Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 100 / 2026    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 100/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου και Κωνσταντία Π.Εμμανουηλίδου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Φ. συζ. Ε. Φ., το γένος Γ. και Ε. Τ., κατοίκου ... και 2) Μ. Κ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η παραστάθηκε δια και η 2η μετά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Ελευθερίου Μπάλλα (ΑΜ Δ.Σ.Σύρου 84), που κατέθεσε προτάσεις στις 12-3-2025.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. χήρας Ν. Β., το γένος Α. και Χ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ξάνθο (ΑΜ Δ.Σ.Σύρου 78) με την από 1-4-2025 δήλωσή του του άρθρου 242§2 του ΚΠολΔ, κατέθεσε δε προτάσεις στις 11-3-2025.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αρ. κατ. 30/20-7-2018 αγωγή της νυν αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άνδρου, το οποίο εξέδωσε την 8/2019 απόφασή του, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την αγωγή προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2021 οριστική του τελευταίου Δικαστηρίου και 65/2023 τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την με αρ. κατ. 21/3-7-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νυν αναιρεσίβλητη με την με αρ. κατ. 30/20-7-2018 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άνδρου, στρεφόμενη κατά των νυν αναιρεσειουσών, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίες να κλείσουν τα περιγραφόμενα σε αυτή ανοίγματα (παράθυρα και πόρτα) τα κείμενα επί των "μεσοτοιχιών" δηλ. των εξωτερικών τοίχων των οικιών τους σε επαφή με το κοινό όριο με την δική της οικία. Εκδόθηκαν οι α) 8/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Άνδρου, με την οποία κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο, εκλαμβάνοντας τοιαύτη ως αρνητική αγωγή και την παρέπεμψε προς συζήτηση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, β) 31/31-3-2021 οριστική απόφαση του τελευταίου που δέχθηκε την αγωγή ως ενοχική, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 10 §9-10 της ΥΑ ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.3046/304 της 30 Ιαν./3 Φεβρ. 1989(ΦΕΚ Δ'59)-Κτιριοδομικός Κανονισμός (πριν την κατάργησή της με το άρθρο 38 § α της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/66006/2360/2023 -ΦΕΚ Β' 3985/22.6.2023- που όμως στο άρθρο 9§11 αυτής υπάρχει πανομοιότυπη διάταξη) και γ) 65/25-5-2023 τελεσίδικη-αντιμωλία- απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ηττηθείσες εναγόμενες- εκκαλούσες. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. 21/3-7-2023, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευση της προσβαλλομένης, καθόσον δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3 και 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).
ΙΙα. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Περαιτέρω για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή κανόνων δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ), απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση με συνείδηση δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου. Η παραβίαση εθιμικού κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1585/2023, ΑΠ 2026/2014, ΑΠ 491/2005).
ΙΙβ. Κατά τους κανόνες του εθιμικού δικαίου των Κυκλάδων (που, όμως, συναντάται και σε άλλα νησιά του Αιγαίου, όπως πχ. Σκύρο, Σκόπελο), ο θεσμός της οριζόντιας ιδιοκτησίας, που διαμορφώθηκε ήδη από φραγκοκρατίας λόγω της πυκνής δόμησης ένεκα της ανάγκης ανέγερσης κατοικιών σε βραχώδη και επικλινή εδάφη και δη επί μικρών οικοπέδων, στηρίζεται στους εξής τρεις βασικούς κανόνες: 1) Κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή τμήματος ορόφου είναι αποκλειστικός κύριος του ορόφου του, συμπεριλαμβανομένων των πρωτοτοίχων του δηλ. των κυρίων τοίχων επί των οποίων στηρίζεται η οικοδομή, του δαπέδου, της οροφής του, ακόμη και της κλίμακας και της καμινάδας που αντιστοιχεί σε αυτόν. 2) Ο κύριος του ισογείου είναι και αποκλειστικός κύριος του οικοπέδου και του υπεδάφους, ακόμη και αν η οικοδομή καταστραφεί από οποιαδήποτε αιτία. 3) Ο κύριος του ανωγείου ορόφου είναι και αποκλειστικός κύριος του αέρα, εκτός αν ο αέρας είχε ήδη μεταβιβασθεί σε τρίτον ή παρακρατηθεί από τον μεταβιβάσαντα την κυριότητα του ανωγείου (ΑΠ 986/2017, ΑΠ 2016/2014, ΑΠ 385/1965). Ο "αέρας" ή "ταράτσα" ή "δώμα" είναι το πιο σύνθετο ζήτημα στο εθιμικό κυκλαδικό δίκαιο της οριζόντιας ιδιοκτησίας με κυρίαρχο τον εμπράγματο χαρακτήρα του. Και τούτο διότι, ήταν μεν το δικαίωμα μελλοντικής ανέγερσης ορόφου ή ορόφων επί του κτιριακού όγκου της υφιστάμενης οικοδομής, χωρίς ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο, αλλά και περιορισμένο στο χώρο που καταλάμβανε το δώμα. Γι' αυτό η συνηθισμένη έκφραση στα δικαιοπρακτικά έγγραφα ήταν ότι μεταβιβάζεται το δώμα ή μερικές φορές το "σπάτζιο", εκ του ιταλικού "spazzio" (χώρος) της αρχικώς υφισταμένης οικίας. Ουσιαστικά, η οροφή του ισογείου αποτελούσε ένα νέο πλέον (νοητό) οικόπεδο, επί του οποίου θα έχτιζε ο δικαιούχος και θα αποτελούσε το πάτωμα της δικής του οικίας. Ο "αέρας" αποτελεί στοιχείο της αποκλειστικής κυριότητας του κυρίου του εκάστοτε υψηλότερου ορόφου, που μπορεί είτε να τον υλοποιήσει, είτε να τον μεταβιβάσει σε τρίτο πρόσωπο στο σύνολό του, οπότε ο νέος κύριος θα είναι και κύριος του νέου "αέρα" ή ακόμη και μερικώς, είτε να τον παρακρατήσει. Ήδη από τα χρόνια της φραγκοκρατίας και μετέπειτα της οθωμανικής κυριαρχίας, το δικαίωμα επί του ανωγείου και του αέρα θεωρούνταν διαφορετικό από το αντίστοιχο επί του οικοπέδου και του ισογείου, ακόμη κι αν φορέας του ήταν ένα και το αυτό πρόσωπο. Επίσης, στη νοταριακή πρακτική πριν την Ανεξαρτησία, και στη συμβολαιογραφική πρακτική μετά, γίνεται δεκτό ότι η μεταβίβαση όλου του οικοπέδου και του επ' αυτού κτίσματος δεν συνεπάγεται και τη μεταβίβαση του "αέρα", αν δεν υπάρχει σχετική ρητή αναφορά στο συμβόλαιο μεταβίβασης· στην περίπτωση αυτή κύριος του αέρα θεωρείται ή ο δικαιοπάροχος ή αυτός στον οποίο ο τελευταίος μεταβίβασε το δικαίωμα. Τέλος, έκφανση της ιδιαίτερης αυτής μορφής του δικαιώματος είναι ότι, προκειμένου να χρησιδεσπόσει κάποιος τον "αέρα", καθόσον το κυκλαδικό έθιμο δεν απαγόρευε την σύσταση της οριζόντιας ιδιοκτησίας με χρησικτησία, θα έπρεπε οι πράξεις νομής, που ασκούσε, να συνέτειναν προς τη σύμφωνη με το σκοπό του εθίμου χρήση αυτού. Αφού, λοιπόν σκοπός του "αέρα" είναι η ανοικοδόμηση, θα έπρεπε οι διακατοχικές πράξεις του χρησιδεσπόζοντος να κατευθύνονται είτε στην ανοικοδόμηση της ταράτσας, είτε στην αποτροπή άλλων, που επιχειρούσαν να τη κτίσουν επικαλούμενοι ίδιο δικαίωμα και δεν αρκούσαν πράξεις όπως η επισκευή της, το βάψιμο ή η χρήση της για εναπόθεση αντικειμένων ή η διέλευση (Α. Λαχανόπουλος, Το ειδικό ιδιοκτησιακό -εθιμικό- καθεστώς των Κυκλάδων νήσων, ΕπΑκ 2/2020 σ.259). Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η δημιουργία οριζόντιων ιδιοκτησιών, κατά το εθιμικό δίκαιο των Κυκλάδων, είχε ως χαρακτηριστικό την ύπαρξη αυτοτελών κατ' όροφο ιδιοκτησιών, χωρίς την ύπαρξη χώρων που ανήκουν εξ αδιαιρέτου στους κυρίους των επιμέρους ορόφων (ΑΠ 986/2017).
ΙΙγ. Η εισαγωγή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας στο ελληνικό δίκαιο με το ν.3741/1929 βρήκε στις Κυκλάδες το ως άνω ήδη από αιώνες διαμορφωμένο καθεστώς. Με την διάταξη του άρθρου 15 του ανωτέρω νόμου ο νομοθέτης κατάργησε μεν τις τυχόν αντίθετες στις ρυθμίσεις του διατάξεις νόμων, αλλά δεν διέλαβε ρύθμιση για το κυκλαδικό έθιμο, ούτε το κατάργησε ως πηγή δικαίου. Οπότε, από 9-1-1929, ημερομηνία έναρξης ισχύος του νέου νόμου, αποκλείεται μεν η σύσταση (νέας) οριζόντιας ιδιοκτησίας κατά τον τρόπο του κυκλαδικού εθίμου, υφιστάμενες, όμως, οριζόντιες ιδιοκτησίες που συστάθηκαν με αυτό, εξακολουθούν να διέπονται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διαχρονικού δικαίου, από το δίκαιο υπό το οποίο συστάθηκαν, αφού και ο ίδιος ο ν.3741/1929 στο άρθρο 16 ορίζει ότι ο νόμος αυτός δεν έχει αναδρομική ισχύ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του ΕισΝΑΚ από την έναρξη της ισχύος (εισαγωγή) του ΑΚ καταργούνται όλες οι διατάξεις νόμων ή γενικών ή τοπικών εθίμων που αντιβαίνουν στις διατάξεις του ή στις διατάξεις αυτού του νόμου ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται με αυτούς. Κατά δε το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ το δικαίωμα κυριότητας που υπάρχει κατά την εισαγωγή του ΑΚ διέπεται στο εξής ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεσή του από τις διατάξεις του ΑΚ. Το ίδιο ισχύει και για την κυριότητα σε όροφο ή σε διαμέρισμα ορόφου.
Εξάλλου κατά μεν το άρθρο 973 ΑΚ δικαιώματα παρέχοντα άμεση εξουσία και εναντίον όλων πάνω στο πράγμα είναι η κυριότητα, οι δουλείες, το ενέχυρο και η υποθήκη, κατά δε το άρθρο 1001 ΑΚ η κυριότητα πάνω σε ακίνητο, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, εκτείνεται στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος. Τέλος, κατά το άρθρο 57 του ΕισΝΑΚ τα εμπράγματα δικαιώματα σε ξένο πράγμα ή δικαίωμα που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του ΑΚ ισχύουν και στο εξής και διέπονται ως προς την έκταση, το περιεχόμενο, τη δυνατότητα μεταβίβασης, την προστασία και την απόσβεσή τους από το έως τώρα δίκαιο, κατά δε το άρθρο 59 ΕισΝΑΚ εμπράγματα δικαιώματα επιφάνειας ή χωριστής κυριότητας που υπάρχουν κατά την εισαγωγή του ΑΚ σε φυτεία ή δένδρα ή οικοδομές σε ξένο έδαφος, διατηρούνται και εξακολουθούν να διέπονται από το έως τώρα δίκαιο ή από τις σχετικές ειδικές διατάξεις που ισχύουν έως τώρα. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ναι μεν με την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα καταργήθηκε και ρητά, δυνάμει του άρθρου 1 ΕισΝΑΚ, το προπεριγραφόμενο κυκλαδικό έθιμο, ωστόσο η κατάργηση αυτή αφορά τις εφεξής αναφυόμενες έννομες σχέσεις και όχι δικαιώματα, που ήδη είχαν δημιουργηθεί πριν την εισαγωγή του.
Συνεπώς, δικαιώματα αποκλειστικής κυριότητας σε ορόφους οικοδομής που ήδη είχαν δημιουργηθεί υπό την ισχύ του κυκλαδικού εθίμου, εξακολουθούν να ισχύουν και να διέπονται, και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, από τους ορισμούς του καταργηθέντος εθίμου. Από τα ανωτέρω συνάγεται, επίσης ότι μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα η ήδη συσταθείσα κατά το κυκλαδικό έθιμο αποκλειστική κυριότητα επί ορόφου οικοδομής δεν μεταπίπτει άνευ ετέρου σε σχέση οροφοκτησίας, που διέπεται από το ν. 3741/1929, διότι για τη δημιουργία τέτοιας σχέσης απαιτείται η σύστασή της με κάποιον από τους περιοριστικά αναφερόμενους στις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 ν.3741/1929, 1002 ΑΚ, 2 ν.δ. 1024/1971, 480 Α ΚΠολΔ και του ν. 1562/1985 τρόπους, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 953, 954, 903,1002, 1117 ΑΚ, 1,14 του ν. 3741/1929,1, 2 του ν. δ. 1024/1971 1, 6 του ν. 1562/1985 και 480 Α του ΚΠολΔ, η έννομη σχέση της οριζόντιας ή (και) κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία ή με δικαστική απόφαση ή με ειδικό νόμο. Σύσταση της εν λόγω έννομης σχέσης με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) δεν είναι δυνατή. Και τούτο, διότι, πέραν του προβλεπόμενου ως άνω περιορισμένου κύκλου των τρόπων σύστασής της, η επιτρεπόμενη κατ' άρθρο 993 ΑΚ νομή επί συστατικού μέρους πράγματος (ορόφου, διαμερίσματος κ.α.) δεν μπορεί να οδηγήσει σε σύσταση οροφοκτησίας (ΑΠ 986/2017,ΑΠ 642/2012).
ΙΙδ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης και κατά το μέρος που αφορά τον εν προκειμένω αναιρετικό έλεγχο: "Δυνάμει του με αριθμό ...-1972 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Κορθίου - Άνδρου, Α. Δ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου, στον τόμο 135 και αριθμό 95, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη κατέστη αρχικά ψιλή κυρία και κατά ποσοστό 100% λόγω προίκας με προικολήπτη τον σύζυγό της και επικαρπωτή Ν. Β. και στη συνέχεια κατά τις διατάξεις του ν. 1329/1983 κατέστη αποκλειστική κυρία κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 100% ενός ακινήτου κείμενου στο χωριό Συνέτι, της Τοπικής Κοινότητας Συνετίου, της Δημοτικής Ενότητας Κορθίου, του Δήμου Άνδρου - Κυκλάδων και ειδικότερα μίας οικίας μετά των διαιρέσεων αυτής, εδάφους, αέρα και προαυλίου, αποτελούμενης από δύο δωμάτια, μετά των βοηθητικών χώρων, συνορευόμενης, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης, με ιδιοκτησίες Δ. Δ., Γ. Τ. (ήτοι των δικαιοπαρόχων των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων) και με δημόσια οδό. Στην δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης ενάγουσας Χ. σύζυγο Α. Κ., το γένος Θ. και Μ. Κ., το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει λόγω δωρεάς εν ζωή από την μητέρα της Φ. χήρα Μ. Μ., το γένος Ν. Κ., δυνάμει του με αριθμό ...-1944 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Άνδρου, Ν. Δ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου, στον τόμο 105 και αριθμό 312, και περιγράφεται ως οικία μετά της αυλής της και του εν αυτή φούρνου, συνορευόμενη, σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο κτήσης, με δημόσια οδό και με οικίες Δ. Δ. και Γ. Τ. Τέλος, η ως άνω απώτερη δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης ενάγουσας, Φ. χήρα Μ. Μ., το γένος Ν. Κ., είχε καταστεί κυρία του ως άνω ακινήτου, δυνάμει του με αριθμό ...-1918 προικοσυμφώνου, του συμβολαιογράφου Άνδρου, Κ. Γ., και περιγράφεται ως οικία μετά των υπογείων της, διηρημένη σε τρία διαμερίσματα, με αυλή και φούρνο, συνορευόμενη κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης, με δημόσια οδό και με οικία Δ. Δ. Το ως άνω ακίνητο σήμερα αποτελείται από υπόγειο εμβαδού 48,99 τ.μ., ισόγειο εμβαδού 23,25 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 103,78 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Οκτώβριο του έτους 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, Σ. Κ., που επισυνάπτεται στην αγωγή, υπό στοιχ. Α1-Α2-...-Α18-Α1 και συνορεύει: βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά Α2-Α3-Α4-Α5-Α6 συνολικού μήκους 15,02 μ. με κοινοτική οδό, ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά με στοιχεία Α6-Α7-Α8-Α9 συνολικού μήκους 9,59 μ. με κοινοτική οδό, νότια σε τεθλασμένη πλευρά με στοιχεία Α9-Α10-Α11-Α12-Α13-Α14-Α15-Α16 συνολικού μήκους 12,7 μ. με ιδιοκτησία της δεύτερης των εναγομένων και ήδη εκκαλούσας και δυτικά εν μέρει σε πλευρά Α16-Α17-Α18-Α1 συνολικού μήκους 9,02 μ. με ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας και εν μέρει σε πλευρά Α1-Α2 μήκους 0,65 μ. με κοινοτική οδό.... Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εκκαλούσα εναγόμενη, δυνάμει του με αριθμό ...-1964 προικοσυμβόλαιου του συμβολαιογράφου Άνδρου, Π. Μ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Άνδρου, στον τόμο 119 και αριθμό 21, κατέστη αποκλειστική κυρία κατά πλήρη κυριότητα ενός ακινήτου και συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο κτήσης: α) μίας πεπαλαιωμένης οικίας μετά των προαυλίων, εδάφους και αέρα, κείμενη στην ίδια ως άνω περιοχή, συνορευόμενη σύμφωνα με τον ως άνω τίτλο κτήσης, με ακίνητα Α. Κ., Δ. Δ. και με δημόσια οδό, εμφαίνεται δε στο ανωτέρω αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα επί πλευράς με στοιχεία Α16-Α17-Α18-Α1 συνολικού μήκους 9,02 μ. και εφάπτεται στο ανατολικό όριο αυτής με το ακίνητο της εφεσίβλητης ενάγουσας και β) ενός στάβλου, κείμενου εντός της ίδιας ως άνω περιοχής, πλησίον της ανωτέρω περιγραφείσας οικίας, συνορευόμενο σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, με ιδιοκτησίες Α. Κ., Ν. Μ. και δημόσια οδό. Το υπό στοιχ. α) ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης, Γ. Τ. του Α., δυνάμει του με αριθμό ...-1920 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Άνδρου, Ν. Δ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου, στον τόμο 90 και αριθμό 470, στον ως άνω δε, τίτλο κτήσης, το ακίνητο περιγράφεται ως ερειπωμένη οικία, συνορευόμενη γύρωθεν με ιδιοκτησίες Μ. Μ. (απώτερου δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης ενάγουσας), Δ. Δ., οδού, οικοδομούμενης επί οικίας Δ. Κ. και ούσα ως επί τω πλείστον ερειπωμένης. Το υπό στοιχ. β) ακίνητο είχε περιέλθει στον δικαιοπάροχο της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης, Γ. Τ. του Α., δυνάμει του με αριθμό ...-1942 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Άνδρου, Κ. Γ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Άνδρου, στον τόμο 105 και αριθμό 6, από αγορά από τον πατέρα του Α. Τ., στο οποίο περιγράφεται ως δύο συνεχόμενα κελιά, συνορευόμενα με ιδιοκτησίες Μ. Μ., Β. Κ. και δημόσια οδό, τα οποία ο ως άνω Α. Τ. είχε αποκτήσει από αγορά από τον Δ. Κ., ως αναφέρεται στο ως άνω προσκομιζόμενο συμβόλαιο. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι η δεύτερη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα τυγχάνει κυρία ενός ακινήτου και συγκεκριμένα δυνάμει του με αριθμό ...-2017 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Κρωπίας, Κ. Β., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου, στον τόμο 325 και αριθμό 16, μίας διώροφης οικίας με δώμα, κείμενη στην ίδια ως άνω περιοχή, συνορευόμενης κατά τον ως άνω τίτλο κτήσης με ακίνητο της πρώτης εναγόμενης εκκαλούσας, με ακίνητο της ενάγουσας εφεσίβλητης και με δημοτικό δρόμο, το ανωτέρω δε ακίνητο εμφαίνεται στο αναφερόμενο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα που επισυνάπτεται στην αγωγή επί πλευράς με στοιχεία Α9-Α10-Α11-Α12-Α13-Α14-Α15-Α16 συνολικού μήκους 12,7 μ. και εφάπτεται στο βόρειο όριο αυτής με το ακίνητο της ενάγουσας. Το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην δικαιοπάροχο της δεύτερης των εναγομένων και ήδη εκκαλούσας, Ε. σύζυγο Γ. Κ., το γένος Δ. Δ., δυνάμει του με αριθμό ...-1996 συμβολαίου πώλησης, του συμβολαιογράφου της Πολιτείας της Νέας Υόρκης και Κομητείας του Κουήνς, των ΗΠΑ, Σ. Σ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου, στον τόμο 221 και αριθμό 99 και περιγράφεται στον ως άνω τίτλο κτήσης ως ανωγειοκατώγειος οικία, μετά του περιαυλίου της, συνορευόμενη γύρωθεν με ακίνητο Α. και Χ. Κ., με ακίνητο Γ. Τ. και με κοινοτική οδό. Τέλος, η δικαιοπάροχος της ανωτέρω Ε. συζύγου Γ. Κ., το γένος Δ. Δ., απέκτησε το ως άνω ακίνητο δυνάμει του με αριθμό ...-1932 προικοσυμβολαίου του συμβολαιογράφου Άνδρου, Ν. Δ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου, στον τόμο 98 και αριθμό 475, και περιγράφεται στον ως άνω τίτλο κτήσης ως ανωγειοκατώγειος οικία, μετά του περιαυλίου της, συνορευόμενη γύρωθεν με ακίνητα Α. Α., Μ. Μ., Γ. Τ. και με κοινοτική οδό. Από όλους τους ανωτέρω αναφερόμενους τίτλους κτήσης, σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες των επίδικων αποδεικνύεται ότι τα τρία ακίνητα είναι όμορα και εφαπτόμενα μεταξύ τους, ενώ διαχρονικά έχουν την ίδια περιγραφή, τα ίδια σύνορα και τους ίδιους όμορους ιδιοκτήτες. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι στον τοίχο που βρίσκεται επί του κοινού ορίου του ακινήτου της εφεσίβλητης ενάγουσας και της εκκαλούσας πρώτης εναγομένης, από την εξωτερική του πλευρά και στην συμβολή της γωνίας του ακινήτου της με αυτό της εκκαλούσας δεύτερης εναγόμενης, επί του σημείου Α16 του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος, ο δικαιοπάροχος της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης Γ. Τ., περί το έτος 1960 διάνοιξε παράνομα ένα παράθυρο διαστάσεων 0,50 μ. πλάτους και ύψους 0,70 μ., ενώ στον ίδιο ως άνω τοίχο, στον πρώτο όροφο της οικίας της εκκαλούσας πρώτης εναγομένης, το έτος 1935 περίπου, διάνοιξε δύο παράθυρα διαστάσεων περίπου 1,50 μ. ύψους και 0,60 μ. πλάτους, απέχοντα μεταξύ τους σε απόσταση 1,20 μ. περίπου, τα ανωτέρω δε παράθυρα "βλέπουν" στο δώμα της οικίας της εφεσίβλητης ενάγουσας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα πρώτη εναγόμενη κατά το χρονικό διάστημα 2000-2002 διάνοιξε μία θύρα στον τοίχο επί του κοινού ορίου των δύο οικιών και περί το μέσον του εξωτερικού τοίχου του υπογείου της οικίας της, επί της πλευράς Α16-Α17 στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, διαστάσεων 1,70 μ. σε ύψος και 0,90 μ. πλάτος, στην οποία τοποθέτησε πόρτα από αλουμίνιο. Επίσης, οι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας δεύτερης των εναγομένων, περί το έτος 1950 διάνοιξαν παράνομα ένα παράθυρο διαστάσεων περίπου 0,60 μ. ύψους και 0,60 μ. πλάτους, στον εξωτερικό τοίχο του υπογείου της οικίας τους επί της εξωτερικής πλευράς του τοίχου που διαχωρίζει τα ακίνητά τους, το δε ανωτέρω παράθυρο βρίσκεται κατά το μέσον της πλευράς A15-Α16 του ως άνω τοπογραφικού διαγράμματος. Στη συνέχεια, αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη ενάγουσα, το έτος 2013, ξεκίνησε εργασίες αντικατάστασης και επισκευής της πλάκας από οπλισμένο σκυρόδεμα της οροφής του ακινήτου της, ήτοι στην ταράτσα - δώμα, για τις οποίες εκδόθηκε η με αριθμό 31/2013 άδεια δόμησης του Τμήματος Δόμησης, της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών του Δήμου Άνδρου, κατά δε την αντικατάσταση της εν λόγω πλάκας της οροφής προβλεπόταν η ανύψωσή της με αποτέλεσμα να είναι αναγκαίο να κλείσουν τα ως άνω ανοίγματα (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. οικ. ...-2016 έγγραφο περί διενέργειας αυτοψίας του Τμήματος Δόμησης, της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Κυκλάδων). Ωστόσο, μετά από έριδες μεταξύ των διαδίκων και τις υπ' αριθ. ...-2016 και ...-2016 καταγγελίες της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης προς την Πολεοδομία Άνδρου, οι εν λόγω εργασίες διακόπηκαν μετά από σήμα που εξέδωσε η ως άνω αρμόδια αρχή μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. οικ. ...-2016 έγγραφο του Τμήματος Δόμησης, της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Κυκλάδων). Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται, μεταξύ άλλων, από τις προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη - ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις του Ι. Β. του Γ., Μ. Κ. του Θ., Θ. Κ. του Μ. και Ι. Μ. του Γ., οι οποίοι τυγχάνουν μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής και γνωρίζουν τα επίδικα ακίνητα. Μάλιστα, από τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αποδεικνύεται ότι για να έχει κανείς πρόσβαση στο δώμα της οικίας της εφεσίβλητης ενάγουσας έπρεπε να χρησιμοποιήσει μία μικρή κλίμακα που συνέδεε το δώμα με την κοινοτική οδό αποτελούμενη από 5-6 σκαλοπάτια και να εισέλθει σ' αυτό από μία ξύλινη θύρα που είχαν τοποθετήσει οι δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης ενάγουσας και της οποίας τα κλειδιά αρχικά είχαν μόνο αυτοί και στη συνέχεια η ίδια η εφεσίβλητη ενάγουσα, ενώ η εκκαλούσα πρώτη εναγόμενη δεν είχε ποτέ πρόσβαση σ' αυτό.
Εξάλλου, η ανωτέρω κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ενισχύεται, μεταξύ άλλων, και από την περιγραφή του ακινήτου στον τίτλο κτήσης της εφεσίβλητης ενάγουσας. ήτοι στο με αριθμό ...-1972 προικοσυμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κορθίου - Άνδρου, Α. Δ., σύμφωνα με το οποίο η οικία μεταβιβάζεται μετά του αέρα της. Το γεγονός μάλιστα, ότι στους προηγούμενους τίτλους κτήσης δεν γίνεται αναφορά στον "αέρα" ουδόλως επιδρά στην κρίση περί της κυριότητας αυτού στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ. II. νομική σκέψη της παρούσας, εν αμφιβολία (και ελλείψει αντίθετης συμφωνίας), το δικαίωμα επί του "αέρα" αποτελεί περιεχόμενο της επί της ανώγειας οικίας κυριότητας, ήτοι της εφεσίβλητης ενάγουσας, καθόσον αυτή είναι αποκλειστική κυρία της διώροφης οικοδομής. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εκκαλουσών εναγομένων ότι το δώμα, δηλαδή η ταράτσα της οικίας της εφεσίβλητης ενάγουσας, ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της εκκαλούσας πρώτης εναγομένης διότι αποτελούσε την αυλή της οικίας της, κατά τα ισχύοντα στο κυκλαδικό έθιμο, σύμφωνα με το οποίο η σκεπή της κάτω ιδιοκτησίας τυγχάνει η αυλή της επάνω ιδιοκτησίας, τυγχάνει μη νόμιμος, και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχ. II νομική σκέψη, τέτοιος κανόνας δεν υφίσταται στο θεσμό του κυκλαδικού εθίμου (adhoc ΕφΑιγ 141/2018, αδημοσ.), κύριο χαρακτηριστικό του οποίου τυγχάνει η κατάργηση της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, κατά το σύγχρονο καθεστώς της οριζόντιας ιδιοκτησίας, ήτοι αφορά σε ακίνητα που είναι κτισμένα στην ίδια οικοδομή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, και ιδίως από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες αλλά και από τους τίτλους κτήσης των διαδίκων, τα επίδικα ακίνητα δεν είναι κτισμένα στην ίδια οικοδομή, αλλά αποτελούν χωριστές διώροφες οικίες, κτισμένες σε διαφορετικά οικόπεδα, οι οποίες είναι όμορες και εφαπτόμενες η μία με την άλλη, διαχωριζόμενες μεταξύ τους με κοινό τοίχο και επομένως υφίσταται συνέχεια των οικοδομών κατ' έκταση και όχι καθ' ύψος. Μάλιστα, τα ανωτέρω, δεν αντικρούονται από το με αριθμό ...-1920 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Άνδρου, Ν. Δ., με το οποίο μεταβιβάστηκε το ακίνητο της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης στον άμεσο δικαιοπάροχό της Γ. Τ., σύμφωνα με το οποίο η οικία είναι "οικοδομούμενη επί οικίας Δ. Κ.", καθόσον η εν λόγω αναφορά δεν σχετίζεται με το ακίνητο της εφεσίβλητης ενάγουσας, διότι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο Δ. Κ. σε κανέναν από τους προσκομιζόμενους τίτλους κτήσης δεν αναφέρεται ως δικαιοπάροχος της τελευταίας. Αντιθέτως, από το υπ' αριθ. ...-1942 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Άνδρου, Κ. Γ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Άνδρου, στον τόμο 105 και αριθμό 6, αποδεικνύεται ότι ο Δ. Κ. τυγχάνει απώτερος δικαιοπάροχος της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης, καθόσον τμήμα του ακινήτου της, που στο ως άνω συμβόλαιο περιγράφεται ως δύο συνεχόμενα κελλία, αποτελεί τμήμα του ακινήτου της τελευταίας (πρώτης εκκαλούσας εναγόμενης) σήμερα, καθόσον κείται στο ίδιο ως άνω οικόπεδο, με τους ίδιους διαχρονικά όμορους ιδιοκτήτες. ....Επίσης, από τις ίδιες ως άνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις αποδεικνύεται ότι η θύρα που βρίσκεται στο υπόγειο του ακινήτου της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης διανοίχθηκε από αυτήν κατά το χρονικό διάστημα 2000-2002 όπου η εφεσίβλητη ενάγουσα έλειπε για οικογενειακούς λόγους στην Αθήνα και στη συνέχεια παρά τις οχλήσεις της προς την εκκαλούσα πρώτη εναγόμενη, αυτή αρνήθηκε να την κλείσει ισχυριζόμενη ότι είχε δικαίωμα πρόσβασης και χρήσης του δώματος - ταράτσας, ενώ η εφεσίβλητη ενάγουσα έφραζε με τούβλα και τσιμεντόλιθους την είσοδο της εν λόγω θύρας, ώστε να αποκλείσει την πρόσβαση στο δώμα, στην εκκαλούσα πρώτη εναγόμενη. Μάλιστα, τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από τις προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη ενάγουσα φωτογραφίες, μεταξύ των οποίων η με αριθμό 1 φωτογραφία με ημερομηνία εκτύπωσης 01-09-2010, η οποία δεν αμφισβητείται ως προς την γνησιότητά της από τις εκκαλούσες εναγόμενες, από την οποία αποδεικνύεται η ύπαρξη της διανοιχθείσας θύρας και το κλείσιμό της με τούβλα και τσιμεντόλιθους. Επιπρόσθετα, η με ημερομηνία 13-9-2004 εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας εφεσίβλητης προς την εκκαλούσα πρώτη εναγόμενη, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία στις 16-9-2004, πριν δηλαδή από την άσκηση της 30/2018 αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη αναφέρει πως η πρώτη εφεσίβλητη επέστρεψε στην οικία της στο Συνετί της Άνδρου το 2004 μετά από πολυετή απουσία της στο εξωτερικό, πως έκανε επισκευές στην οικία της χρησιμοποιώντας το χώρο της ταράτσας της εφεσίβλητης για να περνάει τα οικοδομικά υλικά με την ανοχή της εναγομένης στα πλαίσια της καλής γειτονίας τους, ότι μέχρι τότε (η πρώτη εναγομένη) δεν είχε αξιώσει δικαίωμα διέλευσης μέσα από το ακίνητο της εφεσίβλητης κι ότι η αποθήκη της (πρώτης εναγομένης) εξυπηρετούνταν από μία μικρή πόρτα που είχε πρόσβαση στον κοινοτικό δρόμο, την οποία (η πρώτη εναγομένη) κατήργησε όσο η εφεσίβλητη απούσιαζε για λόγους υγείας στην Αθήνα. Στην εξώδικη διαμαρτυρία αυτή η πρώτη εκκαλούσα δεν απάντησε. Όλα τα ανωτέρω δεν αντικρούονται από την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα πρώτη εναγόμενη από μηνός Νοεμβρίου του έτους 2018 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Π. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω τεχνική έκθεση, η επίδικη θύρα συνδέεται με τον κοινοτικό δρόμο μέσω του δώματος της εφεσίβλητης ενάγουσας και των σκαλοπατιών που οδηγούν σ' αυτόν, ενώ αποκλείεται σύμφωνα με την ως άνω έκθεση η μοναδική πρόσβαση στον υπόγειο όροφο να ήταν μόνο μέσω της "κλεβανής", ήτοι μίας μικρής απότομης σκάλας που συνέδεε τον υπόγειο με τον ισόγειο όροφο και οδηγούσε πάντα στην τραπεζαρία ή στην κουζίνα του ορόφου, διότι αυτή ήταν απότομη και στενή σε πλάτος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια τεχνική έκθεση, η ύπαρξη τέτοιων θυρών όπως η επίδικη είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη κατά το Κυκλαδικό έθιμο, διότι σύμφωνα με αυτό, το δώμα - ταράτσα της εφεσίβλητης ενάγουσας είναι η αυλή της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το πόρισμα της εν λόγω έκθεσης, "η επίδικη θύρα υπήρχε από πάντα". Εντούτοις, η ως άνω τεχνική έκθεση, αφενός μεν αντικρούεται από τις παραπάνω αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η εφεσίβλητη ενάγουσα στις οποίες ως άνω αναφέρεται, τόσο οι δικαιοπάροχοι της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης, όσο και η ίδια, ουδέποτε είχαν πρόσβαση στο δώμα, στο οποίο είχε κανείς πρόσβαση μόνο μέσω μίας πόρτας της οποίας τα κλειδιά είχε μόνο η εφεσίβλητη ενάγουσα και κανείς άλλος από τους γείτονες, αφετέρου δε, η ανωτέρω έκθεση, με την αναφορά στον υποτιθέμενο κανόνα του κυκλαδικού εθίμου ότι το δώμα - ταράτσα της εφεσίβλητης ενάγουσας είναι η αυλή της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης, στηρίζει το πόρισμά της σε εσφαλμένες παραδοχές, καθόσον σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ. II. μείζονα σκέψη της παρούσας, τέτοιος κανόνας δεν υφίσταται κατά το Κυκλαδικό έθιμο. Πέραν των ανωτέρω, η εν λόγω έκθεση, τυγχάνει μη πειστική ως προς τα εξαγόμενα πορίσματα αναφορικά με την θύρα, καθόσον αναφέρει τελείως αόριστα ότι "η πόρτα υπήρχε πάντα" χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει τον υποτιθέμενο χρόνο κατασκευής της, ενώ ταυτόχρονα διαλαμβάνει υποθετικές κρίσεις, αναφέροντας ότι: "αποκλείεται να μην υπήρχε πόρτα πρόσβαση στον ισόγειο βοηθητικό χώρο της ιδιοκτησίας Φ. Φ. (ήτοι της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης)". Ομοίως, όλα τα ανωτέρω, δεν αντικρούονται ούτε από τις μαρτυρίες των Δ. Τ. του Α., Α. Μ. του Θ., Γ. Κ. του Α. και Δ. Τ. του Γ., στις ένορκες βεβαιώσεις που έδωσαν αρμοδίως και προσκομίστηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, οι οποίοι, για να καταδείξουν ότι το δώμα της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης ενάγουσας ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της εκκαλούσας πρώτης εναγομένης διότι αποτελούσε την αυλή της οικίας της τελευταίας, σύμφωνα με το σχετικό κυκλαδικό έθιμο, επικαλούνται έναν άγραφο κανόνα δικαίου που δεν ισχύει.
Περαιτέρω, οι αναφερόμενες από τους ως άνω μάρτυρες πράξεις νομής επί της "αυλής - ταράτσας" εκ μέρους της εκκαλούσας πρώτης εναγόμενης, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι ασκούνταν συνεχώς, αδιαλείπτως και κατ' αποκλειστικότητα από αυτήν, πέραν του γεγονότος, ότι δεν είναι από εκείνες που μπορούν να οδηγήσουν στην κτήση του δικαιώματος με έκτακτη χρησικτησία επί του εναέριου χώρου, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας που προηγήθηκε, ο αυλισμός, η μεταφορά της σοδειάς προς την αποθήκη, η διέλευση, η εναπόθεση αντικειμένων κλπ. δεν συνιστούν περιεχόμενο του δικαιώματος "αέρα", ο ισχυρισμός περί αποκτήσεως της κυριότητας της αυλής - ταράτσας με έκτακτη χρησικτησία εδράζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθώς αφορά σε ακίνητα που είναι κτισμένα στην ίδια οικοδομή και όχι σε χωριστές διώροφες οικίες που είναι κτισμένες σε διαφορετικά οικόπεδα, όμορες, εφαπτόμενες η μία με την άλλη και διαχωριζόμενες μεταξύ τους με κοινό τοίχο, όπως στην προκειμένη περίπτωση..." Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων, κρίνοντας όμοια με το πρωτόδικο δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας και νυν αναιρεσίβλητης και υποχρέωσε τις εναγόμενες και νυν αναιρεσείουσες να κλείσουν τα επίδικα ανοίγματα (πόρτα, παράθυρα), άλλως επέτρεψε στην ενάγουσα να τα κλείσει με δαπάνες των εναγομένων, δεχόμενο πως δεν επιτρέπεται η διάνοιξη ανοιγμάτων στους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου, που ανεγείρονται σε επαφή με το κοινό όριο χωριστών ιδιοκτησιών και πως τα επίδικα ανοίγματα εμπίπτουν στην ως άνω περίπτωση, αφού προηγουμένως απέρριψε μεταξύ άλλων, ως μη νόμιμους τους ισχυρισμούς της πρώτης εναγομένης περί κτήσης ιδίας κυριότητας στην ταράτσα της ενάγουσας βάσει εθίμου άλλως βάσει έκτακτης χρησικτησίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά δεν εφάρμοσε στην προκείμενη περίπτωση το κυκλαδικό έθιμο περί διηρημένης-οριζόντιας ιδιοκτησίας και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες επικαλούνται την πλημμέλεια εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί μη εφαρμογής του κυκλαδικού εθίμου, είναι αβάσιμος. Ειδικότερα: α) Δεν υφίσταται στο κυκλαδικό έθιμο, όπως τούτο αναλυτικά αναπτύχθηκε στην παρ. ΙΙβ της παρούσας , εθιμική ρύθμιση που να ορίζει "η σκεπή της κάτω ιδιοκτησίας τυγχάνει η αυλή της επάνω ιδιοκτησίας", όπως εσφαλμένα ισχυρίζονται ήδη με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναλαμβάνουν ως λόγο έφεσης και αναίρεσης οι αναιρεσείουσες. β) Κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση των δικαστηρίων της ουσίας (Εφετείου και Πρωτοδικείου) τα ανοίγματα (θύρα και παράθυρα) που υποχρεώθηκαν να κλείσουν οι εναγόμενες με δικαστική απόφαση κατ' άρθρο 10 §9-10 της ΥΑ ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.3046/304 της 30 Ιαν./3 Φεβρ. 1989(ΦΕΚ Δ'59)-Κτιριοδομικός Κανονισμός (πριν την κατάργησή της με το άρθρο 38 § α της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/66006/2360/2023 -ΦΕΚ Β' 3985/22.6.2023- που όμως στο άρθρο 9§11 αυτής ορίζονται τα ίδια με τις καταργηθείσες διατάξεις) βρίσκονται επί των εξωτερικών τοίχων των οικιών τους και σε επαφή με το κοινό όριο των ιδιοκτησιών τους με την οικία της ενάγουσας, πρόκειται δε για τρεις ξεχωριστές οικίες , αποτελούμενες στην σημερινή τους μορφή, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την θέση σε ισχύ του ΑΚ, από υπόγειο, ισόγειο και ανώγειο (διώροφες οικίες), κτισμένες σε διαφορετικά οικόπεδα η καθεμία, οι οποίες είναι όμορες και εφαπτόμενες η μία με την άλλη και σε ουδεμία δεν υπάρχει σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας. Και γ) Μάλιστα το Εφετείο δέχθηκε ότι η ερειπωμένη οικία και τα κελιά Δ. Κ. (που αναφέρονται στους τίτλους κτήσης της πρώτης εναγομένης) επί των οποίων ανοικοδομήθηκε η νυν οικία της πρώτης εναγομένης, δεν ταυτίζεται με την οικία της Χ. συζ. Α. Κ. που μεταβιβάσθηκε στην ενάγουσα, αλλά πρόκειται για διαφορετικά όμορα ακίνητα, οπότε ο αέρας ή ταράτσα άνωθεν της τελευταίας οικίας (δηλ. της ενάγουσας), της οποίας η μοναδική πρόσβαση στο δρόμο ήταν μέσω κλίμακας με ξύλινη θύρα της οποίας τα κλειδιά είχε μόνο η ενάγουσα,δεν νοείται να ανήκει στη 1η εναγομένη, αφού δεν αποδείχθηκε υπό την ισχύ του κυκλαδικού εθίμου αφενός μεταβίβαση αυτής ως "αέρα" στην τελευταία, αφετέρου οι επικαλούμενες πράξεις νομής επ' αυτής (διέλευση κλπ) δεν κατευθύνονταν στην ανοικοδόμηση της ταράτσας, ώστε να γίνεται λόγος για κτήση κυριότητας επ' αυτής με χρησικτησία. Αντίθετα το υφιστάμενο ίδιο και αυτοτελές δικαίωμα της ενάγουσας ως κυρίας της όλης οικοδομής επί του υπέρ της οικοδομής εναέριου χώρου αναγνωρίζεται πλέον μετά την εισαγωγή του ΑΚ ως επέκταση της επί του ακινήτου της κυριότητας.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και στην περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια αυτή νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι οι ισχυρισμοί των διαδίκων που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε και η επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου του (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 274/2021, ΑΠ 846/2017, ΑΠ 1785/2013, ΑΠ 995/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες αιτιώνται την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.8 του ΚΠολΔ, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησής τους, επικαλούμενες ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) τις ..., ... και ...-2022 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Άνδρου των Δ. Τ., Α. Μ. και Γ. Κ., β) την .../2022 ένορκη βεβαίωση του Δ. Τ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και γ) την τεχνική έκθεση του Γ. Π. Ο ως άνω λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθόσον η επίκληση των προαναφερομένων αποδεικτικών μέσων προς άμεση και έμμεση απόδειξη αντίστοιχα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, όπως εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Αλλά ακόμη και αν εκτιμηθεί σωστά ως λόγος αναίρεσης, προβλεπόμενος εκ του αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι η αναιρεσιβαλλόμενη ρητά έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα ανωτέρω έγγραφα.
ΙV. Κατόπιν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η με αρ. κατ. 21/3-7-2023 αίτηση για αναίρεση της 65/25-5-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλαν οι αναιρεσείουσες, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 §3 εδ. προτελ. ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την με αρ. κατ. 21/3-7-2023 αίτηση για αναίρεση της 65/25-5-2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέβαλαν οι αναιρεσείουσες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ