Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 83 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 83/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου-Δημοτικής Επιχειρήσεως Κοινωφελούς χαρακτήρα με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ-ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΒΟΛΟΥ" (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Βόλο και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Τριαντάφυλλου Εμμανουηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Α. Γ. του Κ., 2) Ν. Τ. του Α. και 3) Ι. Π. του Μ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Μπαλατσούκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 24/5-10-2023 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν η 8/2024 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 379/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-1-2025 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την από 28-1-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. 71/6/2025) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 379/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 8/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 4-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 24/5-10-2023) αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 13-1-2025, όπως ισχυρίζεται αυτή με την κρινόμενη αίτησή της, χωρίς να αμφισβητείται τούτο από τους αναιρεσιβλήτους, και η αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 30-1-2025, συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Η αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση ιδρύθηκε με το ν. 890/1979 "περί συστάσεως δημοτικής επιχειρήσεως υδρεύσεως και αποχετεύσεως δήμων και κοινοτήτων μείζονος περιοχής Βόλου" (ΦΕΚ Α' 80), που ορίζει στο άρθρο 1 ότι: "Συνιστάται δημοτική επιχείρησις με έδραν τον δήμον Βόλου υπό την επωνυμίαν "Δημοτική επιχείρηση υδρεύσεως και αποχετεύσεως δήμων και κοινοτήτων μείζονος περιοχής Βόλου", υπαγόμενη εις την εποπτείαν και τον έλεγχον του Υπουργού των Εσωτερικών". Ακολούθως, με το άρθρο 109 παρ. 8 του ν. 3852/2010, όπως η παρ. 8 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν. 4483/2017 (ΦΕΚ Α 107/31-7-2017), ορίστηκε ότι από 1-1-2011 η Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Μείζονος περιοχής Βόλου (Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.) διέπεται σχετικά με την εν γένει λειτουργία της από τις σχετικές διατάξεις του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων διά την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α' 191), καταργουμένων των αντίστοιχων διατάξεων του ν. 890/1979. Με το άρθρο 1 του ν. 1069/1980, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4483/2017 "Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης Αποχέτευσης, θέματα ΟΤΑ", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α.) αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου της παρ. 4 του άρθρου 252 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ΚΔΚ), όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3463/2006 (Α' 114), έχουν κοινωφελή και μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλες ειδικές διατάξεις του παρόντος, του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και του ν. 3852/2010 (Α' 87). 2. Οι Δ.Ε.Υ.Α. καταρτίζουν κανονισμούς εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 1876/1990 (Α' 27), το άρθρο 12 παράγραφοι 1, 2 και 4 του ν. 1767/ 1988 (Α' 63) και το ν.δ. 3789/1957 (Α' 21).
Στην τελευταία περίπτωση, οι Κανονισμοί κυρώνονται από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), σύμφωνα με την παρ. 2 περίπτωση 1α' του άρθρου 2 του ν. 3996/2011 (Α' 170). 3..... 4. Οι Δ.Ε.Υ.Α. συνιστώνται, ύστερα από σύνταξη οικονομικοτεχνικής μελέτης, με απόφαση του οικείου ή των οικείων Δημοτικών Συμβουλίων, με την οποία ορίζεται η επωνυμία, η έδρα, οι λόγοι που δικαιολογούν τη σύστασή τους, τα περιουσιακά στοιχεία που παραχωρούνται σε αυτές, ο τρόπος εκμετάλλευσης των περιουσιακών στοιχείων, των έργων και των υπηρεσιών τους και των εσόδων από αυτή, καθώς και η περιοχή αρμοδιότητάς τους. Η απόφαση για τη σύσταση Δ.Ε.Υ.Α. εγκρίνεται με πράξη του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως", ενώ με το άρθρο 7 παρ. 1 του ιδίου νόμου (1069/1980) ορίζεται ότι "Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθ' ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον". Κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, με την υπ' αριθ. 46514/2022 (ΦΕΚ Β 1311/21-3-2022) απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας εγκρίθηκε η υπ' αριθ. 1/25-1-2022 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας περί έγκρισης του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.) αυτής, ο οποίος στο άρθρο 6, με τίτλο "Λύση της Εργασιακής Σχέσης", ορίζει τα εξής: "Α. Αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης: 1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από τους ισχύοντες κάθε φορά νόμους. 2. Αν ο εργαζόμενος παρά τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότησή του, το ΔΣ, μετά από αίτησή του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι την συμπλήρωση των ημερών αυτών, όχι όμως πέρα από το 70ο έτος ηλικίας του.....".
Εξάλλου, ο ν. 1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις" (Α' 101) ορίζει στην παρ. 1 του άρθρου 51, με τίτλο "Επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα", όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα άρθρα 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991, 3 παρ. 6 του ν. 3229/2004 και 36 του ν. 4170/2013, ότι: "1. Ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α. Τις κάθε είδους δημόσιες υπηρεσίες, που υπάγονται στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου και εκπροσωπούνται από αυτό. β. Τα κάθε είδους Ν.Π.Δ.Δ. εξαιρουμένων των Χρηματιστηρίων Αξιών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Εποπτείας της Ιδιωτικής Ασφάλισης και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, είτε αυτά αποτελούν οργανισμούς κατά τόπο είτε καθ' ύλην αυτοδιοίκησης. γ. Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς. δ. Τις τράπεζες που ανήκουν στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, είτε στο σύνολό τους είτε κατά πλειοψηφία και ε. Τις κάθε είδους θυγατρικές εταιρείες των νομικών προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β' και γ' αυτού του άρθρου, εκτός από τις επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α.". Από τον συνδυασμό των προαναφερόμενων διατάξεων συνάγεται ότι οι δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις που έχουν συσταθεί για την παροχή ορισμένης δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας (υπό λειτουργική έννοια) και τελούν υπό την εποπτεία των αρμοδίων δημοτικών ή κοινοτικών αρχών, αποτελούν αυτοτελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, διεπόμενα από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Και ναι μεν στα όργανα των εν λόγω επιχειρήσεων των Ο.Τ.Α. παρέχονται αρμοδιότητες άσκησης δημόσιας εξουσίας (π.χ. βεβαίωση και είσπραξη ειδικών τελών, αστυνόμευση κ.λπ.), πλην όμως οι επιχειρήσεις αυτές, όπως και όλες γενικά οι επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. του ν. 1069/1980, δεν περιλαμβάνονται στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με το ν. 1892/1990 (βλ. και την προηγούμενη διάταξη του άρθρου 48 του ν. 1622/1986, που καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 περ. α' του ν. 2218/1994, η οποία ρητώς όριζε ότι οι επιχειρήσεις των Ο.Τ.Α. του ν. 1069/1980 δεν υπάγονται στους φορείς του δημόσιου τομέα (ΟλΕΣ 3288/2011, ΕΣ 950/2016, ΟλΣτΕ 108/1991, ΣτΕ 878/1988, 2854/1988). Ειδικότερα, οι ΔΕΥΑ, οι οποίες μάλιστα χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμων και Περιφερειών), στα οποία ανήκουν και υπάγονται (ΟλΑΠ 5/2022). Το ανωτέρω καθεστώς δικαιολογεί την ένταξή τους στο ρυθμιστικό πεδίο των Ν. 3833/2010 και 3845/2010 (περικοπή αποδοχών του προσωπικού τους), η οποία ουδόλως προϋποθέτει και την υπαγωγή τους στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις προμνησθείσες διατάξεις, αφού ο όρος "ανήκει", που χρησιμοποιείται στους ανωτέρω μνημονιακούς νόμους, εκφεύγει των στενών ορίων της έννοιας της ιδιοκτησίας και καταλαμβάνει κάθε Ν.Π.Ι.Δ., η δραστηριότητα του οποίου εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και τελεί υπό τη δημοσιονομική μέριμνα του κράτους, ερμηνεία που επιβάλλεται τελολογικώς από τον σκοπό του νόμου (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 77/2024).
Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 της 6/28-2-2012 Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου (Π.Υ.Σ.) "Ρύθμιση θεμάτων για την εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 4046/2012", η οποία εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 και εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 2307/2014), ορίσθηκε ότι "1. Από 14-2-2012 συμβάσεις εργασίας εργαζομένων που προβλέπεται να λήγουν με τη συμπλήρωση ορίου ηλικίας ή με τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, νοούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και σε περίπτωση λύσης αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2112/1920, όπως ισχύει. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101). 2. Από την 14-2-2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. Οι διατάξεις που προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο εφαρμόζονται και σε επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς που υπάγονται ή είχαν υπαχθεί οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί κάθε φορά με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982 (Α' 65) ή με τις διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 1892/1990 (Α' 101)". Με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 5 της ως άνω Π.Υ.Σ. καταργήθηκαν, από τις 14-2-2012, οι λεγόμενες ρήτρες μονιμότητας, δηλαδή οι κανονιστικοί εκείνοι όροι με τους οποίους ο εργοδότης αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην απολύσει τον εργαζόμενο, παρά μόνο για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά και των οποίων η βασιμότητα κρίνεται, συνήθως, με ορισμένη διαδικασία. Οι όροι αυτοί μπορεί να ενυπάρχουν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τόσο ορισμένου όσο και αορίστου χρόνου. Ειδικότερα, η έννοια της παρ. 2 του άρθρου 5 της ανωτέρω Π.Υ.Σ. είναι ότι καταργούνται, πέραν του ορίου ηλικίας ή των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης (περί της οποίας προβλέπει η παρ. 1), οι διαδικαστικοί και ουσιαστικοί περιορισμοί του δικαιώματος καταγγελίας, ανεξαρτήτως εάν αυτοί προβλέπονταν από διατάξεις νόμων ή κανονιστικές αποφάσεις ή συλλογικές ρυθμίσεις ή κανονισμούς εργασίας ή οργανισμούς προσωπικού ή αποφάσεις οργάνων διοίκησης των επιχειρήσεων, καθώς και οτιδήποτε παρεκκλίνει από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας και προσομοιάζει στον Υπαλληλικό Κώδικα αναφορικά με τα θέματα απόλυσης, ανεξαρτήτως του χαρακτηρισμού της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως ορισμένου (λόγω θέσπισης ορίου ηλικίας ή προϋποθέσεων συνταξιοδότησης ως χρονικού σημείου λήξης αυτής) ή αορίστου χρόνου. Καταργούνται, δηλαδή, οι ρυθμίσεις εκείνες που αποκλείουν την τακτική καταγγελία ή την καθιστούν αιτιώδη, εξαρτώντας αυτήν από σπουδαίο λόγο ή από συγκεκριμένους λόγους (ΟλΑΠ 11/2017, ΑΠ 1739/2023, 987/2022, 140/2020, 1237/2019, 426/2018). Με βάση τα ανωτέρω, επί των ΔΕΥΑ, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1 και 2 της 6/28-2-2012 Π.Υ.Σ. , που αφορούν στην κατάργηση, από 14-2-2012, των ρητρών μονιμότητας. Τέτοια δε ρήτρα, σε σχέση με την αναιρεσείουσα Δημοτική Επιχείρηση, περιλαμβάνεται στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η διαδικαστική πορεία της έχει ως εξής: Με την ένδικη από 4-10-2023 αγωγή τους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι προσελήφθησαν από την αναιρεσείουσα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ο πρώτος την 3-12-2001, ο δεύτερος την 1-4-1987 και ο τρίτος την 1-8-2003, μετά δε τη συνταξιοδότησή τους λόγω γήρατος συνέχισαν να παρέχουν σ' αυτήν τις υπηρεσίες τους, λαμβάνοντας για τον λόγο αυτό σύνταξη μειωμένη κατά ποσοστό 30%, έκτοτε όμως η αναιρεσίβλητη τους κατέταξε στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο αντί εκείνου που κατείχαν κατά τον χρόνο συνταξιοδότησής τους, με αποτέλεσμα τη μείωση των αποδοχών τους από τον Μάρτιο του 2023 και εντεύθεν, ενώ ακολούθως, την 3-7-2023, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας τους, επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 6 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της (Ο.Ε.Υ.) περί αυτοδίκαιης λύσης των συμβάσεων εργασίας τους. Ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, μεταξύ άλλων, διότι οι συμβάσεις εργασίας τους, υπό την ισχύ της 6/2012 ΠΥΣ, ήταν αορίστου χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους, καταβάλλοντας τις νόμιμες αποδοχές τους, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή 300 ευρώ για τον καθένα, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί, καθώς και να υποχρεωθεί αυτή να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, που αφορούν α) αποδοχές του μηνός Ιουλίου 2023 (υπολογιζόμενες με βάση το ορθό μισθολογικό κλιμάκιο), β) αποδοχές υπερημερίας από τον Αύγουστο του 2023 μέχρι τον Ιούλιο του 2024, γ) διαφορές μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών των μηνών Μαρτίου έως και Ιουνίου 2023, λόγω της εσφαλμένης κατάταξής τους σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, επικουρικά δε, εφόσον ήθελε γίνει δεκτό ότι ορθώς κατετάγησαν, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή των ανωτέρω υπό στοιχ. (α) και (β) αποδοχών, υπολογιζόμενων βάσει της κατάταξής τους σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 8/2024 απόφασή του, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους, με τα ίδια καθήκοντα και αρμοδιότητες, όπως πριν την 1-7-2013, καταδικάζοντας συγχρόνως αυτήν σε χρηματική ποινή 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την αμέσως ανωτέρω υποχρέωσή της, ως προς έκαστο των εναγόντων, αναγνώρισε δε την υποχρέωση της εναγομένης (κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του σχετικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε έντοκο αναγνωριστικό) να τους καταβάλει, για μισθούς υπερημερίας από 1-7-2023 έως 12-1-2024, τα ποσά των 20.996,09 ευρώ, 18.509,37 ευρώ και 12.337,85 ευρώ αντίστοιχα, και υποχρέωσε την εναγομένη να τους καταβάλει, για διαφορές αποδοχών των μηνών Μαρτίου έως και Ιουνίου 2023, τα ποσά των 3.776 ευρώ, 4.248 ευρώ και 2.400 ευρώ αντίστοιχα, δεχόμενο ότι, ενόψει της συνέχισης της σύμβασης εργασίας τους, δεν ήταν επιτρεπτή η υπαγωγή τους στο πρώτο (ήτοι σε κατώτερο) μισθολογικό κλιμάκιο. Μετά από έφεση της εναγομένης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 379/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: ".... Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου ως υπάλληλοι (.....). Με αίτησή του, καθένας των εναγόντων ζήτησε από τον Ε.Φ.Κ.Α. να του χορηγήσει σύνταξη γήρατος. Ακολούθως, για μεν τον πρώτο των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1273/30-06-2022 απόφαση του Διευθυντή του Ε.Φ.Κ.Α, δυνάμει της οποίας από 1-1-2022 χορηγήθηκε σύνταξη σε αυτόν, το μεικτό ποσό της οποίας, λόγω διατήρησης της θέσης εργασίας του στην εναγόμενη, ήταν μειωμένο κατά 30%. Αντίστοιχα, για τον δεύτερο των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1473/25-08-2022 απόφαση του Διευθυντή του Ε.Φ.Κ Α, δυνάμει της οποίας από 1-1-2022 χορηγήθηκε σύνταξη σε αυτόν, το μεικτό ποσό της οποίας, λόγω διατήρησης της θέσης εργασίας του στην εναγόμενη, ήταν μειωμένο κατά 30%. Επίσης, και για τον τρίτο των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 917/26-05-2022 απόφαση του Διευθυντή του Ε.Φ.Κ.Α. δυνάμει της οποίας από 1-11-2021 χορηγήθηκε σύνταξη σε αυτόν, το μεικτό ποσό της οποίας, λόγω διατήρησης της θέσης εργασίας του στην εναγόμενη, ήταν μειωμένο κατά 30%.
Περαιτέρω, οι ως άνω συμβάσεις εργασίας των εναγόντων, όπως και όλων των υπαλλήλων της εναγόμενης, υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο του ισχύοντα Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. ...-2022 απόφαση του Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας (ΦΕΚ B 1311/ 2022), στο άρθρο 6 του οποίου ορίζεται, όπως οριζόταν και στο αντίστοιχο άρθρο 6 του προϊσχύσαντος Οργανισμού (ΦΕΚ Β 1539/2013), ότι "Α. Αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σύμβασης 1. Η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδίκαια και χωρίς προειδοποίηση ή καταγγελία την ημέρα που ο εργαζόμενος θα συμπληρώσει όλες ης προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση λόγω γήρατος, όπως αυτές καθορίζονται και απαιτούνται από τους ισχύοντες κάθε φορά νόμους. 2. Αν ο εργαζόμενος παρά τη συμπλήρωσή του ορίου ηλικίας δεν συγκεντρώσει τις απαιτούμενες ημέρες εργασίας για τη συνταξιοδότησή του, το Δ.Σ., μετά από αίτησή του, μπορεί να παρατείνει την εργασιακή σύμβαση μέχρι την συμπλήρωση των ημερών αυτών όχι όμως πέρα από το 70ο έτος ηλικίας του". Εντούτοις, η ανωτέρω διάταξη του ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης, όπως και η αντίστοιχη διάταξη του προϊσχύσαντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, η οποία θεσπίζει ρήτρα μονιμότητας, αφού επιφέρει περιορισμό του εργοδοτικού δικαιώματος καταγγελίας, καθιστώντας καταρχάς, τις ρυθμιζόμενες από τον Οργανισμό συμβάσεις, ορισμένου χρόνου, ενόψει του ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν όρος για τη λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος λειτουργεί όχι μόνον ως ανώτατη αλλά και ως κατώτατη διάρκεια της σύμβασης, δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, οι οποίες εξακολούθησαν και μετά ταύτα να συνιστούν συμβάσεις αορίστου χρόνου, ενόψει του ανίσχυρου, ως προς τον εν λόγω όρο, τόσο του από 13-06-2013 Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης (ΦΕΚ Β 1539/2013), όσο και του από 14-03-2022 Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης (ΦΕΚ Β 1311/2022), δεδομένης της φύσης των διατάξεων του άρθρου 1 § 6 του ν. 4046/2012 και άρθρου 5 της κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου Π.Υ.Σ 6/2012 (το οποίο κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 334 του π.δ. 80/2022), ως αμφιμερώς αναγκαστικού δικαίου διατάξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης αποφάσισε δυνάμει της υπ' αριθ. ...-2023 απόφασής του, η οποία αναρτήθηκε στον διαδικτυακό τόπο του προγράμματος "ΔΙΑΥΓΕΙΑ" με ΑΔΑ 6ΩΛΜΟΕΠΘ-50Α, να εγκρίνει τη λύση της εργασιακής σύμβασης δώδεκα (12) μισθωτών, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, στους οποίους είχε αναγνωριστεί το δικαίωμα απονομής σύνταξης, από 1-07-2023, ενώ σε εκτέλεση της ανωτέρω απόφασης, η εναγόμενη δια του νομίμου εκπροσώπου της, ήτοι του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της, Γ. Τ., προέβη σε έγγραφη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων. Εντούτοις, ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του νόμου (άρθρο 330 § 1 σε συνδυασμό με άρθρο 323 §§ 1, 2, 3 και 4 του π.δ. 80/2022) και ειδικότερα, δεν καταβλήθηκε στους ενάγοντες η νόμιμη αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 325 § 2 του π.δ. 80/2022, αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί άκυρη, με αποτέλεσμα οι συμβάσεις εργασίας τους να εξακολουθούν να παράγουν τις έννομες συνέπειές τους.
Περαιτέρω, έως τον μήνα Φεβρουάριο 2023 οι μισθολογικές απολαβές των εναγόντων, με βάση την προϋπηρεσία τους, είχαν διαμορφωθεί ως εξής: α) για τον πρώτο των εναγόντων στο ποσό των 3.280,64 ευρώ μεικτά (υπαγωγή στο 17ο μισθολογικό κλιμάκιο με βασικό μισθό 2.036 ευρώ, πλέον επιδόματος θέσης 290 ευρώ, πλέον προσωπικής διαφοράς 954,64 ευρώ), β) για τον δεύτερο των εναγόντων στο ποσό των 2.892,09 ευρώ μεικτά (υπαγωγή στο 19° μισθολογικό κλιμάκιο με βασικό μισθό 2.154 ευρώ, πλέον οικογενειακής παροχής 50 ευρώ, πλέον προσωπικής διαφοράς 688,09 ευρώ) και γ) για τον τρίτο των εναγόντων στο ποσό των 1.927,79 ευρώ μεικτά (υπαγωγή στο 11ο μισθολογικό κλιμάκιο με βασικό μισθό 1.458 ευρώ, πλέον προσωπικής διαφοράς 469,79 ευρώ). Ωστόσο, η εναγόμενη από τον Μάρτιο του έτους 2023 και εντεύθεν, πληροφορούμενη ότι οι ενάγοντες είχαν συνταξιοδοτηθεί, προέβη μονομερώς στη μεταβολή της μισθολογικής τους κατάστασης, κατατάσσοντας αυτούς στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο, με αποτέλεσμα οι αποδοχές των εναγόντων να διαμορφωθούν ως εξής: α) για μεν τον πρώτο εξ αυτών στο ποσό των 2.336,64 ευρώ μικτά (=1.092 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 290 ευρώ επίδομα θέσης ευθύνης, πλέον 954,64 ευρώ διαφορά) και, αντίστοιχα, πληρωτέες αποδοχές (καθαρά) 1.781,19 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν από την εναγόμενη, β) για τον δεύτερο εξ αυτών στο ποσό των 1.830,09 ευρώ μικτά (=1.092 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 50 ευρώ οικογενειακή παροχή, πλέον 688,09 ευρώ προσωπική διαφορά) και, αντίστοιχα, πληρωτέες αποδοχές (καθαρά) 1.464.65 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν από την εναγόμενη και γ) για τον τρίτο εξ αυτών στο ποσό των 1.327.79 ευρώ μικτά (= 858 ευρώ βασικός μισθός, πλέον 469,79 ευρώ προσωπική διαφορά), και, αντίστοιχα, πληρωτέες αποδοχές (καθαρά) 1.046,41 ευρώ, τα οποία καταβλήθηκαν από την εναγόμενη. Ενόψει δε του ότι η συνταξιοδότηση των εναγόντων δεν συνεπάγεται την αυτοδίκαιη μετάπτωση στο μισθό του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, δοθέντος ότι αυτοί εξακολουθούν να εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα και μετά τη συνταξιοδότησή τους, η υπαγωγή τους από την εναγόμενη στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο ήταν μη νόμιμη και, επομένως, η τελευταία οφείλει σε αυτούς την προκύπτουσα μισθολογική διαφορά για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο 2023 και συγκεκριμένα: α) στον πρώτο των εναγόντων το ποσό των 3.776 ευρώ [= 944 ευρώ (=3.280,64 - 2.336,64) X 4 μήνες], β) στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 4.248 ευρώ [= 1.062 ευρώ (=2.892,09 - 1.830,09) X 4 μήνες] και γ) στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 2.400 ευρώ [=600 ευρώ (=1.927,79 - 1.327,79) X 4 μήνες].
Περαιτέρω, ενόψει της μη αποδοχής της εργασίας των εναγόντων από πλευράς της εναγόμενης από την ημέρα απόλυσής τους (1-07-2023) έως τον χρόνο συζήτησης της αγωγής (12-01-2024), η τελευταία, όσον αφορά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατέστη υπερήμερη και, ως εκ τούτου, εφόσον ως προς τους ενάγοντες δεν αποδείχθηκε ούτε η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μεσολάβησε γεγονός διακοπτικό της υπερημερίας της, η τελευταία υποχρεούται να τους απασχολεί, υπό τα ίδια καθήκοντα και αρμοδιότητες, όπως και πριν την από 1-07-2023 καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκάστου εξ αυτών και οφείλει σε αυτούς μισθούς υπερημερίας και συγκεκριμένα: α) στον πρώτο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 20.996,09 ευρώ [=19.683,84 (=3.280,64 ευρώ X 6 μήνες (Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2023) + 1.312,25€ (=3 280,64 ευρώ / 25 X 10 ημέρες μηνός Ιανουαρίου 2024)], β) στον δεύτερο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 18.509,376 ευρώ [=17.352,54 (=2.892,09 ευρώ X 6 μήνες (Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2023) + 1.156,83 ευρώ (=2.892,09 ευρώ / 25 X 10 ημέρες μηνός Ιανουάριου 2024)] και γ) στον τρίτο εξ αυτών συνολικά το ποσό των 12.337,85 ευρώ [=11.566.74 (=1.927,79 ευρώ X 6 μήνες (Ιούλιος, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος και Δεκέμβριος 2023) + 771,11 ευρώ (=1.927,79 ευρώ / 25 X 10 ημέρες μηνός Ιανουαρίου 2024)]. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκρινε όμοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ορθά έκρινε τις αποδείξεις....". IV. Με τους 1ο, 3ο και 7ο αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι: α) παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 103 παρ. 4 του Συντάγματος και 21 παρ. 5 ν. 2738/1999 όπως αντικ. με το άρθρο 20 παρ. 1 ν. 3801/2009, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και το Εφετείο δεν τις εφάρμοσε, ενώ εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις του άρθρου 334 του Π.Δ. 80/2022 (πρώτος λόγος), β) παραβίαση του άρθρου 11 παρ. 6 ν. 4046/2012 (τρίτος λόγος) και γ) παραβίαση του άρθρου 5 της 6/2012 ΠΥΣ, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 4046/2012 (έβδομος λόγος). Ειδικότερα, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι η ίδια, ως κοινωφελής δημοτική επιχείρηση ειδικού σκοπού, που παρέχει δημόσιο - αυτοδιοικητικό έργο και τελεί σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης στα οποία ανήκει και υπάγεται, απολαμβάνει τα προνόμια του δημοσίου και συνεπώς ισχύει και για την ίδια το καθεστώς μονιμότητας των αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων της, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 4 του Συντάγματος, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το Εφετείο, ενώ θα έπρεπε να την εφαρμόσει και να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι καλώς απολύθηκαν λόγω συνταξιοδότησής τους αυτοδικαίως, όπως ακριβώς ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους των ΟΤΑ, και όχι να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 334 του Π.Δ. 80/2022, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα. Ότι, περαιτέρω, η κρίση του Εφετείου ότι οι διατάξεις του άρθρου 1 (και όχι του άρθρου 11, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στην αίτηση αναίρεσης) παρ. 6 ν. 4046/2012 συνιστούν αμφιμερώς κανόνες αναγκαστικού δικαίου και δεν επιτρέπεται για το μέλλον η επαναδιαπραγμάτευση των καταργηθεισών ρητρών μονιμότητας, είναι νομικά εσφαλμένη, διότι οι περιορισμοί του Μνημονίου Συνεργασίας έπαυσαν να ισχύουν το 2023, οπότε η χώρα εξήλθε από τη στενή οικονομική επιτήρηση και διατηρεί την ικανότητα να εξυπηρετήσει το χρέος της, οπότε εφεξής δεν απαιτείται η επαναδιαπραγμάτευση των ρητρών μονιμότητας, γιατί αυτές δεν είχαν καταργηθεί οριστικά, αλλά είχε ανασταλεί προσωρινά η λειτουργία τους, ενόσω η χώρα ήταν σε στενή οικονομική επιτήρηση. Συναφώς με τα ανωτέρω, ότι εσφαλμένα το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 5 της 6/2012 ΠΥΣ (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 παρ. 6 ν. 4046/2012), διότι η διάταξη αυτή δεν είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η ίδια συνιστά δημοτική επιχείρηση, μη εμπίπτουσα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός έχει οριοθετηθεί με τις διατάξεις του άρθρου 51 ν.1892/1990.
Οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, α) με την ΠΥΣ 6/2012 καταργήθηκαν οι ρήτρες μονιμότητας στο σύνολο του προσωπικού του ιδιωτικού τομέα, καθώς και σε εκείνο που απασχολείται στις υπαγόμενες ή υπαχθείσες οποτεδήποτε κατά το παρελθόν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα επιχειρήσεις, εταιρείες ή οργανισμούς, β) η κατάργηση αυτή αφορά και την αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση, η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο μη υπαγόμενο στον υπό στενή έννοια δημόσιο τομέα, του οποίου και μόνο το προσωπικό εξαιρείται από την κατάργηση των ρητρών μονιμότητας.
Περαιτέρω, με το άρθρο 5 της ΠΥΣ 6/2012 οι ως άνω ρήτρες καταργήθηκαν και δεν ανεστάλη η ισχύς τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, προβαίνοντας σε contra legem ερμηνεία της σχετικής διάταξης. Σημειωτέον δε, ότι η βούληση του νομοθέτη για τη διατήρηση της συγκεκριμένης ρύθμισης (περί κατάργησης των ρητρών μονιμότητας) δεν διατυπώθηκε μόνο στη διάταξη του άρθρου 334 του Π.Δ. 80/2022 "Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου", αλλά και στη διάταξη του άρθρου 345 του Π.Δ. 62/2025 "Νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου" (ΦΕΚ Α 121/11.07.2025), με το άρθρο 587 του οποίου καταργήθηκε το Π.Δ. 80/2022.
Συνεπώς το Εφετείο, κρίνοντας ότι η κατάργηση των ρητρών μονιμότητας αφορά και την αναιρεσείουσα δημοτική επιχείρηση, δεν παραβίασε ευθέως τις διαλαμβανόμενες στους υπό κρίση λόγους αναίρεσης ουσιαστικές διατάξεις, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε, εφαρμόζοντας στη συνέχεια εκείνες των άρθρων 5 της ΠΥΣ 6/2012 και 334 του Π.Δ. 80/2022. V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, 87/2013, 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου ούτε και η επιχειρηματολογία των διαδίκων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 997/2023, 961/2023, 312/2022).
Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβάνοντας ότι είχε προβάλει παραδεκτά, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, αλλά και με σχετικό λόγο έφεσης, την ένσταση ότι είναι έγκυρη η απόλυση των εναγόντων λόγω συνταξιοδότησης και ότι, επομένως, δεν είναι νόμιμες οι ασκούμενες αξιώσεις τους, διότι είναι δημοτική κοινωφελής επιχείρηση ειδικού σκοπού, που απολαμβάνει, όπως το Δημόσιο και οι ΟΤΑ, του προνομίου της απόλυσης των υπαλλήλων της αυτοδικαίως λόγω συνταξιοδότησης, χωρίς τήρηση των διατυπώσεων που απαιτούνται για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ισχυρισμός που δεν ελήφθη υπόψη από το Εφετείο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής, κατά το μέρος που αυτή ερείδεται στην κατάργηση της ρήτρας μονιμότητας που περιέχεται στον Ο.Ε.Υ. της αναιρεσείουσας και στη συνακόλουθη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων σε αορίστου χρόνου.
VI. Με το άρθρο 11 του ν. 4354/2015, όπως η περίπτωση α' της παρ. 4 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4484/2017 (ΦΕΚ Α 110/1-8-2017), στις διατάξεις του οποίου (ν. 4354/2015) υπάγονται, μεταξύ άλλων, και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους (άρθρο 7 παρ. 1 περ. στ' του ιδίου νόμου), ορίζονται τα εξής: "1. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών, από κατώτερο σε ανώτερο μισθολογικά κλιμάκιο, απαιτείται υπηρεσία ως εξής: α. Για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Υ.Ε. και Δ.Ε. υπηρεσία τριών (3) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο, β. Για τους υπαλλήλους των Τ.Ε. και Π.Ε. υπηρεσία δύο (2) ετών σε κάθε μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Για τη μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων από το κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο στο αμέσως ανώτερο, απαιτείται να έχει συμπληρωθεί ο καθορισμένος χρόνος υπηρεσίας στο κατώτερο μισθολογικά κλιμάκιο. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο εξέλιξη του υπαλλήλου γίνεται με πράξη του αρμόδιου για το διορισμό οργάνου που δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 4. α. Ως προϋπηρεσία, που αναγνωρίζεται για την εξέλιξη των υπαλλήλων, που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος, στα μισθολογικά κλιμάκια του άρθρου 9, λαμβάνεται η υπηρεσία που προσφέρεται σε φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 7 των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους επίσημους θεσμούς και όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σχέση εξαρτημένης εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου. Για υπηρεσίες που παρέχονται με μειωμένο ωράριο εργασίας, αναγνωρίζεται για μισθολογική εξέλιξη τόσος χρόνος, όσος προκύπτει από το πηλίκο της διαίρεσης του συνόλου των ωρών εργασίας δια του αριθμού των ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης που ισχύει για τον αντίστοιχο κλάδο υπαλλήλων. Για τον υπολογισμό της αναγνωριζόμενης κατά τα προαναφερθέντα υπηρεσίας το έτος λογίζεται για τριακόσιες (300) ημέρες, ο μήνας για είκοσι πέντε (25) ημέρες και η εβδομάδα για έξι (6) ημέρες..... β. Απαραίτητη προϋπόθεση για την αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών, είναι να μην έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση καμίας άλλης οικονομικής παροχής ή αναγνώρισης συνταξιοδοτικού δικαιώματος. Η αναγνώριση των ανωτέρω προϋπηρεσιών πραγματοποιείται με απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου ή άλλου αρμοδίου οργάνου και τα οικονομικά αποτελέσματα ισχύουν από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης και όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών". Από τις ανωτέρω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι, εάν η προϋπηρεσία χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αυτή μηδενίζεται και η μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων δεν μπορεί να έχει ως βάση τη μέχρι τότε διανυθείσα προϋπηρεσία, στην περίπτωση που ο υπάλληλος έχει ήδη καταστεί συνταξιούχος και μάλιστα λαμβάνει έστω και ποσοστό της σύνταξής του. Εντούτοις, ο υπάλληλος που συνταξιοδοτείται και εξακολουθεί να εργάζεται στην ίδια θέση που κατείχε πριν τη συνταξιοδότησή του, χωρίς να καταγγελθεί η σύμβαση εργασίας του από τον εργοδότη, δεν μεταπίπτει αυτοδικαίως στο μισθολογικό κλιμάκιο του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, αφού στο νόμο δεν προβλέπεται αντίστροφή μισθολογική εξέλιξη, ήτοι μετάβαση από ανώτερο σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο. Μοναδική συνέπεια, με βάση την ως άνω διάταξη, είναι η μη αξιοποίηση της προϋπηρεσίας του, την οποία χρησιμοποίησε για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, για την περαιτέρω (και μόνον) μισθολογική του εξέλιξη σε ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο στην υπηρεσία του ίδιου εργοδότη. Σημειωτέον δε, ότι η μετάπτωση του εργαζομένου σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο, ενόσω η σύμβαση εργασίας του είναι ενεργή και οι συνθήκες παροχής των υπηρεσιών του είναι όμοιες, όπως και προηγουμένως, συνιστά μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και εγείρει τις εκ του νόμου αξιώσεις του εργαζομένου. Ήδη το ανωτέρω ζήτημα ρυθμίζει ο ν. 5113/2024 (ΦΕΚ Α 96/21-6-2024), με το άρθρο 64 παρ. 1 του οποίου προστέθηκε νέα παράγραφος (με αριθ. 5) στο άρθρο 11 του ν. 4354/2015, η οποία ισχύει, κατ' άρθρο 73 παρ. 2 του ίδιου νόμου, από 24-6-2023 και ορίζει ότι: "Ειδικά οι υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου που υπάγονται στον παρόντα και συνεχίζουν να απασχολούνται μετά την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησής τους, διατηρούν το μισθολογικό κλιμάκιο που κατείχαν έως την υποβολή της αίτησης και δεν εξελίσσονται μισθολογικά σε ανώτερο κλιμάκιο έως τη λύση της εργασιακής τους σχέσης". Με τους τέταρτο και έκτο αναιρετικούς λόγους, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 11 παρ. 4 του ν. 4354/2015, 64 παρ. 2 του ν. 5113/2024 και 334 του Π.Δ. 80/2022, με το να δεχθεί ότι οι αναιρεσίβλητοι παράνομα κατετάγησαν στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο μετά τη συνταξιοδότησή τους, παραβλέποντας το γεγονός ότι οι αρχικές συμβάσεις εργασίας τους λύθηκαν με τη συνταξιοδότησή τους και, συνεπώς, έκτοτε συνήψαν με την αναιρεσείουσα νέα σύμβαση εργασίας, άσχετη με την προηγούμενη, που δικαιολογεί την ένταξή τους στο πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο, αφού η προϋπηρεσία τους είχε ήδη χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση του συνταξιοδοτικού δικαιώματός τους, ενώ επιπροσθέτως οι νέες συμβάσεις εργασίας ήταν άκυρες λόγω μη τήρησης των νόμιμων διατυπώσεων για τη σύναψή τους. Οι λόγοι αυτοί κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, κατά τις εξής διακρίσεις: α) Όσον αφορά την παραβίαση των διατάξεων άρθρων 361 ΑΚ, 11 παρ. 4 του ν. 4354/2015 και 334 του Π.Δ. 80/2022, διότι από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η συνταξιοδότηση των εναγόντων δεν είχε ως συνέπεια την αυτοδίκαιη μετάπτωση στο μισθό του πρωτοδιοριζόμενου υπαλλήλου, δοθέντος ότι αυτοί εξακολούθησαν να εργάζονται στον ίδιο εργοδότη, στην ίδια θέση και με τα ίδια καθήκοντα και μετά τη συνταξιοδότησή τους και ότι, συνεπώς, η υπαγωγή τους από την εναγομένη στο 1ο μισθολογικό κλιμάκιο ήταν μη νόμιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, σύμφωνα και με την προηγηθείσα υπό στοιχ. VI νομική σκέψη. β) Όσον αφορά την (επικαλούμενη με το έκτο λόγο) παραβίαση της διάταξης του άρθρου 64 παρ. 2 του ν. 5113/2024 (ΦΕΚ Α 96/21-6-2024), που ορίζει ότι "Ποσά διαφορών μισθολογικών απολαβών που έχουν καταβληθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε υπαλλήλους με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπάγονται στο άρθρο 7 του ν. 4354/2015, εξαιτίας της μη κατάταξής τους στο εισαγωγικό κλιμάκιο μετά την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησής τους, δεν καταλογίζονται και, αν έχουν ήδη καταλογισθεί, δεν αναζητούνται", διότι ο χρόνος έναρξης ισχύος της εν λόγω διάταξης είναι η 21-6-2024, όπως ορίζει το άρθρο 73 παρ. 1 του ιδίου νόμου, συνεπώς δεν ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης υπ' αριθ. 8/26-3-2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο, το οποίο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση (άρθρο 533 παρ. 2 ΚΠολΔ) και, ως εκ τούτου, ορθώς δεν εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη. VII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 1000/2024, 64/2022, 19/2022). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς και μάλιστα ενάριθμα της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, αφενός μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1000/2024, 295/2022, 140/2022, 887/2019), αφετέρου δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, 19/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, που συνίστανται στο ότι στη μείζονα πρότασή της δέχεται ότι αν η προϋπηρεσία χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, αυτή μηδενίζεται και η μισθολογική εξέλιξη των υπαλλήλων δεν μπορεί να έχει ως βάση την μέχρι τότε διανυθείσα προϋπηρεσία, ενώ στην ελάσσονα πρότασή της συνυπολογίζει, κατά τρόπο αντιφατικό, την προϋπηρεσία των αναιρεσιβλήτων, που έχει ήδη χρησιμοποιηθεί για την αναγνώριση του συνταξιοδοτικού δικαιώματός τους, και για τη μισθολογική τους εξέλιξη στη νέα θέση εργασίας, μετά τη συνταξιοδότησή τους, μολονότι αυτοί μετά τη συνταξιοδότηση έχουν μηδενική προϋπηρεσία. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, πρωτίστως επειδή οι προς θεμελίωση του ως άνω αναιρετικού λόγου επικαλούμενες αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να εντοπίζονται στην ελάσσονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι οι μεν στη μείζονα οι δε στην ελάσσονα πρόταση αυτής, όπως εν προκειμένω, επιπροσθέτως δε, λόγω της αοριστίας του, αφού δεν γίνεται επίκληση, και μάλιστα ενάριθμα, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε εκ πλαγίου.
VIII. Όπως ήδη αναφέρθηκε, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 8α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτήν και το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν σ' αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως (ΑΠ 816/2022, 728/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8, άλλως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς δε από τον αριθμό 8 του ως άνω άρθρου, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η ένδικη από 1-7-2023 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής αποζημίωσης έσφαλε, λαμβάνοντας υπόψη πράγματα μη προταθέντα από τους τελευταίους, καθόσον αυτοί με την αγωγή τους δεν ζητούσαν την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας λόγω μη καταβολής αποζημίωσης, αλλά λόγω κατάργησης των ρητρών μονιμότητας και παράβασης των διατάξεων περί ομαδικών απολύσεων. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι επικαλέστηκαν, με το δικόγραφο της αγωγής τους, μεταξύ άλλων, τόσο τις σχετικές με την αποζημίωση των συνταξιοδοτούμενων μισθωτών διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όσο και τις σχετικές με την αποζημίωση απόλυσης διατάξεις του ν. 2112/1920 (βλ. σελ. 19-20 αγωγής), προς θεμελίωση των ασκηθεισών με αυτήν αξιώσεών τους, περαιτέρω δε, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι η αναιρεσείουσα δεν κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ότι, ως εκ τούτου, η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή νόμιμου σχετικού αιτήματος αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής όταν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη είτε σε βάρος είτε υπέρ των Δ.Ε.Υ.Α. (ΑΠ 339/2023, 378/2020), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-1-2025 (αριθ. έκθ. κατάθ. 71/6/2025) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 379/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ