ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 114/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 114/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 114/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Α2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 114 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 114 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. του Χ., κατοίκου ... ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2022 παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Κατά την δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2022 επίσης δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1793/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2965/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-11-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2022 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. 322/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου". Τέτοιος λόγος αδυναμίας είναι, μεταξύ άλλων, η αφαίρεση της δικογραφίας από το δικαστή λόγω παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση της υπόθεσης και η εντεύθεν διαπιστωθείσα αδυναμία έκδοσης απόφασης.

Εξάλλου, η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση, αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν αναφέρεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, γιατί οι ως άνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος, στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν αυτός δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος, ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε, όμως, παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε, που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση στις 14-11-2022 συζητήθηκε ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η από 12-11-2019 αίτηση του Φ. Σ. κατά της Α. Σ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 2965/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ορίστηκε δε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Βρυσηίς Θωμάτου. Με την υπ'αριθ. 195/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου αφαιρέθηκε η υπόθεση από την ανωτέρω εισηγήτρια, η οποία έχει ήδη συνταξιοδοτηθεί, λόγω του ότι παρήλθε ιδιαιτέρως μεγάλο χρονικό διάστημα από τη συζήτησή της χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ'αριθ. 322/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, Μαρίας Κουφούδη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, ορίστηκε νέα δικάσιμος προς συζήτηση της υπόθεσης η 24η -11-2025 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος, και επιδόθηκε σε όλους τους διαδίκους αυτεπάγγελτα η από 21-11-2024 κλήση προς συζήτηση αυτής (βλ. τα υπ'αριθ. 16-5-2025 και 12-6-2025 αποδεικτικά επιδόσεως των επιμελητών του ΑΠ Δ. Β. και Σ. Β.). Κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίστηκαν οι διάδικοι ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά την αρχική δικάσιμο της 31-5-2021, η υπόθεση αναβλήθηκε αιτήσει της αναιρεσίβλητης, που εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, για τη δικάσιμο της 14-11-2022, κατά την οποία ο μεν αναιρεσείων παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, η δε αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο αν και είχε κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο (βλ. την υπ' αριθ. ...-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Σ. Χ.). Επειδή η συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (24-11-2025) θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης συζήτησης, που έλαβε χώραν την 14-11-2022, η υπόθεση θα γίνει παρά την απουσία της αναιρεσίβλητης, που είχε νομίμως κλητευθεί κατά τα προεκτεθέντα (άρθ. 576§2ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται: α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, παράνομη δε είναι η ζημία όταν με την πράξη ή την παράλειψη του υπαιτίου προσβάλλεται δικαίωμα ή και απλό συμφέρον του παθόντος, προστατευόμενο από ορισμένη διάταξη νόμου η οποία παραβιάσθηκε, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται, όχι μόνον σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη αυτού, συντρέχει δε η δεύτερη περίπτωση όταν εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 του ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 του ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (919 ΑΚ) είναι: α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του ΠΚ, "ο οφειλέτης, που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντας ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι 2 ετών ή με χρηματική ποινή αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη. Όμοια τιμωρείται, όποιος επιχειρεί κάποια από τις πράξεις αυτές υπέρ του οφειλέτη. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να τελεσθεί με τέσσερεις τρόπους, ήτοι: α) με βλάβη, καταστροφή ή εκμηδένιση της αξίας οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, β) με απόκρυψη τέτοιου στοιχείου, γ) με απαλλοτρίωση χωρίς ισάξιο και αξιόχρεο αντάλλαγμα και δ) με δημιουργία ψευδών χρεών ή ψευδών δικαιοπραξιών από τον οφειλέτη. Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών, απαιτείται αντικειμενικώς ολικώς ή μερικώς ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας) της ύπαρξης απαίτησης εναντίον του από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση ή την αποδοχή της ματαίωσης της ικανοποίησης της απαίτησης του δανειστή, με τη γενόμενη εικονική δικαιοπραξία, πράγμα το οποίο συμβαίνει, οσάκις το με τον παραπάνω τρόπο απαλλοτριούμενο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο ή οσάκις τα εναπομείναντα μετά τη γενόμενη απαλλοτρίωση περιουσιακά στοιχεία, ενόψει της αξίας τους, δεν επαρκούν για την ολοσχερή ικανοποίηση της απαίτησης του δανειστή (ΑΠ 893/2015).

Εξάλλου, αφού ο νόμος δεν διακρίνει, η προϋπόθεση της μη επάρκειας της υπόλοιπης περιουσίας, πρέπει να συντρέχει σε κάθε περίπτωση.

Συνεπώς, παράνομη πράξη ή παράλειψη, που συνιστά αδικοπραξία, κατά την ανωτέρω έννοια και γεννά, κάτω από τις ως άνω προϋποθέσεις, αξίωση αποζημίωσης, αλλά και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι και η αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, η οποία τιμωρείται από την διάταξη του άρθρου 397 ΠΚ, εφόσον αυτό τελείται είτε με τους προβλεπόμενους με αυτό άλλους (πλην απαλλοτριωτικής πράξης) τρόπους, οπότε δεν ανακύπτει η περίπτωση της διάρρηξης, είτε σε περίπτωση που τελείται με απαλλοτριωτική πράξη όταν συντρέξουν στοιχεία περισσότερα ή βαρύτερα από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 939 επ. ΑΚ, δηλαδή όταν συντρέξουν οι όροι του άρθρου 386 ΠΚ, ή όταν η συμμετοχή του τρίτου δεν εξαντλείται στη γνώση του δόλου του οφειλέτη, αλλά παίρνει τη μορφή συμπαιγνίας με αυτόν, ιδίως μέσω της κατάστρωσης και εκτέλεσης κοινού σχεδίου καταδολίευσης με αυτοτελή δόλο βλάβης των δανειστών (ΑΠ 1396/2015, ΑΠ 1531/2013).

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η συμπαιγνία αποτελεί περιστατικό, το οποίο βρίσκεται πέρα από το "δόλο του οφειλέτη" και τη "γνώση του τρίτου", που αποτελούν κατά τα άρθρα 939 και 941 ΑΚ προϋποθέσεις της διάρρηξης, εμφανίζει δε τη συμπεριφορά αυτών ιδιαίτερα αξιόμεμπτη, αφού ο τρίτος όχι μόνον γνωρίζει και αποδέχεται, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, αλλά αμφότεροι, με βάση σχέδιο, το οποίο έχουν καταστρώσει, επιδιώκουν τούτο, συνεργαζόμενοι και ενεργώντας με διάφορα τεχνάσματα (ΟλΑΠ 12/2008, ΑΠ 778/2025, ΑΠ 1906/2022, ΑΠ 1383/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 145/2024). Από την παραδεκτή (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση του δικογράφου της από 26-8-2014 αγωγής, την οποία ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά της εναγομένης/αναιρεσίβλητης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, προκύπτει ότι με αυτήν ισχυρίστηκε ο ενάγων ότι είναι δικηγόρος και ότι δυνάμει του από 11-11-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού - εργολαβικού δίκης, που κατάρτισε με την εναγόμενη και το οποίο θεωρήθηκε στη ΙΓ' ΔΟ.Υ Αθηνών και κατατέθηκε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, η τελευταία του ανέθεσε την εντολή να συντάξει, ασκήσει και εκδικάσει αγωγή με αντικείμενο τη διεκδίκηση της νόμιμης αποζημίωσής της λόγω τραυματισμού της σε αυτοκινητικό ατύχημα που συνέβη στις 5-3-2013. Οτι, σύμφωνα με τους όρους 1, 5 και 10 του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού - εργολαβικού δίκης, οι διάδικοι συμφώνησαν, αντιστοίχως, τα ακόλουθα : 1ον) Ο ενάγων - εντολοδόχος να μην λάβει αμοιβή με την ανάθεση της υπόθεσης σε αυτόν διά της υπογραφής του συμφωνητικού, παρά μόνον τα έξοδα παράστασής του (γραμμάτια προείσπραξης, ένσημα κ,λ.π), τα έξοδα επιδόσεων, τα έξοδα κινήσεως και κάθε άλλο έξοδο το οποίο θα προκόψει κατά την εξέλιξη της υπόθεσης.

Σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της δίκης ο δικηγόρος θα λάβει το ποσοστό του είκοσι τοις εκατό (20%) επί παντός ποσού που θα λάβει ή θα εισπράξει η εντολέας, κατά οποιονδήποτε τρόπο, είτε κατόπιν δικαστικού αγώνα, είτε κατόπιν συμβιβασμού, έστω και αν η είσπραξη επιτευχθεί με μία μόνο πράξη (ενέργεια).

Σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής για οποιοδήποτε λόγο και σε οποιοδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας τα ως άνω ποσά εξόδων δεν επιστρέφονται στην εντολέα. Κατά την καταβολή ή/και την είσπραξη οποιουδήποτε ποσού ως ανωτέρω θα συνυπολογιστεί επί πλέον κατά νόμο ο Φ.Π.Α, ο οποίος τότε ανερχόταν σε ποσοστό 23%, 2ον) Δεν επιτρέπεται στην εντολέα να συμβιβασθεί με τους εν λόγω αντιδίκους για τη συμφωνημένη υπόθεση χωρίς τη σύμπραξη και έγγραφη συναίνεση του εντολοδόχου, σε αντίθετη δε περίπτωση ο συμβιβασμός ή κατάργηση της δίκης που γίνουν χωρίς τη συναίνεση του εντολοδόχου θα είναι άκυροι και ο εντολοδόχος θα δικαιούται να συνεχίσει τον δικαστικό αγώνα για δικό του λογαριασμό κατά το εκχωρούμενο ποσοστό της ως άνω απαιτήσεως. Ρητώς συμφωνείται ότι, εάν παρά την ανωτέρω απαγόρευση, η εντολέας συμβιβασθεί με τους αντιδίκους της, ο εντολοδόχος δικαιούται να λάβει την ως άνω αμοιβή του (ποσοστό του) όχι επί του ανταλλάγματος του συμβιβασμού, αλλά επί του αιτουμένου διά της σχετικής αγωγής ή αγωγών ποσού (αντικειμένου της δίκης) και 3ον ) Η εντολέας προς εκτέλεση της εντολής, εκχωρεί και μεταβιβάζει διά του συμφωνητικού στον εντολοδόχο το ανωτέρω ποσοστό επί του ποσού που θα εισπραχθεί, είτε δικαστικώς, είτε εξωδίκως, είτε με συμβιβασμό και ο εντολοδόχος δικαιούται να εισπράξει προνομιακά το ποσό αυτό απευθείας από τους οφειλέτες των εντολέων ή οποιονδήποτε άλλο υπόχρεο, χωρίς τη μεσολάβηση της εντολέως και χωρίς να απαιτείται νέα εντολή ή εκχώρηση από πλευράς της. Οτι σε εκτέλεση της ως άνω εντολής που του έδωσε η εναγόμενη, ο ενάγων συνέταξε την από 23-12-2013 αγωγή αποζημίωσης για το συνολικό αιτούμενο ποσό των 263.881,65 ευρώ, την οποία κατέθεσε στις 9-1-2014 στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και επέδωσε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους εναγομένους Δ. Ρ., οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ". Οτι η συζήτηση της ανωτέρω αγωγής προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 12-3-2014 και ότι είκοσι ημέρες πριν από αυτήν και συγκεκριμένα στις 20-2-2014, η εναγομένη, χωρίς την σύμπραξη και τη συναίνεσή του και χωρίς προηγουμένως να τον ενημερώσει, συμβιβάστηκε εξωδίκως με την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, η οποία προς εξόφληση των αγωγικών αξιώσεών της, της κατέβαλε αυθημερόν το ποσό των 25.000 ευρώ διά της υπ' αριθ. ... τραπεζικής επιταγής. Οτι κατόπιν αιτήσεώς του και επειδή η εναγόμενη αρνήθηκε να του καταβάλει την συμφωνηθείσα με το από 11-11-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό αμοιβή του σε ποσοστό 20% επί του καταβληθέντος συμβιβαστικά ποσού των 25.000 ευρώ, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ'αριθ. αριθμό .../2014 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Αθηνών για το ποσό 6.150 ευρώ (20% X 25.000 ευρώ + 23% ΦΠΑ), πλέον τόκων και εξόδων, αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της οποίας, μετά της κάτωθι αυτού επιταγής προς εκτέλεση, επέδωσε στην εναγομένη στις 11-4-2014. Οτι η επιχειρηθείσα από αυτόν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας της εναγομένης, διά κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και δη τραπεζών, προς ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεώς του, απέβη άκαρπη καθόσον το διαθέσιμο συνολικό υπόλοιπο αυτής σε τραπεζικούς λογαριασμούς της στις αναφερόμενες στην αγωγή συστημικές τράπεζες ήταν αμελλητέο. Οτι η εναγομένη όταν εξαργύρωσε την τραπεζική επιταγή ποσού 25.000 ευρώ που έλαβε από την "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" προφανώς δεν κατέθεσε τα χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό της, αλλά είτε τα ανέλαβε σε μετρητά, είτε τα κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό συγγενικού προσώπου της, ματαιώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την ικανοποίηση της απαίτησής του, καθόσον δεν διαθέτει άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία. Οτι η συμπεριφορά αυτή της εναγομένης συνιστά την αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών, συνάμα δε και αδικοπραξία, ενώ είναι αντίθετη στις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και επιπροσθέτως έγινε υπό συνθήκες που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητούσε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 22.500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη απο την ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την πλήρη και ολοσχερή του εξόφληση. Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη ερήμην της εναγομένης εκδοθείσα απόφαση, απέρριψε την αγωγή με το εξής σκεπτικό: "Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα περιστατικά η αγωγή παρίσταται μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα. Τούτο διότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα παραπάνω στη νομική σκέψη που παρατίθεται στο υπό στοιχείο II κεφάλαιο της παρούσας, εν προκειμένω, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη της καταδολίευσης δανειστών (άρθρο 397 ΠΚ) κατά την αντικειμενική της υπόσταση και δη κατά το στοιχείο της ύπαρξης μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης σχέσης δανειστή και οφειλέτη από κάποια νόμιμη, βάσιμη, αληθινή και δικαστικώς επιδιώξιμη αιτία, καθόσον το από 11/11/2013 ιδιωτικό συμφωνητικό - εργολαβικό δίκης, που ο ενάγων επικαλείται ως βάση της αγωγικής αξίωσής του, είναι άκυρο αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν διαλαμβάνεται σε αυτό ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, ο όρος ότι ο ενάγων δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή. Ακολούθως, εφόσον δεν περιέχεται ο ουσιώδης αυτός όρος, η συμφωνία που περιέχεται στο εν λόγω εργολαβικό δίκης είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη, μη συνεπαγόμενη αποτελέσματα (άρθρα 174 και 180 Α.Κ.). Εφόσον, λοιπόν, δεν στοιχειοθετείται η αξιόποινη πράξη του άρθρου 397 ΠΚ δεν υφίσταται και παρανομία υπό την μορφή της παράβασης απαγορευτικού κανόνα δικαίου και συνακόλουθα δεν συντρέχει αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης τόσο κατ' άρθρο 914 ΑΚ όσο και κατ' άρθρο 919 ΑΚ. Τέλος, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας δεν υφίσταται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος που να δικαιολογεί την αγωγική αξίωση του για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του. Επισημαίνεται ότι η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ουδόλως αναιρείται από το ότι διά της υπ' αριθ. 8387/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία προσκομίζεται μετ' επικλήσεως σε απόσπασμα κι όχι σε πλήρες καθαρογραμμένο κείμενο ούτως ώστε να αναγνωσθεί το σκεπτικό της, η εναγόμενη κηρύχθηκε ένοχη της αξιόποινης πράξης της καταδολίευσης δανειστών και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, καθόσον, το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική, υποχρεούμενο, ωστόσο, να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση (ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 889/2018, ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 1364/2011, δημοσιευμένες στην Η.Τ.Ν.Π "ΝΟΜΟΣ"). Επομένως, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη". Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 397 ΠΚ, 914 και 919 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε διότι δεν ήταν εφαρμοστέες, ήτοι τα στην αγωγή εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν στοιχειοθετούν την ποινική υπόσταση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών και κατ'επέκταση δεν στοιχειοθετείται ούτε η αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος τελεσθείσα, καθόσον ως απόκρυψη της περιουσίας του οφειλέτη δεν νοείται η μη καταβολή μετρητών προς εξόφληση των οφειλομένων, αλλά η αποστέρηση του δανειστή από τη δυνατότητα έμμεσης εκτέλεσης κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του δια της διενέργειας αναγκαστικής κατασχέσεως κινητών τε και ακινήτων.

Εν προκειμένω τα κρίσιμα στοιχεία της αγωγής εντοπίζονται α)στην ύπαρξη διαταγής πληρωμής σε βάρος της αναιρεσίβλητης, το κύρος της οποίας δεν έχει πληγεί δια δεκτής γενομένης ανακοπής, β)η είσπραξη υπό της τελευταίας επιταγής, που ενσωμάτωνε το συμβιβαστικώς επιτευχθέν ποσό της αστικής διαφοράς για την οποία είχε υπογραφεί το εργολαβικό δίκης, γ) η μη κατάθεση της επιταγής σε τραπεζικό λογαριασμό, καθό δεν υπήρχε σχετική εκ του νόμου υποχρέωση και δ)η αδυναμία του επισπεύδοντος δανειστή να ανακαλύψει περιουσιακά στοιχεία προς κατάσχεση. Η ούτω περιγραφείσα δια της αγωγής πραγματική κατάσταση δεν καθιστά τον οφειλέτη ένοχο καταδολίευσης αλλά ούτε και υπόχρεο εξ αδικοπραξίας, αφού πέραν των στοιχείων που περιγράφονται, δεν υπάρχουν επιπλέον περιστατικά που να πληρούν το πραγματικό των άρθ. 914 ή 919 ΑΚ, καθόσον μόνη η παράλειψη εξόφλησης της ενσωματούμενης στη διαταγή πληρωμής οφειλής δια καταβολής, χωρίς επιπλέον στοιχεία (π.χ. απάτης, συμπαιγνία με τρίτον) δεν συνιστά συμπεριφορά αντίθετη προς στα χρηστά ήθη και προς το κοινωνικώς δέον και συνεπώς ορθά κρίθηκε ότι δεν πληρούται το πραγματικό της αδικοπραξίας και κατά συνέπεια της εξ αυτής προκλήσεως ηθικής βλάβης, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία εξέλαβε ως κρίσιμο στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτό του κύρους του εργολαβικού δίκης, αντικαθισταμένης (της αιτιολογίας) υπό της ανωτέρω ορθής (άρθ. 578 εδ. α'ΚΠολΔ). Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι, αν και έλαβε υπόψη της, δεν εκτίμησε ορθά την καταδικαστική εις βάρος της αναιρεσίβλητης υπ'αριθ. 8387/2018 ποινική απόφαση του Μονομελούς Πλημμ/κείου Αθηνών για την πράξη της καταδολίευσης δανειστών, είναι απαράδεκτος, καθόσον, αφενός μεν η εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, αφ'ετέρου δε η ως άνω πλεοναστική αιτιολογία της προσβαλλόμενης, η οποία έχει αποφανθεί περί του νόμω αβασίμου της αγωγής, δεν στηρίζει το διατακτικό της. Τέλος, απαράδεκτος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την αγωγή κατ'ουσίαν, αλλά την απέρριψε ως νόμω αβάσιμη(ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 135/2019). Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου προς έρευνα λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί αυτή και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο, ενώ δεν θα υπάρξει διάταξη περί δικαστικής δαπάνη ελλείψει αιτήματος περί αυτής από την απολιπομένη αναιρεσίβλητη (άρθ. 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2019 αίτηση του Φ. Σ. για την αναίρεση της υπ'αριθ. 2965/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή