ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 128/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 128/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 128/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 128 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 128/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2023 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολαΐδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 8-5-2023 και υπόμνημα στις 12-5-2023.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης α' βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου", που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, Κατά τη δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2023 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο του Έβελυν Αθανασοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 8-5-2023.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 6011/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 21-12-2022 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 51/2025 Πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα από τον αναφερόμενο σ' αυτήν ορισθέντα Εισηγητή Αρεοπαγίτη και την με αριθμό 108/2025 Πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ. Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζήτησης της υπόθεσης, καταστεί αδύνατη η έκδοση της απόφασης (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσης προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια, είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 1763/2022). Η επαναλαμβανόμενη, κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 1443/2023, ΑΠ 2113/2022, ΑΠ 936/2018).

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη, συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 76/2024, ΑΠ 674/2023, ΑΠ 17/2023, ΑΠ 936/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση της με αριθμό 51/2025 Πράξης της Προέδρου του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται, με την υπ' αριθμ. 108/2025 Πράξη του Προέδρου του αρμοδίου Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της από 21-12-2022 αίτησης αναίρεσης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., μετά τη διαπίστωση, όπως αναφέρεται, αδυναμίας για την έκδοση απόφασης επί της αίτησης αυτής, η οποία είχε συζητηθεί ενώπιον του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο στις ...-2023, εκ μέρους του αναφερόμενου σ'αυτήν (Πράξη) ήδη συνταξιοδοτηθέντος Αρεοπαγίτη- Εισηγητή, και ορίστηκε ως νέα δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας με κλήση των διαδίκων να παραστούν κατ' αυτήν.

Κατά την άνω αρχική συζήτηση (στις ...-2023) οι διάδικοι είχαν εκπροσωπηθεί νομίμως από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του, και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων Α. Κ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Νικολαίδη και το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου", από την, με πάγια αντιμισθία, πληρεξούσια δικηγόρο του Έβελυν Αθανασοπούλου, οι οποίοι είχαν καταθέσει προτάσεις. Κατά την προκείμενη, επαναλαμβανόμενη, συζήτηση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, ο αναιρεσείων και το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκαν μετά πληρεξούσιου δικηγόρου, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι'αυτούς δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Από τα από ...-2025 και από ...-2025 αποδεικτικά επίδοσης του επιμελητή του Αρείου Πάγου Ε. Π., τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ως άνω με αριθμ. 108/2025 Πράξης του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με κλήση για να παραστούν κατά την προκείμενη δικάσιμο (11-11-2025), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους ανωτέρω αντικλήτους δικηγόρους των διαδίκων, αντίστοιχα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 143 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ.

Επομένως, οι απολειπόμενοι κατά την προκείμενη επαναλαμβανόμενη συζήτηση διάδικοι, έχοντας νομίμως εκπροσωπηθεί από τους προαναφερόμενους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο στις ...-2023, συνέχεια της οποίας αποτελεί η συζήτηση αυτή, δικάζονται αντιμωλία. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της κρινόμενης, από 21-12-2022 αίτησης αναίρεσης, αν και η προσβαλλόμενη με αριθμό 6011/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, έχει αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. 553531173953 06190052/2022 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Όμως, η ένδικη διαφορά, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 197/2023, ΑΠ 1300/2022).

Με την υπό κρίση, από 21-12-2022, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 6011/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών-διαφορών, επί της από 17-10-2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της, εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, με αριθμό 220/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου. Με την οριστική αυτή απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε, ως μη νόμιμη, την από 5-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με αντικείμενο την επιδίκαση διαφορών αποδοχών σε βάρος του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ-ΟΤΑ (Δήμος Αμαρουσίου), στο οποίο είχε μεταφερθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μετά τη λύση και εκκαθάριση της αρχικής εργοδότριάς του- δημοτικής επιχείρησης, λόγω της παράλειψης κατάταξής του, τα επίδικα έτη 2016-2018, σε προσωποπαγή θέση ΔΕ Δημοσιογράφου, που έχει υπέρτερες αποδοχές από τη θέση ΔΕ Διοικητικού που κατέχει. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, αφού δέχθηκε τυπικά την ανωτέρω έφεση του αναιρεσείοντος, την απέρριψε κατ'ουσίαν, επικυρώνοντας, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της κατ'άρθρο 534 ΚΠολΔ, την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 111 παρ.2 του ν.3852/2010, "Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης - Πρόγραμμα Καλλικράτης" (ΦΕΚ Α 87/7.6.2010), της οποίας το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 9 παρ.10 του ν.4071/2012 (ΦΕΚ Α 85/11-4-2012), ορίζεται ότι: "Υφιστάμενες διαδημοτικές ή αμιγείς επιχειρήσεις του π.δ 410/1995, στις οποίες είχε ανατεθεί σύμφωνα με το καταστατικό τους η παροχή υπηρεσιών για την καθαριότητα των κοινόχρηστων χώρων και η αποκομιδή των απορριμμάτων, λύονται υποχρεωτικά μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών και τίθενται υπό εκκαθάριση. Οι δραστηριότητες που ασκούσαν περιέρχονται στον οικείο δήμο. Το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ανωτέρω επιχειρήσεων μεταφέρεται στον οικείο δήμο με την ίδια σχέση εργασίας και κατατάσσεται σε προσωποπαγείς θέσεις της ίδιας εκπαιδευτικής βαθμίδας και αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας. Από την κατάταξη του το μεταφερόμενο προσωπικό υπάγεται στο υπηρεσιακό και μισθολογικό καθεστώς που ισχύει για το αντίστοιχο προσωπικό του δήμου. Η πράξη κατάταξης του προσωπικού εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ο χρόνος υπηρεσίας του προσωπικού αυτού λαμβάνεται υπόψη για όλες τις μισθολογικές και κοινωνικοασφαλιστικές συνέπειες. Συμβάσεις μίσθωσης έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου που έχουν συναφθεί από τις ανωτέρω επιχειρήσεις συνεχίζονται από τον οικείο δήμο μέχρι τη λήξη τους. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και σε δημοτικές επιχειρήσεις οποιασδήποτε μορφής κατά το μέρος που οι σκοποί τους περιλαμβάνουν και την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας. Για τις λοιπές διαδημοτικές επιχειρήσεις, εξακολουθεί να ισχύει η παρ. 9 του άρθρου 269 του ν.3463/2006". Με την παρ.9 του άρθρου 269 του ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" ορίζεται ότι: "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η Σύσταση διαδημοτικών ή διακοινοτικών επιχειρήσεων του άρθρου 285 του π.δ.410/1995. Υφιστάμενες επιχειρήσεις αυτής της μορφής συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται στη συστατική τους πράξη, διεπόμενες από την οικεία νομοθεσία. Σε περίπτωση λύσης αυτών, εφαρμόζονται αναλόγως οι ρυθμίσεις των παραγράφων 3 έως 6 του παρόντος άρθρου". Με τις τελευταίες δε, εφαρμοζόμενες αναλόγως, διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 269 του ν. 3463/2006, ορίζεται ότι " Με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η οποία λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του, με βάση τις υφιστάμενες ανάγκες του οικείου Ο.Τ.Α. και των νομικών του προσώπων, είναι δυνατόν να μεταφερθεί πλεονάζον προσωπικό των συγχωνευόμενων επιχειρήσεων ανεξαρτήτως ειδικότητας και χωρίς αίτησή του, σε αντίστοιχες υπηρεσίες αυτού ή των νομικών του προσώπων. Το προσωπικό αυτό πρέπει να απασχολείτο στις επιχειρήσεις με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι 31.12.2005" (παρ. 3), " Το μεταφερόμενο προσωπικό σε Δήμο ή Κοινότητα ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου αυτών καταλαμβάνει, είτε κενές οργανικές θέσεις, είτε με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου συνιστώμενες προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, διέπεται δε ως προς τους όρους και το ύψος της αμοιβής της εργασίας του από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που ισχύουν εκάστοτε για το Προσωπικό των Ο.Τ.Α., λαμβανομένης υπόψη της προϋπηρεσίας τους" (παρ. 4), και "Η απόφαση μεταφοράς του προσωπικού εκδίδεται σε ένα (1) μήνα από τη σύσταση της νέας επιχείρησης, η δε πράξη κατάταξης του προσωπικού σε προσωποπαγείς θέσεις εκδίδεται από το αρμόδιο προς διορισμό όργανο και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (παρ. 5). Επομένως, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, εργαζόμενοι, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις που λύθηκαν, οι οποίοι, στη συνέχεια, κατετάγησαν στον οικείο ΟΤΑ-Δήμο, σε συνιστώμενες, με δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας, εντάσσονται για τον εφεξής χρόνο στο μισθολογικό κλιμάκιο, που αντιστοιχεί στο χρόνο υπηρεσίας τους στη δημοτική επιχείρηση, της θέσης κατάταξής τους, αμειβόμενοι κατά τους όρους της ισχύουσας συλλογικής σύμβασης εργασίας του, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, προσωπικού του Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΑΠ 539/2020, ΑΠ 58/2018). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 225, 226 και 238 του ν.3852/2010 ο έλεγχος της νομιμότητας των αποφάσεων των συλλογικών οργάνων των δήμων, μέχρι την έναρξη της λειτουργίας της Αυτοτελούς Υπηρεσίας Εποπτείας ΟΤΑ, ασκείται από τον Γενικό Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, (που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016). Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής. Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 (ή 559 αρ.1) ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αρ.5 (ή 559 αρ. 8) ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 907/2024, ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/2017).

Εξάλλου, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 (ή 559) ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης μπορεί να ιδρυθεί και με την παράλειψη του δικαστηρίου να εξετάσει παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα διοικητικής πράξης, εάν δηλαδή τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στο πλαίσιο της εξουσίας τους, χωρίς να μπορεί να ελέγξει και την ουσιαστική κρίση τους, αν έτσι παραβιάζεται ουσιαστικού δικαίου διάταξη που θεσπίζει τις προϋποθέσεις του επιδίκου δικαιώματος (ΑΠ 1725/2023, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1473/2014). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται, εν όλω ή εν μέρει, εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2020, ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 293/2023, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014).

Κατά δε τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος. Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, αόριστη, ή μη νόμιμη ή για άλλον τυπικό λόγο (ΑΠ 907/2024, 1740/2023, ΑΠ 1201/2022). Τέλος, οι λόγοι της αναίρεσης πρέπει να είναι λυσιτελείς, με την έννοια του να μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν, δηλαδή να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, διαφορετικά, ως αλυσιτελείς, είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 575/2024, ΑΠ 271/2023, ΑΠ 952/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος του, και πέμπτο λόγους της αίτησης αναίρεσης (που ερευνώνται ενιαίως), κατ'ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου τους, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες, αληθώς από τους αριθμούς 1 και 5 εδ.α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 1, 5 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας κατ'ουσίαν την έφεσή του, αφού έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη νόμιμη την αγωγή του-με πραγματικό περιεχόμενο και αίτημα την επιδίκαση οφειλόμενων από το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ, αποδοχών κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, που τους συνδέει μετά τη λύση της αρχικής του εργοδότριας-δημοτικής επιχείρησης, λόγω της παράλειψής του (του αναιρεσίβλητου) να τον κατατάξει σε προσωποπαγή θέση ΔΕ Δημοσιογράφου, σύμφωνα με την .../2016 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, έχοντας τα απαιτούμενα, κατά το άρθρο 17 παρ.3 του π.δ. 102/2014, τυπικά προσόντα- α) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις α1) των άρθρων 225, 226, 111 παρ.2 του ν.3852/2010, σε συνδ. με αρθ.269 παρ.9 του ν.3463/2006, 148 και 149 του ν.3463/2006 και 17 παρ.3 εδ. β'και 4 του π.δ. 102/2014, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, ενώ ήταν εφαρμοστέες, και με την παράλειψη ελέγχου του παρεμπίπτοντος, για την επίδικη κατάταξή του, ζητήματος της ακυρότητας και της έλλειψης νομιμότητας διοικητικής πράξης (της 7905/2910/2017 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης), α2) και των άρθρων 1 και 17 του π.δ. 50/2001, 105 και 106 ΕισΝΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες, και β) παρά το νόμο έλαβε υπόψη του ως θεμελιωτικό της αγωγής του ουσιώδη ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, εκτιμώντας εσφαλμένα το περιεχόμενό της, και συγκεκριμένα αδικοπραξία των οργάνων του αναιρεσιβλήτου κατά τις διατάξεις άρθρων 105 και 106 ΕισΝΑΚ, στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Ότι, εάν το Εφετείο δεν ελάμβανε υπόψη αυτόν τον μη προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό και ορθά ερμήνευε τις άνω διατάξεις, και από αυτές εφάρμοζε τις εφαρμοστέες, ερευνώντας παρεμπιπτόντως και την ακυρότητα της αναφερόμενης διοικητικής πράξης, και δεν εφάρμοζε τις μη εφαρμοστέες, θα έκρινε νόμιμη την αγωγή του και κατά παραδοχή της έφεσής του, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, θα την έκανε δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσία.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Με την από 5-12-2018 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ισχυρίστηκε, κατ'ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που είχε συνάψει το έτος 2007 με την Δημοτική Επιχείρηση Επικοινωνίας του εναγομένου Δήμου Αμαρουσίου, (ήδη αναιρεσίβλητου), η οποία ακολούθως συγχωνεύτηκε από τη Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης (ΔΕΑΔΑ) του ίδιου Δήμου, απασχολήθηκε, ως διευθυντής επικοινωνίας, μέχρι τη λύση της τελευταίας δημοτικής επιχείρησης, με την υπ' αριθμ. .../2011 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 2796/Β/2012). Ότι, ακολούθως, μεταφέρθηκε, με την ίδια σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στον εναγόμενο Δήμο, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ.2 του ν.3852/2010, και κατατάχθηκε στη συσταθείσα, με την υπ' αριθμ. 25/2013 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, που δημοσιεύτηκε, νομίμως, (ΦΕΚ 568/Β/2013), προσωρινή προσωποπαγή θέση ΔΕ Δημοσιογράφου, με την ειδικότητα αυτή. Ότι εντός του ιδίου έτους, κατατάχθηκε σε άλλη προσωποπαγή θέση, καταργηθείσης της προηγούμενης, και συγκεκριμένα στη συσταθείσα, με την υπ' αριθμ. .../2013 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγομένου, που δημοσιεύθηκε, νομίμως, (ΦΕΚ 2661/Β/2013), θέση ΔΕ Διοικητικού με την αντίστοιχη ειδικότητα, όπου έκτοτε παρέχει τις υπηρεσίες του, αμειβόμενος με τις αποδοχές της θέσης αυτής, λαμβανομένης υπόψη και της προϋπηρεσίας του στην δημοτική επιχείρηση, ποσού 1.038 ευρώ μηναίως. Ότι στο μεταξύ με την υπ' αριθμ. .../2016 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του εναγομένου Δήμου διορθώθηκε η προηγούμενη, με αριθμό .../2013, απόφασή του, ως προς την ειδικότητά του, από το εσφαλμένο ΔΕ Διοικητικού, στο ορθό ΔΕ Δημοσιογράφου, πλην όμως η απόφαση αυτή, με την υπ'αριθμ. ...-2017 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, η οποία εκδόθηκε εκτός του χρονικού πλαισίου αρμοδιότητάς του, δεν εγκρίθηκε και δεν δόθηκε προς δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την εσφαλμένη αιτιολογία της έλλειψης στο πρόσωπό του, των τυπικών, προς τούτο, προσόντων που προβλέπονται από το ΠΔ 50/2001. Ότι η ανωτέρω απόφαση του Γενικού Γραμματέα είναι άκυρη, λόγω της εσφαλμένης ερμηνείας των μη εφαρμοστέων διατάξεων του ΠΔ 50/2001 και λόγω της έκδοσής της από χρονικά αναρμόδιο όργανο, με συνέπεια να υποχρεούται ο Δήμος να τον κατατάξει από το 2016 και εντεύθεν, σε θέση ΔΕ Δημοσιογράφου, σύμφωνα με την ισχύουσα, χωρίς να απαιτείται έγκρισή της από τον προαναφερόμενο Γενικό Γραμματέα και δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, υπ' αριθμ. .../2016 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, καταβάλλοντάς του τις αποδοχές της θέσης αυτής, ποσού 1.360 ευρώ, μηνιαίως, λαμβανομένης υπόψη της ίδιας προϋπηρεσίας του. Κατόπιν τούτων ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) ΟΤΑ (Δήμος Αμαρουσίου) να του καταβάλει τις προκύπτουσες διαφορές, μεταξύ των καταβλητέων αποδοχών της θέσης του ΔΕ Δημοσιογράφου και αυτών της θέσης του ΔΕ Διοικητικού, που λαμβάνει τα επίδικα έτη 2016 έως 2018, παρέχοντας τις αντίστοιχες υπηρεσίες του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, συνολικού ποσού 11.592 ευρώ, νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 220/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 17-10-2019 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επί της έφεσης αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέδωσε την προσβαλλόμενη, με αριθμό 6011/2022, απόφαση, με την οποία, το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντος και ακολούθως, εκτιμώντας ότι, με βάση το περιεχόμενο της αγωγής του, για την καταβολή του αιτούμενου ποσού επιχειρείται θεμελίωσή της στην αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσίβλητου Δήμου, στο πλαίσιο της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, την έκρινε μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι: η ιστορούμενη άρνηση της έγκρισης και δημοσίευσης της .../2016 απόφασης του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου Δήμου, από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης με την αναφερόμενη απόφαση του τελευταίου, δεν συνιστά αδικοπραξία των οργάνων του (αναιρεσίβλητου), ούτε η ανωτέρω, .../2016, απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου δημιουργεί υποχρέωση συμμόρφωσή τους για κατάταξη του αναιρεσείοντος στη θέση ΔΕ Δημοσιογράφου, καθόσον η απόφαση αυτή δεν εγκρίθηκε και δεν δημοσιεύτηκε με την αναφερόμενη, ως άκυρη, απόφαση του Γενικού Γραμματέα, θεωρούμενης της τελευταίας έγκυρης, επειδή δεν ακυρώθηκε με ένδικο βοήθημα της διοικητικής δικονομίας, αλλά ούτε δύναται να ερευνηθεί παρεμπιπτόντως η επικαλούμενη ακυρότητά της, το μεν λόγω μη παράθεσης των αναγκαίων, προς τούτο, στοιχείων, το δε διότι πλήττεται ανεπίτρεπτα η ουσιαστική κρίση του διοικητικού οργάνου που την εξέδωσε. Μετά ταύτα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ'ουσίαν, και επικύρωσε την εκκαλουμένη οριστική απόφαση, μετά από αντικατάσταση των αιτιολογιών της κατ'άρθρο 534 ΚΠολΔ.
Η αγωγή αυτή, έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, της επιδίκασης διαφορών αποδοχών, που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με επίκληση παράλειψης κατάταξης του αναιρεσείοντος εργαζομένου σε προσωποπαγή θέση του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ με υπέρτερες αποδοχές, είναι μη νόμιμη. Και τούτο διότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2 του ν.3852/2010, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη στο τελευταίο εδάφιο, διάταξη του άρθρου 269 παρ.9 του ν. 3463/2006, αναλογικά εφαρμοζομένων και των παραγράφων 3, 4 και 5 του ίδιου άρθρου, δυνάμει των οποίων εκδόθηκαν οι ιστορούμενες αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου, εγκριθείσες και δημοσιευμένες νομίμως στα αναφερόμενα Φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, ο αναιρεσείων εργαζόμενος, τα επίδικα έτη (2016 έως 2018), μεταφερθείς, ήδη από το έτος 2013 από αμιγή δημοτική επιχείρηση, με την ίδια σχέση εργασίας (σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου), στο οικείο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ ("Δήμος Αμαρουσίου"), δεν μπορούσε να καταταγεί σε προσωποπαγή θέση ΔΕ Δημοσιογράφου, ώστε να δικαιούται τις αποδοχές της θέσης αυτής, διότι η προσωποπαγής αυτή θέση τα επίδικα έτη δεν υφίστατο, αφού είχε καταργηθεί νομίμως ήδη από το έτος 2013. Ειδικότερα, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή και κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σε συνδυασμό με τις εγκεκριμένες και δημοσιευμένες νομίμως σε αναφερόμενα Φύλλα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως αποφάσεις του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων, εργαζόμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μετά τη λύση της εργοδότριάς του αμιγούς δημοτικής επιχείρησης με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ανάπτυξης Δήμου Αμαρουσίου", με την υπ' αριθμ. .../2011 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, η οποία εγκρίθηκε με την ...-2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής και δημοσιεύτηκε, νομίμως, (ΦΕΚ ...-2012), μεταφέρθηκε, με την ίδια σχέση εργασίας, στο αναιρεσίβλητο, αρχικά σε προσωρινή προσωποπαγή θέση Δημοσιογράφου με την αντίστοιχη ειδικότητα. Η θέση αυτή συστάθηκε κατά τους όρους των ανωτέρω διατάξεων, και συγκεκριμένα με την υπ' αριθμ. 25/2013 απόφαση του δημοτικού του συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ...-2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, και δημοσιεύτηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ...-2013), και σ'αυτήν αναφέρεται επίσης ότι οι συσταθείσες θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ των οποίων και η ανωτέρω του αναιρεσείοντος, καταργούνται μόλις κενωθούν με οποιονδήποτε τρόπο. Η τελευταία απόφαση τροποποιήθηκε, έξι μήνες αργότερα, με την .../2013 απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ, η οποία εγκρίθηκε με την ...-2013 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης και δημοσιεύτηκε νομίμως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ ...-2013). Με την τελευταία αυτή απόφαση καταργήθηκε η προσωποπαγής θέση ΔΕ Δημοσιογράφου του αναιρεσείοντος που είχε συσταθεί με την προηγούμενη, 25/2013, απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, και συστάθηκε γι'αυτόν, με την ίδια σχέση εργασίας, προσωποπαγής σχέση ΔΕ Διοικητικού με αντίστοιχη ειδικότητα. Την θέση αυτή (ΔΕ Διοικητικού), η οποία συστάθηκε νομίμως για τον αναιρεσείοντα, μετά την κατάργηση της προηγούμενης προσωποπαγούς θέσης του (ΔΕ Δημοσιογράφου), κατέχει έκτοτε (και τα επίδικα έτη) ο αναιρεσείων και παρέχει τις αντίστοιχες υπηρεσίες του στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ-ΟΤΑ, λαμβάνοντας τις αποδοχές που αντιστοιχούν στη θέση αυτή, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε συλλογικές συμβάσεις εργασίας για το εργαζόμενο, με ίδια σχέση εργασίας, προσωπικό των Ο.Τ.Α., με συνυπολογισμό και της προϋπηρεσίας του στην δημοτική επιχείρηση, τις οποίες (αποδοχές) και μόνον δικαιούται ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη που προηγήθηκε. Η ιστορούμενη στην αγωγή, με αριθμό .../2016, απόφαση, του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου, η οποία διόρθωσε μόνο την ειδικότητα του αναιρεσείοντος από ΔΕ Διοικητικού σε ΔΕ Δημοσιογράφου, στην προσωποπαγή θέση ΔΕ Διοικητικού που είχε συσταθεί νομίμως γι' αυτόν , ουδεμία ασκεί επιρροή. Και τούτο διότι η απόφαση αυτή, που αναφέρεται μόνο στην ειδικότητά του, δεν θεμελιώνει δικαίωμα του αναιρεσείοντος για κατάταξή του σε θέση ΔΕ Δημοσιογράφου και, συνακόλουθα, αξίωσή του για καταβολή των αντίστοιχων της θέσης αυτής αποδοχών το επίδικο διάστημα, όπως ζητεί με την αγωγή του, καθόσον προς τούτο, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες είναι οι μόνες εφαρμοστέες, απαιτείται η σύσταση της θέσης αυτής, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ και μάλιστα, δημοσιευμένη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και τέτοια δεν είναι η προαναφερόμενη.

Συνακόλουθα, η ιστορούμενη στην αγωγή άρνηση της έγκρισης και δημοσίευσης της, ανωτέρω, .../2016, απόφασης του δημοτικού συμβουλίου, με την υπ' αριθμ. ...-2017 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, και η επικαλούμενη ακυρότητα της τελευταίας (λόγω εκπρόθεσμης έκδοσής της, κατ' άρθρον 148 του ν.3463/2006 και εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 1 και 17 του π.δ.50/2001, για τα τυπικά προσόντα του δημοσιογράφου, αντί του εφαρμοστέου 17 παρ.3 εδ. β'και 4 του π.δ. 102/2014), δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση του επιδίκου κυρίου ζητήματος, της κατάταξης του αναιρεσείοντος σε προσωποπαγή θέση ΔΕ Διοικητικού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, ώστε να είναι αναγκαίος, κατ'αυτές, ο παρεμπίπτων έλεγχος του κύρους και της νομιμότητάς της.

Επομένως, με την παράλειψη παρεμπίπτοντος ελέγχου της ακυρότητας της εν λόγω απόφασης του Γενικού Γραμματέα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβιάζονται οι διατάξεις αυτές του ουσιαστικού δικαίου που προβλέπουν τις προϋποθέσεις γένεσης του ενδίκου δικαιώματος, και, συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενος την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα.

Περαιτέρω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε μη νόμιμη η αγωγή, μετά από εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της, με βάση τα ανωτέρω, ότι επιχειρείται θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, ενώ δεν είχε περιληφθεί στο δικόγραφό της ως θεμελιωτικός αυτής ουσιώδης ισχυρισμός, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του αναιρεσίβλητου ΟΤΑ στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης εργασίας. Όμως, ο σχετικός, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αλυσιτελής και, συνεπώς, απαράδεκτος, διότι η βασιμότητά του δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον και υπό το προαναφερόμενο πραγματικό περιεχόμενό της η αγωγή είναι μη νόμιμη, όπως κρίθηκε και από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία, ακολούθως, μετά από απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που την είχε απορρίψει για τον ίδιο λόγο, με αντικατάσταση των αιτιολογιών της. Το ως Εφετείο δικάζον δικαστήριο, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό, κατ' αποτέλεσμα, διατακτικό, και, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 578 του ΚΠολΔ, δεν συντρέχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον αποτροπής δεδικασμένου, έτσι ώστε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις νομικές αιτιολογίες της, καθόσον η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που άγουν στο ίδιο αποτέλεσμα δεν είναι δυσμενέστερη γι'αυτόν. Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφασή η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο), αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση της ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, στην κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης, σχετικά με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, δεν ιδρύεται και είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ'ουσίαν, χωρίς να προχωρήσει στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής, ενώ η στοιχειοθέτηση του από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, που αφορά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας.

Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, και ακολούθως με το άρθρο 35 του ν.4842/2021, και ισχύει για τα κατατιθέμενα μετά την 1-1-2022 ένδικα μέσα σύμφωνα με τη μεταβατικού δικαίου διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2α' του ν 4842/2021, και εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση κατά την οποία η ένδικη αναίρεση ασκήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή) "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 156/2022, ΑΠ 7/2020), αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 156/2022, ΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018).

Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους (ΑΠ 156/2022, ΑΠ 196/2020), μεταξύ των οποίων και εκείνοι των αριθμών 17, 11γ' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ιδρύονται, ο από τον αριθμό 17 "αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις", ο από τον αριθμό 11 γ' " αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν", και ο από τον αριθμό 20 "αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 17, 11 γ' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι η απόφαση αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις (αρ.17), ότι το Εφετείο δεν έλαβε δεν έλαβε υπόψη του το αναφερόμενο έγγραφο που νόμιμα επικαλέστηκε με τις προτάσεις του ως αποδεικτικό μέσο (αρ.11γ') και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ίδιου εγγράφου που προσκόμισε ο ίδιος για την απόδειξη της αγωγής του (αρ.20). Οι λόγοι, όμως, αυτοί είναι απαράδεκτοι, πρωτίστως διότι με την ένδικη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δικάσαντος ως Εφετείο, κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, κατά των αποφάσεων δε των δικαστηρίων αυτών οι αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, στους οποίους δεν περιλαμβάνονται αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης με εκείνους εκ των αριθμών 17, 11γ', και 20 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, που επικαλείται με τους κρινόμενους λόγους ο αναιρεσείων, και, όπως προεκτέθηκε, η απαρίθμηση των λόγων αναίρεσης του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι περιοριστική.

Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ-ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Αμαρουσίου", που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νομίμου αιτήματός του (αρθ.176,183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ.2 του ν.3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-12-2022 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της με αριθμό 6011/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάζοντος ως Εφετείο, διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος για την αίτηση αναίρεσης ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή