Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 131 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 131/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Φ. του Ε., 2) Α. Κ. του Σ. και 3) Ε. Φ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άρη Αρτόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "CORIS GREECE - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΖΗΜΙΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ανταποκρίτριας στην Ελλάδα της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "UNIQA INSURANCE PLC", που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αναστασία Νταραντάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-9-2013 αγωγή των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσειόντων (ατομικά και ως ασκούντων τη γονική επιμέλεια του ανήλικου τότε υιού τους - ήδη 3ου αναιρεσείοντος), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2535/2014 μη οριστική και 1686/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5640/2019 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανικάνου παραστάσεως στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου. Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν, στο δικό του όνομα και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του (ΑΠ375/2021, ΑΠ1975/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο τρίτος αναιρεσείων, Ε. Φ., ο οποίος γεννήθηκε την .../2001 και εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο από τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων, ως ασκούντες από κοινού τη γονική του μέριμνα, ενηλικιώθηκε την .../2019, πριν από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης και την άσκηση της αναίρεσης. Επομένως, αυτός παραδεκτά άσκησε την αναίρεση ατομικά και συμμετέχει στο όνομά του στην παρούσα δίκη.
Με την από 1/9/2020 (αριθμ. καταθ. 6195/746/2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5640/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (άρθρο 681Α ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 2/9/2020, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (10/10/2019), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5640/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων, ενεργώντας ατομικά και ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους Ε. Φ. (ήδη τρίτου αναιρεσείοντος), άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27/9/2013 αγωγή τους, με την οποία εξέθεσαν ότι από αμέλεια του πρώτου εναγομένου και ήδη μη διαδίκου Π. Ν., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, προκλήθηκε τροχαίο ατύχημα, με συνέπεια τον τραυματισμό του ανηλίκου τέκνου τους, υπό τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Ότι η δεύτερη εναγομένη και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "CORIS GREECE-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΖΗΜΙΩΝ ΕΠΕ", είναι ανταποκρίτρια στην Ελλάδα της αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "UNICA INSURANCE PLC", η οποία κάλυπτε ασφαλιστικά το ζημιογόνο όχημα, με τόπο συνήθους στάθμευσης τη Βουλγαρία και ότι το τρίτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" είναι εκ του νόμου υπόχρεο σε αποζημίωσή τους, αφού το ατύχημα συνέβη στην Ελλάδα. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα και κατόπιν παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο και περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησαν α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των λοιπών εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 419.036,16 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία, τόσο των ιδίων όσο και του ανηλίκου τέκνου τους, αλλά και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του ανηλίκου τέκνου τους και β) να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν, για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου τους, το ποσό των 25.000 ευρώ, κατ' άρθρο 931 ΑΚ και το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκαν, η υπ' αριθμ. 2535/2014 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η υπ' αριθμ. 1686/2017 οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή (ως ουσία αβάσιμη). Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από ...2018 έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ' άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ502/2020, ΑΠ1060/2017, ΑΠ1309/2017, ΑΠ1591/2014, ΑΠ76/2014, ΑΠ2181/2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ347/2025, ΑΠ1706/2023, ΑΠ1542/2023, ΑΠ163/2022, ΑΠ1492/2022, ΑΠ183/2021, ΑΠ68/2020, ΑΠ87/2019, ΑΠ66/2019).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 § 1 του ν. 2696/1999 (προϊσχύσαντος ΚΟΚ) "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή ναπροκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, να επιδεικνύουν ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά, στους υπερήλικες, στα άτομα με ειδικές ανάγκες και γενικώς στα πρόσωπα που χρειάζονται βοήθεια και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών, στους παρόδιους ή στους κατοικούντες πλησίον αυτών". Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 19 §§ 1-3 του ως άνω νόμου "1. ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2. ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού. Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων...Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει...και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας". Τέλος, σύμφωνα το άρθρο 20 § 1 του ίδιου νόμου, "το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας των αυτοκινήτων οχημάτων, μέσα στις κατοικημένες περιοχές, ορίζεται σε 50 χιλιόμετρα την ώρα, εκτός αν άλλως ορίζεται με ειδική σήμανση".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ2/2019). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006, ΑΠ687/2024, ΑΠ6/2022, ΑΠ1217/2020). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ687/2024, ΑΠ68/2020, ΑΠ12/2020, ΑΠ1217/2020). Με τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ687/2024, ΑΠ549/2022, ΑΠ1217/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση αυτής (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη για την ένδικη αίτηση αναίρεσης ζητήματα, αφενός της υπαιτιότητας του οδηγού του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, αφετέρου της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς εκάστου εμπλακέντος στο αυτοκινητικό ατύχημα και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα εξής πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Στις 13- 6-2012 και περί ώρα 19.40' ο 11ετής γιός των εναγόντων Ε. Φ., εκινείτο στην οδό ... στην Ευξεινούπολη Αλμυρού Βόλου, οδηγώντας ποδήλατο. Η ανωτέρω οδός έχει δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με πλάτος οδοστρώματος 8 μ. και στη συμβολή της με την οδό ... υπάρχει πινακίδα P-2 (STOP) για τους οδηγούς που κινούνται στην οδό .... Το επίδικο τροχαίο ατύχημα συνέβη στη συμβολή των οδών ... και .... Η οδός ... έχει επίσης δύο ρεύματα κυκλοφορίας, με μια λωρίδα ανά κατεύθυνση που διαχωρίζονται με μονή διαχωριστική γραμμή και έχει πλάτος 8.20 μ. Όταν το ποδήλατο που οδηγούσε ο ανήλικος Ε. Φ. έφθασε στη διασταύρωση των οδών ... και ..., συγκρούσθηκε με το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε ο P. N. και το οποίο εκινείτο στην οδό ..., με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ανήλικου οδηγού του ποδηλάτου και τις υλικές ζημίες των οχημάτων. Το ανωτέρω αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην αλλοδαπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "UNIQA INSURANCE", ανταποκρίτρια της οποίας στην Ελλάδα είναι η εφεσίβλητη εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία " CORIS GREECE - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΖΗΜΙΩΝ ΕΠΕ". Ειδικότερα, το ποδήλατο ενώ βρισκόταν εν κινήσει, μόλις εισήλθε στην οδό ..., όπου εκινείτο το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, επέπεσε με την εμπρόσθια ρόδα του στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του αυτοκινήτου και στη συνέχεια μετά τη σύγκρουση, ο ποδηλάτης εκτινάχθηκε διαγωνίως, με αποτέλεσμα να χτυπήσει με το κεφάλι του στο δεξιό άκρο του παρμπρίζ, ακολούθως να επιπέσει στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος και να τραυματισθεί. Κατά τον χρόνο του ατυχήματος, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, η ορατότητα περιοριζόταν ελάχιστα από δένδρα, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και οι καιρικές συνθήκες καλές, υπήρχε επαρκής φωτισμός (ημέρας), η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ήταν κανονική, το δε όριο ταχύτητας στο σημείο είναι 50χλμ/ώρα, καθόσον πρόκειται για κατοικημένη περιοχή. Με βάση τις μετρήσεις της Τροχαίας βρέθηκε ότι το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εκινείτο με ταχύτητα 29 χλμ/ώρα, ενώ η ταχύτητα του ποδηλάτου δεν προσδιορίσθηκε.
Περαιτέρω, από την τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης των Π. Δ. και Β. Τ., μηχανολόγων μηχανικών που διορίσθηκαν από τον Ανακριτικό Υπάλληλο του AT. Αλμυρού Μαγνησίας Χ. Κ., προκειμένου να διακριβωθεί η λειτουργικότητα των συστημάτων διευθύνσεως και πεδήσεως, φωτισμού, ο έλεγχος των τροχών, ελαστικών του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του ποδηλάτου, καθώς και από την τεχνική έκθεση του Γ. Σ., προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι δεν λειτουργούσε το μπροστινό φρένο του ποδηλάτου, ενώ το πίσω φρένο δεν ήταν σωστά ρυθμισμένο, με αποτέλεσμα τη μη κανονική λειτουργία του, με συνέπεια να μην καθίσταται δυνατό να ακινητοποιηθεί σε περίπτωση ενεργοποιήσεώς του. Επίσης, διορίσθηκε την 14-6-2012 από το AT Αλμυρού Μαγνησίας, ως πραγματογνώμονας ο Π. Σ. (πραγματογνώμων τροχαίων ατυχημάτων), προκειμένου να ερευνήσει το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Σύμφωνα με το πόρισμα του άνω πραγματογνώμονα, ο ανήλικος Ε. Φ., δεν διέκοψε την πορεία του προ της ρυθμιστικής πινακίδας P-2 (STOP) και εισήλθε στην οδό ..., όπου, κατά την εκτίμηση του πραγματογνώμονα, όταν αντιλήφθηκε τον κίνδυνο, διέκοψε την κίνηση του ποδηλάτου, αδυνατώντας πλέον να αντιδράσει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο προς αποτροπή του ατυχήματος. Επίσης, σύμφωνα με το ίδιο πόρισμα, η ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν 62 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι το αυτοκίνητο κατά την έναρξη της αντίδρασης του οδηγού του, κατέλιπε αρχικά στο οδόστρωμα ίχνη τροχοπέδησης μήκους 7,10 μ και αφού μεσολαβεί ένα κενό μεσοδιάστημα μήκους 7,50 μ., τα ίχνη συνεχίζονται στο οδόστρωμα και είναι μήκους 7,20 μ., όπου και η τελική θέση του οχήματος. Εκτιμά δε ο πραγματογνώμονας ότι στο κενό που προαναφέρεται, το όχημα συνεχίζει να τροχοπεδεί, έστω και χωρίς ισχυρή τροχοπέδηση (μπλοκάρισμα τροχών), με συνέπεια να επιβραδύνει και να ελαττώνεται κι άλλο η ταχύτητα του, προστιθέμενα αυτά τα ίχνη, συνολικά είναι 21,80 μ. και σύμφωνα με το νομογράφημα (με συντελεστή τριβής 0,70) η προσδιοριζόμενη ταχύτητα του αυτοκινήτου ανήρχετο σε 62χ/ω.
Πλην όμως το συμπέρασμα αυτό δεν κρίνεται ασφαλές, ενόψει ότι δεν προσδιορίζεται από το σύνολο των πραγματικών ιχνών τροχοπέδησης που κατέλειπε το αυτοκίνητο στο οδόστρωμα, αλλά από συνυπολογισμό και μέτρων που δεν φέρουν ίχνη τροχοπέδησης. Ούτε όμως ο υπολογισμός της ταχύτητας από τα επιληφθέντα αστυνομικά όργανα σε 29 χλμ την ώρα, βάσει των ιχνών τροχοπέδησης που κατέλειπε το όχημα 7,2 μέτρων, εκ των οποίων αφαιρέθηκε η απόσταση των μεταξονίων του οχήματος, ανερχόμενα σε 2,6 μέτρα, ήτοι με συνολικό μήκος πέδησης 4,6 μέτρα και συντελεστή τριβής 0,70, αποδίδει ακριβώς την ταχύτητα του αυτοκινήτου, καθώς δεν υπολογίστηκε ο χρόνος αντίδρασης του οδηγού, τα δε ίχνη πεδήσεως είναι μετά το πιθανό σημείο σύγκρουσης, όπου μέρος της ταχύτητας έχει ήδη ελαττωθεί λόγω του ελιγμού αποφυγής και της αντίληψης του κινδύνου (απελευθέρωση πετάλ γκαζιού). Όμως, λαμβανομένης υπόψη της τελικής θέσης του αυτοκινήτου που ήταν 34 χλμ μετά το σημείο σύγκρουσης, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα I. A., ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου, συνοδηγού στο αυτοκίνητο, ο οποίος κατέθεσε ότι το αυτοκίνητο είχε ταχύτητα 50 χλμ/ώρα, δηλαδή πολύ μεγαλύτερη της αρχικά εκτιμηθείσας ταχύτητας των 29 χλμ/ώρα, προκύπτει ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν αυξημένη και πάντως μεγαλύτερη του επιτρεπομένου ορίου των 50 χλμ/ώρα. Όμως, το γεγονός αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο τροχαίο ατύχημα, η πρόκληση του οποίου δεν βρίσκεται σε οποιαδήποτε σχέση ή συνάρτηση με αυτή, αλλά οφείλεται, στο γεγονός ότι ο ανήλικος παραβίασε την πινακίδα STOP που υπήρχε στην πορεία του και εισήλθε ανέλεγκτα στη διασταύρωση χωρίς να ελέγξει την κίνηση των διερχομένων οχημάτων, ούτε καν είχε τον νου του στο οδόστρωμα.
Συνεπώς και με την μικρότερη ταχύτητα των 50 χιλ/τρων την ώρα αν εκινείτο το αυτοκίνητο και πάλι το ατύχημα θα συνέβαινε, αφού ο οδηγός, έχοντας προτεραιότητα δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει και να αναμένει την εμφάνιση του ποδηλάτου, κατά την στιγμή δε του ατυχήματος δεν είχε πλήρη ορατότητα προς το ποδήλατο, αφού η ορατότητά του περιοριζόταν από μανδρότοιχο και δένδρα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προσκομιζόμενων φωτογραφιών.
Εξάλλου ο οδηγός αυτός οδηγώντας με σύνεση και προσοχή στον έμπροσθεν αυτού χώρο, μόλις επέπεσε στο δεξί μέρος του αυτοκινήτου του το ποδήλατο, τότε αντιλήφθηκε αυτό, λόγω της αιφνίδιας εισόδου του τελευταίου στην οδό και επιχείρησε τροχοπέδηση, ήτοι μετά τη σύγκρουση, ακινητοποίησε δε το όχημά του σε απόσταση 34 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, όπως αυτό σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας της τροχαίας. Αποδείχτηκε λοιπόν ότι ο οδηγός δεν είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει το ατύχημα με οποιοδήποτε τρόπο. Με βάση τις άνω παραδοχές ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 και 914 του ΑΚ, καθώς και των άρθρων 12, 19 και 20 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά εφάρμοσε, ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του Π. Ν., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, αφού έκρινε ότι η ως άνω υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Ειδικότερα, δέχθηκε, ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στο γεγονός ότι ο ανήλικος ποδηλάτης παραβίασε την πινακίδα STOP που υπήρχε στην πορεία του και εισήλθε ανέλεγκτα στη διασταύρωση, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των διερχομένων οχημάτων, ούτε καν είχε τον νου του στο οδόστρωμα, ότι ενώ το ποδήλατο βρισκόταν σε κίνηση, μόλις εισήλθε στην οδό ..., όπου εκινείτο το αυτοκίνητο, επέπεσε με την εμπρόσθια ρόδα του στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του αυτοκινήτου και μετά τη σύγκρουση ο ποδηλάτης εκτινάχθηκε διαγωνίως, με αποτέλεσμα να χτυπήσει με το κεφάλι στο δεξιό άκρο του παρμπρίζ, ακολούθως να επιπέσει στο δεξιό μέρος του οδοστρώματος και να τραυματισθεί και ότι και με την μικρότερη ταχύτητα των 50 χιλ/τρων την ώρα αν εκινείτο το αυτοκίνητο, και πάλι το ατύχημα θα συνέβαινε, αφού ο οδηγός, έχοντας προτεραιότητα, δεν ήταν δυνατόν να προβλέψει και να αναμένει την εμφάνιση του ποδηλάτου, προς το οποίο δεν είχε πλήρη ορατότητα κατά τη στιγμή του ατυχήματος, ότι αυτός οδηγούσε με προσοχή στον έμπροσθεν αυτού χώρο και αντιλήφθηκε το ποδήλατο μόλις επέπεσε στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου και επιχείρησε τροχοπέδηση μετά τη σύγκρουση και ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει το ατύχημα με οποιονδήποτε τρόπο. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στην ένδικη περίπτωση, οι πράξεις ή παραλείψεις εκάστου των εμπλεκόμενων (οδηγού του αυτοκινήτου και ποδηλάτη) στο ατύχημα, αποτέλεσαν ή δεν αποτέλεσαν την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ649/2022).
Επομένως, με το να κρίνει έτσι, το Εφετείο, ως προς την έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραβίασης του ανώτατου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητος και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ο οποίος επιτρεπτά προτάσσεται κατά την έρευνα, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι (ΑΠ621/2024, ΑΠ414/2023, ΑΠ649/2022), κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος ανωτέρω αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδάφιο β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, καθόσον, εκτός από την παράθεση της εν λόγω διάταξης και την κατά τους αναιρεσείοντες ερμηνεία της, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν από το Δικαστήριο, με ποιον τρόπο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, δηλαδή ποια είναι η εσφαλμένη έννοια, που αποδόθηκε από το άνω Δικαστήριο της ουσίας στους κανόνες δικαίου και ποια είναι η κατά τους αναιρεσείοντες ορθή έννοια των ίδιων κανόνων δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που η προσβαλλόμενη απόφαση φέρεται ότι παραβίασε (ΑΠ687/2024, ΑΠ502/2024, ΑΠ575/2024, ΑΠ250/2023, ΑΠ1300/2022, ΑΠ1620/2022, ΑΠ1285/2021, ΑΠ870/2020, ΑΠ109/2020, ΑΠ70/2020, ΑΠ555/2019, ΑΠ515/2018, ΑΠ755/2018), αφετέρου δε, διότι η επικαλούμενη αιτίαση ότι "σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η ταχύτητα του οχήματος διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην αντίληψη του κινδύνου από τον οδηγό, στο χρόνο αντίδρασης και στις αποφευκτικές ενέργειες του οδηγού", αναφέρεται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) και δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτών, ούτε στην υπαγωγή των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων της διαφοράς σε αυτούς.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 300, 330 και 914 του ΑΚ, καθώς και των άρθρων 12, 19 και 20 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων που εφαρμόστηκαν, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται τα περιστατικά που τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα και δη ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται στο γεγονός ότι ο ανήλικος ποδηλάτης παραβίασε την πινακίδα STOP, που υπήρχε στην πορεία του και εισήλθε ανέλεγκτα στη διασταύρωση, χωρίς να ελέγξει την κίνηση των διερχομένων οχημάτων, ούτε καν είχε τον νου του στο οδόστρωμα, ότι ενώ το ποδήλατο βρισκόταν σε κίνηση, μόλις εισήλθε στην οδό ..., όπου εκινείτο το αυτοκίνητο, επέπεσε με την εμπρόσθια ρόδα του στον εμπρόσθιο δεξιό τροχό του αυτοκινήτου, ενώ, αιτιολογείται η έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του αυτοκινήτου, με τις παραδοχές ότι αυτός, προσέχοντας τον έμπροσθεν αυτού χώρο, δεν είχε πλήρη ορατότητα προς το ποδήλατο πριν από τη σύγκρουση, ότι το αντιλήφθηκε μόλις επέπεσε στο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου, λόγω της αιφνίδιας εισόδου του ποδηλάτη στην οδό, οπότε και τροχοπέδησε, ότι η κίνησή του με ταχύτητα μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ορίου των 50χλμ/ώρα δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το ένδικο ατύχημα, αφού και αν το αυτοκίνητο κινείτο με την μικρότερη ταχύτητα των 50χλμ/ώρα, και πάλι το ατύχημα θα συνέβαινε, αφού ο οδηγός του, έχοντας προτεραιότητα, δεν ήταν δυνατό να προβλέψει την εμφάνιση του ποδηλάτου και ότι αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να αποτρέψει το ατύχημα με οποιονδήποτε τρόπο, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η έλλειψη υπαιτιότητας του εμπλακέντος στο ένδικο ατύχημα οδηγού του αυτοκινήτου. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες συνοψίζονται στο ότι: α) δεν προσδιορίζεται σε ποιο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... έγινε η σύγκρουση, δηλαδή εάν το αυτοκίνητο εκινείτο στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και πόσα μέτρα είχε εισέλθει το ποδήλατο μέσα στην οδό, β) κατά τον χρόνο του ατυχήματος, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας η ορατότητα περιοριζόταν ελάχιστα από δένδρα, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, υπήρχε επαρκής φωτισμός, ενώ, στην συνέχεια, αντιφατικά δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ορατότητα του οδηγού του αυτοκινήτου περιοριζόταν από μανδρότοιχο και δένδρα και δεν είχε πλήρη ορατότητα χωρίς μάλιστα να προσδιορίζει ποια ήταν σε μέτρα τελικά η ορατότητά του προς το ποδήλατο και σε κάθε περίπτωση ποια ήταν σε μέτρα η ορατότητα του οδηγού του αυτοκινήτου προς την οδό ... και από πόσα μέτρα μπορούσε ο οδηγός του αυτοκινήτου να αντιληφθεί τον ποδηλάτη, γ) η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η ταχύτητα του αυτοκινήτου ήταν αυξημένη και πάντως μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων την ώρα ως επιτρεπομένου ορίου, χωρίς να προσδιορίζει την ακριβή ταχύτητα του αυτοκινήτου ή κατά προσέγγιση, δ) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου είχε ταχύτητα μεγαλύτερη των 50χλμ/ώρα, δέχεται στην συνέχεια αντιφατικά ότι αυτός οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, ε) ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου αντιλήφθηκε το ποδήλατο μόλις αυτό έπεσε στο αυτοκίνητο και ότι αυτός οδηγούσε με σύνεση και προσοχή, δεν δικαιολογεί γιατί δεν μπορούσε να το αντιληφθεί νωρίτερα και από πόσα μέτρα, στ) η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την παραδοχή ότι η υπέρβαση του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας δεν έχει αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον οι φερόμενες ως ελλείψεις και αντιφάσεις στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ανάγονται στην ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί των συνθηκών του ενδίκου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό. Με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. , πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ680/2024). Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΟλΑΠ2/2008, ΑΠ684/2024, ΑΠ680/2024, ΑΠ321/2024, ΑΠ1370/2023, ΑΠ1102/2023, ΑΠ1126/2020, ΑΠ1034/2020, ΑΠ412/2019, ΑΠ705/2019). Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα, την υπ' αριθμ. 949/2017 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε μετά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής τους στον πρώτο βαθμό και με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου (Π. Ν.) για σωματική βλάβη από αμέλεια και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών με τριετή αναστολή, στην οποία (απόφαση) περιέχεται η κατάθεση του συνοδηγού A. I., ο οποίος κατέθεσε ότι η οδός ..., όπου κινείτο το αυτοκίνητο, είναι ευθεία σε 300 μέτρα και είχαν ορατότητα, η κατάθεση του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε ότι στα 20 μέτρα από το ατύχημα υπάρχει ακαδημία ποδοσφαίρου και "γίνεται χαμός από παιδιά εκείνη την ώρα", καθώς και η απολογία του κατηγορούμενου οδηγού, ο οποίος ανέφερε ότι δεν είδε παιδί, ότι νόμισε ότι χτύπησε σκυλί και ότι πάτησε φρένο μόλις άκουσε το χτύπημα. Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων) "και όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χρήσιμα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για ορισμένα των οποίων γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής προδικασίας (προανακριτικές εκθέσεις εξετάσεως μαρτύρων, έκθεση αυτοψίας και πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος του Αστυνομικού Τμήματος Αλμυρού), τα οποία εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (...), τις φωτογραφίες που οι διάδικοι με επίκληση προσκομίζουν, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε (...)", αλλά και από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, με ειδική αναφορά (5ο φύλλο) στην κατάθεση του μάρτυρα I. A. ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την προαναφερθείσα ποινική απόφαση, στην οποία περιέχεται η κατάθεση αυτή, την οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, αντικρούοντας αυτήν με τις ανωτέρω αιτιολογίες του. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από την ίδια δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1/9/2020 (αριθμ. καταθ. 6195/746/ 2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5640/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Σεπτεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ