθείσα εισηγήτρια με την 198/24 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, επειδή διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης εκ μέρους της, λόγω και της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση, η δε υπόθεση εισήχθη για επανασυζήτηση και ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (29.9.2025) με τη με αριθμό 353/2024 πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος. Ακριβή αντίγραφα της πράξης αυτής επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, τόσο στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας όσο και στον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσίβλητης, οι οποίοι είχαν παραστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 28.2.2022, με την επιμέλεια της γραμματείας του Αρείου Πάγου.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ.577 παρ. 1,3 ΚΠολΔ). Παραδεκτά επίσης ασκήθηκαν και οι από 18.1.2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 21.1.2022 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη νόμιμα και εμπρόθεσμα στις 24.1.2022 (βλ.την από ....2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Μ.Μίλτση), αφού αφορά στα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, που πλήττονται με την αναίρεση (άρθρο 569 ΚΠολΔ). Επομένως η αναίρεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (αρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση. Η ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 του ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Για τη δημιουργία, όμως, της σωρευτικής αυτής αναδοχής, απαιτείται να περιλαμβάνει η μεταβίβαση ένα προς ένα όλα τα στοιχεία, που συνιστούν το ενεργητικό της περιουσίας, έστω και αν εξαιρέθηκαν από αυτή αντικείμενα ασήμαντης αξίας. Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικειμένων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επιπλέον, πρέπει να τελούσε εν γνώσει ο αποκτών, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 451/2012).

Περαιτέρω, επιχείρηση (ως αντικείμενο δικαίου), αποτελεί σύνολο ποικίλων ανομοιογενών στοιχείων, πραγμάτων, δικαιωμάτων, άυλων αγαθών (εμπορική επωνυμία, σήμα, διακριτικά γνωρίσματα), πραγματικών καταστάσεων και σχέσεων προς την αγορά, στην οποία δραστηριοποιείται (πελατεία, φήμη, θέση καταστήματος, αναπτυξιακές προοπτικές και ελπίδες), το οποίο (σύνολο) τελεί υπό οικονομική οργάνωση και ενότητα που ανήκει σε ορισμένο φορέα. Έτσι η επιχείρηση συνιστά αναμφίβολα μία οικονομική ενότητα, που οργανώνεται στη βάση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής ιδέας και δραστηριότητας, οι οποίες αποτελούν προϊόν της διανοίας του επιχειρηματία. Με την έννοια αυτή η επιχείρηση συνιστά αυτή καθαυτή άυλο αγαθό, που περιλαμβάνει το σύνολο των κατ’ ιδίαν εμπραγμάτων, ενοχικών ή άλλων επί άυλων αγαθών δικαιωμάτων, με τα οποία ο επιχειρηματίας εξουσιάζει καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία απαρτίζεται η επιχείρηση, όπως ακίνητα, κινητά, επωνυμία σήμα, διακριτικά γνωρίσματα (ΟλΑΠ 7/2009,ΑΠ 533/2021). Οι πιο πάνω ρυθμίσεις ισχύουν και όταν ολόκληρη η περιουσία ή επιχείρηση του οφειλέτη μεταβιβάζεται σε άλλον όχι με μία αλλά με περισσότερες μεταβιβαστικές πράξεις και μάλιστα είτε συγχρόνως είτε διαδοχικά με την προϋπόθεση όμως, στην τελευταία περίπτωση, οι πράξεις να αποτελούν μεταξύ τους ενότητα ή, με άλλη διατύπωση, να βρίσκονται σε στενή χρονική και οικονομική σχέση, όπως και όταν δεν μεταβιβάζεται στον αποκτώντα η επιχείρηση ως προς όλα τα επί μέρους στοιχεία της, αλλά ως προς ορισμένα, τα οποία όμως συνθέτουν τον πυρήνα που είναι αναγκαίος ώστε να είναι δυνατή η εξακολούθηση της λειτουργίας της (ΑΠ 1179/2020, ΑΠ 1995/2014, ΑΠ1039/2010). Οι διατάξεις, όμως, αυτές δεν εφαρμόζονται όταν το σύνολο περιουσίας ή επιχειρήσεως μεταβιβάζεται τμηματικά σε περισσότερα διαφορετικά πρόσωπα, εκτός αν εκείνοι που αποκτούν γνωρίζουν αυτό, ότι δηλαδή οι πλείονες συμβάσεις έγιναν με τον αυτό σκοπό της μεταβίβασης της περιουσίας, οπότε η ευθύνη καθενός από αυτούς περιορίζεται ανάλογα με το τμήμα της περιουσίας που αποκτούν. Ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσεως, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας (εκτός των προσωποπαγών), αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, με την έννοια δε αυτή περιλαμβάνονται και εκείνα που, κατά τον χρόνο της μεταβιβαστικής σύμβασης, τελούν υπό προθεσμία ή αίρεση, καθώς και εκείνα που προέρχονται από μεταβολή ή επέκταση της ενοχής, η οποία υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Για την ευθύνη του αποκτώντος δεν απαιτείται να γνώριζε αυτός την ύπαρξη των χρεών, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ούτε επίσης απαιτείται αυτά να είχαν αναγνωρισθεί δικαστικώς σε δίκη μεταξύ του μεταβιβάζοντος οφειλέτη και του δανειστή μέχρι του χρόνου της μεταβίβασης. Επομένως, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015).

Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ' αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο φορέα ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο φορέα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (ΑΠ 444/2019). Η αγωγή του δανειστή, με έρεισμα την ύπαρξη συμβάσεως περί μεταβιβάσεως περιουσίας ή ποσοστού αυτής, πρέπει να διαλαμβάνει α) την ύπαρξη τέτοιας συμβάσεως, β) τις κατά του μεταβιβάσαντος απαιτήσεις του, που είχαν γεννηθεί πριν από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση μεταβιβάσεως μεμονωμένων περιουσιακών στοιχείων που εξαντλούν την περιουσία ή αποτελούν το πλέον σημαντικό τμήμα αυτής, το γεγονός ότι εκείνος που απέκτησε γνώριζε αυτό ή ήταν σε θέση να το γνωρίζει, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών (ΑΠ 2039/2022, ΑΠ 533/2021, ΑΠ 451/2012, ΑΠ 1039/2010, ΑΠ 909/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).

Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 4.10.2016 αγωγή της εξέθεσε ότι στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) πώλησε και παρέδωσε σε αυτήν εμπορεύματα αντί συνολικού τιμήματος 379.739,77 ευρώ, ότι για μέρος του τιμήματος, ύψους 355.246,65 ευρώ, η πρώτη εναγόμενη εξέδωσε εις διαταγήν της ενάγουσας επιταγή, η οποία, αν και εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για πληρωμή, δεν πληρώθηκε, αιτία για την οποία η ενάγουσα ζήτησε και έλαβε διαταγή πληρωμής για το ανωτέρω ποσό πλέον τόκων και εξόδων, και συνολικά για 373.508,99 ευρώ, και ότι στη συνέχεια η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στη δεύτερη εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη το σύνολο της επιχείρησής της, η οποία αποτελεί το κυριότερο περιουσιακό στοιχείο της πρώτης, γεγονός που η δεύτερη γνώριζε κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, η δεύτερη λόγω της παθητικής εις ολόκληρο ενοχής της με την πρώτη λόγω της απόκτησης της περιουσίας της, να της καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστη το ανωτέρω ποσό των 373.508,99 ευρώ, με το νόμιμο τόκο. Με την αριθμ. 41/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, όπως αυτή διορθώθηκε με την αριθ. 44/2017 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, η αγωγή θεωρήθηκε ότι δεν ασκήθηκε ως προς την πρώτη εναγομένη λόγω παραίτησης της ενάγουσας από το δικόγραφο της αγωγής ως προς αυτήν και έγινε δεκτή κατά τα λοιπά ως προς την αναιρεσίβλητη ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αναιρεσίβλητη άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη 2259/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Η ενάγουσα [αναιρεσείουσα], η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παραγωγής πλαστικών συσκευασιών τροφίμων και πλαστικών φιαλών νερού και αναψυκτικών πώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη, μη διάδικο στην παρούσα δίκη, κατά το χρονικό διάστημα από 10-6-2014 έως 31-7-2014 πρώτες ύλες, έναντι συνολικού τιμήματος ποσού 379.739,77 ευρώ, εκδίδοντας για το σκοπό αυτό και τα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης. Έναντι του ως άνω τιμήματος η πρώτη εναγομένη εταιρία κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 24.493,12 ευρώ, για το υπόλοιπο δε αυτού, ποσού 355.246,65 ευρώ, εξέδωσε σε διαταγή της (ενάγουσας) την από 8-6-2015 και με αριθμό ... τραπεζική επιταγή της τράπεζας Πειραιώς, σε διαταγή της ενάγουσας, την οποία και παρέδωσε στην τελευταία. Η ανωτέρω επιταγή εμφανίστηκε εμπροθέσμως προς πληρωμή και δεν πληρώθηκε, γεγονός που βεβαιώθηκε στο σώμα αυτής. Κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε με βάση την εν λόγω επιταγή η υπ' αριθ. 132/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης, η οποία, αφού έλαβαν χώρα οι νόμιμες επιδόσεις, κατέστη τελεσίδικη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη, μη διάδικος στην παρούσα δική, με το από 25-8-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μισθώσεως εκμίσθωσε στην δεύτερη εναγομένη εταιρία [αναιρεσίβλητη], η οποία ασχολείται με τη μεταποίηση, επεξεργασία και εμπορία φρούτων και λαχανικών και δευτερευόντως με την επεξεργασία και εμπορία σειράς ακόμη ειδών τροφίμων με προορισμό τη διακίνηση τους χονδρικώς μέσα από συνεργασίες με αλυσίδες καταστημάτων λιανεμπορίου στην ημεδαπή και στο εξωτερικό και η οποία για τους ανωτέρω σκοπούς διατηρεί έξι (6) διαφορετικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας και αποθήκευσης φρούτων, λαχανικών και λοιπών τροφίμων, στην ευρύτερη περιοχή του Ν. Πέλλας και στην Αττική ..., τα ακίνητα που η ίδια (πρώτη εναγομένη) χρησιμοποιούσε για τη λειτουργία της επιχειρήσεως της, στα οποία βρίσκονταν δύο διακριτές βιομηχανικές μονάδες επεξεργασίας τροφίμων και εμφιάλωσης νερού αποτελούμενες από: α) τρία βιομηχανικά κτίρια όπου βρίσκεται εγκατεστημένος μηχανολογικός για την επεξεργασία τροφίμων και β) τρία κτίσματα (βιομηχανοστάσια) όπου βρίσκεται εγκατεστημένος μηχανολογικός εξοπλισμός επεξεργασίας και εμφιάλωσης νερού, ενώ εντός των ανωτέρω ακινήτων βρίσκονται δύο πηγές άντλησης ύδατος με τον κατάλληλο εξοπλισμό. Η διάρκεια της μισθώσεως συμφωνήθηκε για δώδεκα (12) έτη έναντι ετησίου μισθώματος 80.000,00 ευρώ για το πρώτο έτος, αναπροσαρμοζόμενο για κάθε επόμενο έτος κατά ποσοστό 2%. Ακόμη, συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από την δεύτερη εναγομένη ως εγκατάσταση αποθήκευσης, ψύξης κ.λ.π. οπωροκηπευτικών και λοιπών τροφίμων, στα πλαίσια εξυπηρέτησης του σκοπού της μισθώτριας εταιρίας, καθώς και ως μονάδα άντλησης και εμφιάλωσης νερού επιτρεπομένης και κάθε άλλης χρήσης αυτού καθ1 όλη τη διάρκεια της μισθωτικής σύμβασης, σύμφωνης πάντοτε με το εκάστοτε αντικείμενο δραστηριότητος του μισθωτή. Μετά την εκμίσθωση των ως άνω ακινήτων η πρώτη εναγομένη μετέφερε την έδρα της στο κέντρο της πόλεως της Έδεσσας, όπου συνέχισε τις επαγγελματικές της δραστηριότητες, όπως αυτή της εκδόσεως της προαναφερομένης με αριθμό ... τραπεζικής επιταγής της τράπεζας Πειραιώς, για την εξασφάλιση πληρωμής του κατά τα άνω χρέους της προς την ενάγουσα εταιρία, ούτε άλλωστε έγινε διαγραφή της από το μητρώο ανωνύμων εταιριών. Κατά το χρόνο καταρτίσεως της εν λόγω συμβάσεως μισθώσεως η εκμισθώτρια εταιρία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθ. ...-2017 ένορκη κατάθεση του Φ. Ρ., ο οποίος υπό την ιδιότητα του διατελέσαντος μέλους του διοικητικού συμβουλίου και διευθύνων σύμβουλος της πρώτης εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "Ecofood Α.Ε." καταθέτει επί λέξει: "Το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας μετά την τελευταία αύξηση που έλαβε χώρα τον Νοέμβριο του 2013 ανερχόταν σε 3.174.000,00 ευρώ. Μοναδική ακίνητη περιουσία της εταιρείας είναι δύο όμορα γήπεδα επί του 5ου Οικοδομικού Τετραγώνου της Βιομηχανικής Περιοχής Δροσιάς στην Έδεσσα, εμβαδού 15.441,25 τ.μ. το ένα και 11.740,10 τ.μ. το δεύτερο, τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο γήπεδο, επί του οποίου βρίσκονται δύο βιομηχανικές μονάδες, εργοστασιακά συγκροτήματα, μία επεξεργασίας και εμπορίας σαλιγκαριών και φρούτων εμβαδού 9.502,76 τ.μ. και μία εμφιαλώσεως νερού εμβαδού 4.719,84 τ.μ. Εντός των μονάδων αυτών βρίσκεται εγκατεστημένος ο αντίστοιχος εξοπλισμός για την επεξεργασία σαλιγκαριών και φρούτων και εμφιαλώσεως νερού, οι δε αποθήκες της μονάδας περιλαμβάνουν υλικά συσκευασίας, αναλώσιμα, χημικά κλπ. Πέραν των ανωτέρω αναφερομένων, η εταιρεία δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία κινητά ή ακίνητα. Επί των παραπάνω ακινήτων έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς συνολικού ύψους 13.800.000,00 ευρώ και υπέρ της Εθνικής Τράπεζας ύψους 500.000,00 ευρώ προς εξασφάλιση δανείων που είχε λάβει η εταιρεία. Επιπλέον, όσον αφορά στην κινητή της περιουσία, δηλ. τον πιο πάνω μηχανολογικό εξοπλισμό και τις εργοστασιακές - βιομηχανικές εγκαταστάσεις, έχει συσταθεί δικαίωμα ενεχύρου ποσού 1,880.000,00 ευρώ υπέρ της Εθνικής Τράπεζας και υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς, η οποία μάλιστα το 2008 είχε εκτιμήσει την αξία του μηχανολογικού εξοπλισμού στο ποσό των 4,421.062,80 ευρώ... Τα τελευταία χρόνια, η εταιρεία Ecofood Α.Ε, αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες λόγω της οικονομικής κρίσης και κυρίως λόγω των υπέρογκων μακροχρόνιων και βραχυχρόνιων δανείων που είχε λάβει κυρίως από την Τράπεζα Πειραιώς, ύψους 8.500.000,00 ευρώ και από άλλες τράπεζες - Εθνική, Eurobank, Alpha - ύψους 2,000.000,00 ευρώ, τα οποία ήταν απαραίτητα για την δημιουργία του βιομηχανοστασίου εμφιάλωσης νερού και τη βραχυχρόνια λειτουργία και βιωσιμότητα της. Λόγω των χρηματοοικονομικών προβλημάτων, η εταιρεία είχε αρκετές οφειλές προς προμηθευτές μας συμπεριλαμβανομένης και της Polisan, στην οποία οφείλει ακόμη τιμολόγια πώλησης πρώτων υλών που εκδόθηκαν τον Ιούνιο - Ιούλιο του 2014 και συγκεκριμένα από την 10.6.2014 μέχρι την 31.7.2014... Τον Απρίλιο του 2014 ο κλάδος εμπορίας σαλιγκαριών αποσχίσθηκε και παραχωρήθηκε στην κατά 99,997% θυγατρική εταιρία ΡΟΔΥ Α.Ε. με στόχο να βρεθεί στρατηγικός επενδυτής και η Ecofood Α.Ε κράτησε μόνο την βασική δραστηριότητα της εμφιάλωσης νερού". Όπως όμως αποδείχθηκε, την εν λόγω οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης, γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης, Ι. Σ., ο οποίος μετά από διαπραγματεύσεις με τον βασικό μέτοχο της εταιρίας με την επωνυμία "Ecofood Α.Ε.", Ι. Κ., με θέμα την ενδεχόμενη μεταβίβαση του ακινήτου από την τελευταία προς την δεύτερη εναγομένη, κατά τις οποίες του τέθηκαν τα ζητήματα της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετώπιζε η εταιρία με την επωνυμία "Ecofood Α.Ε,", κατέληξε στη μίσθωση των εγκαταστάσεων της τελευταίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ως άνω μισθωτήριο; δοθέντος ότι αφενός μεν δεν ήταν δυνατόν να γίνει μεταβίβαση, διότι, ως προελέχθη, τα ακίνητα της εταιρίας ήταν στο σύνολο τους υποθηκευμένα και τα κινητά, όπως ο εξοπλισμός και τα μηχανήματα ήταν ενεχυριασμένα υπέρ των πιστωτών της "Ecofood Α.Ε.", αφετέρου δε τα στελέχη της δεύτερης εναγομένης ήθελαν να διασφαλιστεί ότι δεν θα είχε καμιά εμπλοκή στα υπέρογκα χρέη αυτής... Ο ισχυρισμός περί μεταβιβάσεως του συνόλου της επιχειρήσεως της εταιρίας με την επωνυμία "Ecofood Α.Ε." προς την δεύτερη εναγομένη, δεν αποδείχθηκε από την ενάγουσα, που φέρει και το σχετικό βάρος. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι η εν λόγω μίσθωση είναι ενεργή καθόσον από τα τέλη του έτους 2014 το συμφωνηθέν μίσθωμα εισπράττεται από την Τράπεζα Πειραιώς, κατόπιν συμβάσεως ενεχυρίασης των μισθωμάτων που έλαβε χώρα μεταξύ της εκμισθώτριας εταιρίας και της άνω τράπεζας για την κάλυψη δανειακών οφειλών της εκμισθώτριας: προς αυτήν (τράπεζα). Ακόμη, αποδείχθηκε ότι δεν έγινε μεταβίβαση κατά κυριότητα των ακινήτων της εκμισθώτριας εταιρίας προς την δεύτερη εναγομένη, όπως επίσης δεν μεταβιβάστηκε κατά κυριότητα η κινητή περιουσία αυτής (εκμισθώτριας), μεταβιβάσεις άλλωστε που θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν λόγω των προαναφερόμενων υφισταμένων βαρών στην ακίνητη και κινητή περιουσία της εκμισθώτριας, η μόνη δε πώληση που έγινε ήταν αυτή του συνόλου των ανταλλακτικών για τη εύρυθμη λειτουργία του μηχανολογικού εξοπλισμού που είχε εκμισθωθεί στη δεύτερη εναγομένη...

Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από τη με αριθ. πρωτοκολ. Φ. 14.2/1900/4274/5-12-2014 απόφαση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας η άδεια λειτουργίας εμφιάλωσης νερού τροποποιήθηκε λόγω αλλαγής φορέα της μονάδας από το όνομα της εκμισθώτριας εταιρίας στο όνομα της δεύτερης εναγομένης εταιρίας. Επιπλέον, η δεύτερη εναγομένη τροποποίησε τον εταιρικό της σκοπό, επεκτείνοντας τον, ώστε να συμπεριλάβει σε αυτόν και την εμφιάλωση φυσικού μεταλλικού και επιτραπέζιου νερού και την παραγωγή πλαστικών ειδών συσκευασίας νερού και αναψυκτικού, όπως αυτό αποδεικνύεται από την υπ' αριθ. πρωτ. ...-2014 ανακοίνωση του επιμελητηρίου Πέλλας, η οποία δημοσιεύθηκε στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ στις Ϊ6-12-2014, Ωστόσο, παρά τα ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκμισθώτρια εταιρία ουδέποτε εκχώρησε στη δεύτερη εναγομένη οποιοδήποτε δικαίωμα είτε απαίτηση της έναντι τρίτων. Τούτο αποδεικνύεται από την από 2-6-2015 εξώδικη γνωστοποίηση -πρόσκληση - δήλωση της εκμισθώτριας εταιρίας προς την Γενική Διεύθυνση Χωροταξικής και Περιβαλλοντικής Πολιτικής - Διεύθυνσης Υδάτων Κεντρικής Μακεδονίας και δη του Τμήματος Ανάπτυξης και Διμερών Σχέσεων, που παραδεκτά και νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα (άρθρο 529 ΚΠολΔ), καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτή (εκκαλούσα) δεν προέβη στην προσκόμισή της στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια. Ειδικότερα-, η εκμισθώτρια εταιρία στη σελίδα (3) δηλώνει επί λέξει: "....σας δηλώνουμε κατηγορηματικά και ρητά ότι ουδέποτε συναινέσαμε, ούτε συναινούμε και ούτε θα συναινέσουμε στη χρήση και εκμετάλλευση αμφοτέρων των πηγών μας από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "AGRIFREDA Α.Β.Ε.Ε.", η οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, αυθαίρετα και άνευ προηγούμενης άδειας χρήσης εμφιαλώνει το νερό των πηγών μας και διαθέτει αυτό προς οικονομικό της όφελος....-. Σας καλούμε ειδικότερα όπως εκδώσετε ευθύς αμέσως σχετικό έγγραφο - εντολή με το οποίο/οποία να απαγορεύεται η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "AGRIFREDA Α.Β.Ε.Ε." να χρησιμοποιεί το νερό αμφότερων των πηγών μας, καθώς η με αριθμό πρωτοκόλλου ....2014 άδεια χρήσης νερού είναι εν ισχύ, ισχύει για 6 έτη και δικαιούχος φορέας αυτής είναι αποκλειστικά και μόνο η εταιρία μας ". Ενόψει δε του γεγονότος ότι η εκμισθώτρια εταιρία από τον Απρίλιο του έτους 2014 παραχώρησε τον κλάδο της εμπορίας σαλιγκαριών στη θυγατρική εταιρεία ΡΟΔΥ Α.Ε. και διατήρησε μόνο τη βασική δραστηριότητα της εμφιάλωσης νερού, την οποία με βάση την ανωτέρω δήλωση της ουδέποτε μεταβίβασε στην δεύτερη εναγομένη εταιρία, παρά τα αντιθέτως συμφωνηθέντα στη σύμβαση εκμισθώσεως περί χρήσεως του μισθίου μεταξύ άλλων ως μονάδας άντλησης και εμφιάλωσης νερού, δεν δύναται να γίνεται λόγος περί μεταβίβασης επιχείρησης, κατά τα αβασίμως από την ενάγουσα ισχυριζόμενα. Είναι αληθές βέβαια ότι η εναγόμενη προσέλαβε στην επιχείρηση της πρώην εργαζομένους της εκμισθώτριας εταιρίας και συγκεκριμένα την Α. Τ., μέλος του Δ.Σ. της τελευταίας και της θυγατρικής αυτής ΡΟΔΥ Α.Ε. με καθήκοντα Operation Manager και Υπεύθυνης Μισθοδοσίας Προσωπικού, το μέλος του Δ.Σ. και Οικονομικό Διευθυντή, Α. Β., τον υπεύθυνο Logistics & Εξοπλισμού, Λ. Μ., την υπεύθυνη Χημείου & Ποιοτικού Ελέγχου, Θ. Μ. καθώς και τα στελέχη πωλήσεων Μ. και Κ., σύμφωνα και με την άνω ένορκη κατάθεση του Φ. Ρ., καθώς και κάποιους τεχνίτες, πλην όμως, τους παραπάνω εργαζομένους η εναγομένη τους προσέλαβε αφενός μεν μετά την κατάρτιση της επίδικης συμβάσεως μισθώσεως αφετέρου δε λόγω της προϋπηρεσίας και εξειδίκευσης τους στις ανωτέρω θέσεις, δοθέντος ότι στην πόλη της Έδεσσας η δυνατότητα εύρεσης εργατικού δυναμικού με τα προαναφερόμενα επαγγελματικά προσόντα είναι περιορισμένη. Οι εργασιακές τους σχέσεις δεν μεταβιβάστηκαν από την -επιχείρηση της πρώην εργοδότριας εταιρίας τους (εκμισθώτριας) στη δεύτερη εναγομένη, ούτε θα μπορούσαν, άλλωστε, αφού δεν πρόκειται για συνέχιση επιχείρησης με την έννοια της διαδοχής εργοδότη, αλλά για εντελώς διαφορετική επιχείρηση με απλώς παρόμοιο αντικείμενο εργασιών. Επίσης, αποδείχθηκε ότι μετά την εκμίσθωση των εγκαταστάσεων της εκμισθώτριας εταιρίας, η δεύτερη εναγομένη κατέθεσε στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου - Διεύθυνση Σημάτων αίτηση για καταχώρηση του σήματος "Δροσιά" για την κλάση προϊόντων 32: νερό και αναψυκτικά. Το ανωτέρω προϊόν "Δροσιά" αποτελούσε το κύριο προϊόν της εκμισθώτριας εταιρίας, όσο αυτή δραστηριοποιείτο στον τομέα της εμφιάλωσης νερού και μάλιστα και η ίδια (εκμισθώτρια) είχε επιχειρήσει ανεπιτυχώς στο παρελθόν να καταχωρήσει στη Διεύθυνση το σήμα με την ανωτέρω ονομασία, μόλις δε το έτος 2015 δυνάμει της υπ' αριθ. 18438/2015 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών έγινε δεκτή ασκηθείσα προσφυγή από αυτήν κατά της απορριπτικής αποφάσεως της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων για καταχώρηση σήματος. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εκμισθώτρια μεταβίβασε στη δεύτερη εναγομένη την επιχείρηση της στο σύνολο της, δηλαδή μεταβίβασε το σύνολο των πραγμάτων, δικαιωμάτων και πραγματικών καταστάσεων πού είχαν οργανωθεί σε οικονομική ενότητα από την ίδια για προσπορισμό κέρδους (πελατεία, καλή φήμη, εμπορική πίστη, εμπορικά σήματα, τεχνογνωσία κ.λ.π.) πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, η εκμισθώτρια εταιρία κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως μισθώσεως ήταν μια κατάχρεη εταιρία, με οφειλές σε μεγάλο αριθμό πιστωτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι προαναφερόμενες τράπεζες, χωρίς εμπορική πίστη λόγω της αφερέγγυας στάσης έναντι των πιστωτών της, ουδέποτε προέβη στη μεταβίβαση του ως άνω εμπορικού σήματος "ΔΡΟΣΙΑ", παρά το σχετικό αίτημα της δεύτερης εναγομένης, ενώ, όσον αφορά το πελατολόγιο της δεύτερης εναγομένης, για το οποίο η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι μεταβιβάσθηκε από την "EcofoodA.E", στην τελευταία στο πλαίσιο μεταβίβασης του συνόλου της επιχείρησης, τούτο διαφοροποιείται από το αντίστοιχο της εκμισθώτριας εταιρίας, καθώς πελάτες της δεύτερης εναγομένης είναι κυρίως οι αλυσίδες λιανικής πώλησης Lidl Bazaar, Discount Markt in, Ελομάς, Ελληνικά Μάρκετ, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του πελατολογίου της "Ecofood ΑΕ" αποτελούσαν οι αλυσίδες Carefour- Μαρινόπουλος, Μετρό, Μασούτης Α.Ε., οι οποίες μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως δεν κατέστησαν πελάτες της δεύτερης εναγομένης. Τέλος, ούτε μεταβίβαση τεχνογνωσίας για τον τομέα της εμφιάλωσης νερού έγινε από την εκμισθώτρια εταιρία, καθόσον η δεύτερη εναγόμενη εταιρία διέθετε στην αγορά παρόμοιο προϊόν (εμφιαλωμένο νερό) με το λογότυπο "Βοράς", και επομένως, με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η ισχυριζόμενη από την ενάγουσα μεταβίβαση επιχείρησης από την εταιρία με την επωνυμία "Ecofood Α.Ε.", ουδεμία οικονομική ωφέλεια θα προσπόριζε στην επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης εταιρίας.
Συνεπώς, δεν αποδείχθηκε ότι μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγόμενη από την εταιρία με την επωνυμία "Ecofood Α.Ε.", το σύνολο της επιχείρησης της ή σημαντικό ποσοστό αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή η ενάγουσα, με αποτέλεσμα να μην καθιερώνεται αναγκαστική ευθύνη εκ του νόμου (479 ΑΚ) της δεύτερης εναγομένης εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη εταιρία για τα προς τρίτους χρέη της, όπως είναι και το έναντι της ενάγουσας χρέος της και η κρινόμενη αγωγή αποδεικνύεται ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί". Με την ανωτέρω αιτιολογία το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την αγωγή της αναιρεσείουσας και απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη δεν απέκτησε την περιουσία της πρώτης εναγόμενης και συνεπώς δεν ευθύνεται για το χρέος αυτής προς την αναιρεσείουσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η πρώτη εναγόμενη εταιρεία δεν μεταβίβασε άτυπα, το έτος 2014 στην αναιρεσίβλητη, ως σύνολο επιχειρήσεως, το σύνολο της εμπορικής της δραστηριότητας (εξοπλισμό, πελατεία, φήμη, εμπορική πίστη κ.λ.π.) και δη την επιχείρηση επεξεργασίας και συσκευασίας σαλιγκαριών, ψαριών, λαχανικών, φρούτων και εν γένει τροφίμων και εμφιάλωσης και εμπορίας νερού, αναψυκτικών και χυμών, που διατηρούσε στο 5° Ο.Τ. της Βιομηχανικής Περιοχής Δροσιάς του Δήμου Εδεσσας Πέλλας επί της Παλαιάς Ε.Ο. Εδεσσας Φλώρινας, αλλά απλώς εκμίσθωσε σε αυτήν μέρος των εγκαταστάσεών της εμφιάλωσης νερού. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτή, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 479 εδ. α' του ΑΚ, δεδομένου ότι, ειδικότερα, εκτίθενται στην απόφαση τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή δεν έγινε μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στην αναιρεσίβλητη, με έννομη ως εκ τούτου συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη της αναιρεσίβλητης για καταβολή του χρέους της πρώτης εναγόμενης, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή ειδικότερες παραδοχές, ότι α) μετά την εκμίσθωση των εγκαταστάσεων της επιχείρησής της στις 25.8.2014 στην αναιρεσίβλητη, η πρώτη εναγόμενη μετέφερε την έδρα της στο κέντρο της πόλης της Εδεσσας, όπου συνέχισε τις επαγγελματικές δραστηριότητές της, ενώ δεν ζήτησε τη διαγραφή της από μητρώο ανωνύμων εταιρειών, β) η εν λόγω μίσθωση είναι ενεργή, καθώς το συμφωνηθέν μίσθωμα εισπράττεται από την Τράπεζα Πειραιώς, κατόπιν σύμβασης ενεχυρίασης των μισθωμάτων που έλαβε χώρα μεταξύ της εκμισθώτριας πρώτης εναγόμενης και της Τράπεζας για την κάλυψη δανειακών οφειλών της εκμισθώτριας προς αυτήν, γ) τον Απρίλιο του έτους 2014 η πρώτη εναγόμενη παραχώρησε τη βιομηχανική μονάδα επεξεργασίας και εμπορίας σαλιγκαριών στη θυγατρική της εταιρία ΡΟΔΥ ΑΕ και διατήρησε μόνο τη δραστηριότητα της εμφιάλωσης νερού, δ) τα ακίνητα της εταιρείας δεν μεταβιβάστηκαν στην αναιρεσίβλητη, η δε πώληση του συνόλου των ανταλλακτικών έγινε για να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του εξοπλισμού που είχε εκμισθωθεί, ενώ τα στελέχη της αναιρεσίβλητης ήθελαν τη μίσθωση των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγόμενης και όχι τη μεταβίβαση αυτών, επειδή γνώριζαν τα υπέρογκα χρέη και τις οικονομικές δυσκολίες αυτής και ήθελαν να διασφαλιστεί ότι δεν θα είχαν καμία εμπλοκή σ'αυτά, ε) η εκμισθώτρια ουδέποτε εκχώρησε στην αναιρεσίβλητη-μισθώτρια οποιοδήποτε δικαίωμα ή απαίτησή της έναντι τρίτων, στ) οι εργασιακές σχέσεις των πρώην εργαζομένων της εκμισθώτριας δεν μεταβιβάστηκαν στη μισθώτρια-αναιρεσίβλητη, αλλά αυτοί προσλήφθηκαν με νέα σύμβαση εργασίας, ζ) η εκμισθώτρια δεν προέβη ποτέ στη μεταβίβαση προς την αναιρεσίβλητη του εμπορικού σήματος εμφιαλωμένου νερού "ΔΡΟΣΙΑ", η) το πελατολόγιο της εκμισθώτριας εταιρείας διαφοροποιείται από αυτόν της μισθώτριας- αναιρεσίβλητης, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του πελατολογίου της "Ecoffood ΑΕ", (οι αλυσίδες Carrefour-Μαρινόπουλος, Μετρό, Μασούτης ΑΕ), μετά την κατάρτιση της σύμβασης μίσθωσης δεν κατέστησαν πελάτες της μισθώτριας, και θ) δεν έγινε μεταβίβαση τεχνογνωσίας για τον τομέα της εμφιάλωσης νερού από την εκμισθώτρια, καθώς η αναιρεσίβλητη διέθετε στην αγορά παρόμοιο προϊόν (εμφιαλωμένο νερό) με το λογότυπο "Βόρας" και επομένως είχε γνώση επεξεργασίας του. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης και ο δεύτερος των πρόσθετων λόγων, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007). Επίσης κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, δεν αποτελούν "πράγματα", οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΑΠ 902/2019, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 109/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό της, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσίβλητη συνέχισε αδιάλειπτα την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας Ecofood ΑΕ, συνεχίζοντας στη θέση της τη λειτουργία των βιομηχανικών μονάδων των οποίων της παραχωρήθηκε η χρήση με την από 25.8.2014 σύμβαση μισθώσεως, καθώς και την παραγωγή των προϊόντων τα οποία παρήγαγε η παραπάνω εταιρεία. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, συνιστά επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς ενίσχυση του αγωγικού ισχυρισμού της για τη μεταβίβαση της επιχείρησης κατ'άρθρο 479 ΑΚ και όχι αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό θεμελιωτικό της αγωγής. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.12.2019 αίτηση και 18.1.2022 πρόσθετους λόγους της εταιρίας "Polisan Ελλάς Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2259/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή