Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 116 / 2026    (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 116/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Χονδρορίζου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Στυλιανή Μπλέτα, Δέσποινα Βασιλοδημητράκη και Γεσθημανή Τσουλφόγλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Κοινοπραξίας με την επωνυμία "... ΑΤΞΕ - ... ΑΤΞΕ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΝΟΙΚΙΑΣΗΣ ΕΠΙΒΑΤΙΚΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΞΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΤΞΕ", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κατοικοεδρεύοντες στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ - ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΑΓΩΝΩΝ SPECIAL OLYMPICS - ΑΘΗΝΑ 2011", το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/12/2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1305/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2203/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14/10/2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 326/2023, ΑΠ 68/2023, ΑΠ 1219/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 102/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση από τη νόμιμα προσκομιζόμενη από τις αναιρεσείουσες υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Β. Α., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 15ης-4-2024, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια των αναιρεσειουσών, στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.
Ωστόσο, κατά την εκφώνηση και συζήτηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, το αναιρεσίβλητο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι'αυτό έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης και, συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 14-10-2022 αίτηση αναίρεσης (αριθμ. έκθ.κατ. 895/2022-αριθμ. δικ. 2209/2022) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθ. 2203/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών, κατά της με αριθμό 1305/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως μη νόμιμη την από 26-12-2016 αγωγή τους κατά του αντιδίκου τους ήδη αναιρεσιβλήτου. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ). Είναι, συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά το άρθρο 53 ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις", το οποίο φέρει τον τίτλο "Ειδικές Επιτροπές", όπως η παράγραφος 1 αυτού τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 77 παρ. 7 ν. 3057/2002 και έγινε σ' αυτήν προσθήκη εδαφίων με το άρθρο 8 παρ. 15 περ. ια και ιβ ν. 3207/2003, "1. Με αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συγκροτούνται οργανωτικές - εκτελεστικές επιτροπές, στις οποίες ανατίθεται η διεκδίκηση, η προετοιμασία, η οργάνωση και η διεξαγωγή αγώνων, συνεδρίων, συνόδων και Ολυμπιακών γεγονότων στη χώρα, που έχουν παγκόσμια ή πανευρωπαϊκή ή γενικά μεγάλη σημασία. Οι επιτροπές αυτές αμέσως μετά τη συγκρότησή τους, καταθέτουν προϋπολογισμό, ο οποίος ελέγχεται από την αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Η Γ.Γ.Α. μπορεί εν όλω ή εν μέρει να τον τροποποιήσει. Τα μέλη των επιτροπών αυτών μπορεί να αντικαθίστανται ελεύθερα χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Οι κανόνες λειτουργίας των επιτροπών αυτών, τα ειδικότερα καθήκοντα και κάθε συναφές θέμα καθορίζονται με την απόφαση συγκρότησής τους. Αποφάσεις που έχουν εκδοθεί σε εκτέλεση της παρούσας παραγράφου και αφορούν συνέδρια, συνόδους ή Ολυμπιακά γεγονότα ισχύουν από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. Οι επιτροπές της προηγούμενης παραγράφου αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα και λειτουργούν κατά τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου. Οι επιτροπές αυτές, με απόφασή τους, προσδιορίζουν τα ειδικότερα καθήκοντα που ανατίθενται για άσκηση στον πρόεδρο και στα μέλη τους. 3. Με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού μεταβιβάζονται οι απαραίτητοι πόροι, από τα περιερχόμενα στη Γ.Γ.Α. κεφάλαια του Ο.Π.Α.Π., στις ανωτέρω επιτροπές, για την αντιμετώπιση πάσης φύσεως δαπανών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό τον οποίο καταρτίζουν. Οι επιτροπές επιτρέπεται να προσλαμβάνουν το αναγκαίο προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που οι ίδιες καθορίζουν. Η σύμβαση εργασίας του προσωπικού δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες και επιτρέπεται να καταγγέλλεται ελεύθερα από τις επιτροπές οποτεδήποτε, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης. 4. Η διάλυση των ανωτέρω επιτροπών γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού. Από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι επιτροπές αυτές υφίστανται μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Με κοινές αποφάσεις του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, διατίθεται η περιουσία της επιτροπής για τις ανάγκες του Δημοσίου. Το απασχολούμενο προσωπικό απολύεται αυτοδικαίως, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση της επιτροπής, καθορίζεται ο αριθμός του προσωπικού ο οποίος είναι αναγκαίος για την εκκαθάριση. Με την περάτωση της εκκαθάρισης το προσωπικό αυτό απολύεται χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης. Οι δαπάνες των επιτροπών ελέγχονται από ορκωτό λογιστή, το πόρισμα του οποίου υποχρεωτικά κοινοποιείται στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής ...". Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτουν σε σχέση με τις επιτροπές αυτές τα ακόλουθα: Οι διατάξεις αυτές ρυθμίζουν κατά τρόπο ειδικό τα θέματα συγκροτήσεως, λειτουργίας και διαλύσεως των ειδικών επιτροπών, οι οποίες δεν υπάγονται στο δημόσιο τομέα, αλλά αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, συγκροτούνται δε προς επιδίωξη ειδικού σκοπού εντός ορισμένου χρόνου. Η εποπτεία του Δημοσίου επ' αυτών περιορίζεται στη δυνατότητα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού να τροποποιεί τα κονδύλια του προϋπολογισμού τους. Η δράση τους ρυθμίζεται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και αποφασίζεται αποκλειστικά από τα μέλη τους. Οι κάθε μορφής δαπάνες τους είναι νόμιμες, υπό την προϋπόθεση της προβλέψεώς τους (προηγούμενης εγγραφής) στον προϋπολογισμό τους, ο οποίος ελέγχεται από τα αρμόδια όργανα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, πρέπει δε να συνδέονται προς το σκοπό που επιδιώκουν, καθώς και με το χρόνο που έχει τεθεί προς επίτευξη του σκοπού αυτού. Οι δαπάνες τους καλύπτονται από πόρους, τους οποίους μεταβιβάζει σ' αυτές το Δημόσιο και προέρχονται από ειδικά κεφάλαιά του. Με το πέρας της εκκαθαρίσεως και ενόψει του ότι οι εν λόγω επιτροπές είναι υπόλογες έναντι του Δημοσίου για την ορθή διαχείριση των κονδυλίων που τους διατέθηκαν προς εκπλήρωση του σκοπού τους, ελέγχονται οι δαπάνες τους από ορκωτό λογιστή, ο οποίος και υποβάλλει το σχετικό πόρισμα στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η εν γένει δράση των ειδικών αυτών επιτροπών, στην οποία εμπίπτει και η εκ μέρους τους σύναψη συμβάσεων ή ανάληψη υποχρεώσεων, δεν δεσμεύει το Δημόσιο, ούτε θεμελιώνει ευθύνη του έναντι των συμβληθέντων με αυτές.
Περαιτέρω, η εφαρμογή των ανωτέρω ειδικών διατάξεων του άρθρου 53 ν. 2725/1999 αποκλείει των εφαρμογή των γενικών διατάξεων των άρθρων 77 και 479 ΑΚ. Ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 53 ν. 2725/1999 κατισχύουν των διατάξεων του άρθρου 77 ΑΚ, καθώς ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο, μεταξύ άλλων, και το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας των Ειδικών Επιτροπών μετά τη διάλυσή τους. Τούτο δε, γιατί με τις διατάξεις του άρθρου 53 ν. 2725/1999 επιβάλλεται στη Διοίκηση να διαθέσει την τυχόν περιουσία των Επιτροπών αυτών μετά τη διάλυσή τους για την κάλυψη δημόσιων σκοπών, ενώ αντιθέτως με τις διατάξεις του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται να διαχειρισθεί την περιουσία διαλυθέντος νομικού προσώπου, υποχρεούται να διαθέσει την περιουσία αυτή αποκλειστικά και μόνο για την εκπλήρωση του σκοπού που επιδίωκε αυτό, περίπτωση που δεν συντρέχει στην περιουσία των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 ν. 2725/1999, γιατί κατά κανόνα, όταν επέρχεται η διάλυσή τους, έχει ήδη επιτελεσθεί ο σκοπός για τον οποίο συγκροτήθηκαν. Θα πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι στην περίπτωση του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλούν ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την εις αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου.
Εξάλλου, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής και της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ, προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου έναντι των πιστωτών της Ειδικής Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη που μεταβιβάζει την περιουσία, στην οποία ανήκουν τα χρέη, και του κτήτορα αυτής, ενώ, αντιθέτως, στην περίπτωση των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 ν. 2725/1999 η τυχόν απομένουσα περιουσία αυτών μετά την εκκαθάριση περιέρχεται εκ του νόμου και όχι δυνάμει συμβάσεως στο Δημόσιο, το οποίο και μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού είχε μεταβιβάσει στην εκάστοτε Ειδική Επιτροπή τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως δαπανών της (ΑΠ 1735/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει ενώ κατά το άρθρο 904 ΑΚ, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε η αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά την έννοια του εδαφίου β' περ. α' του άρθρου αυτού, η υποχρέωση αυτή γεννιέται και σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή, για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό, πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη, τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος, χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό ( ΑΠ 503/2022, ΑΠ 51/2016, ΑΠ 1325/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες εξέθεταν σε αυτήν ότι η δεύτερη και η τρίτη από αυτές δραστηριοποιούνται στον ξενοδοχειακό τομέα ως γραφεία γενικού τουρισμού. Ότι στο πλαίσιο της εμπορικής τους αυτής δραστηριότητας συμμετείχαν αμφότερες στο διαγωνισμό που προκήρυξε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics-Αθήνα 2011", η οποία αποτελεί επιτροπή του άρθρου 53 του Ν. 2725/1999, για την ανάθεση του έργου "Παροχή υπηρεσιών μετακίνησης στους συμμετέχοντες στους Παγκόσμιους Αγώνες Special Οlympics 2011, που διοργανώνει η Οργανωτική Επιτροπή των Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics στην Αθήνα, από 25 Ιουνίου-4 Ιουλίου 2011", κατόπιν δε της κατακύρωσης σε αυτές του ανωτέρω έργου στις 11-5-2011, συνέστησαν μεταξύ τους την πρώτη ενάγουσα κοινοπραξία, η οποία συνήψε με την προαναφερθείσα Επιτροπή την από ...-2011 έγγραφη σύμβαση με αντικείμενο το ανωτέρω έργο. Ότι ως διάρκεια της σύμβασης αυτής προβλέφθηκε το διάστημα από την υπογραφή της μέχρι τις ...-2011, η αμοιβή της αναδόχου κοινοπραξίας ορίστηκε στο ποσό των 1.499.780 ευρώ πλέον ΦΠΑ 13%, ενώ δυνάμει σχετικού όρου της σύμβασης, ο εργοδότης επιφυλάχθηκε του δικαιώματος να αυξομειώσει το αντικείμενό της σε ποσοστό 20%, με αντίστοιχη αυξομείωση της αμοιβής του αναδόχου, σύμφωνα με τις τιμές της οικονομικής του προσφοράς. Ότι ο εργοδότης έκανε χρήση του προαναφερθέντος δικαιώματος υπέρβασης του συμβατικού αντικειμένου και του προϋπολογισμού, μετά από έγκρισή του, καθώς προέκυψε αυξημένη ανάγκη μετακινήσεων. Ότι η πρώτη ενάγουσα κοινοπραξία εκτέλεσε πλήρως και προσηκόντως το ανατεθέν σ'αυτήν έργο, το οποίο και πιστοποιήθηκε από την εργοδότρια Επιτροπή, εξέδωσε δε προς τούτο τα αναφερόμενα στην αγωγή τιμολόγια, συνολικού ποσού 2.146.650 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στη συμφωνημένη αμοιβή της για την εκτέλεση του άνω έργου. Ότι έναντι του παραπάνω ποσού, η εργοδότρια Επιτροπή ("Αθήνα 2011") κατέβαλε τμηματικά μέχρι και τις 15-9-2011, το συνολικό ποσό των 1.520.135,30 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 626.515,35 ευρώ ουδέποτε το εξόφλησε, παρότι οχλήθηκε επανειλημμένα από τις ενάγουσες προς τούτο. Ότι επιπρόσθετα η επιτροπή "Αθήνα 2011" με την προεκτεθείσα, δια των προστηθέντων της, παράνομη, ενάντια στα χρηστά ήθη και υπαίτια παραβίαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, ζημίωσε τις ενάγουσες κατά το προαναφερθέν ανεξόφλητο ποσό της αμοιβής τους, άλλως κατέστη πλουσιότερη κατά το άνω ποσό, σε βάρος της περιουσίας της πρώτης εξ αυτών, διότι απέφυγε ισόποση δαπάνη για τις ίδιες υπηρεσίες σε έτερο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ότι ακολούθως, δυνάμει της υπ' αριθμ. ΔΥ1δ/Οικ. 26825/16-3-2012 απόφασης διαλύθηκε η επιτροπή "Αθήνα 2011" και τέθηκε σε εκκαθάριση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 25-9-2012, το δε εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και οφείλει αυτό να τους καταβάλλει την υπόλοιπη αμοιβή τους από τη σύμβαση κατά τις διατάξεις των άρθρων 70-77 ΑΚ, από δε την επικαλούμενη ως τελεσθείσα σε βάρος τους αδικοπραξία από τους προστηθέντες της, ήτοι τα μέλη της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2011 κατά τις διατάξεις των άρθρων 334, 922, 914 και 919 ΑΚ και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον το παραπάνω ποσό κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη η Επιτροπή, περιήλθε ως πλουτισμός στο εναγόμενο, ως καθολικού διαδόχου της Επιτροπής και ο πλουτισμός σώζεται. Ότι σε κάθε περίπτωση, η ανωτέρω Επιτροπή κατά τη λειτουργία της υποκαθιστούσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως όργανό του στην άσκηση δημόσιας εξουσίας του, ιδρυομένης αστικής ευθύνης του εναγόμενου, προς αποζημίωση για παράνομη πράξη ή παράλειψη του ανωτέρω οργάνου του κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Ότι το εναγόμενο παρά την ύπαρξη της προεκτεθείσας ευθύνης του, παρανόμως αρνείται να εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση των εναγουσών ποσού 626.516,35 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσαν, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως καθολικός διάδοχος της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2011, υποχρεούται να τους καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 626.515,35 ευρώ από την σύμβαση, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, άλλως ως ευθυνόμενο αστικώς κατ' άρθρα 104 ΕισΝΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με το νόμιμο τόκο από την έκδοση εκάστου μη εξοφληθέντος τιμολογίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ. 1305/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και κατόπιν της από 15-1-2020 έφεσης των εναγουσών εκδόθηκε η με αριθ.2203//2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή, όπως και πρωτοδίκως, και εντεύθεν απορρίφθηκε η έφεσή τους ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Ειδικότερα από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την ένδικη αγωγή δεχθέν τα ακόλουθα: " Η εν γένει δράση των ειδικών επιτροπών του άρθρου 53 ν. 2725/1999, στην οποία εμπίπτει και η εκ μέρους τους σύναψη συμβάσεων ή ανάληψη υποχρεώσεων, δεν δεσμεύει το Δημόσιο, ούτε θεμελιώνει ευθύνη του έναντι των συμβληθέντων με αυτές. Ειδικότερα, η κατά το άρθρο 53 ν. 2725/1999 εκκαθάριση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Οργανωτική - Εκτελεστική Επιτροπή Παγκόσμιων Αγώνων Special Olympics- Αθήνα 2011", στην οποία δεν επικαλείται ότι συμμετείχε η πρώτη εκκαλούσα, αποκλείει την εφαρμογή των γενικών διατάξεων (των άρθρων 77 και 479 ΑΚ), καθώς το Δημόσιο ούτε καθολικός διάδοχος της ως άνω Ειδικής Επιτροπής είναι, ούτε απέκτησε την περιουσία αυτής με σύμβαση, αλλά δυνάμει ρητής διατάξεως νόμου, εφόσον με τη διάταξη του ως άνω άρθρου ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο, μεταξύ άλλων, και το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας των Ειδικών Επιτροπών μετά τη διάλυσή τους. Ειδικότερα, δεν θεμελιώνεται ευθύνη του Δημοσίου από τη λειτουργία του εν λόγω ΝΠΙΔ της επιτροπής των συγκεκριμένων αγώνων, διότι, αφενός δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 53 του Ν. 2725/1999 και των ΥΑ συγκρότησης, ανασυγκρότησης της επιτροπής [αριθμοί 1217/11.01.2008 (ΦΕΚ 35/ΥΟΔΔ/29.01.2009), 7929/27.02.2009 (ΦΕΚ 89/ΥΟΔΔ/04.03.2009), 2633/22.01.2020(ΦΕΚ 30/ΥΟΔΔ/02.02.2010), 27438/23.06.2010 (ΦΕΚ 239/ΥΟΔΔ/09.07.2010), ΔΥ1δ/οικ.5423/17.01.2011, (ΦΕΚ 10/ΥΟΔΔ/ 24.01. 2011), ΔΥ1δ/οικ.41374/11.04.2011(ΦΕΚ 94/ΥΟΔΔ/ 11.04.2011)] τέτοια σχέση μεταξύ του Δημοσίου και της επιτροπής των αγώνων ενόψει της αυτόνομης λειτουργίας της, ως ΝΠΙΔ με ίδια περιουσία και προϋπολογισμό, επιχορηγούμενο μάλιστα από τη Γ.Γ.Α [όπως με το π.δ/γμα 96/2010 (ΔΕΚ 170/ Α/ 28-9-2010 μεταφέρθηκαν οι Δ/νσεις Ανάπτυξης Αθλητισμού και Άθλησης για Όλους της Γ.Γ.Α. στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης) με κονδύλια/κεφάλαια, προερχόμενα, όμως, από τον ΟΠΑΠ (και όχι το Δημόσιο) και λειτουργούντος (του ΝΠΙΔ) στα πλαίσια του ως άνω άρθρου και των ως άνω ΥΑ συγκρότησης και ανασυγκρότησης των μελών της, όπου προβλέπεται η αυτόνομη χάραξη της πολιτικής και του προϋπολογισμού της, στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου και με αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Κ.Ν. 2190/1920, περί ανωνύμων εταιρειών, για τη συγκρότηση και λειτουργία του Δ.Σ. Επιπλέον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλούν ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την εις αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου, ούτε, εξάλλου, υφίσταται έδαφος εφαρμογής και της διατάξεως του άρθρου 479 ΑΚ, προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου έναντι των πιστωτών της Ειδικής Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη, που μεταβιβάζει την περιουσία, στην οποία ανήκουν τα χρέη και του κτήτορα αυτής, ενώ, αντιθέτως, στην περίπτωση των Ειδικών Επιτροπών του άρθρου 53 του Ν.2725/1999, η τυχόν απομένουσα περιουσία αυτών, μετά την εκκαθάριση, περιέρχεται εκ του νόμου και όχι δυνάμει συμβάσεως στο Δημόσιο, το οποίο και μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και με κεφάλαια του ΟΠΑΠ (και όχι του Δημοσίου) είχε μεταβιβάσει στην εκάστοτε Ειδική Επιτροπή τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση των πόσης φύσεως δαπανών της......
Εξάλλου, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές επάγεται ότι αβάσιμα επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί η αγωγή στις επικουρικές βάσεις, σύμφωνα α) με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, διότι, επιπλέον, οι επικαλούμενες στην αγωγή περιστάσεις, δηλ. η άρνηση του εναγομένου να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, ως καθολικός διάδοχος του αρχικά συμβληθέντος ΝΠΙΔ, συνιστά καθαρά αθέτηση συμβατικής υποχρέωση, η οποία, χωρίς τη συμβατική σχέση, δεν θα ήταν παράνομη, κατά την έννοια των άρθρων 914, 919 ΑΚ, ώστε να θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης υπέρ των εναγουσών, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 53 Ν. 2725/1999 δεν υφίσταται οποιαδήποτε σχέση πρόστησης μεταξύ του ανωτέρω νομικού προσώπου και του εναγομένου, β) με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι, επιπλέον, ελλείπει βασική προϋπόθεση για την απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι αυτή της άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του εναγομένου και της ζημίας της πρώτης ενάγουσας, λόγω της παρεμβολής και άλλης τρίτης περιουσίας, εκείνης της οργανωτικής-εκτελεστικής Επιτροπής, ο Πρόεδρος και τα αρμόδια μέλη (και στη συνέχεια οι εκκαθαριστές) της οποίας ενεργούσαν για δικό της λογαριασμό, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 53 Ν. 2725/1999, δεν υφίσταται οποιαδήποτε σχέση αντιπροσώπευσης μεταξύ του εναγομένου και της Επιτροπής...
Περαιτέρω, με την παρ. 4 του άρθρου 53 Ν. 2725/1999 ορίζεται ότι : "Η διάλυση των ανωτέρω επιτροπών γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για τον αθλητισμό Υπουργού. Από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως οι επιτροπές αυτές υφίστανται μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες". Υπό τα ανωτέρω δεδομένα και με βάση τη ρύθμιση αυτή, η εν γένει δράση των ειδικών αυτών Επιτροπών τίθεται υπό αυστηρά καθορισμένο χρονικό περιορισμό, οποίος είναι σημειώνεται ότι είναι σε γνώση, μέσω της από 6/17-3-2011 διακήρυξης, σε όλους τους συμμετέχοντες στον Ανοικτό Διεθνή Διαγωνισμό και έχει ληφθεί υπόψη για την υποβολή της Τεχνικής προσφοράς του εκάστοτε αναδόχου. Ο σύντομος χρόνος ύπαρξης της δικαιολογείται και περιορίζεται από την εκπλήρωση του σκοπού που επιδιώκει, ο οποίος μόλις επιτευχθεί και ολοκληρωθεί επιφέρει και τη λήξη της λειτουργίας της Επιτροπής, μετά το πέρας της εκκαθάρισής της. Η ανωτέρω ρύθμιση, που αφορά την οργάνωση και λειτουργία των οργανωτικών-εκτελεστικών επιτροπών προς επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού ορισμένου χρόνου σε καμία περίπτωση δεν ταυτοποιείται με το θεσμό της παραγραφής, που καθορίζει τη δυνατότητα δικαστικής επιδίωξης της αξίωσης, ανάλογα με το χρόνο γέννησης αυτής, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες. Και τούτο διότι η πρώτη εκκαλούσα, ενάγουσα δεν στερήθηκε του δικαιώματος της να προσφύγει στα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια κατά του αντισυμβαλλόμενου της ΝΠΙΔ και να αξιώσει την καταβολή του οφειλόμενου υπολοίπου ποσού από τη σύμβαση, γεγονός που ουδόλως επικαλείται με την υπό κρίση έφεση, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης διάλυσης και θέσης σε εκκαθάρισης αυτού. Πράγματι, το ΝΠΙΔ διαλύθηκε με τη με αριθμό ....2012 απόφαση (ΦΕΚ 140/ΥΟΔΔ/26.03.2012), τέθηκε δε σε εκκαθάριση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 25.09.2012 (βλ. ειδ. το με αριθμό πρωτ. ....2016 έγγραφο της Γεν. Δ/νσης Υποστήριξης Αθλητισμού της ΓΓΑ του Υπουργείου Πολιτισμού & Αθλητισμού). Ακόμη, όμως, και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος, αναβιώνει η εκκαθάριση, δηλαδή επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες αυτής, διότι, στην πραγματικότητα, δεν έχει πραγματοποιηθεί ο σκοπός της, η οποία (εκκαθάριση) αναβιώνει μόνο για τις ανάγκες της, οπότε αναβιώνει, μαζί με την εκκαθάριση, κατά πλάσμα δικαίου, και το νομικό πρόσωπο για τις ανάγκες της συγκεκριμένης εκκαθάρισης, εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή (άρθρο 72 ΑΚ).
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο του δυναμένου να ασκηθεί, ως εκ της φύσεως και του σκοπού της ρυθμίσεως, οριακού ελέγχου συνταγματικότητας, το ανωτέρω άρθρο δεν εμφανίζεται ως μέτρο, το οποίο υπερβαίνει το αναγκαίο όριο για την επίτευξη του στόχου της περάτωσης της εκκαθάρισης σε σύντομο χρόνο, η οποία θα είχε απρόβλεπτες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες και, θα έθετε σε σοβαρότατο κίνδυνο την απόλαυση των δικαιωμάτων όλων των φυσικών και νομικών προσώπων. Η ως άνω σχετική νομοθετική ρύθμιση αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένου στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια. Η δε επιβάρυνση των εκκαλουσών, εναγουσών να προσφύγουν άμεσα στα πολιτικά δικαστήρια δεν είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξίωσης, αφού, όπως προεκτέθηκε, εξακολουθεί να υφίσταται αγώγιμη αξίωση (σε βάρος του νομικού προσώπου, που αναβιώνει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης) και ως εκ τούτου, δεν διαταράσσει την τήρηση της αρχής της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του γενικού συμφέροντος, που αφορά το κοινωνικό σύνολο και των αξιώσεων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, ώστε να κριθεί απαγορευμένη από το άρθρο 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, της αρχής της προστασίας της περιουσίας και της ασφάλειας του δικαίου (άρθρα 2 παρ. 1, 17 και 25 παρ. 1 εδ. α`Σ.)...". Ακολούθως, απέρριψε την έφεση των εναγουσών ήδη αναιρεσειουσών ως αβάσιμη, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή των εναγουσών. Με το να κρίνει το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη και συνακόλουθα να απορρίψει την έφεση ως αβάσιμη, ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 53 παρ. 1 - 4 του ν. 2725/1999 και εκείνες των άρθρων 77 και 479, 914, 919 και 904 του ΑΚ και 105 ΕισΝΑΚ και δεν εφάρμοσε τις τελευταίες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Και τούτο διότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ένδικη αγωγή, η συμβληθείσα με την πρώτη αναιρεσείουσα κοινοπραξία, που συστήθηκε από τις λοιπές δύο αναιρεσείουσες, Ειδική Επιτροπή με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics- Αθήνα 2011", συστήθηκε και λειτούργησε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 53 του ν. 2725/1999, με ίδια περιουσία και προϋπολογισμό επιχορηγούμενο μάλιστα από τη Γ.Γ.Α με κονδύλια/κεφάλαια, προερχόμενα, όμως, από τον ΟΠΑΠ (και όχι το Δημόσιο) και αυτόνομη λειτουργία, με σκοπό την προετοιμασία, οργάνωση και διεξαγωγή των Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics στη χώρα μας, διάρκειας από 25 Ιουνίου έως 4 Ιουλίου 2011 και, στο πλαίσιο επίτευξης του σκοπού της, συνήψε την επίμαχη σύμβαση έργου με την πρώτη αναιρεσείουσα, με αντικείμενο τη μεταφορά/μετακίνηση σε συμμετέχοντες στους ως άνω Παγκόσμιους Αγώνες, και η εκκαθάριση του εν λόγω ΝΠΙΔ της Επιτροπής των αγώνων κατ' εφαρμογή των ειδικών διατάξεων του ως άνω άρθρου 53 του ν. 2725/1999 αποκλείει την εφαρμογή της γενικής διάταξης του άρθρου 77 ΑΚ, της οποίας κατισχύουν στην προκείμενη περίπτωση, μετά την διάλυση της Ειδικής Επιτροπής, καθώς ρυθμίζουν με διαφορετικό τρόπο το κρίσιμο ζήτημα της τύχης της περιουσίας της, ήτοι, επιβάλλεται στη Διοίκηση να διαθέσει την τυχόν περιουσία της Επιτροπής αυτής μετά τη διάλυσή της για την κάλυψη δημόσιων σκοπών, ενώ, κατά τις διατάξεις του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο, εφόσον πρόκειται να διαχειρισθεί την περιουσία διαλυθέντος νομικού προσώπου, υποχρεούται να διαθέσει την περιουσία αυτή αποκλειστικά και μόνο για την εκπλήρωση του σκοπού που επιδίωκε αυτό, περίπτωση που δεν συντρέχει στην περιουσία της προκείμενης Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 53 του ν. 2725/1999, καθόσον, όταν επήλθε η διάλυσή της, είχε πλέον επιτελεσθεί ο σκοπός για τον οποίο συγκροτήθηκε. Άλλωστε, στην περίπτωση του άρθρου 77 ΑΚ το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλό ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την σ' αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου.
Περαιτέρω, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής ούτε της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ, προκειμένου να θεμελιωθεί ευθύνη του Δημοσίου έναντι των πιστωτών και δη των αναιρεσειουσών της ένδικης Ειδικής Επιτροπής, εφόσον η εν λόγω διάταξη προϋποθέτει σύμβαση ενοχική μεταξύ του οφειλέτη που μεταβιβάζει την περιουσία, στην οποία ανήκουν τα χρέη, και του κτήτορα αυτής, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της προκείμενης Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 53 ν. 2725/1999 η τυχόν απομένουσα περιουσία αυτής μετά την εκκαθάριση περιέρχεται εκ του νόμου και όχι με βάση σύμβαση στο Δημόσιο, το οποίο και μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού και μάλιστα με κεφάλαια του ΟΠΑΠ (και όχι του Δημοσίου) είχε μεταβιβάσει σ' αυτήν τους απαραίτητους πόρους για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως δαπανών της.
Εξάλλου, με βάση την ,κατά τα ανωτέρω, αυτόνομη λειτουργία και την εν γένει δράση των ειδικών επιτροπών του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 προς επίτευξη του σκοπού τους, το επίδικο συσταθέν ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Παγκοσμίων Αγώνων Special Οlympics- Αθήνα 2011", προς εκπλήρωση του σκοπού της οργάνωσης των αγώνων των Special Οlympics- Αθήνα 2011, προέβη στη σύναψη της επίμαχης σύμβασης με αντισυμβαλλόμενη την πρώτη αναιρεσείουσα καθώς και την ανάληψη υποχρεώσεων από αυτήν, νομική πράξη που όμως εμπίπτει και εντάσσεται στην αυτόνομη δράση-λειτουργία της εν λόγω Επιτροπής προς επίτευξη του σκοπού της στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου που τη διέπει. Ενόψει τούτου και δοθέντος ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 2725/1999 δεν υφίσταται σχέση πρόστησης μεταξύ του αναιρεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου) και της εν λόγω Επιτροπής, δεν δύναται να θεμελιωθεί αδικοπρακτική του ευθύνη έναντι των αναιρεσειουσών από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των μελών της Επιτροπής ΑΘΗΝΑ 2011, η οποία, ως προελέχθη, κατά το χρόνο σύναψης της άνω σύμβασης λειτούργησε ως αυτόνομο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου προς επίτευξη του σκοπού της και ως εκ τούτου τα μέλη της Επιτροπής δεν ενεργούσαν ως όργανα του Δημοσίου. Τέλος, δεν συντρέχουν εν προκειμένω οι όροι για την εφαρμογή των διατάξεων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι αφενός ελλείπει βασική προϋπόθεση για την απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ήτοι αυτή της άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του αναιρεσίβλητου και της ζημίας της πρώτης αναιρεσείουσας, λόγω της παρεμβολής και άλλης τρίτης περιουσίας, εκείνης της οργανωτικής-εκτελεστικής Επιτροπής, η οποία, κατά τα ανωτέρω, συστάθηκε και λειτούργησε ως αυτοτελές και αυτόνομο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και αφετέρου, διότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δημόσιο δεν καθίσταται καθολικός διάδοχος του διαλυθέντος νομικού προσώπου, αλλά αποκτά απλό ενοχικό δικαίωμα, όπως αξιώσει από τους εκκαθαριστές την σ' αυτό μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων του νομικού προσώπου, ενώ κατά τη διάρκεια της εκκαθάρισης το Δημόσιο καθίσταται δικαιούχο υπό την αναβλητική αίρεση του μέλλοντος τυχόν να προκύψει ενεργητικού υπολοίπου.
Κατά συνέπεια, δεν δεσμεύεται το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, ούτε θεμελιώνεται ευθύνη του έναντι της συμβληθείσας πιστώτριας- πρώτης αναιρεσείουσας της ως άνω Ειδικής Επιτροπής, αφού, από καμιά διάταξη νόμου δεν προκύπτει ότι μπορούσε να καταστεί καθολικός διάδοχος και εν γένει να υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Επιτροπής μετά τη διάλυση και εκκαθάριση αυτής, ούτε στοιχειοθετείται οποιαδήποτε αστική ευθύνη του. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, (αληθώς κατά το νοηματικό τους περιεχόμενο), με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση αυτής, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν θα περιληφθεί διάταξη επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος τους, ελλείψει αιτήματος του αναιρεσίβλητου λόγω της απουσίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2022 (με αρ. κατ. 895/2022) αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 2203/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ