Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 119 / 2026    (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 119 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Χροναίου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ. , για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" ως καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. "Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) Δυτικής Ελλάδας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ρίο Πάτρας και δεν παραστάθηκε, ενώ είχε παρασταθεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο της 7-11-2023.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Θ. του Ε. , κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Γαβαλά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 326/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 252/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζήτησε το αναιρεσείον με την από 18-9-2020 αίτησή του. Με την υπ' αριθμ. 130/2025 Πράξη του Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητώς, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες. Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 702/2024, 156/2024, 936/2018, 869/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθ. 130/1-4-2025 πράξη του Προέδρου του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και για τους λόγους που εκτίθενται σ' αυτή και συνίστανται στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί της από 18-9-2020 (αρ. έκθ. κατάθ. 54/2020) αίτησης αναίρεσης, που είχε συζητηθεί στη δικάσιμο της 7-11-2023, ορίστηκε η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-10-2025) με σκοπό την επανάληψη της συζήτησης. Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε από το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Πανεπιστήμιο Πατρών", ως καθολικό διάδοχο του Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Τ.Ε.Ι.) Δυτικής Ελλάδας δυνάμει του άρθρου 38 παρ. 1 του Ν. 4610/2019, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 252/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε άλλωστε προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν παραστάθηκε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο με επίδοση της υπ' αριθ. 130/1-4-2025 πράξης του Προέδρου του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο αυτού, κατ' άρθρο 143 ΚΠολΔ, Δημήτριο Γκανιάτσο, δια του οποίου είχε παρασταθεί το αναιρεσείον -με εξουσιοδότηση του νομίμως εκπροσωπούντος τούτο, δυνάμει του άρθρου 15 του Ν. 4957/2022, Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών προς τον ανωτέρω δικηγόρο- και είχε καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (7-11-2023) της υπόθεσης (βλ. το από ...-2025 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Αχαΐας Ν. Λ.). Κατά συνέπεια, η υπόθεση θα συζητηθεί αντιμωλία των διαδίκων, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 648 § 1 ΑΚ και 6 Α.Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό" και "Δια του όρου "μισθωτός" νοούνται τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής. Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ.) ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας - αμοιβή κατ' αποκοπήν)", συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη. Εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία είναι η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτή εργαζόμενο συνέπειες, που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσής του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο (ΟλΑΠ 28/2005), αφορά δε κυρίως το εργατοϋπαλληλικό προσωπικό.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 §§ 1 εδ. α' και 3 Ν. 2112/1920, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή δια τον υπάλληλον" και "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου", συνάγεται ότι σε περίπτωση σύναψης αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, εάν δεν δικαιολογείται η συνομολογηθείσα διάρκεια αυτών από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων εργασίας, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Οι εν λόγω διατάξεις, όπως εξ αυτών προκύπτει, έχουν εφαρμογή μόνο επί συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων που υποκρύπτουν σχέση εξαρτημένης εργασίας, ως ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου θεσπισθέντες ενόψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξαρτημένη εργασία (ΟλΑΠ 20/2007). Ο χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε και που δεν αφορά μόνο τον χαρακτηρισμό της ως εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή έργου, αλλά και τον χαρακτηρισμό της ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος (ή ο έχων ισχύ νόμου κανονισμός), διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στη συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση, κρίση η οποία στη συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 3/2021, 13/2017, 7 & 8/2011, 6/2001). Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο, της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 18/2006 και 19/2007), αφορά δε το διοικητικό και εργατοτεχνικό προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου, το οποίο εμπίπτει στον έλεγχο του Α.Σ.Ε.Π.
Συνεπώς, επί πλειόνων καταρτισθεισών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του εργαζομένου, για τον χαρακτηρισμό αυτών ως ενιαίας σύμβασης (ή σχέσης) εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων των άρθρων 648 § 1 ΑΚ, 6 του Α.Ν. 765/1943 και 8 του Ν. 2112/1920, κρίσιμα εξεταστέα ζητήματα είναι, εάν οι συμβάσεις τους έχουν τον χαρακτήρα της εξαρτημένης εργασίας, ήτοι, εάν ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, εάν έχουν τον χαρακτήρα της διαδοχικότητας και, τέλος, εάν υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους, που δικαιολογούνται από τη φύση τους, ήτοι καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη και ο καθορισμένος χρόνος διάρκειάς τους έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές.
Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες (§ 1), ότι η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, ότι τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους (§ 5) και ότι οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί, το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που ο νόμος ορίζει, και τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων (§ 6). Ακόμη, κατά το άρθρο 1 § 1 εδ. α' του Ν. 2916/2001 "Διάρθρωση της Ανώτατης Εκπ/σης και ρύθμιση θεμάτων του Τεχνολογικού Τομέα αυτών" (ΦΕΚ Α' 114), "Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: αα) τον Πανεπιστημιακό Τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών και ββ) τον Τεχνολογικό Τομέα, ο οποίος περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά ιδρύματα".
Περαιτέρω, στον ιδρυτικό των Τ.Ε.Ι. Ν. 1404/1983 "Δομή και λειτουργία των Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων" (ΦΕΚ Α' 173), όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 81 παρ. 4 του Ν. 4009/2011 (ΦΕΚ Α' 195/6-9-2011), ορίζονται τα εξής: "Άρθρο 1 § 1. Ιδρύονται Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.), τα οποία ανήκουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα Τ.Ε.Ι. είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος. Η οργάνωση και η λειτουργία τους διέπονται από τις διατάξεις του νόμου, ενώ ειδικότερα θέματα ρυθμίζονται με τον εσωτερικό κανονισμό κάθε Τ.Ε.Ι. ..... Άρθρο 3 § 1. Τα μέλη του Τ.Ε.Ι. διακρίνονται σε τακτικά και έκτακτα: α) Τακτικά είναι τα μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (E.Π.), τα μέλη του Ειδικού Διδακτικού Προσωπικού (Ε.ΔΙ.Π.), το Διοικητικό Προσωπικό (Δ.Π.), το Ειδικό Τεχνικό Προσωπικό (Ε.Τ.Π.) και οι σπουδαστές. β) Έκτακτα μέλη είναι οι επισκέπτες καθηγητές και εκείνα του προηγούμενου εδαφίου, εκτός των σπουδαστών, που απασχολούνται στο Τ.Ε.Ι. με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. ..... Άρθρο 15 § 1. Το κύριο διδακτικό και ερευνητικό έργο ασκείται από το εκπαιδευτικό προσωπικό (Ε.Π.), το οποίο ανήκει σε μια από τις βαθμίδες Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Αναπληρωτή Καθηγητή Τ.Ε.Ι., Επίκουρου Καθηγητή Τ.Ε.Ι. και Καθηγητή Εφαρμογών Τ.Ε.Ι. § 2. Τα μέλη του Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. είναι δημόσιοι λειτουργοί και απολαμβάνουν τις εγγυήσεις του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος. ..... Άρθρο 17 § 1. Οι Καθηγητές και Αναπληρωτές Καθηγητές διορίζονται ως μόνιμοι. Οι Επίκουροι Καθηγητές και οι Καθηγητές Εφαρμογών των Τ.Ε.Ι. διορίζονται με θητεία τριών ετών. ..... Άρθρο 19 § 1. α) Για την κάλυψη διδακτικών, ερευνητικών ή άλλων επιστημονικών αναγκών των Τ.Ε.Ι. μπορεί να προσλαμβάνεται εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Η σύμβαση μπορεί να διαρκεί μέχρι ένα ακαδημαϊκό έτος και μπορεί να ανανεώνεται μέχρι δύο ακόμη ακαδημαϊκά έτη. β) Το εκπαιδευτικό αυτό Προσωπικό προσλαμβάνεται σε θέσεις Επιστημονικού Συνεργάτη και Εργαστηριακού Συνεργάτη, καθώς και στην κατηγορία Εκπαιδευτικού Ειδικών Μαθημάτων (Ε.Ε.Μ.), για τις οποίες ως ελάχιστα προσόντα ορίζονται τα ίδια με αυτά των βαθμίδων Επίκουρου Καθηγητή και Καθηγητή Εφαρμογών, καθώς και των μελών Ε.ΔΙ.Π. αντίστοιχα. Στο εκπαιδευτικό αυτό προσωπικό ανατίθεται η εκτέλεση όμοιου διδακτικού, ερευνητικού ή άλλου επιστημονικού και οργανωτικού έργου που έχει προβλεφθεί για το μόνιμο Ε.Π. της αντίστοιχης με τα προσόντα του βαθμίδας ή τα μέλη Ε.ΔΙ.Π. γ) Η απασχόληση του εκπαιδευτικού αυτού προσωπικού μπορεί να είναι πλήρης ή μερική. Η μηνιαία αποζημίωσή του είναι ίση με τις κάθε είδους αποδοχές του μόνιμου προσωπικού της αντίστοιχης βαθμίδας Ε.Π. ή των μελών Ε.ΔΙ.Π., κατά περίπτωση, εφόσον η απασχόληση είναι πλήρης ή το ανάλογο ποσοστό των αποδοχών αυτών, εφόσον η απασχόληση είναι μερική. δ) Για την προκήρυξη και την πρόσληψη ή την ανανέωση της σύμβασης αποφασίζει το Συμβούλιο του Τ.E.Ι. μετά από σχετική εισήγηση του Συμβουλίου του οικείου Τμήματος ή του Κ.Ξ.Γ.Φ.Α. κατά περίπτωση. Η προκήρυξη, στην οποία ορίζονται μεταξύ άλλων το γνωστικό αντικείμενο ή η ειδικότητα, κατά περίπτωση, της προς πλήρωση θέσης και η εβδομαδιαία απασχόληση, δημοσιεύεται το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου για το επόμενο ακαδημαϊκό έτος και η σύμβαση μεταξύ του Τ.Ε.Ι. και του προσλαμβανομένου υπογράφεται πριν από την έναρξη του διδακτικού έτους..... § 11 α) Οι προσλαμβανόμενοι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού εντάσσονται και προσφέρουν υπηρεσίες στο Τμήμα, το οποίο τους αναθέτει τις περισσότερες ώρες διδασκαλίας. Αν υπάρχουν ίσες ώρες διδασκαλίας σε δύο ή παραπάνω Τμήματα, για την ένταξη αποφασίζει ο Διευθυντής της Σχολής ή, αν τα Τμήματα ανήκουν σε διαφορετικές Σχολές, ο Πρόεδρος του Τ.Ε.Ι. β) Η ενδεχόμενη απασχόληση του προσωπικού του παρόντος άρθρου για ένα ή περισσότερα εξάμηνα στο ίδιο ή άλλο Τ.Ε.Ι., σε καμία περίπτωση δεν δημιουργεί δικαίωμα μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου ή άλλα δικαιώματα, μη προβλεπόμενα από το νόμο αυτόν, έναντι του Τ.Ε.Ι. ή του Δημοσίου". Στο άρθρο 22 §§ 1 & 2 του ίδιου νόμου, ορίζεται ότι : "(παρ.1.) Το διοικητικό προσωπικό (Δ.Π.), των Τ.Ε.Ι., αποτελείται από τους διοικητικούς, τεχνικούς και βοηθητικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις διοικητικές, οικονομικές και τεχνικές υπηρεσίες του και συγκροτείται κατά κλάδους και ειδικότητες σύμφωνα με το άρθρο 23 του νόμου αυτού. (παρ. 2.) Τα μέλη του Δ.Π. είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και για όλα τα θέματα υπηρεσιακής τους κατάστασης, όπως επίσης και για θέματα ασφαλιστικά και υγειονομικής περίθαλψης, εφαρμόζονται οι κείμενες για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους διατάξεις". Ακολούθως, κατά την εξουσιοδοτική διάταξη της § 10 του άρθρου 19 του Ν. 1404/1983, που ορίζει ότι "με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την προκήρυξη, τη διαδικασία επιλογής, τους όρους απασχόλησης, τη συμμετοχή στα συλλογικά όργανα και την πειθαρχική δικαιοδοσία", εκδόθηκε το Π.Δ. 355/1996 (ΦΕΚ Α' 231) "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ (ΕΕΜ) ΣΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ (Τ.Ε.Ι.)", το οποίο, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το Π.Δ. 163/2002 (ΦΕΚ Α' 149/...-2002), όριζε τα εξής: Στο άρθρο 2 § 9 "Η απόφαση του Συμβουλίου του ΤΕΙ για την πρόσληψη των Συνεργατών και των μελών ΕΕΜ αποστέλλεται στον υπεύθυνο της Ομάδας Μαθημάτων μέσω του Προϊσταμένου του Τμήματος. Ο υπεύθυνος της Ομάδας Μαθημάτων αναθέτει με έγγραφό του, που επιδίδεται επί αποδείξει, το διδακτικό έργο στους επιλεγέντες Συνεργάτες του Τμήματος ή στα μέλη ΕΕΜ, που καλούνται να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86 με την οποία δηλώνουν ότι δεν θα απασχοληθούν σε άλλο τμήμα του ιδίου ή άλλου ΤΕΙ και να υπογράψουν τη σχετική σύμβαση εντός τριών (3) ημερών από την ημερομηνία ανάθεσης. Η κλήση κοινοποιείται στον Πρόεδρο του ΤΕΙ. Εάν ο προσλαμβανόμενος δεν προσέλθει μέσα στην προθεσμία της παραγράφου αυτής, τότε καλείται ο αμέσως επόμενος στον πίνακα αξιολόγησης". Στο άρθρο 3 § 3 "α) Για την αξιολόγηση των υποψηφίων Ειδικών Συνεργατών ΤΕΙ ο υπεύθυνος της Ομάδας Μαθημάτων καταρτίζει πίνακα αξιολόγησης των αιτήσεων των ενδιαφερομένων κατ' αλφαβητική σειρά, στον οποίο καταγράφονται τα κατά το άρθρο 19 παρ. 7 του Ν. 1404/1983, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 57 του Ν. 2413/1996, και τα γενικώς απαιτούμενα για τα τακτικά μέλη Ε.Π, και Ε.Ε.Π. των ΤΕΙ τυπικά προσόντα αυτών, αναφέρει τη διευθυντική θέση την οποία κατέχουν, προσδιορίζει το αντικείμενο της επαγγελματικής απασχόλησης αυτών και εκφέρει ουσιαστική κρίση για τη συνάφεια του αντικειμένου της επαγγελματικής απασχόλησης των ενδιαφερομένων προς τα εκπαιδευτικά ενδιαφέροντα της Ομάδας Μαθημάτων καθώς και για την ειδικότερη ενίσχυση του επιπέδου των δραστηριοτήτων της Ομάδας Μαθημάτων που αναμένεται λόγω των εξειδικευμένων γνώσεων των ενδιαφερομένων". Στο άρθρο 4 "1. Μεταξύ του επιλεγέντος Επιστημονικού ή Εργαστηριακού Συνεργάτη ή ΕΕΜ ή Ειδικού Συνεργάτη και του Προέδρου του ΤΕΙ υπογράφεται σύμβαση εργασίας στη οποία αναγράφονται. α. Τα ατομικά στοιχεία του προσλαμβανόμενου. Εάν πρόκειται για θέση Ειδικού Συνεργάτη αναγράφεται και η διευθυντική θέση την οποία κατέχει ο προσλαμβανόμενος κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης. β. Ο χρόνος έναρξης και ο χρόνος λήξης της ισχύος της σύμβασης. γ. Η κατηγορία στην οποία ανήκει ο προσλαμβανόμενος. δ. Ο αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας διδακτικής ή εκπαιδευτικής απασχόλησης και η αμοιβή του προσλαμβανόμενου. ε. Το Τμήμα, η Ομάδα ή Ομάδες Μαθημάτων στα οποία θα απασχοληθεί και τα μαθήματα, εργαστήρια ή το εκπαιδευτικό έργο που θα αναλάβει ο προσλαμβανόμενος. στ. Τυχόν άλλες υποχρεώσεις του προσλαμβανόμενου προς την Ομάδα ή Ομάδες Μαθημάτων, το Τμήμα ή το ΤΕΙ. ζ. Οι όροι καταγγελίας της σύμβασης. η. Το πειθαρχικό δίκαιο που θα ισχύει. 2. Η σύμβαση των Επιστημονικών Συνεργατών, Εργαστηριακών Συνεργατών, ΕΕΜ και Ειδικών Συνεργατών μπορεί να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, όπως υπηρεσιακή ανεπάρκεια, πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του, συχνές απουσίες, διατάραξη της λειτουργίας του Τμήματος ή της Ομάδας Μαθημάτων, έλλειψη πνεύματος συνεργασίας με τα όργανα του Ιδρύματος ή τους λοιπούς εκπαιδευτικούς. 3. Αν για οποιοδήποτε λόγο, κατά το χρόνο ισχύος της σύμβασης εργασίας, ο προσλαμβανόμενος παραιτηθεί ή, αποχωρήσει ή εάν απουσιάσει αδικαιολόγητα από τα καθήκοντά του τουλάχιστον δύο (2) ημέρες απασχόλησής του ανά εξάμηνο, λύεται αυτεπαγγέλτως ή με καταγγελία, κατά περίπτωση, η σύμβαση εργασίας κατά την κρίση των παραπάνω οργάνων πρόσληψης. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να προσλαμβάνεται ο αμέσως επόμενος στον πίνακα αξιολόγησης για το υπόλοιπο χρονικό διάστημα της σύμβασης. 4. Στους Επιστημονικούς Συνεργάτες, Εργαστηριακούς Συνεργάτες, ΕΕΜ και Ειδικούς Συνεργάτες εφαρμόζονται αναλογικά οι κείμενες διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου που ισχύουν για το μόνιμο ΕΠ και ΕΕΠ. 5. Στους Επιστημονικούς Συνεργάτες, Εργαστηριακούς Συνεργάτες και ΕΕΜ μπορεί να ανατίθεται και άλλο έργο, σχετιζόμενο με τα διδακτικά τους καθήκοντα, όπως συνοδοί σε εκπαιδευτικές εκδρομές, η μελέτη θεμάτων σπουδών, διεθνείς συνεργασίες, παροχή νομικών υπηρεσιών". Στο δε άρθρο 5, με τίτλο "Συμμετοχή των Συνεργατών και των Εκπαιδευτικών Ειδικών Μαθημάτων σε Συλλογικά Όργανα των ΤΕΙ", ότι "Οι Επιστημονικοί Συνεργάτες, οι Εργαστηριακοί Συνεργάτες, οι Ειδικοί Συνεργάτες και οι Εκπαιδευτικοί Ειδικών Μαθημάτων μετέχουν στη Γενική Συνέλευση της Ομάδας Μαθημάτων και στη Γενική Συνέλευση του Τμήματος με δικαίωμα λόγου αλλά όχι ψήφου". Όμοιες ρυθμίσεις διέλαβε και το μεταγενέστερο Π.Δ. 163/2002 (ΦΕΚ Α' 149) με τίτλο "ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΛΗΨΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ, ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ (ΕΕΜ) ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΩΝ ΣΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ (ΤΕΙ)", το οποίο ακολούθως καταργήθηκε με το άρθρο 81 παρ. 51 του Ν. 4009/2011. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του ως άνω Π.Δ. ορίζεται η διαδικασία της προκήρυξης των πιο πάνω θέσεων, στο άρθρο 2 η διαδικασία επιλογής των Επιστημονικών Συνεργατών, Εργαστηριακών Συνεργατών και Εκπαιδευτικών Ειδικών Μαθημάτων (ΕΕΜ), στο δε άρθρο 4 το περιεχόμενο της (ορισμένου χρόνου) σύμβασης εργασίας και οι λοιποί όροι που την διέπουν. Ειδικότερα ορίζεται ότι: "1. Μεταξύ του επιλεγέντος Επιστημονικού ή Εργαστηριακού ή ΕΕΜ ή Ειδικού Συνεργάτη και του Προέδρου του ΤΕΙ υπογράφεται σύμβαση εργασίας στην οποία αναγράφονται: α) Τα ατομικά στοιχεία του προσλαμβανόμενου. Εάν πρόκειται για θέση Ειδικού Συνεργάτη αναγράφεται και η διευθυντική θέση την οποία κατέχει ο προσλαμβανόμενος κατά τον χρόνο υπογραφής της σύμβασης. β) Ο χρόνος έναρξης και ο χρόνος λήξης της ισχύος της σύμβασης. γ) Η κατηγορία στην οποία ανήκει ο προσλαμβανόμενος. δ) Ο αριθμός των ωρών εβδομαδιαίας διδακτικής ή εκπαιδευτικής απασχόλησης και η αμοιβή του προσλαμβανόμενου. ε) Το τμήμα, ο τομέας ή οι τομείς στους οποίους θα απασχοληθεί και τα μαθήματα, εργαστήριο ή τομείς που θα αναλάβει ο προσλαμβανόμενος. στ) Τυχόν άλλες υποχρεώσεις του προσλαμβανόμενου προς το τμήμα, τομέα, τομείς ή ΤΕΙ. ζ) Οι όροι καταγγελίας της σύμβασης, η) Το πειθαρχικό δίκαιο που θα ισχύει. Η σύμβαση των Επιστημονικών Συνεργατών, Εργαστηριακών Συνεργατών, ΕΕΜ και Ειδικών Συνεργατών μπορεί να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο, όπως υπηρεσιακή ανεπάρκεια, πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του, συχνές απουσίες, διατάραξη της λειτουργίας του Τμήματος ή του τομέα, έλλειψη πνεύματος συνεργασίας με τα όργανα του Ιδρύματος ή τους λοιπούς εκπαιδευτικούς 3. Αν κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης εργασίας ο προσληφθείς παραιτηθεί ή αποχωρήσει για οποιοδήποτε λόγο, η σύμβαση θεωρείται αυτοδικαίως λυθείσα. Η αδικαιολόγητη απουσία από τα καθήκοντα πάνω από το 5% των συνολικών ωρών απασχόλησης μέσα σε ένα εξάμηνο, συνιστά καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του προσληφθέντος. 4. Στους Επιστημονικούς Συνεργάτες, Εργαστηριακούς Συνεργάτες, ΕΕΜ και Ειδικούς Συνεργάτες εφαρμόζονται αναλογικά οι κείμενες διατάξεις περί πειθαρχικού δικαίου που ισχύουν για το μόνιμο ΕΠ και ΕΔΙΠ των ΤΕΙ. 5. Στους Επιστημονικούς Συνεργάτες, Εργαστηριακούς Συνεργάτες και ΕΕΜ μπορεί να ανατίθεται και άλλο έργο, σχετιζόμενο με τα διδακτικά τους καθήκοντα όπως συνοδοί σε εκπαιδευτικές εκδρομές ή μελέτη θεμάτων σπουδών, διεθνείς συνεργασίες, παροχή νομικών υπηρεσιών". Τέλος, με τα άρθρα 1 και 16 παρ. 4 του Ν. 4009/2011, όπως ίσχυαν πριν την κατάργηση των άρθρων 1 έως 60 και 76 έως 80 του νόμου αυτού με το άρθρο 485 περ. α' του Ν. 4957/2022 (ΦΕΚ Α' 141/21-7-2022), ορίζονται τα ακόλουθα: Άρθρο 1 "1. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.). Τα Α.Ε.Ι. είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου πλήρως αυτοδιοικούμενα. Η εποπτεία του κράτους ασκείται από τον Υπουργό Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 16 του Συντάγματος και τον παρόντα νόμο. 2. Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελείται από δύο παράλληλους τομείς: α) τον πανεπιστημιακό τομέα, που περιλαμβάνει τα Πανεπιστήμια, τα Πολυτεχνεία και την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, τα οποία στο εξής αναφέρονται ως "Πανεπιστήμια" και β) τον τεχνολογικό τομέα, που περιλαμβάνει τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Τ.Ε.Ι.) και την Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Α.Σ.ΠΑΙ.Τ.Ε.), τα οποία στο εξής αναφέρονται ως "Τ.Ε.Ι.". 3. Τα ιδρύματα των δύο τομέων της ανώτατης εκπαίδευσης λειτουργούν παράλληλα, με διακριτή φυσιογνωμία, σκοπό και αποστολή, που διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα Πανεπιστήμια και τα Τ.Ε.Ι., αντίστοιχα". Άρθρο 16 παρ. 4 "α) Η διδασκαλία μαθημάτων στα Α.Ε.Ι., καθώς και η άσκηση των λοιπών διδακτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένου του κλινικού έργου στην περίπτωση προγραμμάτων σπουδών ιατρικής, μπορεί να ανατίθενται, με ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έως τριών ακαδημαϊκών ετών, πλήρους η μερικής απασχόλησης, σε εντεταλμένους διδασκαλίας, οι οποίοι είναι επιστήμονες, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, καθώς και σε προσωπικότητες με αναγνωρισμένο επαγγελματικό έργο. Δεν απαιτείται η κατοχή διδακτορικού διπλώματος για γνωστικά αντικείμενα εξαιρετικής και αδιαμφισβήτητης ιδιαιτερότητας, για τα οποία δεν είναι δυνατή ή συνήθης η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής, καθώς και για την πρόσληψη εντεταλμένων διδασκαλίας στα Τ.Ε.Ι., όπως ειδικότερα ορίζεται στον Οργανισμό του οικείου ιδρύματος. β) Οι ανωτέρω συμβάσεις μπορεί να ανανεώνονται αλλά η συνολική θητεία των εντεταλμένων διδασκαλίας στο ίδιο ίδρυμα δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε ακαδημαϊκά έτη. Θέματα σχετικά με τα ειδικότερα προσόντα των υποψηφίων, τα όργανα, τη διαδικασία προκήρυξης, επιλογής και πρόσληψης και τον τρόπο απασχόλησής τους και κάθε σχετική λεπτομέρεια, καθορίζονται με τον Οργανισμό του ιδρύματος. Στους εντεταλμένους διδασκαλίας καταβάλλεται μηνιαία αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Σύμφωνα με τις παραπάνω διαδοχικώς ισχύσασες διατάξεις και το Σύνταγμα (άρθρο 16 §§ 5 και 6 του Συντ.), στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπως είναι και τα Τ.Ε.Ι., το διδακτικό - ερευνητικό τους έργο έχει ανατεθεί στο εν γένει εκπαιδευτικό προσωπικό τους, στο οποίο περιλαμβάνεται και το εκπαιδευτικό προσωπικό Τ.Ε.Ι. που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 19 § 1α' του Ν. 1404/1983 και των μεταγενέστερων αυτού διατάξεων (άρθρα 2 και 4 του Π.Δ. 163/2002, 16 επ. του Ν. 4009/2011). Όλα τα μέλη του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.), συνεπώς και εκείνα που προσλήφθηκαν, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έχουν δικαίωμα για έρευνα και διδασκαλία, ανεξαρτησία και ελευθερία στην εκτέλεση του έργου τους στα πλαίσια του προγραμματισμού και των σχετικών αποφάσεων του οικείου Τμήματος και είναι δημόσιοι λειτουργοί ή επιτελούν δημόσιο λειτούργημα, κατά την έννοια του άρθρου 16 § 6 του Συντάγματος. Ρητά, επίσης, ορίστηκε, με το άρθρ. 19 § 1α' του Ν. 1404/1983, ως προϋπόθεση για εκλογή στις έκτακτες θέσεις Επιστημονικού Συνεργάτη και Εργαστηριακού Συνεργάτη, καθώς και στην κατηγορία Ε.Ε.Μ., οι προσλαμβανόμενοι να κατέχουν, ως ελάχιστα προσόντα, τα ίδια με αυτά των βαθμίδων Επίκουρου Καθηγητή και Καθηγητή Εφαρμογών, καθώς και των μελών Ε.ΔΙ.Π. αντίστοιχα, τα οποία είναι ολιγότερα, μεν, ανάλογης όμως ποιοτικής αξίας με τα προσόντα των λοιπών βαθμίδων του Ε.Π., αφού δεν υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση της βαθμίδας του Επίκουρου Καθηγητή κλπ. και η πρώτη ουσιαστική κρίση με αμιγή ακαδημαϊκά κριτήρια γίνεται για την εκλογή στη βαθμίδα αυτή.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις, που ίσχυσαν κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρονικό διάστημα (1994 - 2016), το εκπαιδευτικό προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των ΤΕΙ αποτελεί βαθμίδα καθηγητικού προσωπικού τους και συνδέεται με αυτά με ειδική σύμβαση εργασίας, λόγω του πλήρως αυτοδιοίκητου των ΑΕΙ κατά το Σύνταγμα, η αυτοτέλεια των οποίων περιλαμβάνει προεχόντως την εξουσία εκλογής, δια των ιδίων αυτών οργάνων, του διδακτικού - ερευνητικού προσωπικού τους, το οποίο επιτελεί δημόσιο λειτούργημα (άρθρο 16 παρ. 6 Συντ.), που σημαίνει ότι συνδέεται με χαλαρότερη, συγκριτικά με τον δημόσιο υπάλληλο, σχέση εξάρτησης προς τις προϊστάμενες αρχές του, ότι διαθέτει ευχέρεια πρωτοβουλιών και επιλογών και ότι στελεχώνει ανώτερες βαθμίδες της πολιτειακής δομής, στοιχεία τα οποία δεν προσιδιάζουν στην υπαλληλική ιδιότητα που απαιτεί η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Άλλωστε, το προσωπικό αυτό αντιδιαστέλλεται σαφώς από το διοικητικό προσωπικό των ΤΕΙ, επί του οποίου, κατά τους ορισμούς του νόμου, εφαρμόζονται οι κείμενες για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους διατάξεις, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπαλληλική σχέση του με το ΤΕΙ. Επομένως, οι άνω εργασιακές συμβάσεις του εκπαιδευτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου των ΤΕΙ, ελλείψει της υπαλληλικής ιδιότητας αυτών, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Το αντίθετο (ότι πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας) ουδόλως συνάγεται από το ότι ο νόμος κάνει λόγο για σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αφού ο χαρακτηρισμός της έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ούτε προκύπτει, άλλωστε, εξαρτημένη εργασία από το περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του εκπαιδευτικού αυτού προσωπικού, όπως προσδιορίζεται από το Ν. 1404/1983, το ρυθμιστικό Π.Δ. 355/1996, το Π.Δ. 163/2002 και το Ν. 4009/2011, αφού οι ως άνω καθηγητές ρητά προσλαμβάνονται για να επιτελέσουν, εντός του συμφωνηθέντος αριθμού ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, συγκεκριμένο εκπαιδευτικό έργο υψηλού επιπέδου (διδασκαλία στην ανώτατη εκπαίδευση), κατά το δοκούν, βάσει της προκήρυξης και στα πλαίσια του προγραμματισμού και των σχετικών αποφάσεων του οικείου Τομέα, που τους ανατίθεται επί αποδείξει με έγγραφο από τον υπεύθυνο της ομάδας μαθημάτων, ελεγχόμενοι μόνο κατά τους όρους καταγγελίας της σύμβασης για σπουδαίο λόγο και δεν υποβάλλονται σε ιδιαίτερη δέσμευση και εξάρτηση από τον εργοδότη (ΤΕΙ), που να δικαιολογεί την ειδική προστασία τους από το εργατικό δίκαιο, ώστε να καθιστά την εργασία τους εξαρτημένη.
Σε κάθε περίπτωση, για τα ιδρύματα αυτά, που είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δεν προβλέπεται η πρόσληψη εκπαιδευτικού προσωπικού με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε οι προσλαμβανόμενοι ως ωρομίσθιο εκπαιδευτικό προσωπικό να τυγχάνουν άνισης μεταχείρισης έναντι τέτοιου προσωπικού από την επανειλημμένη επαναπρόσληψή τους, που γίνεται για την κάλυψη διδακτικών αναγκών των ιδρυμάτων αυτών, όταν τέτοιες ανάγκες ανακύπτουν, ούτε είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η απασχόλησή τους ως ωρομισθίων, με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που προβλέπει ο ίδιος ο νομοθέτης, σύμφωνα με τα παραπάνω, απαγορεύοντας ρητά τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου, λόγω ακριβώς της αυτοτέλειας των ιδρυμάτων και των ιδιαίτερων απαιτήσεων να αποτελείται το μόνιμο προσωπικό τους από κορυφαίους επιστήμονες, που επιλέγουν τα ίδια τα ιδρύματα, έγινε για να καταστρατηγηθούν τα δικαιώματά τους από τον εργοδότη έναντι άλλου προσωπικού απασχολουμένου σε αυτό με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου. Ο καθορισμός ορισμένης διάρκειας στις συμβάσεις των εκτάκτων εκπαιδευτικών μελών από τα ΤΕΙ υπαγορεύεται από αντικειμενικούς λόγους και δεν τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας εργασιακών διατάξεων, καθότι οι έκτακτοι αυτοί επιστημονικοί και εργαστηριακοί συνεργάτες καλύπτουν αφενός μεν τις έκτακτες και απρόβλεπτες εκπαιδευτικές ανάγκες του Ιδρύματος, όπως περιόδους κενών θέσεων σε κάθε τμήμα, που προκύπτουν είτε από αποχωρήσεις εκπαιδευτικού προσωπικού (συνταξιοδότηση, παραίτηση) ή νόμιμη απουσία (άδειες), όπου οι διαδικασίες εκλογής μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού, σύμφωνα με τις διαδοχικώς ισχύσασες στην ένδικη περίπτωση διατάξεις (άρθρα 16 Ν. 1404/1983, 18-20 Ν. 4009/2011) είναι χρονοβόρες, είτε από ίδρυση νέων τμημάτων, αφετέρου δε τις μεταβαλλόμενες ανάγκες του Ιδρύματος, που καθορίζονται από τον αριθμό των σπουδαστών που θα επιλέξουν σε κάθε διδακτικό εξάμηνο το κάθε μάθημα. Ακόμη δε και κατά τη διάρκεια των συμβατικών καθηκόντων των εκτάκτων εκπαιδευτικών μελών των ΤΕΙ, οι ανάγκες είναι μεταβαλλόμενες, όπως προκύπτει ευθέως από τις συμβάσεις τους, κατά τις οποίες οι έκτακτοι εκπαιδευτικοί μπορεί να τύχουν αυξομειώσεων στις ώρες απασχόλησής τους, που κυμαίνονται σε ποσοστό 20%. Ενόψει δε των πρόσκαιρων αυτών αναγκών των Ιδρυμάτων, η διαδικασία πρόσληψης του έκτακτου αυτού εκπαιδευτικού προσωπικού είναι συνοπτική και ταχεία, δεν γίνεται με τη διαδικασία, τη δημοσιότητα, την αυστηρότητα, τις απαιτήσεις και τον έντονο ανταγωνισμό που ισχύει για την επιλογή των τακτικών καθηγητών, είναι μειωμένα τα προσόντα που απαιτούνται για την πρόσληψή τους, είναι διαφορετικές οι διαδικασίες εκλογής, δεν διεξάγεται έλεγχος νομιμότητας από το αρμόδιο Υπουργείο και οι προκηρύξεις για την πρόσληψή τους λαμβάνουν μειωμένη δημοσιότητα. Δεν πρόκειται δε για ανανεώσεις συμβάσεων, αλλά για νέες συμβάσεις κατόπιν προκήρυξης κάθε έτος.
Επιπλέον, όλοι οι (έκτακτοι) συνεργάτες έχουν το δικαίωμα της παράλληλης απασχόλησης (υπό τον περιορισμό, στο Ν. 1404/1983, ότι δεν μπορούν να απασχοληθούν σε άλλο τμήμα του ίδιου ή άλλου ΤΕΙ και κατά το ωράριο που έχουν δηλώσει), που σημαίνει ότι παράλληλα με τη διδασκαλία τους μπορούν να απασχολούνται οπουδήποτε στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα, χωρίς να ισχύουν γι' αυτούς τα ασυμβίβαστα και οι περιορισμοί που ισχύουν για τους τακτικούς εκπαιδευτικούς. Επομένως, η σύναψη και η διάρκεια των ειδικών συμβάσεων του έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού, που καθορίζεται από το νόμο, υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούνται από τη φύση τους και δεν έγιναν προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων της κατηγορίας αυτής. Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι η σχέση του επί συμβάσει προσωπικού προς τα ΤΕΙ, για την παροχή του εν λόγω διδακτικού και ερευνητικού έργου, δεν είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας, κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 648 § 1 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ούτε υποκρύπτεται στις ειδικές αυτές συμβάσεις τέτοια σχέση, με την πρόσληψη δε, σε χρονική βάση ακαδημαϊκού έτους, τέτοιων καθηγητών δεν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ΤΕΙ, αποκλειομένης, έτσι, της εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας και, συνεπώς, και του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920.
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006, 4/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ενστάσεων των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1857/2024, 64/2022, 19/2022).
Εν προκειμένω, με την από ...-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2017) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν. 1404/1983, από το Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (Τ.Ε.Ι.) Πατρών, το οποίο διαδέχθηκε το εναγόμενο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα Δυτικής Ελλάδας, καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσείον, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως Συνεργάτης ή Πανεπιστημιακός Υπότροφος, και προσέφερε τις υπηρεσίες της κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1994-1995 (...-1994/...-1995), 1995-1996 (...-1995/...-1996), 1996-1997 (...-1996/...-1997), 1997-1998 (...-1997/...-1998), 1998-1999 (...-1998/...-1999), 1999-2000 (...-1999/...-2000), 2000-2001 (...-2000/...-2001), 2001-2002 (...-2001/...-2002), 2002-2003 (...-2002/...-2003), 2003-2004 (...-2003/...-2004), 2004-2005 (...-2004/...-2005), 2005-2006 (...-2005/...-2006), 2006-2007 (...-2006/...-2007), 2007-2008 (...-2007/...-2008), 2008-2009 (...-2008/...-2009), 2009-2010 (...-2009/...-2010), 2010-2011 (...-2010/...-2011), 2011-2012 (...-2011/...-2012), 2012-2013 (...-2012/...-2013), 2013-2014 (...-2013/...-2014), 2014-2015 (...-2014/...-2015), 2015-2016 (...-2015/...-2016), 2016-2017 (...-2016/...-2016), εργαζόμενη με τους ίδιους όρους, συνθήκες και προσόντα, όπως οι μόνιμοι συνάδελφοί της, και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ως διδακτικό και διοικητικό προσωπικό. Ότι οι συμβάσεις εργασίας της κατ' επίφαση χαρακτηρίζονταν ως ορισμένου χρόνου, προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο εξαρχής για μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Ζήτησε δε, να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση που συνήψε με το εναγόμενο, η οποία είχε διάρκεια από ...-1994 έως ...-2018, είναι μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική πρόσληψή της, άλλως από την ημερομηνία θέσης σε ισχύ του Π.Δ. 81/2003, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως μέλους του εκπαιδευτικού προσωπικού του, στην ίδια θέση και ειδικότητα και με τους ίδιους όρους με τους οποίους την απασχολούσε έως την άσκηση της αγωγής, άλλως από την επίδοση της αγωγής με βάση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, και να της καταβάλλει τις νόμιμες αποδοχές της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε αρχικά την 725/2018 απόφασή του, με την οποία έκρινε ως νόμιμη την αγωγή και διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου, με επιμέλεια της ενάγουσας, να προσκομιστούν τα αναφερόμενα στο διατακτικό της έγγραφα και να παρασχεθούν οι αναφερόμενες διευκρινίσεις. Ακολούθως, με κλήση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση και εκδόθηκε η 326/2019 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή, αναγνωρίστηκε ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με ημερομηνία έναρξης την ...-1994 (ημερομηνία αρχικής πρόσληψης) και υποχρεώθηκε το τελευταίο να την απασχολεί στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους με τους οποίους την απασχολούσε έως την άσκηση της αγωγής.
Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο άσκησε την από 5-5-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 214/7-5-2019) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο με την υπ' αριθ. 252/2020 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, αντικαθιστώντας μόνο τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την υπό κρίση αίτησή του. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: ".... Η ενάγουσα είναι πτυχιούχος φιλοσοφίας - παιδαγωγικής και ψυχολογίας, με ειδίκευση στην κλινική και παθολογική ψυχολογία, του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθώς επίσης κάτοχος διδακτορικού τίτλου από το ίδιο Πανεπιστήμιο και μεταπτυχιακού τίτλου στην κλινική ψυχολογία από το Πανεπιστήμιο της Προβηγκίας της Γαλλίας. Το έτος 1994 προσελήφθη για πρώτη φορά από το εναγόμενο..... με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ..... και απασχολήθηκε έως τις ...-1995, ως επίκουρη καθηγήτρια με ελλιπή προσόντα, για τη διδασκαλία των μαθημάτων Εργασιακές Σχέσεις, Ψυχολογία, Ψυχολογία Ασθενών και Ψυχολογία σε τμήματα του εναγομένου. Έκτοτε, με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, το εναγόμενο την απασχόλησε έως και τον Σεπτέμβριο του 2016, ήτοι για 22 συνεχόμενα έτη, για τη διδασκαλία και εργαστηριακή άσκηση μαθημάτων της ειδικότητάς της..... στους μαθητές του ως άνω ΤΕΙ..... Η ως άνω απασχόληση της ενάγουσας από το εναγόμενο περιελάμβανε, εκτός από τη διδασκαλία μαθημάτων ψυχολογίας, και τη συμμετοχή της στην εξεταστική διαδικασία....., την εποπτεία των πτυχιακών εργασιών των σπουδαστών, καθώς και τη συμμετοχή της στην κατάρτιση του προγράμματος σπουδών του εναγομένου. Με την παραπάνω δε εργασία της, που παρείχε η ενάγουσα συστηματικά και σε εβδομαδιαία βάση για ένα τόσο μεγάλο συνεχόμενο χρονικό διάστημα 22 ετών, που διακοπτόταν μόνο για χρονικά διαστήματα που δεν υπερέβαιναν τους 2-3 μήνες και συνέπιπταν με την περίοδο των θερινών διακοπών των σπουδαστών, οπότε και δεν γίνονταν μαθήματα στο ΤΕΙ, η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, οι οποίες δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από τους μόνιμους καθηγητές του εναγομένου, καθώς οι τελευταίοι δεν επαρκούσαν.
Συνεπώς, εφόσον οι επίμαχες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας της ενάγουσας με το εναγόμενο καταρτίστηκαν πριν από τις ....2001 και κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, μπορούσαν να προσλάβουν ενιαία, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ο δε καθορισμός του είδους των συμβάσεων αυτών ως ορισμένου χρόνου, εξακολουθητικά, δεν δικαιολογείται από τη φύση τους, αλλά τέθηκε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου, να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της. Οι δε ρυθμίσεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και των άρθρων 5 και 11 του Π.Δ. 164/2004 δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, παρότι η σχέση εργασίας της ενάγουσας συνεχιζόταν ακόμη και ήταν ενεργός κατά την προαναφερθείσα έναρξη ισχύος τους, καθόσον οι ένδικες συμβάσεις εργασίας διατηρούν και μετά την έναρξη της ισχύος των παραπάνω διατάξεων τον χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, ακόμη και αν με τον τρόπο αυτό παραβιάζονται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και ειδικότερα του άρθρου 19 του ν.1404/1983. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα, ορθά έκανε δεκτή την αγωγή.....".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 19 του Ν. 1404/1983 και 4 του Π.Δ. 163/2002, που ήταν εφαρμοστέες, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/1920, που δεν έχει πεδίο εφαρμογής εν προκειμένω, δεδομένου ότι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η σχέση της αναιρεσίβλητης με το αναιρεσείον (πρώην ΤΕΙ) δεν είναι αυτή της εξαρτημένης εργασίας ούτε υποκρύπτεται τέτοια σχέση στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που συνήψε με αυτό, αφού η σχέση της με το ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδας συνίστατο στην προσφορά διδακτικού έργου, το οποίο παρέχεται από όλες τις κατηγορίες του εκπαιδευτικού προσωπικού του, δηλαδή τόσο από το μόνιμο όσο και από το επί συμβάσει εκπαιδευτικό προσωπικό, στο πλαίσιο που διαγράφεται από το νόμο, το οποίο προσωπικό επιτελεί δημόσιο λειτούργημα (άρθρο 16 παρ. 6 Συντ.).
Άλλωστε, και η ίδια η αναιρεσίβλητη εξέθετε στην αγωγή της ότι εργαζόταν με τους ίδιους όρους και συνθήκες των μονίμων συναδέλφων της (μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό), οι οποίοι, ως δημόσιοι λειτουργοί, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, δεν συνδέονται με τον εργοδότη τους με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα, προσληφθείσα με την ως άνω προβλεπόμενη από το νόμο διαδικασία πρόσληψης έκτακτου εκπαιδευτικού προσωπικού, που έχει θεσμοθετηθεί από της ιδρύσεως των Τ.Ε.Ι. το έτος 1983, για την αντιμετώπιση των έκτακτων, απρόβλεπτων και μεταβαλλόμενων εκπαιδευτικών αναγκών των ΑΕΙ, ενόψει των ιδιαίτερων απαιτήσεων αυτών και της Πολιτείας να αποτελείται το μόνιμο προσωπικό τους από κορυφαίους επιστήμονες που επιλέγουν τα ίδια τα ιδρύματα, δεν κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσείοντος. Με βάση τα προεκτεθέντα, η αγωγή δεν ήταν νόμιμη. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, είναι βάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς την αιτίαση για παραβίαση των διατάξεων της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999, αφού η ως άνω Οδηγία δεν αποτελεί κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1571/2022, 1319/2019, 1458/2018).
III. Η κοινοτική οδηγία 1999/70/Ε.Κ., που εκδόθηκε από το Συμβούλιο της Ε.Ε., στις ...-1999, ύστερα από τη συμφωνία - πλαίσιο, την οποία συνήψαν, στις ...-1999, οι διεπαγγελματικές οργανώσεις γενικού χαρακτήρα CES, UNICE και CEEP, καταλαμβάνει και τον δημόσιο τομέα και εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, σε κάθε περίπτωση που υποκρύπτεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα, η ρήτρα 4 της συμφωνίας - πλαισίου, με τίτλο "Αρχή της μη διάκρισης", προβλέπει στο σημείο της 1: "Όσον αφορά τις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους". Η διαπίστωση ως προς το εάν η πρόσληψη του εργαζομένου έγινε προσχηματικά με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, δηλ. ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας, όπως προεκτέθηκε, αποτελεί αντικείμενο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των εθνικών δικαστηρίων. Επομένως, εφόσον δεν διαπιστωθεί από το εθνικό δικαστήριο ότι οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου υποκρύπτουν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, περίπτωση προσφυγής στις διατάξεις της κοινοτικής οδηγίας 1999/70/Ε.Κ. δεν συντρέχει (ΟλΑΠ 3/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη ζητεί, με τις προτάσεις της, να υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), "αφενός για το αν η συγκεκριμένη υπόθεση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής Οδηγίας και αφετέρου για το αν ο αναχαρακτηρισμός των συμβάσεων ορισμένου χρόνου με συμβασιούχους εργαστηριακούς συνεργάτες ή διδάσκοντες ενός Ανώτατου Τεχνολογικού Ιδρύματος του Δημόσιου Τομέα, σε μια ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αποτελεί σύμφωνη με το ενωσιακό δίκαιο ερμηνεία και αν η τυχόν αναγνώριση ως νόμιμων των συμβάσεων ορισμένου χρόνου στην παρούσα υπόθεση, θα ήταν σύμφωνη με την Οδηγία". Το αίτημα είναι απορριπτέο, διότι η υποβολή του σχετικού προδικαστικού ερωτήματος έχει ως προϋπόθεση να διαπιστωθεί από το εθνικό δικαστήριο ότι η πρόσληψη του εργαζομένου έγινε προσχηματικά με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη έκτακτων και απρόβλεπτων αναγκών, στην πραγματικότητα όμως για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Εξάλλου, όπως προειπώθηκε, δεν πρόκειται για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αφού η εξεταζόμενη περίπτωση αφορά διδακτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι., τα οποία απολαύουν συνταγματικώς κατοχυρωμένη αυτοδιοίκηση (άρθρο 16 παρ. 5 Συντ.), που περιλαμβάνει την εξουσία να επιλέγουν τα ίδια, χωρίς κρατική παρέμβαση, τους εκπαιδευτές των φοιτητών τους.
Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), κατ' άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), που ορίζει ότι: "Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης".
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του κριθέντος ως βάσιμου πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικαστεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η από 5-5-2019 έφεση του αναιρεσείοντος και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ' αριθ. 326/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, καθώς και η προηγουμένως εκδοθείσα υπ' αριθ. 725/2018 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (άρθρ. 513 παρ. 2 ΚΠολΔ), ακολούθως δε να απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη.
III. Τέλος η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της αναιρετικής δίκης, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 252/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσίαν την από 5-5-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 214/2019) έφεση του αναιρεσείοντος.
Εξαφανίζει α) την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 326/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και β) την υπ' αριθ. 725/2018 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Κρατεί και δικάζει την από ...-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...-2017) αγωγή.
Απορρίπτει αυτήν.
Επιβάλλει σε βάρος της ενάγουσας - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ