ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 129/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 129/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 129/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 129 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 129 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ", που εδρεύει στο 18ο χλμ. της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Ν. Μηχανιώνας και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπός της, Θ. Κ. του Α., με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αδαμίδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "AVINOIL ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ" και ήδη "AVINOIL ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Ανδρεοπούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 5-12-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του, δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15788/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2431/2022 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-3-2023 αίτησή της και τους από 10-9-2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 14-3-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 810/69/20-3-2023) αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2431/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β,556,558,564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του ν. 4842/2021, "οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους. Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση... Τα ίδια εφαρμόζονται και όταν τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος ή ο άλλος διάδικος εκτός από τον αναιρεσείοντα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 2 και 3, και 570 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι για την παραδεκτή άσκηση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, η κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης και η επίδοσή του στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους εντός της ίδιας ως άνω προθεσμίας πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης. Ως ημέρα συζήτησης της αναίρεσης νοείται εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 281, ήτοι αυτή κατά την οποία άρχισε η εκδίκαση της της αίτησης αναίρεσης. Η παράλειψη της κατάθεσης του δικογράφου των πρόσθετων λόγων πριν από την τριακονθήμερη αυτή προθεσμία ή της επίδοσής του πριν από αυτή σε περίπτωση εμπρόθεσμης κατάθεσης, συνεπάγεται το απαράδεκτο αυτών, με συνέπεια την απόρριψή τους κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (Ολ.Α.Π. 143/1984, Α.Π. 1220/2025, Α.Π. 154/2022, Α.Π. 1192/2018, Α.Π. 949/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, ως ημέρα συζήτησης ενώπιον του παρόντος Τμήματος του Αρείου Πάγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος της 6ης-12-2024, η δε αναιρεσείουσα άσκησε πρόσθετους λόγους με το από 10-9-2024 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 16-9-2024 και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 18-9-2024, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν την ορισθείσα ως άνω δικάσιμο (βλ. την υπ' αριθμ. ...-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Σ. Α. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα). Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι που ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246, 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., με το κυρίως δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθόσον αυτοί (πρόσθετοι λόγοι) δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει, και το υπό κρίση δικόγραφο, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων του, κατ' άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 157/2022, Α.Π. 497/2021, Α.Π. 921/2019, Α.Π. 507/ 2017).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασή της, είναι η εξής: Η αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 25-9-2018 (αριθμ. έκθ. κατ. 22446/17469/2018) αγωγή με την οποία ζήτησε, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 143.733,59 ευρώ, που είχε προκαταβάλει για μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-8-2011 έως ...-2017, κατά την κατάρτιση της από ...-2005 σύμβασης υπομίσθωσης του περιγραφόμενου στην αγωγή ακινήτου, μεταξύ της ενάγουσας ως υπομισθώτριας και της εναγομένης ως υπεκμισθώτριας, συνομολογηθείσας για το χρονικό διάστημα από ...-2005 έως ...-2017 και η οποία (υπομίσθωση) λύθηκε πρόωρα στις 28-7-2011, πριν την ημεροχρονολογία που είχε οριστεί συμβατικά ως χρόνος λήξης της (...-2017), κατόπιν καταγγελίας της ενάγουσας. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15788/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό. Μετά από έφεση που άσκησε η εναγόμενη, ήδη αναιρεσείουσα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 2431/2022, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 599 παρ. 1 του ΑΚ, "ο μισθωτής κατά τη λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε", ήτοι, με τον όρο "αποδώσει" νοείται η παράδοση της κατοχής του μισθίου από το μισθωτή στον εκμισθωτή (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 7/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 601 του Α.Κ. "ο μισθωτής για όσο χρόνο μετά τη λήξη της μίσθωσης παρακρατεί το μίσθιο, οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη περαιτέρω ζημία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι σε περίπτωση που, μετά τη λήξη της μίσθωσης, ο μισθωτής δεν αποδίδει το μίσθιο στον εκμισθωτή, αλλά το παρακρατεί γεννιέται ευθύνη του για αποζημίωση του εκμισθωτή (που, κατά την κρατούσα άποψη, είναι ιδιότυπη αντικειμενική ευθύνη) και ότι η αποζημίωση αυτή ανέρχεται από το νόμο στο ύψος του συμφωνημένου μισθώματος κατ' αποκοπή (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 329/2019, Α.Π. 199/2017). Προϋποθέσεις για την απαίτηση του συμφωνημένου μισθώματος, ως αποζημίωση (χρήσης), είναι η λήξη της μίσθωσης και η μετά από αυτήν παρακράτηση του μισθίου από τον μισθωτή, χωρίς να έχει σημασία και να ερευνάται αν συντρέχει ή μη υπαιτιότητα-πταίσμα του μισθωτή (Α.Π.1331/2013, Α.Π. 229/2012), ούτε αν υπέστη ο εκμισθωτής ζημία από την καθυστέρηση απόδοσης του μισθίου (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 205/2016, Α.Π. 340/2014, Α.Π. 339/2014).

Παρακράτηση υπάρχει όταν, μετά τη λήξη της μίσθωσης ο μισθωτής δεν αποδίδει το μίσθιο για οποιονδήποτε λόγο, υπάρχει δε τοιαύτη έστω κι αν δεν χρησιμοποιεί το μίσθιο (Α.Π. 1255/2017, Α.Π. 1072/2015), καθώς και όταν δεν έχει παραδώσει τα κλειδιά του μισθίου. Η παρακράτηση του μισθίου οριοθετείται χρονικά από την επομένη ημέρα της λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα επιστροφής του μισθίου από τον μισθωτή στον εκμισθωτή. Ως παρακράτηση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, νοείται η παράνομη παρακράτηση, δηλαδή αυτή που γίνεται από τον μισθωτή μετά τη λήξη της μίσθωσης χωρίς δικαίωμα από το νόμο, τη σύμβαση ή δικαστική απόφαση (Α.Π. 646/2020, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 1331/2013), ώστε σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο μισθωτής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του ακινήτου, η από αυτόν παρακράτηση τούτου δεν είναι παράνομη και δεν υποχρεούται σε αποζημίωση του εκμισθωτή για την εκ της παρακράτησης του ακινήτου ζημία τούτου (Α.Π. 703/2016). Η παραπάνω κατ' αποκοπήν αποζημίωση (βασική αποζημίωση) ανέρχεται στο ύψος του καταβαλλόμενου, κατά τη λήξη της μισθωτικής σύμβασης, μισθώματος (Α.Π. 22/2012). Η εκ του άρθρου 601 Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης γεννιέται από την επομένη ημέρα λήξης της μίσθωσης και διαρκεί μέχρι την ημέρα απόδοσης της κατοχής του μισθίου. Αποτελεί δε μετενέργεια της μισθωτικής σύμβασης (Α.Π. 229/2012, Α.Π. 1842/2008, Α.Π. 372/2001, Α.Π. 1815/2007), δοθέντος ότι με την ως άνω διάταξη 601 Α.Κ., καθιερώνεται υποχρέωση σε βάρος του μισθωτή, για την παράβαση της υποχρέωσής του να αποδώσει το μίσθιο στον εκμισθωτή, κατά τη λήξη της μίσθωσης (Α.Κ. 599 παρ. 1). Επομένως, προϋποθέτει νόμιμα υφιστάμενο συμβατικό δεσμό που έληξε και για το λόγο αυτό ασκείται μόνο σε βάρος του μισθωτή, διότι αυτός είναι υποκείμενο της υποχρέωσης απόδοσης του μισθίου και ενεχόμενος σε αποζημίωση στην περίπτωση της παράνομης κατακράτησής του μετά τη λήξη της μίσθωσης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ. 7/2006, Ολ.Α.Π. 54/2005, Α.Π. 980/2021). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Ο από τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει, βάσει αυτών, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς, όχι δε και όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 1220/2021, Α.Π. 816/2021, Α.Π. 1267/2020, Α.Π. 909/2020). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου, την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (Α.Π. 24/2022, Α.Π. 140/2021, Α.Π. 780/2020). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς. Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους ή μη χρησιμοποίησής τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν (Α.Π. 867/2024, Α.Π. 1092/2021, Α.Π. 140/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Α.Π. 1416/2012, Α.Π. 1208/2011, Α.Π. 44/2003, Α.Π. 1702/2001). Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 867/2024, Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2431/2022 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα των αναιρετικών λόγων, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 26-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης τα ομόρρυθμα μέλη της εναγομένης εταιρίας Ε. Ω. του Α. και Θ. Κ. του Α., ενεργώντας ατομικά μίσθωσαν από τους Θ. σύζ. Δ. Π. και Γ. Τ. του Ν. το υπ' αριθμό 16 αγροτεμάχιο που βρίσκεται στο 18° χιλιόμετρο της Ε.Ο. Νέας Μηχανιώνας - Θεσσαλονίκης και στην ειδικότερη θέση "Μηδέν", εμβαδού 3.306,00 τ.μ. περίπου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν για την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας τους και, πιο συγκεκριμένα, για τη στέγαση επιχείρησης πρατηρίου υγρών καυσίμων, εμπορίας και μεταπώλησης πετρελαίου και σταθμού, πλυντηρίου, λιπαντηρίου αυτοκινήτων και πρατηρίου πώλησης αξεσουάρ αυτοκινήτων και συναφών χρήσεων. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δωδεκαετής (από ...-2003 έως ...-2015) και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 1.200,00 ευρώ, πλέον του αναλογούντος επ' αυτού τέλους χαρτοσήμου, για το πρώτο έτος της μίσθωσης το οποίο συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατά τα επόμενα έτη κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό. Παράλληλα, με τον 3° όρο του ίδιου ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε ρητά ότι οι μισθωτές θα είχαν το δικαίωμα να παραχωρήσουν τη χρήση του μισθίου είτε σε ατομική επιχείρηση που θα ασκούνταν στο όνομα ενός εκ των δύο μισθωτών είτε σε εταιρία στην οποία θα συμμετείχαν αμφότεροι εξ αυτών (μισθωτών) ή και μόνο ο ένας από αυτούς με τρίτα πρόσωπα, δηλαδή επιτράπηκε η υπομίσθωση του συγκεκριμένου ακινήτου. Μετά την κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης μίσθωσης οι μισθωτές συνέστησαν την εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε." στην οποία εκχώρησαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από την προαναφερόμενη σύμβαση μίσθωσης, γεγονός που ομολογείται από την ενάγουσα και δεν αμφισβητείται από την εναγομένη, ενώ με το από 31-5-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης όρων εμπορικής μίσθωσης που καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης εταιρίας (η οποία εκπροσωπήθηκε από τους διαχειριστές και ομόρρυθμους εταίρους της Ε. Ω. και Θ. Κ.) και των ανωτέρω εκμισθωτών καθώς επίσης και της ενάγουσας εταιρίας, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης, συμφωνήθηκε η τροποποίηση των όρων του από 26-5-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, η οποία συμφωνήθηκε να έχει συνολική διάρκεια μεγαλύτερη των δεκαπέντε ετών (από ...-2003 έως ...-2018) και το ύψος του μηνιαίου μισθώματος αλλά και αναφορικά με τη δυνατότητα ολικής ή μερικής παραχώρησης της χρήσης του μισθίου σε τρίτο. Πιο συγκεκριμένα, με τον υπό στοιχείο Γ όρο του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε επακριβώς ότι: "...Ρητά συμφωνείται ομοίως ότι η μισθώτρια εταιρία δικαιούται να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου στην εκ τρίτου συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών με σύμβαση μίσθωσης ή υπομίσθωσης, ως είθισται στη συναλλακτική πρακτική, προκειμένου να κατασκευαστούν από αυτήν οι απαραίτητες εγκαταστάσεις (δεξαμενές καυσίμων, αντλίες, στέγαστρα κλπ.), μετά δε την ολοκλήρωση της κατασκευής της απαραίτητης υποδομής για την λειτουργία της επιχείρησης, η εκ τρίτου συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία θα παραχωρήσει εκ νέου την χρήση του μισθίου στη μισθώτρια εταιρία με σύμβαση περαιτέρω υπομίσθωσης. Επιπλέον, σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο (π.χ. αδυναμία πληρωμών - πτώχευση - απροθυμία συνέχισης των εργασιών της επιχείρησης κλπ.) η μισθώτρια εταιρία ή και οι τυχόν τρίτοι, στους οποίους έχει παραχωρήσει αυτή τη χρήση του μισθίου, αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τους εκμισθωτές οι οποίες απορρέουν από την παρούσα σύμβαση μισθώσεως, τότε η εκ τρίτου συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία πετρελαιοειδών θα έχει το δικαίωμα, των εκμισθωτών συμφωνούντων από σήμερα προς τούτο, να προβεί στην έξωση της μισθώτριας και των τυχόν υπεκμισθωτών και θα μπορεί να παραχωρήσει εκ νέου την χρήση του μισθίου με νέα σύμβαση υπομίσθωσης ως εξής: α) εάν οι ίδιοι οι εκμισθωτές - ιδιοκτήτες ζητήσουν από την εκ τρίτου συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία να εκμεταλλευτούν εμπορικά οι ίδιοι την επιχείρηση, τότε η εκ τρίτου συμβαλλόμενη ανώνυμη εταιρία θα έχει την υποχρέωση να παραχωρήσει τη χρήση του μισθίου σε αυτούς και να συμβληθεί μαζί τους με σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας, κατά προτεραιότητα, με όρους φυσικά που θα καθορισθούν από την προμηθεύτρια εταιρία, β) σε περίπτωση που οι εκμισθωτές - ιδιοκτήτες δεν επιθυμούν να εκμεταλλευτούν οι ίδιοι εμπορικά την επιχείρηση ή δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των εκμισθωτών και της εκ τρίτου συμβαλλόμενης ανώνυμης εταιρίας, σχετικά με τη σύμβαση συνεργασίας, τότε η εκ τρίτου συμβαλλόμενη εταιρία θα έχει το δικαίωμα είτε να παραχωρήσει την χρήση του μισθίου σε οποιονδήποτε τρίτο της δικής της επιλογής, χωρίς κανέναν άλλο περιορισμό είτε να υπεισέλθει η ίδια στη μίσθωση αυτή και να αναλάβει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα σύμβαση, καθιστώντας τον εαυτό της μισθώτρια και αναλαμβάνοντας η ίδια την υποχρέωση καταβολής των μισθωμάτων προς τους εκμισθωτές.". Κατόπιν των ανωτέρω καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) και της εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) το με ημερομηνία ...-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεκμισθώσεως, βάσει του οποίου η εναγόμενη υπεκμίσθωσε το μίσθιο και τα κτίσματα που επρόκειτο να κατασκευαστούν επ' αυτού, στην ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από ...-2005 έως ...-2017 και αντί μηνιαίου μισθώματος 1.866,67 ευρώ, πλέον του αναλογούντος επ' αυτού τέλους χαρτοσήμου (3,6%), ενώ συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα- υπομισθώτρια αφενός μεν επρόκειτο να εγκαταστήσει στο μίσθιο τα στέγαστρα, τις αντλίες και το σήμα με το λογότυπό της και να αναλάβει τη φροντίδα της εγκατάστασης του εξοπλισμού του πρατηρίου υγρών καυσίμων και την καλή λειτουργία του για όλη τη διάρκεια της σύμβασης, αφετέρου δε ότι θα προκατέβαλε στην εναγομένη - υπεκμισθώτρια το ποσό των 280.000,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε μισθώματα 150 μηνών. Στη συνέχεια καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων: α) Η με ημερομηνία ...-2005 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία η εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά και μόνον από την ενάγουσα τα καύσιμα που θα διέθετε μέσω του ως άνω πρατηρίου υγρών καυσίμων για το χρονικό διάστημα από ...-2005 έως ...-2017. β) Το από ...-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομισθώσεως, βάσει του οποίου η ενάγουσα υπεκμίσθωσε στην εναγομένη το μίσθιο, με τα υφιστάμενα επ' αυτού κτίσματα και τα κτίσματα που επρόκειτο να κατασκευαστούν σε αυτό, για την ίδια ως άνω χρήση (πρατήριο υγρών καυσίμων) και για το χρονικό διάστημα από ...-2005 έως ...-2017, με μηνιαίο μίσθωμα 1.866,67 ευρώ, πλέον του αναλογούντος επ' αυτού τέλους χαρτοσήμου (3,6 %), το οποίο συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κάθε έτος κατά ποσοστό 3,00 % επί του καταβαλλόμενου μισθώματος του προηγούμενου έτους. Κατόπιν των ανωτέρω και αφού εγκαταστάθηκε στο μίσθιο ο απαραίτητος εξοπλισμός, η εναγόμενη άρχισε να λειτουργεί στο μίσθιο πρατήριο υγρών καυσίμων με το σήμα της ενάγουσας, πλην όμως, στις 28-7-2011 η ενάγουσα επέδωσε στην εναγομένη (βλ. την υπ' αριθμό ...-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Θ. Κ.) την από ...-2011 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της, με την οποία προέβη σε καταγγελία της προαναφερόμενης από ...-2005 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, επικαλούμενη την παράβαση από την εναγομένη των όρων 5 και 8 της εν λόγω σύμβασης και, ειδικότερα, την παύση προμήθειας από την ενάγουσα καυσίμων και λοιπών προϊόντων που ήταν αναγκαία για τη λειτουργία του ανωτέρω πρατηρίου υγρών καυσίμων, καθώς επίσης και τη λειτουργία από την εναγομένη έτερου πρατηρίου υγρών καυσίμων, σε ακίνητο όμορο με το επίδικο μίσθιο, με το σήμα ανταγωνίστριας εταιρίας ("ΕΚΟ Α.Β.Ε.Ε.") από τον Ιούνιο του έτους 2011, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση οικονομικής ζημίας στην ενάγουσα. Επακολούθησε η από 1-8-2011 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της ενάγουσας, που επιδόθηκε στην εναγομένη στις 2-8-2011 (βλ. την υπ' αριθμό ...-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Θ. Κ.) και με την οποία η ενάγουσα, επικαλούμενη την πιο πάνω καταγγελία της από ...-2005 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας, προέβη σε καταγγελία της σύμβασης υπομίσθωσης που είχε καταρτιστεί με το από ...-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό και ζήτησε, μεταξύ άλλων, την απόδοση του μισθίου, τάσσοντας για το σκοπό αυτό στην εναγομένη προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, προθεσμία που παρήλθε άπρακτη και έκτοτε διακόπηκε οποιαδήποτε συνεργασία μεταξύ των διαδίκων. Στη συνέχεια, η ενάγουσα άσκησε σε βάρος της εναγομένης την από 10-10-2011 και με αριθμό κατάθεσης 40356/12-10-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου, λόγω της προαναφερόμενης καταγγελίας της από ...-2005 σύμβασης υπεκμίσθωσης, εξαιτίας της προηγούμενης καταγγελίας της από ...-2006 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου η εναγόμενη άσκησε παραδεκτά ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωριστεί η λύση της από ...-2005 σύμβασης υπομίσθωσης που είχε συνάψει με την ενάγουσα- αντεναγόμενη εταιρία και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποχωρήσει από το μίσθιο και να αφαιρέσει από αυτό, με δικές της δαπάνες τα διακριτικά σήματα της, τα στέγαστρα και τις αντλίες που είχε εγκαταστήσει στο μίσθιο. Επί των παραπάνω δικογράφων εκδόθηκε η υπ' αριθμό 5416/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία, αφού διατάχθηκε η συνεκδίκαση της αγωγής και της ανταγωγής, το δικαστήριο: α) απείχε από τη συζήτηση της ανταγωγής μέχρι να προσκομιστεί από την αντενάγουσα- εναγομένη βεβαίωση από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. αναφορικά με τη δήλωση των μισθωμάτων της ανωτέρω υπομίσθωσης και β) υποχρέωσε την εναγομένη (καθώς επίσης και κάθε τρίτο που κατείχε το μίσθιο για λογαριασμό της) να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου. Ακολούθησε η έκδοση της υπ' αριθμό 25406/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και η παραπάνω ανταγωγή, καθώς επίσης και η ένσταση επίσχεσης που προέβαλε η αντεναγόμενη-ενάγουσα και κατόπιν τούτων υποχρεώθηκε η αντεναγόμενη - ενάγουσα να αποδώσει στην αντενάγουσα - εναγόμενη τη χρήση του επίδικου μισθίου υπό τον όρο της ταυτόχρονης εκπλήρωσης από την τελευταία της υποχρέωσης της για καταβολή στην αντεναγόμενη - ενάγουσα των προκαταβληθέντων και μη δεδουλευμένων μισθωμάτων. Κατά των προαναφερόμενων αποφάσεων του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκαν από τους διαδίκους οι ακόλουθες εφέσεις: α) Η από 5-4-2013 και με αριθμό κατάθεσης 1290/9-4-2013 έφεση της εναγομένης κατά του οριστικού σκέλους της υπ' αριθμό 5416/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, β) η από 13-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης 166/16-1-2014 έφεση της ενάγουσας κατά της υπ' αριθμό 25406/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και γ) η από 7-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης 1433/8-4-2014 έφεση της εναγομένης κατά της υπ' αριθμό 25406/2013 απόφασης του ίδιου ως άνω δικαστηρίου. Όλες οι ανωτέρω εφέσεις συνεκδικάστηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμό 423/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία: α) Απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 5-4-2013 και με αριθμό κατάθεσης 1290/9-4-2013 έφεση της εναγομένης, β) απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 7-4-2014 και με αριθμό κατάθεσης 1433/8-4-2014 έφεση της εναγομένης και γ) έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 13-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης 166/16-1-2014 έφεση της ενάγουσας και, συνακόλουθα, εξαφανίστηκε η υπ' αριθμό 25406/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και απορρίφθηκε η ως άνω ασκηθείσα ανταγωγή της εναγομένης. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου η εναγόμενη άσκησε ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την από ...-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...-2015 αίτηση αναίρεσης, καθώς επίσης και το από ...-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...-2015 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τα οποία ζήτησε την αναίρεση της υπ' αριθμό 423/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Τα παραπάνω δικόγραφα (αναίρεσης και πρόσθετων λόγων αναίρεσης) συνεκδικάστηκαν κατ' αντιμωλία των διαδίκων και επ' αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμό 315/2016 απόφαση του δικαστηρίου του Αρεϊου Πάγου με την οποία: α) Απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων ως προς το κεφάλαιο της υπ' αριθμό 423/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης που αφορούσε την από 10-10-2011 αγωγή της ενάγουσας και β) έγινε δεκτή η αναίρεση κατά το κεφάλαιο της που αφορούσε την ως άνω ανταγωγή της εναγομένης- αντενάγουσας- αναιρεσείουσας ως προς το οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για να εκδικαστεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως. Τέλος, μετά την ως άνω παραπομπή της υπόθεσης εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμό 20/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία, σε συμμόρφωση με την κρίση της υπ' αριθμό 315/2016 απόφασης του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι η από ...-2005 σύμβαση υπομίσθωσης με υπεκμισθώτρια την εναγόμενη και υπομισθώτρια την ενάγουσα, λύθηκε ταυτόχρονα με τη λύση της από ...-2005 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή στις 28-7-2011, οπότε η ενάγουσα επέδωσε στην εναγόμενη την προαναφερόμενη από ...-2011 καταγγελία της παραπάνω σύμβασης και, κατόπιν τούτου, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανωτέρω από 13-1-2014 και με αριθμό κατάθεσης 166/16-1-2014 έφεση της ενάγουσας. Ενόψει των ανωτέρω υφίσταται δεδικασμένο αναφορικά με τη λύση της ως άνω σύμβασης υπομίσθωσης κατά την πιο πάνω ημερομηνία από την οποία υφίσταται υποχρέωση της εναγόμενης να επιστρέψει το ποσό που αντιστοιχούσε στα μη δεδουλευμένα μισθώματα έως το συμφωνηθέντα χρόνο λήξης της μίσθωσης εφόσον, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα της είχε προκαταβάλει το ποσό των 280.000,00 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε σε μισθώματα 150 μηνών, γεγονός που ομολογείται από την εναγόμενη. Ωστόσο, η εναγόμενη εξακολούθησε να παρακρατεί το μίσθιο και μετά τη λύση της ανωτέρω υπομίσθωσης αν και ισχυρίστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι το μίσθιο κατείχε η ενάγουσα και όχι η ίδια με συνέπεια να μην υφίσταται υποχρέωση της (εναγομένης) για καταβολή μισθωμάτων, ισχυρισμό που φέρει προς κρίση και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής της, όπως αυτός εκτιμάται από το δικαστήριο. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός, ανεξάρτητα από το ότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για οφειλή μισθωμάτων σε χρόνο μεταγενέστερο από τη λύση της μισθωτικής σύμβασης, καταρρίπτεται: α) Από το ότι η ενάγουσα επέσπευσε την αναγκαστική εκτέλεση της προαναφερόμενης υπ' αριθμό 5416/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με την οποία διατάχθηκε η απόδοση της χρήσης του επίδικου μισθίου στην ενάγουσα) με την επίδοση στην εναγόμενη της από 26-3-2013 επιταγής προς εκτέλεση, ενέργεια στην οποία προφανώς δεν θα προέβαινε η ενάγουσα εάν κατείχε η ίδια το μίσθιο, β) Από το γεγονός ότι η εναγόμενη υπέβαλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 27-3-2013 και με αριθμό κατάθεσης ...-2013 αίτηση (κατόπιν άσκησης της από 27-3-2013 ανακοπής κατά της ανωτέρω επιταγής προς εκτέλεση) με την οποία, επικαλούμενη ότι θα υποχρεωνόταν να διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησης που ασκούσε στο μίσθιο εάν απέδιδε τούτο στην ενάγουσα, ζήτησε την αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω πράξης εκτέλεσης και επί της οποίας (αίτησης) εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η υπ' αριθμό 11160/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και διατάχθηκε η αναστολή της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης μέχρι να εκδικαστεί η ως άνω ασκηθείσα ανακοπή (της οποίας η συζήτηση τελικά ματαιώθηκε), με συνέπεια η εναγόμενη να παραμείνει στη χρήση του μισθίου, γ) Από το ότι η εναγόμενη μετά την έκδοση της προαναφερόμενης υπ ' αριθμό 423/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ενόψει της άσκησης της παραπάνω αίτησης αναίρεσης αυτής, υπέβαλε ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου την από ...-2015 και με αριθμό κατάθεσης ...-2015 αίτησή της, με την οποία ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθμό 5416/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε πλέον καταστεί τελεσίδικη, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ως άνω ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, επιδιώκοντας έτσι την εξακολούθηση της παραμονής της στο επίδικο μίσθιο και ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, στο δικόγραφο της προαναφερόμενης αίτησης αναστολής ότι στο πρατήριο που λειτουργούσε στο επίδικο μίσθιο απασχολούσε 22 εργαζόμενους και τυχόν απόδοση του στην ενάγουσα θα είχε ως συνέπεια την απόλυσή τους αλλά και την οικονομική καταστροφή των ομόρρυθμων μελών της. δ) Από το γεγονός ότι η εναγόμενη έλαβε από το Τεχνικό Τμήμα της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Ανατολικής Θεσσαλονίκης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας την υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2015 βεβαίωση νόμιμης λειτουργίας στεγασμένου πλυντηρίου και λιπαντηρίου αυτοκινήτων που λειτουργούσε στο επίδικο μίσθιο, στοιχείο που καταδεικνύει ότι η εναγόμενη εξακολουθούσε να κατέχει το μίσθιο και να λειτουργεί επ' αυτού τουλάχιστον πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων εφόσον, όπως ήδη εκτέθηκε, είχε πάψει να προμηθεύεται καύσιμα από την ενάγουσα μετά τη λύση της από ...-2005 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας κατά τον Αύγουστο του έτους 2011.

ε) Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τις οποίες προκύπτει αφενός μεν ότι η εναγόμενη ουδέποτε απέδωσε στην ενάγουσα τη χρήση του επίδικου μισθίου, αφετέρου δε ότι στο εν λόγω μίσθιο η εναγόμενη, μετά την παύση της προμήθειας καυσίμων από την ενάγουσα, λειτουργούσε πλυντήριο - λιπαντήριο αυτοκινήτων, χρησιμοποιώντας μάλιστα και σχετικό εξοπλισμό που της είχε χρησιδανείσει η ενάγουσα, το οποίο εξυπηρετούσε το πρατήριο υγρών καυσίμων που επίσης λειτουργούσε η εναγόμενη σε όμορο ακίνητο με το σήμα της εταιρίας εμπορίας καυσίμων "ΕΚΟ".

στ) Από το ότι η εναγόμενη παρά τη λύση της ανωτέρω υπομίσθωσης και της σύμβασης εμπορικής συνεργασίας της με την ενάγουσα, εξακολούθησε να καταβάλει τα μισθώματα στους εκμισθωτές της σύμβασης μίσθωσης που είχε καταρτιστεί με το από 26-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης, στοιχείο που καταδεικνύει τόσο ότι η εναγόμενη εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το μίσθιο, όσο και ότι αυτή είχε συμφέρον να χρησιμοποιεί τούτο εξυπηρετώντας το παρακείμενο πρατήριο της που λειτουργούσε υπό το σήμα ανταγωνίστριας προς την ενάγουσα εταιρίας καυσίμων, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα φρόντιζε να επιδιώξει τη λύση της ανωτέρω μίσθωσης. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι η εναγόμενη εξακολούθησε να παρακρατεί και να χρησιμοποιεί το μίσθιο και μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης υπομίσθωσης εξαντλώντας όλα τα νόμιμα μέσα προκειμένου τούτο να παραμείνει στην κατοχή της για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο και ως εκ τούτου τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εναγόμενη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Ακολούθως με τον δεύτερο λόγο της έφεσης η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η οφειλή της προς την ενάγουσα περιορίζεται μόνον στα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2017 (οφειλή την οποία αναγνωρίζει) επειδή η ενάγουσα παρακράτησε το μίσθιο έως και το τέλος Οκτωβρίου του έτους 2017 οπότε και ολοκλήρωσε την αποξήλωση του εξοπλισμού που είχε τοποθετήσει στο μίσθιο και έκτοτε κατέστη δυνατή η χρήση του από την εναγόμενη πλην όμως, ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα και πάλι από τη χρήση του όρου μισθώματα σε σχέση με τη λυθείσα υπομίσθωση, τυγχάνει κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος σύμφωνα με όσα ήδη εκτέθηκαν επειδή προϋποθέτει παραδοχή ότι την κατοχή του μισθίου είχε η ενάγουσα, προϋπόθεση που δεν ισχύει εφόσον η εναγόμενη, ήταν αυτή που κατείχε και χρησιμοποιούσε το μίσθιο.

Περαιτέρω, σε συνέχεια του ίδιου ως άνω λόγου της έφεσης η εναγόμενη παραπονείται για τη σιωπηρή απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ένστασης συμψηφισμού που προέβαλε επικουρικά κατά της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης της ενάγουσας επικαλούμενη ότι η τελευταία της οφείλει ως αποζημίωση χρήσης του επίδικου μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1-8- 2011 έως 31-10-2017, το συνολικό ποσό των 140.000,25 ευρώ (1.866,67 ευρώ κατά μήνα X 75 μήνες), ως προς το οποίο ισχυρίζεται ότι επήλθε απόσβεση της ένδικης αξίωσης της ενάγουσας πλην όμως η ένσταση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη επειδή μετά την ως άνω λύση της ένδικης σύμβασης υπομίσθωσης η εναγόμενη εξακολούθησε να παρακρατεί και να χρησιμοποιεί το μίσθιο επιδιώκοντας μάλιστα να παραμείνει στη χρήση του για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για οφειλή αποζημίωσης χρήσης από την ενάγουσα η οποία, αντίθετα, είχε προκαταβάλει το σύνολο των μισθωμάτων ήδη από την έναρξη της σύμβασης υπομίσθωσης, με συνέπεια η παρακράτηση του ποσού τους για τον μετά τη λύση της υπομίσθωσης χρόνο από την εναγόμενη να καθιστά την τελευταία αδικαιολογήτως πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 904 ΑΚ, εφόσον δεν υπήρχε πλέον νόμιμη αιτία διατήρησης του ποσού αυτού στην περιουσία της εναγομένης.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατά το παραπάνω σκέλος του". Εν συνεχεία, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατόπιν των ανωτέρω αποδειχθέντων και εφόσον δεν υφίσταται προς εξέταση έτερος λόγος έφεσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την ένδικη αγωγή και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 143.733,59 ευρώ (με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής) σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ορθά εφάρμοσε τις οικείες νομοθετικές διατάξεις και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και κατέληξε σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό αλλά με ελλιπή αιτιολογία η οποία θα πρέπει να συμπληρωθεί σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, απέρριψε την έφεση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε, αφού συμπλήρωσε την αιτιολογία, την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει τα ίδια.

Ήδη, με τους πρώτο και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, τις αναιρετικές πλημμέλειες, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 559 παρ. 1 και 601 του Α.Κ., και τα διδάγματα της κοινής πείρας και εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις, με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, αιτιάται ότι το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, ως υπομισθώτρια της από ...-2005 σύμβασης υπομίσθωσης, δικαιούται, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 Α.Κ.), το ποσό των 143.733,59 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα του χρονικού διαστήματος από 1-8-2011 έως 31-10-2017, που είχε προκαταβάλει στην εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, ως υπεκμισθώτρια, εφόσον δεν υπήρχε, μετά τη λύση της υπομίσθωσης στις 28-7-2011, νόμιμη αιτία διατήρησης του ποσού αυτού στην περιουσία της αναιρεσείουσας: α) εσφαλμένα έκρινε ότι η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να κατέχει το μίσθιο και μετά τη λύση της υπομίσθωσης, θεωρώντας ότι η εκ μέρους της μερική κατοχή του μισθίου, μόνο για τη λειτουργία εντός αυτού πλυντηρίου και λιπαντηρίου αυτοκινήτων και όχι για τη λειτουργία πρατηρίου υγρών καυσίμων και πώληση αυτών, που ήταν η κύρια χρήση του, συνιστά παρακράτηση του μισθίου, αντί να κρίνει ότι η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη, κατείχε το μίσθιο μέχρι και τα τέλη του μηνός Οκτωβρίου 2017, όταν και προέβη στην αποξήλωση των εγκαταστάσεων και την παραλαβή του κινητού εξοπλισμού που είχε εισκομίσει στο μίσθιο (στέγαστρα, πινακίδες με τα σήματα ΑVIN, πινακίδες τιμών, πάγκους κ.λ.π.), καθώς μέχρι το χρόνο εκείνο δεν είχε προβεί στην απαιτούμενη, σύμφωνα με το άρθρο 599 παρ. 1 του Α.Κ. , προσήκουσα απόδοση της κατοχής του μισθίου, β) παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, γ) εσφαλμένα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού κατά της ασκούμενης με την αγωγή αξίωσης της αναιρεσίβλητης, με την οποία (ένσταση) επικαλέστηκε ειδικότερα ότι η τελευταία της οφείλει ως αποζημίωση χρήσης του επιδίκου μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1-8-2011 έως 31-10-2017 το ποσό των 140.000,25 ευρώ (1.866,67 ευρώ Χ 75 μήνες),ποσό ως προς το οποίο επήλθε απόσβεση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, ενώ έπρεπε να τη δεχθεί, καθώς η αναιρεσίβλητη, μετά τη λήξη της υπομίσθωσης, εξακολούθησε να κατέχει- παρακρατεί παράνομα το μίσθιο, έστω και αν δεν έκανε χρήση αυτού, δ) παραθέτει ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι ως προς το ότι η αναιρεσίβλητη παρακρατούσε-λόγω της μη απομάκρυνσης των αντλιών, των στεγάστρων και των σημάτων της- το επίδικο μίσθιο μέχρι το τέλος του μηνός Οκτωβρίου 2017, έστω και αν δεν το χρησιμοποιούσε.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 599 παρ. 1 και 601 του Α.Κ., οι οποίες δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές, καθώς διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία, ως προς κατάφαση της δια της αγωγής ασκούμενης αξίωσης της αναιρεσίβλητης, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 904 Α.Κ., την οποία ορθά εφάρμοσε, διαλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, ότι: α) μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε, δυνάμει του από ...-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, σύμβαση υπομίσθωσης, με υπεκμισθώτρια την αναιρεσείουσα και υπομισθώτρια την αναιρεσίβλητη, για το χρονικό διάστημα από ...-2005 έως ...-2017, αντί μηνιαίου μισθώματος 1.866,67 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, β) ότι η αναιρεσίβλητη προκατέβαλε στην αναιρεσείουσα το ποσό των 280.000 ευρώ, που αντιστοιχούσε σε μισθώματα 150 μηνών, γ) ότι με το από ...-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης, η αναιρεσίβλητη υπεκμίσθωσε στην αναιρεσείουσα το μίσθιο, με τα επ' αυτού υφιστάμενα κτίσματα και τα κτίσματα που επρόκειτο να κατασκευαστούν από την αναιρεσίβλητη για τη χρήση αυτού ως πρατηρίου υγρών καυσίμων, για το ίδιο χρονικό διάστημα και δ) ότι εγκαταστάθηκε στο μίσθιο η αναιρεσείουσα και λειτουργούσε σ' αυτό πρατήριο υγρών καυσίμων, υπό το σήμα της αναιρεσίβλητης (ΑVIN), μέχρι τις 28-7-2011, οπότε η από ...-2005 υπομίσθωση λύθηκε, ταυτόχρονα με τη λύση της από ...-2005 σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που είχε καταρτισθεί μεταξύ των διαδίκων, κατόπιν καταγγελίας της από την αναιρεσίβλητη, όπως έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 25406/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (μετά την απόρριψη με την υπ' αριθμ. 20/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης της αναιρεσίβλητης), και ως εκ τούτου υφίσταται υποχρέωση της αναιρεσείουσας να επιστρέψει το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, που αντιστοιχεί στα μη δεδουλευμένα μισθώματα έως τον συμφωνηθέντα χρόνο λήξης της υπομίσθωσης.

Περαιτέρω, με επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα εξακολούθησε να παρακρατεί το μίσθιο μετά τη λύση της υπομίσθωσης και να λειτουργεί επ' αυτού πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων, παρά την επίσπευση εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αναγκαστικής εκτέλεσης της υπ' αριθμ. 5416/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (με την οποία διατάχθηκε η απόδοση του μισθίου στην αναιρεσίβλητη), εξαντλώντας μάλιστα όλα τα νόμιμα μέσα, προκειμένου το μίσθιο να παραμείνει στην κατοχή της για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο, με την άσκηση ανακοπής και αναστολής εκτέλεσης κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης και αίτησης αναστολής εκτέλεσης της υπ'αριθμ. 5416/2013 απόφασης ενώπιον του Αρείου Πάγου, λαμβάνοντας μάλιστα αρμοδίως την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2015 βεβαίωση νόμιμης άδειας λειτουργίας στεγασμένου πλυντηρίου και λιπαντηρίου αυτοκινήτων και χρησιμοποιώντας το σχετικό εξοπλισμό που της είχε χρησιδανείσει η αναιρεσίβλητη και συνεχίζοντας να καταβάλει τα μισθώματα στους εκμισθωτές της κύριας μίσθωσης και ιδιοκτήτες του μισθίου, που είχε καταρτισθεί με το από 26-5-2003 ιδιωτικό συμφωνητικό. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη κατείχε το μίσθιο μέχρι και το τέλος Οκτωβρίου του έτους 2017, οπότε και ολοκλήρωσε την αποξήλωση του εξοπλισμού που είχε τοποθετήσει στο μίσθιο και ως εκ τούτου η οφειλή της προς αυτήν περιορίζεται μόνον στα μισθώματα των μηνών Νοεμβρίου 2017 και Δεκεμβρίου 2017, όπως επίσης και την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συμψηφισμού της οφειλόμενης - κατ' αυτήν- αποζημίωσης χρήσης του επίδικου μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1-8-2011 έως 31-10-2017 με την ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον η αναιρεσείουσα ήταν αυτή που κατείχε το μίσθιο και μετά τη λύση της υπομίσθωσης, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 599 παρ.1 και 601 Α.Κ. και καταβολής αποζημίωσης χρήσης από την αναιρεσίβλητη, κατά τα εκτιθέμενα στη παραπάνω μείζονα νομική σκέψη, η δε επικαλούμενη μη απομάκρυνση των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού που είχε εγκαταστήσει στο μίσθιο η τελευταία, δεν απέτρεψε την αναιρεσείουσα να κατέχει το μίσθιο και να λειτουργεί σ'αυτό επιχείρηση πλυντηρίου και λιπαντηρίου αυτοκινήτων.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους προναφερθέντες λόγους, ενιαίως ερευνώμενους, ως προς τις αιτιάσεις τους, υπό στοιχεία α,γ και δ, με τις οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. Η υπό στοιχείο β αιτίαση, με την οποία αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως αναφέρονται σ' αυτήν ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβίασε το Εφετείο, καθώς και για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας ποίου κανόνα δικαίου έπρεπε αυτά να χρησιμοποιηθούν και εσφαλμένα δεν χρησιμοποίησε το δικαστήριο ουσίας.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, Α.Π. 687/2024, Α.Π. 1230/2023, Α.Π. 136/2022). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 380/2023, Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018). Για την ίδρυση του ίδιου λόγου, αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για την απόδειξη κρίσιμων, με την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.ΑΠ 2/08). Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1328/2023, Α.Π. 1167/2019, Α.Π. 798/2010), όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 781/2020, Α.Π. 427/2020, Α.Π. 1167/2019).

Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί (Ολ. ΑΠ 8/2016, Α.Π. 1126/2020).

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 380/2023, Α.Π. 1328/2023, Α.Π.688/2021, Α.Π. 1110/2020).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, που ερευνώνται ενιαίως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε η ίδια (αναιρεσείουσα), και δη: 1) την από ...-2005 σύμβαση υπεκμισθώσεως, 2) την από 13-2-2017 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση της αντιδίκου, 3) την από 6-3-2017 εξώδικη απάντηση-πρόσκληση και δήλωση , 4) το με ημερομηνία ...-2017 έγγραφο του Ομίλου ... Α.Ε., 5) το υπ' αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής της αναιρεσείουσας προς την ως άνω εταιρεία, 6) το υπ'αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, 7) το υπ'αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, 8) το υπ' αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, 9)το υπ' αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, 10)το υπ' αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής μη τιμολογηθέντων αποθεμάτων της εταιρείας ... & ΣΙΑ Ο.Ε., 11) το υπ' αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής μη τιμολογηθέντων αποθεμάτων της εταιρείας ... & ΣΙΑ Ο.Ε., 12) το υπ'αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, 13) την από ...-2011 εξώδικη δήλωση μετά καταγγελίας και προσκλήσεως της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα, 14) το υπ' αριθ. ...-2017 δελτίο αποστολής της αναιρεσίβλητης και 15) την υπ' αριθμ. 13940/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), από το περιεχόμενο των οποίων συνάγεται ότι μέχρι και τα τέλη Οκτωβρίου του έτους 2017, η αναιρεσίβλητη δεν είχε αποξηλώσει και δεν είχε παραλάβει τα κινητά πράγματα- εξοπλισμό που είχε εγκαταστήσει-τοποθετήσει στο μίσθιο και ότι μέχρι την ως άνω ημεροχρονολογία παρακράτησε παράνομα το επίδικο μίσθιο. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε: " Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάστηκαν νομότυπα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα υπ' αριθμό ...-2020 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την εναγόμενη υπ' αριθμό ...-2019 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Α. Μ. του Ε. που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Φ. Ν. μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας (βλ. την από 31-1-2019 εξώδικη γνωστοποίηση εξέτασης μάρτυρα και την υπ' αριθμό ...-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Σ. Μ.) και από όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και μη αμφισβητηθείσες από τους διαδίκους φωτογραφίες του επίδικου μισθίου, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (για ορισμένα από τα οποία γίνεται ειδικότερη αναφορά παρακάτω χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της κρινόμενης διαφοράς), σε συνδυασμό με τις κατωτέρω αναφερόμενες ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά...", αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, για την απόδειξη των οποίων επικαλείται τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ρητή αναφορά και περιγράφονται τα συναγόμενα από τα εν λόγω έγγραφα συμπεράσματα και ειδικότερα στη σελίδα 5 γίνεται ρητή αναφορά στο με ημερομηνία ...-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση υπεκμίσθωσης μεταξύ των διαδίκων και στη σελίδα 6 μνημονεύεται η από ...-2011 εξώδικη δήλωση- καταγγελία της αναιρεσίβλητης. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναίρεσης πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ. γ`του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δηλ. της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Η, δια του ερευνώμενου δε λόγου, προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω νομική σκέψη. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.ΑΠ 14/2004, Α.Π. 955/2021, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (Α.Π. 1530/2008).

Περαιτέρω, κατά τη θεμελιώδη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται εξόχως επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διάταξης διαγραφομένων ορίων (Ολ.ΑΠ 10/2012, Α.Π. 83/2023, Α.Π. 711/2017). Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 Α.Κ., παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυαστεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος. Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δανειστής άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι δηλαδή ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 8/2018, Α.Π. 83/2023). Από το συνδυασμό της ως άνω διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., προς εκείνες των άρθρων 262 και 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, "πράγματα", τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ (Α.Π. 524/2014). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά, που δεν ελήφθησαν υπόψη, δεν προτάθηκαν παραδεκτώς ή είναι αλυσιτελή και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 2/1989).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του λόγου αυτού, τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 8, 1α και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την επίκληση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμη την παραδεκτώς προβληθείσα από την ίδια πρωτοδίκως και με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (281 Α.Κ.), δεχόμενο ειδικότερα ότι "... με τον τρίτο λόγο της έφεσης η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) παραπονείται για τη σιωπηρή, με την εκκαλούμενη απόφαση, απόρριψη της εκ της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επικαλούμενη για τη θεμελίωσή της ότι η ενάγουσα, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης δεν επιδίωξε την απόδοση του μισθίου προς την ίδια (εναγόμενη) με την προσχηματική επίκληση του ισχυρισμού περί άσκησης δικαιώματος επίσχεσης του μισθίου προκειμένου να την εμποδίσει να λειτουργήσει το επίμαχο πρατήριο υγρών καυσίμων με το σήμα άλλης εταιρίας ή ως ελεύθερο πρατήριο, γεγονός που είχε ως συνέπεια την οικονομική καταστροφή της εναγομένης η οποία αν και δεν αποκόμισε κανένα κέρδος από το μίσθιο κατά το χρονικό διάστημα οπό 1-8-2011 έως 31-10-2017, εντούτοις κατέβαλε τα συμφωνηθέντα μισθώματα στους ιδιοκτήτες του ακινήτου όπου στεγαζόταν το ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων και εκμισθωτές της από 26-5-2003 σύμβασης εμπορικής μίσθωσης. Ωστόσο, η παραπάνω ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβόσιμη αφενός μεν επειδή, όπως ήδη εκτέθηκε, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη λύση της ένδικης υπομίσθωσης έως τον συμφωνηθέντα χρόνο λύσης αυτής η εναγόμενη κατείχε το επίδικο μίσθιο και το χρησιμοποιούσε για τη στέγαση πλυντηρίου - λιπαντηρίου αυτοκινήτων που εξυπηρετούσε το πρατήριο υγρών καυσίμων που λειτουργούσε η εναγόμενη σε όμορο ακίνητο με το σήμα της εταιρίας εμπορίας καυσίμων "ΕΚΟ" και ως εκ τούτου είχε συμφέρον να καταβάλει τα μισθώματα στους εκμισθωτές της από 26-5-2003 σύμβασης εμπορικής μίσθωσης, με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για οικονομική καταστροφή της, αφετέρου δε επειδή η ενάγουσα άσκησε νόμιμο δικαίωμα επίσχεσης του μισθίου κατά τη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμό 25406/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την αναγκαστική εκτέλεση της οποίας ουδέποτε επιδίωξε η εναγόμενη αλλά, αντίθετα, εξάντλησε κάθε νόμιμο μέσο προκειμένου να παραμείνει το μίσθιο στην κατοχή της για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο ώστε να εξακολουθήσει να το χρησιμοποιεί κατά τα ανωτέρω, χωρίς μάλιστα να καταβάλει αποζημίωση για τη χρήση του στην ενάγουσα, η οποία ήταν εκείνη που υπέστη οικονομική ζημία μετά τη λύση της παραπάνω σύμβασης εμπορικής συνεργασίας που είχε συνάψει με την εναγόμενη αφού έπαψε να προμηθεύει με καύσιμα το επίμαχο πρατήριο υγρών καυσίμων και, παράλληλα, στερήθηκε και τη χρήση του μισθίου...".: α) δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του τα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε για να θεμελιώσει την υπέρβαση των ορίων των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ήτοι ότι:1) η αναιρεσίβλητη αποσκοπούσε στην οικονομική της καταστροφή διότι "ως οικονομικός κολοσσός που είναι και με κύκλο εργασιών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, μπορεί άνετα να αντέξει οικονομικά-χωρίς κίνδυνο οικονομικής επιβίωσης- να κρατήσει κλειστό ένα πρατήριο...σε αντίθεση την αναιρεσείουσα που ως μικρομεσαία οικογενειακή επιχείρηση, υπέφερε ...από τον Αύγουστο του 2011 έως και τον Οκτώβριο του 2017...και ενώ έχει ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο διεκδικεί και τα προκαταβληθέντα..." και 2) " με την όλη στάση της επιδίωξε μόνο τη δική της ικανοποίηση, την προστασία του δικού της επιχειρηματικού prestige και το δικό της κέρδος από τη μεταξύ τους συνεργασία...ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης του Αρείου Πάγου το έτος 2016...η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) δεν εξέφρασε την βούληση να αποχωρήσει από το μίσθιο, λαμβάνοντας τα μη δεδουλευμένα μισθώματα...", β) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ουσιαστικού δικαίου διάταξη, του άρθρου 281 Α.Κ. Ο λόγος αυτός, ως προς την υπό στοιχείο α αιτίαση, κρίνεται αλυσιτελής, διότι τα ως άνω περιστατικά (της επικαλούμενης συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης), εκτιμώμενα συνολικώς με τα λοιπά ως άνω περιστατικά που το Εφετείο έλαβε υπόψη, δεν είναι δυνατόν να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα της αναιρεσίβλητης (Α.Π. 524/2014).

Περαιτέρω, το Εφετείο έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν συνέτρεχαν οι όροι και οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της. Ειδικότερα, τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τη συμπεριφορά της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στην αναιρεσείουσα, την πεποίθηση ότι η αναιρεσίβλητη δεν επρόκειτο να ασκήσει κατ' αυτής το ένδικο δικαίωμά της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και συνεπώς δεν καθιστά για την αναιρεσείουσα αδικαιολόγητη και ιδιαίτερα επαχθή, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να επιδιώξει δικαστικά την ένδικη απαίτησή της, με αποτέλεσμα να μην πληρούται το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.

Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκειες στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών, που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως μη καταχρηστικών.

Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 14-3-2023 (αριθμ. έκθ. κατ. 810/69/20-3-2023) αίτηση αναίρεσης και τους από 10-9-2024 (αριθμ. κατ. 128/2024) πρόσθετους λόγους αυτής κατά της υπ' αριθμ. 2431/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Απορρίπτει την αναίρεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά της ως άνω τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή