ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 89/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 89/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 89/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 89 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 89 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Τσιμπληνίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Ζ. του Σ., 2) Γ. συζ. Δ. Ζ., 3) Ε. Ζ. του Δ. και 4) Α. Ζ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ευσταθόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 437/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2743/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 10.2.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμ. 2743/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591 επ., 614 αρ.6 του ΚΠολΔ), κατατέθηκε νομότυπα στις 14.2.2023 και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ήτοι εντός της προθεσμίας των δύο ετών του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, από την δημοσίευση της προσβαλλομένης (4.6.2021). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Η προσβαλλομένη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 20.2.2018 ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι, με το από 28.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης εκμίσθωσαν από κοινού, κατά το αναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου που αναλογεί στον καθένα από αυτούς, στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχος η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρία", για χρονικό διάστημα 12 ετών το περιγραφόμενο ισόγειο κατάστημα, που βρίσκεται στη Ν. Σμύρνη Αττικής, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως υποκατάστημα, για την άσκηση των τραπεζικών και λοιπών δραστηριοτήτων της. Ότι, με το από 23.3.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, τροποποιήθηκε η αρχική συμφωνία ως προς το ύψος του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος, το οποίο συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα, που εκτίθενται σε αυτήν (αγωγή). Ότι η εναγομένη, αν και χρησιμοποίησε ανενόχλητα το μίσθιο από 1.1.2013 έως 18.4.2018, τους κατέβαλε, κατά την αναφερόμενη αναλογία, μισθώματα ποσού 5.500 ευρώ μηνιαίως, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, εξακολουθεί δε να τους οφείλει τις αναφερόμενες διαφορές μεταξύ των καταβληθέντων και των καταβλητέων, βάσει της συμφωνίας περί αναπροσαρμογής, μισθωμάτων με το αναλογούν τέλος χαρτοσήμου. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλει νομιμοτόκως, για την ανωτέρω αιτία, το συνολικό ποσό των 61.806,06 ευρώ, επιμεριζόμενο με βάση το ποσοστό συγκυριότητας στο ακίνητο κάθε ενάγοντος. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 437/2019 απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους τα ποσά που αναφέρονται σε αυτήν. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ασκήθηκε η από 9.5.2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2743/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά την έφεση και απέρριψε αυτήν κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, ενώ δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1383/2023, ΑΠ 947/2020, ΑΠ 1544/2017, ΑΠ 845/2012).

Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται, προκειμένου να ανευρεθεί και να κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στην σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως (Α.Π. 1510/2022, Α.Π. 23/2022, Α.Π. 1324/2018). Η κρίση του δικαστηρίου, για την ύπαρξη ή μη κενού ή αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στη διατύπωσή της, έστω και έμμεσα εκφερόμενη, ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 738/2018, ΑΠ 1597/2017), εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα της ύπαρξης ή μη κενού ή ασάφειας στη δήλωση βουλήσεως. Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες, παραβιάζονται και ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση και την παραδοχή, έστω και έμμεσα, της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, ώστε να αναζητήσει την αληθή βούληση αυτών (Ολ.Α.Π. 26/2004, Α.Π. 406/2024, Α.Π. 315/2016, Α.Π. 934/2014), Η έννοια της δικαιοπραξίας (ή κάποιου όρου της) δεν είναι πραγματικό γεγονός, αλλά εξευρίσκεται από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο αναζητεί την πραγματική βούληση των δικαιοπρακτικών δηλώσεων με ερμηνεία του περιεχομένου τους, χωρίς να δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, δυνάμενο να αντλήσει αυτεπαγγέλτως για την κρίση του επιχειρήματα από τους κανόνες της λογικής και της κοινής εμπειρίας, προσφεύγοντας και σε γεγονότα εκτός του εγγράφου της δικαιοπραξίας, εφόσον τείνουν στη διασάφηση της βουλήσεως (Α.Π. 1852/2017). Το δικαστήριο προβαίνει στην ερμηνεία δικαιοπραξίας αυτεπαγγέλτως, αφού η ερμηνεία δεν είναι πραγματικό γεγονός και, επομένως, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αποδείξεως (Α.Π. 406/2024, Α.Π. 230/2015). Τέλος, κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποία διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα, αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 692/2008, ΑΠ 897/2009, ΑΠ 683/2010). Ειδικότερα, κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως. Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το αρθρ. 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (ΑΠ 1001/2012, ΑΠ 1710/2012, ΑΠ 485/2010 Α.Π 344/2007). Έτσι, εφόσον μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 658/2014). Σε κάθε όμως περίπτωση, για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού αναίρεσης, απαιτείται να απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, στον οποίο εσφαλμένα επιβλήθηκε το βάρος απόδειξης, ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων και όχι γιατί οι αντίθετες αποδείξεις που προσκομίσθηκαν θεωρήθηκαν επαρκείς από το δικαστήριο προς απόδειξη του αντιθέτου του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, διότι στην τελευταία περίπτωση η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης στερείται έννομης σημασίας και ως εκ τούτου ελλείπει το έννομο συμφέρον του διαδίκου που επιβαρύνθηκε με την απόδειξη να προβάλει την αιτίαση αυτή (ΑΠ 535/2019, ΑΠ 2305/2009). Δηλαδή, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)απόδειξης του αντίθετου (αρνητικού ισχυρισμού) του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες αποδείξεις (ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 935/2021, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 319/2009). Από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 1 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες είναι εξ αδιαιρέτου συγκύριοι, κατά ποσοστό 30% ο πρώτος ενάγων, κατά ποσοστό 20% η δεύτερη ενάγουσα, κατά ποσοστό 25% η τρίτη ενάγουσα και κατά ποσοστό 25% η τέταρτη ενάγουσα, μιας αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας - καταστήματος με τα διακριτικά στοιχεία 1-1, που βρίσκεται στο ισόγειο της κειμένης στη Ν. Σμύρνη Αττικής, επί των οδών ... και ... (...) πολυώροφης οικοδομής, εμβαδού 205,50 τ.μ., με πατάρι, εμβαδού 84 τ.μ., με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης των με στοιχεία Ρ1 και Ρ2 θέσεων στάθμευσης. Με το από 28-2-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, οι ενάγοντες, ενεργώντας κατά το αντίστοιχο ποσοστό συγκυριότητάς τους, εκμίσθωσαν στην εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία το ανωτέρω ακίνητο για χρονικό διάστημα δώδεκα ετών, δηλαδή από 1-3-2007 έως 29-2-2019, προκειμένου να το χρησιμοποιεί ως υποκατάστημα για την άσκηση των τραπεζικών και λοιπών δραστηριοτήτων της. Για το πρώτο έτος της μίσθωσης, το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 16.000 ευρώ αναπροσαρμοζόμενο το μήνα Ιανουάριο κάθε επομένου έτους κατά ποσοστό 5% επί του καταβαλλομένου μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου. Ακολούθως, με το από 10-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε η αρχική, ως άνω, σύμβαση ως προς το ύψος του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος, το οποίο ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-8-2009 έως 28-2-2010 στο ποσό των 15.876 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο το μήνα Μάρτιο κάθε έτους κατά ποσοστό 5% επί του εκάστοτε καταβαλλομένου μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους.

Περαιτέρω, με το από 23-3-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποιήθηκε εκ νέου η σύμβαση ως προς το ύψος του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος, το οποίο ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-8-2011 έως 31-12-2012 στο ποσό των 5.500 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο το μήνα Μάρτιο κάθε έτους κατά ποσοστό 5% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος του αμέσως προηγουμένου έτους. Παράλληλα, με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό, ορίσθηκε ότι οι λοιποί όροι του από 28-2-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το από 10-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, ισχύουν, ως έχουν, εφόσον δεν τροποποιούνται με το παρόν συμφωνητικό. Ενόψει των ανωτέρω, με βάση τη συγκεκριμένη συμφωνία των διαδίκων, το καταβλητέο για το μίσθιο ακίνητο μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμόσθηκε από τον Ιανουάριο 2013 στο ποσό των 5.775 ευρώ, από τον Ιανουάριο 2014 στο ποσό των 6.063,75 ευρώ, από τον Ιανουάριο 2015 στο ποσό των 6.366,93 ευρώ, από τον Ιανουάριο 2016 στο ποσό των 6.685,27 ευρώ, από τον Ιανουάριο 2017 στο ποσό 7.019,53 ευρώ και από τον Ιανουάριο 2018 στο ποσό των 7.370,50 ευρώ πλέον του αναλογούντος (3,6%) τέλους χαρτοσήμου. Ωστόσο, η εναγομένη, αν και χρησιμοποιούσε ανενόχλητα το μίσθιο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 18-4-2018, κατέβαλλε στους ενάγοντες μηνιαίως το ποσό των 5.500 ευρώ πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, εξακολουθεί δε να τους οφείλει τη διαφορά μεταξύ των καταβληθέντων και των πράγματι οφειλομένων, βάσει της συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής, μισθωμάτων και του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 61.808,68 ευρώ (από το οποίο οι ενάγοντες ζήτησαν το ποσό των 61.806,06 ευρώ, το οποίο τους επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) και συγκεκριμένα:........... Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων καταργήθηκε ο ανωτέρω συμβατικός όρος περί αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος για το μετά την 1-1-2013 χρονικό διάστημα. Μόνη δε η εκ μέρους των εναγόντων είσπραξη, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, του ποσού των 5.500 ευρώ μηνιαίως, που κατέβαλλε η εναγομένη, αντί του εκάστοτε οφειλομένου, βάσει της συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής, μισθώματος, δεν οδηγεί σε απόδειξη κατάρτισης της εν λόγω επικαλούμενης σιωπηρής συμφωνίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο, με τον οποίο η εναγομένη - εκκαλούσα, υποστηρίζει το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ομοίως, δεν οδηγεί στην απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της εναγομένης το γεγονός ότι οι ενάγοντες στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 2015 και 2016 δήλωναν ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 5.500 ευρώ, που πράγματι εισέπρατταν, αντί του οφειλομένου, βάσει της συμφωνηθείσας αναπροσαρμογής μηνιαίου υψηλοτέρου μισθώματος, με την επισήμανση ότι αντικείμενο της παρούσας δίκης δεν αποτελεί η εκ μέρους των εναγόντων εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως, όσον αφορά την αποδεικτική δύναμη των λόγω φορολογικών δηλώσεων, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα το αντίθετο είναι αβάσιμος....". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση κατά της πρωτόδικης με αριθμό 437/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η από 20.2.2018 αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άρθρων 416, 418 και 424 του ΑΚ και των ορισμών του νόμου για το (αντικειμενικό) βάρος απόδειξης (338 του ΚΠολΔ), επικαλούμενη σιωπηρή κατάργηση της συμφωνίας περί αναπροσαρμογής του μισθώματος και ανατροπή του βάρους απόδειξης λόγω ανεπιφύλακτης έκδοσης εξοφλητικών αποδείξεων για το μηνιαίο μίσθωμα από την ένδικη μίσθωση, ποσού 5.500 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον οι ενάγοντες αναιρεσίβλητοι εκμισθωτές είχαν το βάρος να επικαλεσθούν και να αποδείξουν το ακριβές ποσό, που προκύπτει από την διαφορά μεταξύ των οφειλομένων καταβλητέων και των πράγματι καταβληθέντων μισθωμάτων, διότι αυτοί έφεραν τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής τους και, συνακόλουθα, τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως των ένδικων αξιώσεών τους, σύμφωνα δε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς τούτο το από 28.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, την από 10-9-2009 τροποποίησή του, καθώς και το από 23.3.2012 μεταγενέστερο συμφωνητικό, με το οποίο τροποποιήθηκε το ύψος μόνο του μισθώματος και ορίστηκαν τα χρονικά διαστήματα και το μέγεθος της εκάστοτε αναπροσαρμογής του, αποδεικνύοντας την ιστορική βάση της αγωγής. Αντίθετα, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης του αυτοτελούς ισχυρισμού της, περί σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ εκμισθωτών και μισθώτριας για την κατάργηση της αναπροσαρμογής του μισθώματος. Η ειδικότερη αιτίαση της αναιρεσείουσας περί ανεπιφύλακτης έκδοσης εξοφλητικών αποδείξεων των μισθωμάτων εκ μέρους των εκμισθωτών είναι αβάσιμη, διότι δεν διαλαμβάνεται παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση περί έκδοσης τέτοιων εξοφλητικών αποδείξεων. Οι δε λοιπές αιτιάσεις της, περί δηλώσεως από τους αναιρεσίβλητους στην αρμόδια φορολογική αρχή του πραγματικού, κατά την αναιρεσείουσα, μισθώματος των 5.500 ευρώ, είναι απαράδεκτες, καθόσον πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 173, 200, 361, 454 του ΑΚ, υποστηρίζοντας, ότι το Εφετείο "δεν διατύπωσε ερμηνευτική κρίση σχετικά με το πραγματικό γεγονός της είσπραξης μισθωμάτων (και αντίστοιχης έκδοσης εξοφλητικών αποδείξεων) επί 63 συναπτούς μήνες από τους ενάγοντες, παρά δέχτηκε ότι (το γεγονός αυτό) δεν ήταν επαρκές αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη της σιωπηρής κατάργησης του εν λόγω όρου (ενν. της αναπροσαρμογής του μισθώματος)", ενώ, επιπροσθέτως, όφειλε να ερμηνεύσει τη βούληση των δανειστών κατά το χρόνο είσπραξης εκάστου "μειωμένου" μισθώματος και εν συνεχεία να διαπιστώσει την άφεση των παρελθόντων χρεών και την εν τοις πράγμασι σιωπηρή κατάρτιση καταργητικής συμφωνίας από τα μέρη δια της μακράς (επί 63 μήνες) ανεπιφύλακτης και αδιαμαρτύρητης είσπραξης μικρότερου μισθώματος από το αρχικά συμφωνηθέν. Από το δικόγραφο της εφέσεως, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει ότι ισχυρισμός με αυτό το περιεχόμενο δεν είχε προταθεί από την αναιρεσείουσα, με λόγο εφέσεως.

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σε κάθε περίπτωση δε αυτός κρίνεται αβάσιμος, καθόσον με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αποδείχθηκε (ο ισχυρισμός της εναγομένης - αναιρεσείουσας), ότι με σιωπηρή συμφωνία των διαδίκων καταργήθηκε ο συμβατικός όρος περί αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος για το μετά την 1η-1-2013 χρονικό διάστημα, ενώ στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς να διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της επικαλούμενης σιωπηρής συμφωνίας, για την οποία, άλλωστε, δεν δέχθηκε, ότι καταρτίσθηκε. Επομένως, με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, που, εν προκειμένω, δεν ήταν εφαρμοστέες και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί αυτή λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10.2.2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2743/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή