ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 99/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 99/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 99/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Γ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 99 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 99/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π. Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ρ. του Α. και της Ε., συζ. Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Χρίστου Σαββίδη (ΑΜ Δ.Σ.Κοζάνης 181), που κατέθεσε υπόμνημα στις 30-4-2025.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Γ. Ρ. του Γ. και της Α., κατοίκου ... και 2) Δ. Ρ. του Γ. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγραφιώτη (ΑΜ Δ.Σ.Κοζάνης 75), με την από 22-4-2025 δήλωσή του του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ. Είχε δε προκαταθέσει προτάσεις από 12-2-2024, ενώ υπόμνημα κατέθεσε στις 5-5-2025.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 3/10-2-2017 αγωγή της νυν αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2017 και 18/2018 μη οριστικές και 8/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 51/2022 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την με αρ. κατ. ΑΝΡ 27/24-11-2022 αίτησή της, που προσδιορίσθηκε να εκδικασθεί στις 6-3-2024 και μετά από αναβολή για την σημερινή δικάσιμο, καθώς και με τους με αρ. κατ. 27/2-2-2024 και 50/21-3-2025 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην δικαστική της δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ια. Η νυν αναιρεσείουσα με την με αρ. κατ. 3/10-2-2017 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, στρεφόμενη κατά των νυν αναιρεσίβλητων και επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως εκ διαθήκης κληρονόμος της αποβιώσασας στις ...-2016 Σ. χήρας Β. Ρ., ζήτησε α) την αναγνώριση της ακυρότητας της από 1-10-2016 ιδιόγραφης διαθήκης της ανωτέρω, επειδή δεν γράφηκε, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπογράφηκε από το χέρι της διαθέτιδας και β) την αναγνώριση της ιδίας ως μοναδικής κληρονόμου αυτής δυνάμει προγενέστερης δημόσιας διαθήκης. Εκδόθηκαν οι α) 16/26-01-2017 μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που αφού δέχθηκε δήλωση αποχής της προεδρεύουσας, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης υπό άλλη σύνθεση, β) 18/13-7-2018 εν μέρει μη οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, που απέρριψε ως απαράδεκτη την σωρευθείσα αγωγή αναγνωριστική κληρονομικού δικαιώματος και αφού έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την έτερη αγωγή, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από την προς τούτο διορισθείσα Γ. Ν., γ) 8/13-3-2020 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου που δέχθηκε την αγωγή( που είχε κριθεί νόμιμη) και αναγνώρισε την ακυρότητα της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης επειδή δεν έφερε ιδιόχειρη υπογραφή της διαθέτιδας και δ) 51/23-9-2022 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και αφού διακράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ηττηθείσα ενάγουσα. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. ΑΝΡ 27/24-11-2022, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης απόφασης, καθόσον δεν προκύπτει επίδοσή της, καταβλήθηκε δε και το προσήκον παράβολο (άρθρα 495§3, 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

Ιβ. Κατά το άρθρο 569 § 2 εδ.α' και β' ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του ν. 4842/2021, το οποίο κατά τη διάταξη της παρ.2β του άρθρου 116 του ιδίου νόμου, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 21 § 2 του ν. 4912/2022, εφαρμόζεται και επί των εκκρεμών ένδικων μέσων, "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει την συζήτηση.... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα." Στην προθεσμία αυτή των τριάντα ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, καθώς και η ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 1388/2025, ΑΠ 1376/2022). Σύμφωνα δε με το άρθρο 281 ΚΠολΔ, συζήτηση της υπόθεσης θεωρείται εκείνη κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση και άρχισε η εκδίκασή της, ανεξάρτητα από το αν το δικαστήριο άρχισε ή όχι να εξετάζει την ουσία της (ΑΠ 1388/2025, ΑΠ 145/2024). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τις διατάξεις του άρθρου 577 §§ 1 και 2 του ίδιου κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρήθηκαν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο πριν από την ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους (ΑΠ 1784/2025, ΑΠ 1674/2025).

Στην κρινόμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα κατέθεσε στην γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου τα με αρ. κατ. 27/2-2-2024 και 50/21-3-2025 ιδιαίτερα δικόγραφα πρόσθετων λόγων αναίρεσης. Από τις ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης Ε. Γ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι αντίγραφα των με αρ. κατ. 27/2-2-2024 πρόσθετων λόγων θυροκολλήθηκαν επί της κατοικίας της κείμενης επί της οδού ... στο Αμύνταιο Φλώρινας για έκαστο των αναιρεσίβλητων, επειδή ουδείς βρέθηκε στην ως άνω κατοικία και η πόρτα κλειστή. Ομοίως, από τις ...-2025 και ...-2025 εκθέσεις επίδοσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας προκύπτει ότι αντίγραφα των με αρ. κατ. 50/21-3-2025 πρόσθετων λόγων θυροκολλήθηκαν επί της ιδίας ως άνω κατοικίας της κείμενης επί της οδού ... στο Αμύνταιο Φλώρινας για έκαστο των αναιρεσίβλητων, επειδή ουδείς βρέθηκε στην ως άνω κατοικία και η πόρτα κλειστή. Πλην όμως, όπως προκύπτει από την ίδια την αναιρεσιβαλλομένη, αλλά και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της σχετικής δίκης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που επιτρεπτά επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 §2 του ΚΠολΔ, οι νυν αναιρεσίβλητοι και τότε εκκαλούντες δήλωσαν ως διεύθυνση κατοικίας τους ο μεν πρώτος (Γ. Ρ.) επί της οδού ... στην Αθήνα, ο δε δεύτερος (Δ. Ρ.) επί της οδού ... στο Ρουσελσχάιμ Γερμανίας.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ...-2023 έκθεση επίδοσης της ιδίας δικαστικής επιμελήτριας, που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε με επιμέλεια της τελευταίας μόνο στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Νικόλαο Αγραφιώτη, που παραστάθηκε στο Εφετείο και εκπροσωπεί αυτούς και κατά την συζήτηση της αναίρεσης. Κατόπιν τούτων η επίδοση των δικογράφων των προσθέτων λόγων δεν έγινε σύννομα στην δηλωθείσα κατοικία των αναιρεσίβλητων (άρθρο 128§2 του ΚΠολΔ), οπότε αυτοί (πρόσθετοι λόγοι) κατ' αυτεπάγγελτο έλεγχο του Δικαστηρίου κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. (Σημειωτέον ότι η έλλειψη επίδοσης των δικογράφων των προσθέτων λόγων επισημαίνεται από τους αναιρεσίβλητους εκπροθέσμως κατ' άρθρο 570§1 εδ.β του ΚΠολΔ με το υπόμνημα που κατέθεσαν μετά την συζήτηση). Επιπροσθέτως, την συζήτηση δεν επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι, ούτως ώστε το δικόγραφο των προσθέτων λόγων να μπορούσε να επιδοθεί νόμιμα στον δικηγόρο Νικόλαο Αγραφιώτη, που τους είχε εκπροσωπήσει ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους στο Εφετείο (άρθ. 569 § 2 ΚΠολΔ που ως ειδικότερη διάταξη υπερισχύει εκείνης του άρθρου 143 ΚΠολΔ)( ΑΠ 1784/2025).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006,ΟλΑΠ 36/88). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) (ΑΠ 1011/2007).

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 582/2018). Η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικώς μόνον αν αυτά αφορούν ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 1/2013). Επίσης, με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 472/2017). Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 1541/2021, ΑΠ 440/2019), ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).

ΙΙβ. Κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 1099/2025, ΑΠ 736/2020).

ΙΙγ. Επίσης, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, εκτιμηθούν, κατ' άρθρο 340 του ΚΠολΔ, ελεύθερα (ΑΠ 306/2021). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 387 του ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό της διάταξης του άρθρου 340 §2 του ίδιου κώδικα, η πραγματογνωμοσύνη εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 368 και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και, συνεπώς, η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, που να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων (ΑΠ 226/2022, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1173/2017)

ΙΙδ. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 §1 εδ.α ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη, εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν τον ίδιο. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρίαν γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη, που ο ίδιος προσδιορίζει και διευθύνει την κίνηση προς γραφή προερχόμενη από τη δική του σωματική επάρκεια, προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης αυτού (διαθέτη), μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σε αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη. Η διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, με την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ, δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος, ώστε κάθε παρέκκλιση από τον τύπο που καθιερώνει ο νόμος να επιφέρει την ακυρότητα της διαθήκης (ΑΠ 1119/2023, ΑΠ 855/2018).

Συνεπώς, η αναγνώριση ή η απόδειξη της γνησιότητας της υπογραφής δεν αρκεί για να ισχύσει το τεκμήριο της γνησιότητας του περιεχομένου ιδιόγραφης διαθήκης. Απαιτείται και η αναγνώριση ή απόδειξη της γνησιότητας του περιεχομένου και της χρονολογίας της. Το βάρος απόδειξης της γνησιότητας, έχει αυτός που επικαλείται τη γνησιότητα. (ΑΠ 714/2024, ΑΠ 1119/2023, ΑΠ 726/2016).Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για ακυρότητα της διαθήκης, λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής, χρονολόγησης και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί, μόνο, η αντιτασσόμενη με την αγωγή γενική άρνηση του ενάγοντος κατά του προβαλλόμενου από την διαθήκη δικαιώματος του εναγομένου. Στην περίπτωση, δηλαδή, αυτή δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από το διαθέτη γραφή, χρονολόγηση και υπογραφή της διαθήκης, ήτοι την σύνταξη έγκυρης διαθήκης (ΑΠ 714/2024).

ΙΙε. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αρνητική αναγνωριστική αγωγή για ακυρότητα της διαθήκης: "Στις ....2016 απεβίωσε στο Αμύνταιο Φλώρινας η Σ. χήρα Β. Ρ. του Θ., κάτοικος ..., ηλικίας 82 ετών. Η θανούσα, η οποία ήταν άτεκνη, κατέλειπε την υπ' αριθμό ....2016 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αμυνταίου Ε. Χ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμό ....2016 πρακτικό δημοσίευσης δημόσιας διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, με την οποία εγκατέστησε την εφεσίβλητη - ενάγουσα μοναδική κληρονόμο της σε ολόκληρη την κληρονομιαία περιουσία της, ...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του υπ' αριθμό 1/19.1.17 πρακτικού δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Αμυνταίου, δημοσιεύθηκε η από 1.10.16 μεταγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη της παραπάνω διαθέτιδας, δυνάμει της οποίας η τελευταία εγκατέστησε κληρονόμους της τους εναγόμενους (αδέρφια του προαποβιώσαντος στις ....2012 συζύγου της Β. Ρ. του Γ.) και ειδικότερα κατέλειπε αφενός μεν τα σκαλοπάτια της αυλής και το υπόγειο του σπιτιού στο Αμύνταιο (δηλαδή της παραπάνω αναφερόμενης στις δημόσιες διαθήκες οικοδομής) με όλα τα πράγματα που βρίσκονται εκεί, καθώς και το σύνολο των χρηματικών καταθέσεων που βρίσκονται στην Εθνική Τράπεζα και στην Τράπεζα Πειραιώς στον κουνιάδο της Γ. - α' εκκαλούντα - εναγόμενο, αφετέρου δε τον πρώτο όροφο της ως άνω οικοδομής με όλα τα πράγματα και τα χρυσαφικά που είχε αποκτήσει αυτή από τα πεθερικά της - γονείς των εναγομένων, στον κουνιάδο της "..." - β' εκκαλούντα - εναγόμενο. Ακόμα, με την ίδια διαθήκη, η θανούσα κατέλειπε το δεύτερο όροφο της ίδιας ως άνω οικοδομής στην εφεσίβλητη - ενάγουσα Μ. Ρ. "που τη βοηθάει καμιά φορά με τα χάλια της", σε περίπτωση δε που η τελευταία δεν επιθυμούσε την κληρονομιά αυτή, όρισε "να την πάρουν κουνιάδια της". Τέλος, η θανούσα άφησε τον αέρα του σπιτιού της με όλα τα "άχρηστα πράγματα στη σκεπή", στο β' εκκαλούντα - εναγόμενο. Από το περιεχόμενο της παραπάνω διαθήκης προκύπτει με σαφήνεια ότι, η Σ. Ρ. εκφράζει την πραγματική βούλησή της, όπως αφήσει στη Μ. Ρ., η οποία τη φρόντιζε και από την οποία ήταν απόλυτα εξαρτημένη, μόνο το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, όπως μάλιστα είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, κατ' απαίτηση της εφεσίβλητης - ενάγουσας, όταν η τελευταία ανέλαβε τη φροντίδα της Σ. Ρ., τη δε λοιπή περιουσία, την οποία ουσιαστικά είχε αποκτήσει από τον προαποβιώσαντα σύζυγό της (ήτοι την οικοδομή στο Αμύνταιο και τα χρυσαφικά), να την αφήσει στα αδέρφια του συζύγου της. Ο λόγος δε που η διαθέτιδα προτίμησε η τελευταία διαθήκη της να είναι ιδιόγραφη, και όχι δημόσια, ήταν για να μπορέσει να εκφράσει αυτή της τη βούληση, χωρίς να φοβάται τον έλεγχο και τις αντιδράσεις της Μ. Ρ., η οποία σε περίπτωση νέας δημόσιας διαθήκης, θα μπορούσε και πάλι να πληροφορηθεί το περιεχόμενο αυτής από τους ίδιους ως άνω μάρτυρες που θα συνέπρατταν στη διαθήκη, όπως έγινε την πρώτη και τη δεύτερη φορά. Η εφεσίβλητη - ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, η επίδικη διαθήκη είναι άκυρη, καθόσον δε γράφηκε, ούτε υπογράφηκε από τη διαθέτιδα, αλλά από τους εναγόμενους, οι οποίοι αντλούν κληρονομικά δικαιώματα από αυτήν. Προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού της περί πλαστότητας, η εφεσίβλητη - ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει την από ....2019 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Γ. Ν., που διορίστηκε δυνάμει της υπ' αριθμό 18/2018 μη οριστικής απόφασης του παρόντος δικαστηρίου, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, με πιθανότητα που αγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, η υπογραφή στην επίδικη διαθήκη δεν είναι γνήσια υπογραφή της Σ. Ρ. και δεν τέθηκε από το χέρι της, καθώς και την από ....2017 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ειδικής δικαστικής και αναλυτικής γραφολόγου Σ. Ζ., η οποία επίσης καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η ειδική δικαστική και αναλυτική γραφολόγος Π. Φ. στην από 30.3.18 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της, που διεξήχθη στο πλαίσιο διενεργούμενης προκαταρκτικής εξέτασης και διατάχθηκε από τον πταισματοδίκη Φλώρινας δυνάμει της υπ' αριθμό 187/2017 πράξης, η οποία συγκεκριμένα αναφέρει ότι, η κρινόμενη υπογραφή δεν έχει χαραχθεί από το χέρι της Σ. Ρ., αλλά από άλλο πρόσωπο κατά προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης της γνήσιας υπογραφής της διαθέτιδας. Όμως, οι ως άνω πραγματογνωμοσύνες και γνωμάτευση, αντικρούονται από την από ....17 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Ν. Ν., που διατάχθηκε το πρώτον δυνάμει της υπ' αριθμό 17/2017 πράξης της Ειρηνοδίκη Αμυνταίου στο πλαίσιο δίκης περί κήρυξης ιδιόγραφης διαθήκης ως κύριας, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η αμφισβητούμενη υπογραφή στην επίδικη διαθήκη παρουσιάζει ιδιαιτερότητες όμοιες με την υπογραφική συνήθεια της Σ. Ρ. και συνδέεται γραφολογικά με τις γνήσιες υπογραφές αυτής, καθώς και την από ....2017 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Κ. Β., ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, η γραφή και η υπογραφή στην από 1.10.16 ιδιόγραφη διαθήκη, έχουν γραφεί και υπογραφεί από την ίδια τη θανούσα Σ. Ρ., οι οποίες (πραγματογνωμοσύνη και γνωμάτευση) κρίνονται πιο πειστικές. Και τούτο διότι, κατά την κοινή πείρα και λογική, κανένας πλαστογράφος διαθήκης δεν θα εγκαθιστούσε το ένα από τα δύο κύρια περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς, ήτοι το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου της οικοδομής (δεδομένου ότι, αφ' ενός μεν ο λογαριασμός στην Τράπεζα Πειραιώς, κατά το χρόνο του θανάτου της Σ. Ρ. ήταν μηδενικός, αφ' ετέρου δε δεν αποδείχθηκε το χρηματικό ποσό που υπήρχε στο λογαριασμό της θανούσας στην Εθνική Τράπεζα, αλλά ούτε και η αξία των χρυσαφικών, ώστε να μπορέσει το δικαστήριο να εκτιμήσει τη συνολική αξία της κληρονομιάς), σε τρίτο άτομο και μάλιστα εκτός οικογένειας, αλλά θα εγκαθιστούσε στον εαυτό του και τους οικείους του μοναδικούς κληρονόμους στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι, όπως αποδείχθηκε, η θανούσα διατηρούσε στενούς οικογενειακούς δεσμούς με τους εκκαλούντες - αδέρφια του συζύγου της, καθόσον ο μεν Γ. τη βοηθούσε να διεκπεραιώσει οικονομικές και νομικές της υποθέσεις, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του συζύγου της και αδερφού των εκκαλούντων το 2012, ο δε Δ., κάτοικος ..., επισκεπτόταν κάθε χρόνο για μεγάλα χρονικά διαστήματα το Αμύνταιο, κατά τη διάρκεια των οποίων βοηθούσε και φρόντιζε τη νύφη του, επομένως η θανούσα δεν είχε λόγο να τους αποκλείσει από την κληρονομιά η οποία, μάλιστα, όπως ήδη αναφέρθηκε, προερχόταν από την πατρική περιουσία του συζύγου της. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται ούτε από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων απόδειξης, οι οποίοι απλώς βεβαιώνουν τη φροντίδα που παρείχε η Μ. Ρ. στη διαθέτιδα Σ. Ρ., η οποία δεν αμφισβητείται από κανέναν." Μετά από αυτά το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εκφέροντας αντίθετη κρίση με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε κατ' ουσία την αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης, αποφαινόμενο ρητά ότι η υπογραφή δεν ήταν της διαθέτιδας, ενώ για το κείμενο της διαθήκης, συμπεριλαμβανομένης και της χρονολογίας, ουδεμία κρίση περιέλαβε, επικαλούμενο τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης Γ. Ν. και Π. Φ. που δεν γνωμοδότησαν περί τούτου λόγω ανεπαρκούς και ακατάλληλου συγκριτικού υλικού.

ΙΙστ. Με τους συναφείς πρώτο και τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης , όπως το περιεχόμενό τους εκτιμάται, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την ως άνω κρίση του παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ, και τούτο εφαρμόζοντάς την, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή της. Από τις παραδοχές της προσβαλλομένης, που εκτέθηκαν αυτολεξεί ανωτέρω, φαίνεται ότι αυτή αρκείται στην παράθεση των τελικών συμπερασμάτων των γραφολογικών ερευνών που έγιναν με αντικείμενο την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, ήτοι 1) της πραγματογνώμονα Γ. Ν. που ορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (και όχι, όπως λανθασμένα αναφέρει, από το Εφετείο), 2) της τεχνικής συμβούλου Σ. Ζ., που ορίσθηκε από την ενάγουσα νυν αναιρεσείουσα, 3) της πραγματογνώμονα Π. Φ. που ορίσθηκε στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, οι οποίες, άπασες, καταλήγουν ότι η υπογραφή επί της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης δεν ήταν της διαθέτιδας, 4) της πραγματογνώμονα Ν. Ν. που ορίσθηκε στα πλαίσια της δίκης για την κήρυξη κυρίας της διαθήκης, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, "η αμφισβητούμενη υπογραφή στην επίδικη διαθήκη παρουσιάζει ιδιαιτερότητες όμοιες με την υπογραφική συνήθεια της Σ. Ρ. και συνδέεται γραφολογικά με τις γνήσιες υπογραφές αυτής" και 5) του τεχνικού συμβούλου Κ. Β., που ορίσθηκε από τους εναγόμενους -νυν αναιρεσίβλητους , που γνωμοδοτεί υπέρ της γνησιότητας υπογραφής και γραφής, κρίνει δε (η προσβαλλομένη) ότι οι τελευταίες είναι "πιο πειστικές". Στην κρίση της αυτή καταλήγει ερμηνεύοντας την βούληση της διαθέτιδας επικαλούμενη τα διδάγματα της κοινής πείρας για το πώς ενεργεί ένας πλαστογράφος και ουδόλως λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια της γραφολογικής επιστήμης (πίεση , ποιότητα και ρυθμό χάραξης, υπογραφικό αυτοματισμό, γραφική ευχέρεια, γραμματικους τύπους,κλπ) ως όφειλε, αφού πρόκειται για ζήτημα που χρήζει ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης. Παρά το ότι η μη αιτιολόγηση του δικαστηρίου της ουσίας για μη υιοθέτηση του πορίσματος του πραγματογνώμονα, που διορίσθηκε από το δικαστήριο στα πλαίσια της σχετικής δίκης, δεν ελέγχεται αναιρετικά κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα της παρ. ΙΙγ νομική σκέψη, εντούτοις στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το κύρος της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, αφού α) ουδεμία παραδοχή υπάρχει για την χρονολόγηση της διαθήκης, αν δηλ. τέθηκε η χρονολογία σύνταξης από το χέρι της διαθέτιδας, β) αν έγραψε και υπέγραψε την διαθήκη με δική της αυτοδύναμη κίνηση ή με την επέμβαση ή υποβοήθηση ξένης χειρός και για το αν γράφηκε από την αρχή έως το τέλος από το χέρι της (διαθέτιδας) και γ) δέχεται ως πειστική την πραγματογνωμοσύνη της Ν. Ν. , που, όμως, κατά τις παραδοχές της ίδιας της αναιρεσιβαλλομένης αυτή αναφέρεται μόνο στην υπογραφή. Ως εκ τούτου οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι, αφού δεν διαλαμβάνονται στην προσβαλλομένη με επάρκεια οι πραγματικές παραδοχές με τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι είναι έγκυρη η από 1-10-2016 ιδιόγραφη διαθήκη της αποβιώσασας στις ...-2016 στο Αμύνταιο Φλώρινας Σ. Ρ., στερώντας έτσι από την απόφασή του τη νόμιμη βάση εξαιτίας ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 1721 §1 ΑΚ για την ύπαρξη έγκυρης ιδιόγραφης διαθήκης, την οποία παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου.

ΙΙΙ. Κατόπιν τούτων, γενομένων δεκτών ως βάσιμων των πρώτου και τρίτου (κατά το πρώτο σκέλος) αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των ανωτέρω γενομένων δεκτών λόγων. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθ. 495 §3 εδ.τελ. ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας τους ,κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος που προέβαλε με τις προτάσεις της (άρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠοΛΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους με αρ. κατ. 27/2-2-2024 και 50/21-3-2025 πρόσθετους λόγους.

ΑΝΑΙΡΕΙ την 51/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στην αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή