Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 130 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 130/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και ήδη "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Σ. Σ. του Η., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην εν λόγω από 9-1-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσείουσας εταιρείας, ενώ ο 2ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γερμανικού ασφαλιστικού οργανισμού με την επωνυμία "DEUTSCHE RENTENVERSICHERUNG BADEN WUERTTEMBERG", που εδρεύει στην Στουτγκάρδη Γερμανίας και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1553/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3073/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-2-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 1η των αναιρεσειόντων και ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25.2.2019 (αρ. εκθ. κατ. 2244/184/1.3.2019) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και τη σύμβαση ασφάλισης (άρθρ. 681Α του ΚΠολΔ), με αριθ. 3073/22-6-2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 264/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 1032/2024).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` του ΚΠολΔ, η οποία, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ` αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση για τη μετ` αναβολή δικάσιμο του απολειπόμενου διαδίκου, όταν ο τελευταίος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 848/2025, ΑΠ 1036/2024, AΠ 48/2023, ΑΠ 1173/2022).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, τη συζήτηση της υπό κρίση, από 25.2.2019, αίτησης αναίρεσης, που είχε προσδιοριστεί αρχικά ενώπιον του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο της 3.12.2021, επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" και Σ. Σ., όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ....2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών, Α. Ο., προς το παραστάντα αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, την οποία προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη αναιρεσείουσα. Ακολούθως, η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 19.5.2023, αντίγραφο δε της με αρ. πρωτ. ....2021 βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα του Αρείου Πάγου για την αμέσως πιο πάνω δικάσιμο, με κλήση να παραστεί κατά τη συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου της πρώτης αναιρεσείουσας στον δεύτερο αναιρεσείοντα Σ. Σ., όπως εμφαίνεται από τη με αριθμ. ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ν. Κ.
Κατά την δικάσιμο αυτή ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης "λόγω των Βουλευτικών Εκλογών της 21ης Μαΐου 2023, σύμφωνα με το με αριθ. ....2023 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί αναστολής λειτουργίας δικαστηρίων και εισαγγελιών της χώρας και επαναπροσδιορίστηκε, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (10.1.2025) με αύξοντα αριθμό 9, όπως προκύπτει από την από 7.6.2023 Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος του Αρείου Πάγου, με γνωστοποίηση της ημερομηνίας της νέας αυτής δικασίμου με ανάρτησή της στη πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ... , στο site του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... (ΑΠ 1036/2024, ΑΠ 374/2021), κατά την οποία, όμως, παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο, ο ως άνω δεύτερος αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Επομένως, παρά την απουσία του δευτέρου αναιρεσείοντος, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επισημαίνεται ότι στη θέση της αρχικώς πρώτης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α.", υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία", λόγω απορρόφησης της πρώτης από τη δεύτερη, με συνέπεια η απορροφούσα εταιρία να υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρίας (ΑΠ 848/2025, ΑΠ 351/2025, ΑΠ 1545/2024). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, διαδικαστικών εγγράφων, (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Γερμανικός Ασφαλιστικός Οργανισμός, με την επωνυμία "DEUTSCHE RENTENVERSICHERUNG BADEN WUERTTEMBERG", με την από 10.10.2013 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή του, εξέθεσε ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων Σ. Σ., οδηγώντας το με αρ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." (ήδη "ALLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Α.Ε."), προκάλεσε από υπαιτιότητά του, κατά το χρόνο και στον τόπο και υπό τις συνθήκες που αναφέρονται σε αυτήν (αγωγή), τον θανάσιμο τραυματισμό του Ι. Α. , ο οποίος ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος σε αυτόν (αναιρεσίβλητο), από τον οποίον ελάμβανε σύνταξη, λόγω της προηγούμενης απασχόλησής του ως εργάτης στη Γερμανία. Ζήτησε δε, κατόπιν παραδεκτής μετατροπής του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, οφείλουν να του καταβάλουν, εφάπαξ, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 161.845,77 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ποσά που υποχρεούται αυτός να καταβάλει ως αποζημίωση, καθ' υποκατάσταση, ως σύνταξη στη χήρα και στα τέκνα του ανωτέρω ασφαλισμένου του, άλλως, (επικουρικώς) να αναγνωρισθεί ότι οι αυτοί, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον ο καθένας, οφείλουν να του καταβάλουν: α) εφάπαξ το συνολικό ποσό των 11.289,03 ευρώ, που αντιστοιχεί στο σύνολο των ήδη καταβληθεισών παροχών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της ως άνω αγωγής του και μέχρι την εξόφληση, β) το λοιπό του ποσού των 161.845,77 ευρώ, σε περιοδικές μηνιαίες καταβολές, κατά το πρώτο τριήμερο εκάστου μήνα από ...-2013 έως ...-2040 για τη χήρα του ασφαλισμένου του, Ε. Α., από ...-2013 έως ...-2029 για την κόρη του ασφαλισμένου του, Α. - Ε. Α. και από ...-2013 έως ...-2031 για την κόρη του ασφαλισμένου του Ε. - M. Α., που αντιστοιχεί στα μηνιαία ποσά της σύνταξης, που θα καταβάλει στα ανωτέρω πρόσωπα στο μέλλον, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη κάθε καθυστέρησης μέχρι την πλήρη εξόφληση, και γ) να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του και η αντίστοιχη υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, να του καταβάλουν στο μέλλον, υπό τις ως άνω ιδιότητές τους, οποιοδήποτε ποσό απορρέει από την εκ του νόμου κοινωνική ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου του, ήτοι κάθε ποσό, που θα καταβάλει μελλοντικά στη χήρα και τα δύο τέκνα του προς αποκατάσταση διατροφής - χορήγηση σύνταξης, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του ασφαλισμένου του, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καθυστέρησης καταβολής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις, λόγω υποκατάστασης αυτού στα δικαιώματα των ανωτέρω έναντι του ως άνω υπαιτίου εναγομένου οδηγού και ήδη δευτέρου αναιρεσείοντος.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1553/2015 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία, αφού απέρριψε το κύριο αίτημα της εφάπαξ αποζημίωσης λόγω καταβολής όλων των παροχών, καθώς και το ως άνω υπό στοιχείο (β) επικουρικό αίτημα αναγνώρισης της υποχρέωσης καταβολής των περιοδικών παροχών κατά τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα από το χρόνο θανάτου του ασφαλισμένου του, έκανε εν μέρει δεκτή αυτήν και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, να του καταβάλουν με τους νόμιμους τόκους το ήδη καταβληθέν στους ως άνω συγγενείς του θανόντος ασφαλισμένου του ποσό των 11.289,03 ευρώ, συνολικά, και το δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου Φορέα να αξιώσει και την αντίστοιχη υποχρέωση των εναγομένων να αποζημιώσουν αυτόν για τις παροχές σύνταξης, τις οποίες θα υποχρεωθεί να καταβάλει στο μέλλον αυτός στα ανωτέρω μέλη της οικογένειας του θανόντος, όταν αυτές θα καταστούν ληξιπρόθεσμες.
Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 5.7.2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 3073/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν αυτήν, επικυρώνοντας την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση.
Κατά το άρθρο 25 ΑΚ οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη και αν δεν υπάρχει τέτοιο, εφαρμόζεται το δίκαιο που αρμόζει στη σύμβαση από το σύνολο των ειδικών συνθηκών, κατά δε το άρθρο 26 του ίδιου Κώδικα οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, όταν στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία υποκαθίσταται από τον νόμο φορέας κοινωνικής ασφάλισης ή αλλοδαπό δημόσιο ή τρίτος γενικά, που έχει υποχρέωση να ικανοποιήσει και ικανοποίησε το δανειστή, η νόμιμη υποκατάσταση τούτου στα δικαιώματα του δανειστή, εάν δεν υπάρχει άλλη συμβατική δέσμευση της πολιτείας, διέπεται, όχι από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για νόμιμη εκχώρηση της απαίτησης, η δε αξίωση του τρίτου έχει άμεσο έρεισμα το νόμο και δεν απορρέει από την αδικοπραξία, αλλά από το δίκαιο που διέπει τη σχέση στην οποία στηρίζεται η ικανοποίηση του δανειστή από τον τρίτο, δηλαδή το δίκαιο που διέπει τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης ή τη σχέση της δημόσιας υπηρεσίας με το δανειστή και γενικά τη σχέση η οποία στηρίζει την υποκατάσταση του τρίτου στα δικαιώματα του δανειστή από αδικοπραξία. Το δίκαιο αυτό θεωρούμενο ως Lex causae της υποκατάστασης θα εφαρμοστεί, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 19/1995, ΑΠ 999/2021, ΑΠ 684/2011). Η εφαρμογή του δικαίου τούτου τελεί υπό την προϋπόθεση, ότι δεν υπάρχει διμερής σύμβαση, με την οποία ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα. Τέτοια διμερής σύμβαση έχει συναφθεί μεταξύ Ελλάδος και Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και ειδικότερα, η από 28.3.1962 Ελληνογερμανική Σύμβαση περί Κοινωνικής Ασφάλισης, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4259/1962 και απέκτησε ισχύ νόμου.
Κατά το άρθρο 53 του ανωτέρω ν.δ., όταν πρόκειται για αξίωση αποκατάστασης προκληθείσας βλάβης, για την οποία ο παθών δικαιούται, κατά τη νομοθεσία ενός των συμβαλλομένων μερών, να στραφεί κατά τρίτου υπόχρεου, ο τελευταίος υποκαθίσταται στην αξίωση του παθόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον υπόχρεο. Επομένως, εφόσον ασκείται αξίωση γερμανικού ασφαλιστικού φορέα είναι εφαρμοστέο το γερμανικό δίκαιο. Η ρύθμιση αυτή, η οποία επικαλύπτεται από το άρθρο 93 παρ. 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους, που διακινούνται εντός της Κοινότητας, σύμφωνα με το οποίο: "Αν δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους χορηγούνται παροχές για ζημία προκληθείσα από περιστατικά που συνέβησαν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα τυχόν δικαιώματα του οφειλέτου φορέα έναντι του τρίτου, ο οποίος υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας, ρυθμίζονται κατά τον ακόλουθο τρόπο: α) όταν ο φορέας οφειλέτης υποκαθιστά, σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζεται απ` αυτόν, τον δικαιούχο στα δικαιώματα, τα οποία αυτός έχει έναντι του τρίτου, η υποκατάσταση αυτή αναγνωρίζεται από κάθε κράτος μέλος, β) όταν ο φορέας οφειλέτης έχει άμεσο δικαίωμα έναντι του τρίτου, κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει το δικαίωμα αυτό, τούτο έχει την έννοια ότι, εφόσον συντρέχει μια από τις προϋποθέσεις του νόμου και ο ασφαλισμένος δικαιούται αποζημίωση από τον υπαίτιο για την προκληθείσα σε βάρος του ζημία, η απαίτηση αυτή του ασφαλισμένου μεταβιβάζεται στον ανωτέρω φορέα της ασφαλίσεως στο μέτρο, κατά το οποίο αυτός οφείλει να προβεί σε παροχές προς το δικαιούχο της αποζημίωσης. Με την C-397/1996 απόφαση της Ολομέλειάς (Caise de pension des Versicherung AG), το ΔΕΚ ερμήνευσε την ως άνω πρόβλεψη του Κανονισμού ως κανόνα άρσεως συγκρούσεως νόμων, που επιβάλλει στο εθνικό δικαστήριο, το οποίο εκδικάζει αγωγή αποζημιώσεως κατά του προκαλέσαντος τη ζημία, την υποχρέωση να εφαρμόσει τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας, όχι μόνο για να προσδιορίσει, αν ο φορέας αυτός υποκαθίσταται εκ του νόμου στα δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα, αλλά και για να προσδιορίσει τη φύση και το περιεχόμενο των απαιτήσεων, στις οποίες υποκαθίσταται ο οφειλέτης φορέας. Επομένως, τόσο ο υποκατασταθείς οφειλέτης φορέας, όσο και τα εθνικά δικαστήρια κάθε κράτους μέλους οφείλουν να εφαρμόζουν τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο οποίο ανήκει ο οφειλέτης φορέας. Από την άλλη το άρθρο 93 παρ. 1 στοιχ. α` του ως άνω Κανονισμού δεν αποβλέπει στο να τροποποιήσει τους κανόνες, βάσει των οποίων προσδιορίζεται, αν και κατά πόσο θεμελιώνεται η εξωσυμβατική ευθύνη του τρίτου, που προκάλεσε τη ζημία. Το ζήτημα της ευθύνης του τρίτου εξακολουθεί να διέπεται από τους ουσιαστικούς κανόνες, που οφείλει καταρχήν να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε το θύμα ή οι εξ αυτού έλκοντες δικαιώματα, δηλαδή, καταρχήν, από τη νομοθεσία του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία. Εντεύθεν προκύπτει ότι δικαιώματα του θύματος ή των εξ αυτού ελκόντων δικαιώματα έναντι του προκαλέσαντος τη ζημία, καθώς και οι προϋποθέσεις άσκησης αγωγής αποζημίωσης ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου επήλθε η ζημία, προσδιορίζονται από τη νομοθεσία του κράτους αυτού, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων κανόνων του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου. Στην ένδικη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 4(2) του πέμπτου βιβλίου του γερμανικού κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB V) το αναιρεσίβλητο αποτελεί ως ΝΠΔΔ, ένα από τα προβλεπόμενα από το νόμο αυτοδιοικούμενα ασφαλιστικά ταμεία και αποτελεί φορέα κοινωνικής ασφάλισης υγείας (ΑΠ 736/2019).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 116 του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων - SGB/Χ ορίζεται ότι... "αξίωση αποζημίωσης που βασίζεται σε διάταξη νόμου, μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα ή τον φορέα κοινωνικής πρόνοιας, στο βαθμό, που αυτός εξαιτίας του ζημιογόνου γεγονότος υποχρεούται σε κοινωνικές παροχές, οι οποίες έχουν ως σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας αυτού του είδους και αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, για το οποίο ο ζημιώσας οφείλει να καταβάλει αποζημίωση. Σε αυτές συγκαταλέγονται και οι εισφορές, που πρέπει να καταβληθούν για κοινωνικές παροχές"...
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 119 παρ. 1 του ως άνω Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (SGB/Χ) ορίζεται ότι: "εφόσον η αξίωση αποζημιώσεως ενός υποκειμένου στην υποχρεωτική ασφάλιση ασφαλισμένου περιλαμβάνει και την αξίωση αποζημίωσης των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, η αξίωση αυτή μεταβιβάζεται στον ασφαλιστικό φορέα", κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: "αν ο ζημιωθείς ήταν υποχρεωτικά ασφαλισμένος κατά το χρόνο του ζημιογόνου γεγονότος, οι εισπραχθείσες ασφαλιστικές εισφορές ή τμήματα εισφορών θεωρούνται ως υποχρεωτικές εισφορές της συνταξιοδοτικής ασφάλισης. Με τη μεταβίβαση της αξίωσης προς αποζημίωση των εισφορών ο ασφαλισμένος στην κοινωνική ασφάλιση δεν επιτρέπεται να βρεθεί σε χειρότερη θέση εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε γίνει η μεταβίβαση..". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Γερμανικού δικαίου, που εφαρμόζεται ως προς την αξίωση αυτοδίκαιης υποκατάστασης εκ του νόμου του Φορέα, προκύπτει ότι η υποκατάσταση του φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, εφόσον βεβαίως του κατέβαλε παροχές, ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 116 του δέκατου βιβλίου του κώδικα κοινωνικών ασφαλίσεων (SGB Χ), που αφορά όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, άρα και τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο (ΝΠΔΔ). Η υποκατάσταση επέρχεται αυτοδικαίως εκ του νόμου. Η αξίωση αποζημίωσης είναι άμεση και ευθεία κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση τρίτου. Για τα ποσά, που επέρχεται υποκατάσταση, ο ασφαλισμένος δεν νομιμοποιείται πλέον ενεργητικά να ασκήσει αξίωση αποζημίωσης κατά του υπόχρεου. Η έκταση της υποκατάστασης συναρτάται από την υποχρέωση του φορέα να καταβάλει παροχές προς τον ασφαλισμένο του. Το καθοριστικό γεγονός είναι ότι ο φορέας έχει εκ του νόμου την υποχρέωση να καταβάλλει παροχές και όχι πότε θα τις καταβάλει. Δεν πρόκειται δηλαδή για υποκατάσταση ως προς συγκεκριμένες παροχές. Αυτές μπορεί να καταβληθούν μέσα σε χρονικό διάστημα ακόμη και δεκαετιών. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 118 του SGB Χ, το Δικαστήριο, που καλείται να κρίνει μια υπόθεση ασφαλιστικής υποκατάστασης του Φορέα κοινωνικής ασφάλισης στα δικαιώματα του ασφαλισμένου κατά του τρίτου ζημιώσαντος, δεσμεύεται από την απόφαση του φορέα για το ζήτημα, κατά πόσον είχε υποχρέωση να καταβάλει τις παροχές, τις οποίες κατέβαλε (ΑΠ 736/2019, ΑΠ 1190/2013).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 298 του ίδιου Κώδικα "η αποζημίωση περιλαμβάνει την μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί". Η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του Α.Κ. έχει ουσιαστικό μεν χαρακτήρα, εφόσον καθορίζει τα στοιχεία της αξίωσης αποζημιώσεως, αλλά και δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον επιτρέπει στον δικαστή να αρκεσθεί σε απλή πιθανολόγηση (ΑΠ 999/2021, ΑΠ 1306/2003). Ακολούθως, για να επιδικαστεί αποζημίωση για την μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της αποφάσεως, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 1448/2018, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2156/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006). Η απόρριψη της αγωγής γίνεται για τυπικούς και όχι για ουσιαστικούς λόγους δημιουργεί περιορισμένο δεδικασμένο, το οποίο εκτείνεται μόνο στα κριθέντα δικονομικά ζητήματα και όχι στην ύπαρξη ή μη ουσιαστικού δικαιώματος, που έχει καταχθεί σε δίκη, δηλαδή η τελεσίδικη απόφαση, με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως προώρως ασκηθείσα δεν δημιουργεί, ως προς τούτο δεδικασμένο, γιατί δεν πρόκειται για τομή της διαφοράς (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 1379/ 2010).
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 49/2019, ΑΠ 199/2018,ΑΠ 147/2018,ΑΠ 349/2014).
Περαιτέρω, η νομική ανεπάρκεια των αναφερομένων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος, ή ως αόριστη, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος (Ολ ΑΠ 18/1998, ΑΠ 261/2023, ΑΠ 186/2023).
Αντίθετα, η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία της αγωγής, συνίσταται, η μεν πρώτη στο ότι στο δικόγραφο αυτής (αγωγής) δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε δεύτερη στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του. Η ποσοτική αοριστία ελέγχεται με βάση τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η δε ποιοτική με βάση τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 299/2020, ΑΠ 886/2018). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, έκρινε αυτήν ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 46/2020, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 106/2015). Για να ιδρυθεί πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1697/2022, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 1283/2017, ΑΠ 597/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, παρά το ότι στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται επίκληση πραγματικών περιστατικών κατάλληλων να προκαλέσουν τη γένεση της επίδικης σχέσης, με βάση κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 69 του ΚΠολΔ περιπτώσεις, αναφορικά με τις μελλοντικές παροχές που αξιώνει ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, απέρριψε τον σχετικό περί αοριστίας ισχυρισμό τους, τον οποίον προέβαλαν με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και επανέφεραν με λόγο εφέσεως, και υπέπεσε έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Από την από 10.10.2013 αγωγή, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι, βάσει του άρθρου 90 του Κοινωνικού Ασφαλιστικού Νόμου (SGB) του γερμανικού δικαίου, ήταν υποχρεωμένος, να καταβάλλει σύνταξη στη χήρα και στα δύο ανήλικα τέκνα του θανόντος ασφαλισμένου του, προς αποκατάσταση της διατροφής τους, την οποία στερήθηκαν λόγω του θανάτου του συζύγου και πατέρα τους. Ότι η υποχρέωσή του για συνταξιοδότηση άρχισε την ημέρα του θανάτου του, δηλαδή στις 04.08.2011. Ότι, όπως είναι υποχρεωμένος, θα συνεχίσει να καταβάλει σύνταξη στη χήρα, μέχρι το 2040, οπόταν, δηλαδή, ο ασφαλισμένος του θα συμπλήρωνε το 75° έτος της ηλικίας του, μέσον όρο προσδόκιμου ζωής, μέχρι το οποίο θα εξακολουθούσε, να παρέχει διατροφή. Ότι, επειδή η υποχρέωσή του προς κάλυψη της διατροφής - χορήγησης σύνταξης στη χήρα και στις κόρες του ασφαλισμένου του υπάρχει και για το μέλλον, έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η έννομη σχέση που συνδέει αυτόν και τη χήρα, καθώς και τις κόρες του ασφαλισμένου του, από την οποία απορρέει η υποχρέωσή του για καταβολή σύνταξης σε αυτές (προς αποκατάσταση της διατροφής, που στερήθηκαν από το θάνατο του συζύγου - πατέρα τους - ασφαλισμένου του) από την κοινωνική ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου του, λόγω το θανάσιμου τραυματισμού του από το ανωτέρω ατύχημα, το ακριβές ύψος ποσών των οποίων δεν γνωρίζει σήμερα, καθ' ότι δεν έχουν ακόμη προκύψει, αλλά με βεβαιότητα θα προκύψουν μελλοντικά και θα βεβαιωθούν, πλην όμως θα έχει συμπληρωθεί η πενταετής παραγραφή των απαιτήσεών του. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων - αναιρεσειόντων για αποζημίωση αυτού για τις παροχές σύνταξης, που θα υποχρεωθεί να καταβάλει αυτός στα ανωτέρω μέλη της οικογένειας του θανόντος και θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο μέλλον. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθώς περιέχει όλα τα αναγκαία κατ' άρθρο 69 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, στοιχεία για την πληρότητά της κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα, προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενό της ότι νομίμως αξιώνει ως αποζημίωση από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες τις παροχές, που ήδη καταβάλλει και θα συνεχίσει να καταβάλλει ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, καθόσον αυτές δεν εξαρτώνται από αντιπαροχή.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 844/2022, Α.Π. 703/2022, Α.Π. 1373/2019, Α.Π. 1003/2019). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, να αναφέρονται οι διατάξεις του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, ο προταθείς ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν αυτόν, καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ενώ απαιτείται να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1485/2021, ΑΠ 1184/2015).
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"....Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Ι. Α., που γεννήθηκε την ...-1965, ήταν, λόγω προηγούμενης απασχόλησής του, ασφαλισμένος για συνταξιοδότηση στο ενάγον νομικό πρόσωπο με αριθμό ασφαλισμένου ... Λόγω του θανάτου του, ο ενάγων κατέβαλε σύνταξη χηρείας στη σύζυγο του αποβιώσαντος, Ε. Α., καθώς και ορφανική σύνταξη στα τέκνα αυτού, Α. - Ε. και Ε. - M. Α., από ...-2011. Ειδικότερα κατέβαλε τα ακόλουθα ποσά:....... Επομένως για τις ανωτέρω αιτίες ο ενάγων έχει υποστεί συνολική ζημία ύψους 11.289,03 ευρώ..... Κατόπιν των ανωτέρω το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση και έκανε μερικά δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας ότι οι εναγόμενοι εις ολόκληρον έκαστος υποχρεούνται να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 11.289,03 ευρώ νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής και αναγνώρισε επίσης ότι οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον οφείλουν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για τις παροχές σύνταξης που θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στην χήρα Ε. Α., και στα ανωτέρω ανήλικα τέκνα του εν ζωή ασφαλισμένου του Ι. Α., ως άμεση απόρροια του ανωτέρω ατυχήματος, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο κι τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες είναι απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολό της...". Ήδη με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες οι αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου περί παροχής σύνταξης: α) στη χήρα Ε. Α. από .../2013 έως .../2040 (εκ ποσού 98.228,806 ή σε μηνιαίες καταβολές), β) στη θυγατέρα του θανόντος Α. - Ε. Α. από .../2013 έως .../2029 (εκ ποσού 24.293,426 ή σε μηνιαίες καταβολές), γ) στη θυγατέρα του θανόντος Ε. Α. από ....2013 έως ....2031 (εκ ποσού 28.034,526 ή σε μηνιαίες καταβολές), τελείως αντιφατικά και χωρίς αιτιολογία δέχθηκε το αίτημα του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου να αναγνωριστεί ότι αυτοί οφείλουν να του καταβάλουν αποζημίωση για τις παροχές σύνταξης, που θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στα ανωτέρω πρόσωπα και απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεως ως αβάσιμο κατ' ουσία, επικαλούμενοι ότι από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης, δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιες μελλοντικές παροχές σύνταξης και ποιου χρονικού διαστήματος, για τις οποίες ανεγνώρισε ότι οφείλουν αυτοί να αποζημιώσουν τον αναιρεσίβλητο, εφόσον, προηγουμένως, είχε απορρίψει ως αβάσιμες κατ' ουσία τις μελλοντικές παροχές σύνταξης, χωρίς να υπάρχει σχετικό παράπονο γι' αυτό από τον αναιρεσίβλητο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν διαλαμβάνονται οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται να παραβιάσθηκαν. Σε κάθε περίπτωση δε, το Εφετείο, με βάση τα ανωτέρω, δεχόμενο ως ουσία βάσιμο το αίτημα για την αναγνώριση της υποχρέωσης των αναιρεσειόντων να καταβάλουν στο αναιρεσίβλητο τις μελλοντικές παροχές, που θα καταστούν ληξιπρόθεσμες, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προσήκουσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26, 298, 914, 926 και 928 του Α.Κ. και των προαναφερόμενων διατάξεων του Γερμανικού Κώδικα Κοινωνικής Ασφάλισης- SGB/X, περί αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης, που εφάρμοσε, καθόσον διαλαμβάνει πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις των εναγομένων - αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος αλλοδαπός Φορέας νομιμοποιείται ενεργητικά να αξιώσει στο μέλλον τις παροχές, που θα καταβάλει στη χήρα και στις θυγατέρες του άμεσα ασφαλισμένου του, σύμφωνα με τον γερμανικό κώδικα κοινωνικής ασφάλισης (SGB/X). Το ζήτημα, ότι ο ενάγων - αναιρεσίβλητος Φορέας, με την ένδικη αγωγή του, ζήτησε για το μέλλον την αναγνώριση της υποχρέωσης καταβολής των αναφερόμενων χρηματικών ποσών, αίτημα το οποίο το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού ερεύνησε εάν είναι βέβαιο, ότι θα επέλθει η ζημία, ύψους όσου τα συγκεκριμένα ποσά, εάν είναι εφικτός ο προσδιορισμός της ή αν η επέλευσή της εξαρτάται από αστάθμητους παράγοντες, απέρριψε ως προώρως ασκηθέν τελεσιδίκως (αφού αυτό δεν ήχθη προς κρίση ενώπιον του Εφετείου), είναι διαφορετικό και δεν συνιστά αντίφαση, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, σε σχέση με την ανωτέρω κρίση, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται πράγματι να αξιώσει αποζημίωση, συνεπεία αυτοδίκαιης εκ του νόμου υποκατάστασης, από τους εις ολόκληρον υπόχρεους εναγομένους - αναιρεσείοντες για τις παροχές, που θα καταστούν ληξιπρόθεσμες στο μέλλον και τις οποίες, σύμφωνα με τον SGB/X, θα καταβάλει υποχρεωτικά ως σύνταξη χηρείας στην χήρα και ως διατροφή στις θυγατέρες του άμεσα ασφαλισμένου του, εξαιτίας του τροχαίου δυστυχήματος για την αποκατάσταση της απορρέουσας από αυτό ζημίας, για την οποία αυτοί ευθύνονται εις ολόκληρον.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Τέλος, οι αναιρεσείοντες πρέπει, λόγω της ήττας τους, να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.2.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3073/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ