ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 133/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 133/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 133/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 133 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 133/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων: 1) Ι. Α. του Ν., Χ. Α. του Α. και Ι. Α. του Α., κατοίκων ..., ως νόμιμων εκ διαθήκης κληρονόμων του Α. Α. του Ι., 2) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ... και Τ. Κ. του Δ., ως νόμιμων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του θανόντος Ι. Κ. του Δ. , 3) Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ως νόμιμης κληρονόμου του Ν. Σ. του Ν., 4) Φ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ως νόμιμης κληρονόμου της θανούσας Ε. Τ. του Δ., 5) Ν. Θ. του Δ., κατοίκου ... και Ε. Θ. του Δ., κατοίκου ..., ως νόμιμων εκ διαθήκης του θανόντος Μ. Χ. Κ. Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο - Ελευθέριο Τάγαρη, ο οποίος είχε καταθέσει προτάσεις στις 11-11-2022.

Του καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (2η ΔΥΠΕ)", που εδρεύει στην περιοχή Αγίου Ιωάννη Ρέντη στον Πειραιά Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Διοικητή αυτού. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Γεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις υπό την επωνυμία του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου "ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ" (ΔΥΠΕ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΑΙΓΑΙΟΥ), σύμφωνα με το άρθρου 1Ν. 3329/2005 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρου 27 Ν. 4771/2021 και ισχύει.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2015 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείου Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2017 και 1855/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 2387/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την από 4-1-2022 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 194/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ως προς τους αποβιώσαντες διαδίκους. Η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 22-7-2024 κλήση των καλούντων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι καλούντες α) Ι. Α. του Ν., Χ. Α. του Α. και Ι. Α. του Α., κάτοικοι ..., ως κληρονόμοι του θανόντος αναιρεσιβλήτου Α. Α. του Ι. , β) Π. Κ. του Δ. και Τ. Κ. του Δ., κάτοικοι ..., ως κληρονόμοι του θανόντος αναιρεσιβλήτου Ι. Κ. του Δ., γ) Κ. Σ. του Ν., κάτοικος ..., ως κληρονόμος του θανόντος αναιρεσιβλήτου Ν. Σ. του Ν. , δ) Φ. Τ. του Δ., κάτοικος ..., ως κληρονόμος της θανούσας αναιρεσίβλητης Ε. Τ. του Δ. και ε) Ν. Θ. του Δ., κάτοικος ... και Ε. Θ. Δ., κάτοικος ..., ως κληρονόμοι του θανόντος αναιρεσιβλήτου Μ. Χ. του Κ., με την από 22-7-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2024 κλήση επισπεύδουν νόμιμα νέα συζήτηση της από 4-1-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 2387/3-11-2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και της υπ' αριθμό 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 194/3-2-2023 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία διέταξε να επαναληφθεί η συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 254 του ΚΠολΔ) με σκοπό να προσκομισθούν με επιμέλεια των καλούντων που προαναφέρθηκαν έγγραφα αποδεικτικά της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων των ως άνω θανόντων αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα: Η πρώτη, η δεύτερη και ο τρίτος από τους καλούντες, Ι. Α. του Ν., Χ. Α. του Α. και Ι. Α. του Α., κάτοικοι ..., είναι νόμιμοι από διαθήκη κληρονόμοι του αρχικά αναιρεσιβλήτου Α. Α. του Ι., κατοίκου, όσο ζούσε, ... , όπως αυτό αποδεικνύεται από το από ...-2025 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Κύμης-Αλιβερίου Κ. Ζ. , από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2017 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του αρμοδίου υπαλλήλου των Δημοτολογίων του Δήμου Αιγάλεω Αττικής, από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Μαραθώνος και την από ...-2017 διαθήκη του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου που προαναφέρθηκε, η οποία δημοσιεύθηκε στις ...-2017.

Περαιτέρω η τέταρτη και ο πέμπτος από τους καλούντες, Π. Κ. του Δ. και Τ. Κ. του Δ., κάτοικοι ..., είναι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αρχικά αναιρεσιβλήτου Ι. Κ. του Δ., κατοίκου, όσο ζούσε ... , όπως αυτό αποδεικνύεται από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Γορτυνίας Ε. Ν., από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2022 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της αρμόδιας υπαλλήλου των Δημοτολογίων του Δήμου Γορτυνίας Αρκαδίας Β. Ρ., από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2022 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών και τα υπ' αριθμό ... και .../2022 πιστοποιητικά του Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Η έκτη καλούσα, Κ. Σ. του Ν., κάτοικος ..., είναι νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αρχικά αναιρεσιβλήτου Ν. Σ. του Ν., κατοίκου, όσο ζούσε Αθηνών, όπως αυτό αποδεικνύεται από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Καισαριανής Αττικής Μ. Α. και από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2017 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της αρμόδιας υπαλλήλου του Γραφείου Δημοτολογίου του Δήμου Περάματος Αττικής. Η έβδομη καλούσα, Φ. Τ. του Δ. , κάτοικος ..., είναι νόμιμη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της αρχικά αναιρεσίβλητης Ε. Τ. του Δ. , κατοίκου, όσο ζούσε ... , όπως αυτό αποδεικνύεται από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Πειραιώς Α. Α. και από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών της αρμόδιας υπαλλήλου του Δήμου Πειραιά Α. Β. Η όγδοη και η ένατη από τις καλούσες, Ν. Θ. του Δ. και Ε. Θ. του Δ. , κάτοικοι ... , είναι νόμιμες από διαθήκη κληρονόμοι του αρχικά αναιρεσιβλήτου, Μ. Χ. του Κ., κατοίκου, όσο ζούσε ... , όπως αυτό αποδεικνύεται από το από ...-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Αθηναίων Β. Μ., από το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου ...-2023 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της αρμόδιας υπαλλήλου του Γραφείου Δημοτικής και Αστικής Κατάστασης του Δήμου Χαλανδρίου Αττικής Μ. Σ. και την από ...-2021 διαθήκη του αποβιώσαντος αρχικά αναιρεσιβλήτου που προαναφέρθηκε, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία στις ...-2022 με την υπ' αριθμό 27/10-5-2022 πράξη της Ειρηνοδίκη Περιστερίου Αττικής. Το καθού η κλήση- αναιρεσείον εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητεί την ιδιότητα των καλούντων ως κληρονόμων των ως άνω θανόντων αναιρεσιβλήτων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Οι αρχικώς ενάγοντες, Α. Α. του Ι., κάτοικος, όσο ζούσε ... , Ι. Κ. του Δ., Σ. Ν. του Ν., κάτοικοι, όσο ζούσαν ... , Ε. Τ. του Δ., κάτοικος, όσο ζούσε ... και Μ. Χ. του Κ., κάτοικος, όσο ζούσε ... , ιατροί - όπως και τετρακόσιοι δέκα οκτώ (418) άλλοι απλοί ομόδικοί τους που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη - στην από 5-5-2015 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2015 αγωγή τους - την οποία είχαν απευθύνει ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς και είχαν στρέψει κατά του εναγομένου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (2η ΔΥΠΕ)" εξέθεσαν τα εξής: Ότι κατά τις ημεροχρονολογίες που ανέφεραν στην αγωγή είχαν καταρτίσει σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 1204/1972 με το "Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ." ειδικές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφεραν σε αυτό προσηκόντως τις ιατρικές τους υπηρεσίες. Ότι στη συνέχεια και, ειδικότερα, από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν κατά τις διατάξεις του ν. 4328/2014 στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας", το διακριτικό τίτλο "Ε.Ο.Π.Υ.Υ." και έδρα το Αμαρούσιο Αττικής. Ότι σε εκτέλεση των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 4238/2014 μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν στο εναγόμενο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "2η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς και Αιγαίου (2η ΔΥΠΕ)" και έδρα τον Πειραιά. Ότι το μισθολογικό τους καθεστώς διεπόταν διαδοχικά από τις διατάξεις των νόμων 1505/1984, 2470/1997, 3205/2003 και 4024/2011. Ότι κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η υπ' αριθμό οικ. 2/16519/0022 ΚΥΑ (Φ.Ε.Κ. Β 465/2012) με την οποία αποφασίσθηκε η χορήγηση από ...-2012 επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας ποσού 150 Ευρώ το μήνα σε περισσότερες ειδικότητες εργαζομένων μεταξύ των οποίων και στο προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, καθώς και στους οδηγούς και βοηθούς ασθενοφόρων μονάδων υγείας και ότι, τέλος, δικαιούνται και οι ίδιοι το επίδομα σύμφωνα με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, οι οποίες έχουν εισαχθεί με τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1 εδάφιο β του Συντάγματος. Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς για την αιτία που προαναφέρθηκε και για το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως ...014 το ποσό των 4.725 ευρώ (150 ευρώ Χ 31,5 μήνες) με το νόμιμο τόκο. Το Ειρηνοδικείο Πειραιώς δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 663, 664 έως 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 112/2017 οριστική απόφαση, με την οποία δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και επιδίκασε στον κάθε ενάγοντα ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας ποσό 4.725 Ευρώ νομιμότοκα. Το εναγόμενο άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από ...-2017 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10088/185/2017 έφεση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 520 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) και ζήτησε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, την οποία είχαν ασκήσει οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες εναντίον του. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δίκασε την υπόθεση ερήμην του εκκαλούντος και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 1855/24-5-2019 τελεσίδικη απόφαση με την οποία απέρριψε την έφεση ως ανυποστήρικτη, επειδή το εκκαλούν είχε έγκυρα ερημοδικασθεί (άρθρα 591 παράγραφος 7 του ΚΠολΔ). Μετά από αυτό η υπ' αριθμό απόφαση του Ειρηνοδικείου Πειραιά ενσωματώθηκε στην απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου Το εκκαλούν άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 2-8-2019 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2019 ανακοπή ερημοδικίας με αίτημα να εξαφανισθεί η ανακοπτομένη απόφαση, επειδή στην κατ' έφεση δίκη δεν είχε παραστεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου από λόγους ανώτερης βίας. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά δίκασε την ανακοπή ερημοδικίας αντιμωλία των διαδίκων και εξέδωσε την υπ' αριθμό ...-2021 απόφαση με την οποία απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας ως αβάσιμη. Οι καθών η ανακοπή ερημοδικίας επέδωσαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στο ανακόπτον την απόφαση που προαναφέρθηκε στις ...2021, όπως αυτό προκύπτει από τη σημείωση του δικαστικού επιμελητή, μέλους της εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία "... Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών" στο αντίγραφο της απόφασης που επιδόθηκε (άρθρο 139 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό κρίση από 4-1-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2022 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - μέσα στην προθεσμία των τριάντα (30) ημερών από την επομένη της έγκυρης επίδοσης στο αναιρεσείον της υπ' αριθμό ...-2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (άρθρο 564 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553, 554, 556, 558, 566 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 του ΚΠολΔ). Α) Ως προς τους λόγους αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 2387/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς Σύμφωνα με το άρθρο 673 του ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη κατ' άρθρο 674 παράγραφος 2 του ιδίου Κώδικα, στις εργατικές διαφορές (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ) ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται, αν εκείνος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Η διάταξη αυτή καταργήθηκε από 1-1-2016 με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 που αντικατέστησε το ΒΙΒΛΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ του ΚΠολΔ που περιείχε τα άρθρα 591 έως 681 Δ και περιέχει πλέον τα άρθρα 591 έως 645, με συνέπεια την σιωπηρή κατάργηση των άρθρων 646 έως 681 Δ του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 162/2021, ΑΠ 642/2019). Στην παράγραφο 2 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-12016". Ακόμη, κατά το άρθρο 591 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο της άσκησης της από 2-8-2019 με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2019 ανακοπής ερημοδικίας του ανακόπτοντος ν.π.δ.δ. κατά της υπ' αριθμό 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά, δηλαδή, την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και πριν την τροποποίηση του με το άρθρο 39 του Ν. 4842/2021 (Α 190), ορίζεται στην παράγραφο 1 αυτού ότι " Τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών" και στην παράγραφο 7 ότι "κατά την εκδίκαση της ανακοπής ερημοδικίας, της έφεσης και της αναψηλάφησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για την εκδίκαση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο. Η αναίρεση εκδικάζεται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στις διατάξεις των άρθρων 591 έως 645".

Περαιτέρω το άρθρο 501 του ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Ανακοπή κατά απόφασης που έχει εκδοθεί ερήμην επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας". Ως ανώτερη βία νοείται κάθε εξαιρετικό, ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και δεν ήταν δυνατό να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 29/1992, ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 741/2016). Η ανώτερη βία, δηλαδή, η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 152 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, έχει όμοιο εννοιολογικό περιεχόμενο με την ανώτερη βία του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 484/2010). Δικονομική ανώτερη βία επομένως αποτελεί η αδυναμία του διαδίκου ή και του πληρεξουσίου του να ανταποκριθούν σε δικονομικό βάρος με συνέπεια η διαδικαστική πράξη που επιχειρούν να πάσχει από ακυρότητα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1115/2019). Γεγονότα ανώτερης βίας θεωρούνται μεταξύ άλλων η αιφνίδια ασθένεια του πληρεξουσίου δικηγόρου του διαδίκου, η οποία εμπόδισε το δικηγόρο να παραστεί στο δικαστήριο ή να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για την ανάθεση σε άλλο δικηγόρο να ενεργήσει τη συγκεκριμένη διαδικαστική πράξη, εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας (ΑΠ 544/2016, ΑΠ 1568/2013, ΑΠ 1778/2013). Η διάταξη του άρθρου 501 του ΚΠολΔ ως προς τη νομική έννοια της ανώτερης βίας είναι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1115/2019, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 764/2013). Η παράβασή της συνεπώς ελέγχεται αναιρετικά κατά περίπτωση είτε από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, είτε από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 560 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ για να διαπιστωθεί αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ως αποδεδειγμένα δικαιολογούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας την κρίση του ότι ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανώτερη βία (ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1540/2017, ΑΠ 741/2016, ΑΠ 219/2016). Η ίδια κρίση ελέγχεται αναιρετικά και από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ και την αντίστοιχη του άρθρου 560 παράγραφος 6 του ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης και ιδίως για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα στις αιτιολογίες (ΑΠ 741/2016).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 1/2021). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013, ΑΠ 1289/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και Ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν όσα εκτίθενται σε αυτή, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 1289/2021, ΑΠ 1158/2015).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 268/2020, ΑΠ 517/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 261/2016) αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019). Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο παρών λόγος ιδρύεται και εάν οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο. Δεν αρκεί η προσκόμιση του εγγράφου ή άλλου αποδεικτικού μέσου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητα του εγγράφου, η δε επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όχι δε με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται για την απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 1381/2019, ΑΠ 759/2018). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται και από τη χρήση της λέξης "μόνο" (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 705/2022, ΑΠ 1371/2021, ΑΠ 366/2019). Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνεται o λόγος αναίρεσης που αναφέρεται στο άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 391/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ειδικότερα τα εξής που αφορούν στην παρούσα αναιρετική δίκη: " [...] Με την με αριθμό 112/2017 (αληθώς 1855/2019) απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου (ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών εργατικών διαφορών) που δίκασε ερήμην του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσείοντος) απορρίφτηκε η από ...- 2017 και με αριθμ. εκθ. καταθ. Δικ. 11110/5488/2017 έφεση του και έγινε δεκτή η με αριθμό Εκθ. Καταθ. 54/28/5/2015 αγωγή.

Κατά της αποφάσεως αυτής το εκκαλούν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, με την οποία υποστήριζε ότι η ερημοδικία του οφειλόταν σε γεγονότα ανώτερης βίας, τα οποία αναφέρονται με λεπτομέρεια στην παραπάνω ανακοπή του. Από το δικόγραφο της ανακοπής προκύπτει ότι τα γεγονότα ανώτερης βίας που επικαλέστηκε ο εκκαλών για τη θεμελίωση της ανακοπής του ήταν το ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος του, Ευστράτιος Σημαντήρης διευθυντής της Νομικής του Υπηρεσίας πάσχει χρονίως από σκλήρυνση κατά πλάκας και την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου της 24-9-2018 αδυνατούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι του διότι δεν υπάκουαν τα πόδια του. Ο προαναφερθείς δικηγόρος του ανακόπτοντος ενημέρωσε την γραμματεία της ΔΥΠΕ για το κώλυμα εμφάνισης του στο Δικαστήριο του Πειραιά η οποία τηλεφώνησε σε όλους τους συνεργαζόμενους της δικηγόρους της Αθήνας και του Πειραιά οι οποίοι αδυνατούσαν να παρουσιαστούν αντί αυτού στο Δικαστήριο του Πειραιά την ώρα έναρξης της δίκης στις 9.00. Ο ίδιος τηλεφώνησε και στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εφεσίβλητων πλην όμως αυτός είχε καταθέσει δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠΟΛΔ και είχε προκαταθέσει προτάσεις, έγγραφα και φάκελο. Τα παραπάνω αναγράφονται στο δικόγραφο της ανακοπής προκειμένου να στηρίξουν την έννοια της ανωτέρας βίας και επιβεβαιώθηκαν από τον ίδιο τον μάρτυρα στην ενώπιον του Δικαστή του παρόντος Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση του. Όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο ίδιος πληρεξούσιος δικηγόρος του ανακόπτοντος είχε χρεωθεί από την υπηρεσία την κατάθεση προτάσεων και την παράσταση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά στην κατ' έφεση δίκη των καθ' ων η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητων), καθόσον η ασκηθείσα έφεση του ανακόπτοντος υπογράφεται από άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο του ανακόπτοντος και δη τον Ηλία Πολλάλη του Δ.Σ.Π, καθώς επίσης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιώς στην δικάσιμο της 28-4-2017 παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Πέτρος ΣΑΝΤΑΜΟΥΡΗΣ.

Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε το ανυπέρβλητο κώλυμα που συνέβη στον μάρτυρα του ανακόπτοντος και πληρεξούσιο δικηγόρο του τον Ευστράτιο Σημαντήρα δηλαδή η αδυναμία του να προσέλθει στο ανειλημμένο Δικαστήριο που είχε στις 24 Σεπτεμβρίου 2018 διότι δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό που να βεβαιώνει την αδυναμία του να προσέλθει στο Δικαστήριο την συγκεκριμένη ημερομηνία. Γεγονός είναι ότι προσκομίζονται από το ανακόπτοντες οι από ...- 2016, ...-2016, ...-2016, ...-1017, ...2017, ...-2018, ...2019, ...-2020, ...-2020 ιατρικές γνωματεύσεις του καθηγητή νευρολογίας Κ. Β., καθώς επίσης και την προσκομισθείσα από ...-2012 ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή νευρολογίας Μ. Δ. του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι αυτός πάσχει από χρόνια σκλήρυνση κατά πλάκας, πλην όμως δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός συνεπεία της ανωτέρω ασθένειας του αδυνατούσε να μετακινηθεί είτε την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου, είτε τις προγενέστερες, είτε τις μεταγενέστερες ημέρες.

Συνεπώς από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν πιθανολογείται η επικαλούμενη ανώτερη βία του πληρεξουσίου δικηγόρου του ανακόπτοντος (απρόβλεπτη ασθένεια του) πλην της μαρτυρικής κατάθεσης του ίδιου δικηγόρου, η οποία όμως δεν συνδυάζεται και με άλλα αποδεικτικά μέσα και δη ιατρικό πιστοποιητικό ασθένειας του και ως εκ τούτου αυτή από μόνη της δεν μπορεί να στηρίξει το κώλυμα του ανωτέρω δικηγόρου του ανακόπτοντος να το εκπροσωπήσει στο δικαστήριο την δικάσιμο της 24-9-2018. Ενόψει των παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί ο ως άνω μοναδικός λόγος της ένδικης ανακοπής ως ουσία αβάσιμος και η τελευταία στο σύνολό της [...]". Στον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την με αριθμ. 2387/2021 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τη διάταξη ορθώς του άρθρου 501 του ΚΠολΔ και όχι 673 του ΚΠολΔ - επειδή, όταν στις 2-8-2019 είχε ασκηθεί η ανακοπή ερημοδικίας, είχε καταργηθεί σιωπηρά η διάταξη του άρθρου 673 του ΚΠολΔ - με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Το αναιρεσείον επικαλείται, ειδικότερα, ότι το Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση α) ότι η αναιρεσιβαλλομένη, μολονότι δέχθηκε ότι τα περιστατικά, τα οποία είχε αναφέρει στην ανακοπή του για να θεμελιώσει το λόγο ανώτερης βίας που είχαν εμποδίσει τον πληρεξούσιο Δικηγόρο του να παραστεί κατά την εκδίκαση της έφεσης, επιβεβαιώθηκαν από το μάρτυρά του κατά την ένορκή εξέτασή του, παρόλα αυτά δέχεται αντιφατικά ότι δεν αποδείχθηκε η αδυναμία του πληρεξουσίου Δικηγόρου του να προσέλθει στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο της 24-9-2018 για το λόγο ότι το ανακόπτον δεν είχε προσκομίσει ιατρικό πιστοποιητικό, από το οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί το ανυπέρβλητο αυτό κώλυμα του πληρεξουσίου Δικηγόρου του, β) ότι, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι "είναι γεγονός ότι προσκομίζονται από το ανακόπτον οι από ...- 2016, ...-2016, ...-2016, ...-2017, ...2017, ...-2018, ...2019, ...2020, ...-2020 ιατρικές γνωματεύσεις του καθηγητή νευρολογίας Κ. Β., καθώς επίσης και την προσκομισθείσα από ...-2012 ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή νευρολογία Μ. Δ. του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών, με τις οποίες βεβαιώνεται ότι αυτός πάσχει από χρόνια σκλήρυνση κατά πλάκας πλην, όμως, δεν προσκομίζεται ιατρικό πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός συνεπεία της ανωτέρω ασθένειας του αδυνατούσε να μετακινηθεί, είτε την συγκεκριμένη ημέρα της δικασίμου, είτε τις προγενέστερες, είτε τις μεταγενέστερες ημέρες", δέχθηκε, ωστόσο, στη συνέχεια ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν είχε πιθανολογηθεί ότι ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του δεν είχε παραστεί στην κατ' έφεση δίκη από γεγονός ανωτέρας βίας, εκτός από την κατάθεση του ίδιου, η οποία όμως δεν ενισχυόταν από ιατρικό πιστοποιητικό, γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτό και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ότι δεν έλαβε υπόψη την από ...-2021 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου Γ. Κ. που αυτό προσκόμισε με την προσθήκη στις προτάσεις του. Από την επισκόπηση, όμως, της ως άνω αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε την ανακοπή ερημοδικίας του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ δέχθηκε - και μάλιστα με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες - ότι στην προκειμένη περίπτωση ο πληρεξούσιος Δικηγόρος του αναιρεσείοντος δεν εμποδίσθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 24-9-2018 - όταν συζητήθηκε η έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με συνέπεια να δικασθεί ερήμην και να απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη - από γεγονός απρόβλεπτο και αναπότρεπτο ακόμη και με μέτρα άκρας σύνεσης και επιμέλειας, δηλαδή από περιστατικά ανώτερης βίας.

Η κρίση εξάλλου του ως άνω Δικαστηρίου ότι δεν είχε πιθανολογηθεί ανυπέρβλητο κώλυμα στο πρόσωπο του πληρεξουσίου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος να παραστεί ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου και να το εκπροσωπήσει στη δίκη κατά τη δικάσιμο στις 24-9-2018 δεν έρχεται σε αντίφαση με τις παραδοχές της ότι ο μάρτυρας του αναιρεσείοντος και πληρεξούσιος δικηγόρος του επιβεβαίωσε τα αναγραφόμενα στην ανακοπή περιστατικά και ότι, επιπλέον, το αναιρεσείον είχε επικαλεσθεί και είχε προσκομίσει ιατρικές γνωματεύσεις από τις οποίες αποδεικνυόταν ότι πληρεξούσιος δικηγόρος του πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας, επειδή το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν είχε πιθανολογηθεί αδυναμία εμφάνισης του πληρεξουσίου Δικηγόρου του αναιρεσείοντος κατά τη συγκεκριμένη μόνο δικάσιμο της 24-9-2018. Οι ειδικότερες αιτιάσεις, τις οποίες προβάλλει το αναιρεσείον κατά της αναιρεσιβαλλομένης, α) ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα, ότι δεν έλαβε υπόψη την από ...-2021 ιατρική γνωμάτευση της νευρολόγου Γ. Κ. από την οποία μπορούσε να αποδειχθεί η αδυναμία του πληρεξουσίου Δικηγόρου του να παραστεί και να το εκπροσωπήσει στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και β) ότι δεν έλαβε υπόψη το ίδιο αποδεικτικό μέσο, μολονότι το είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει νόμιμα ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου για να αποδείξει τον ουσιώδη ισχυρισμό που προαναφέρθηκε, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι το αποδεικτικό μέσο δεν αποτελεί "πράγμα" για να μπορεί επομένως να θεμελιωθεί παραδεκτά λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ και β) η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο, το οποίο οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα για να αποδείξουν ουσιώδη ισχυρισμό στη δίκη, δεν προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ως προς όλες του τις αιτιάσεις.
Β) Ως προς τους λόγους αναίρεσης κατά της υπ' αριθμό 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο είχε δικάσει ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο Κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η διάταξη αυτή καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι δεσμεύει και το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μην αντιμετωπίζει κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας διακρίσεις ή εξαιρέσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Τη συνδρομή τέτοιου συμφέροντος ελέγχουν τα δικαστήρια, ενόψει της κατά το άρθρο 93 παρ. 4 εξουσίας τους να μη εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του' είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα.

Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλεισθεί από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική εκείνη μεταχείριση, η διάταξη που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Στην περίπτωση αυτή, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοσθεί και για εκείνους, σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για την κατηγορία υπέρ της οποίας θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26, 73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 957/2018)

Εξάλλου, με το ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της δημόσιας διοίκησης κ.λπ." ρυθμίσθηκαν τα ζητήματα των νομίμων αποδοχών των υπαλλήλων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ). Το μισθολόγιο αυτό, μέχρι την από 1.1.2004 κατάργησή του με το άρθρο 28 του ν. 3205/2003, είχε εφαρμογή στους μη ανήκοντες στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ) ιατρούς, οι οποίοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ (άρθρο 1 παρ. 2 περ. δ' του ν. 2470/1997). Σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 7 του ν. 2470/1997, πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, χορηγήθηκε μηνιαίο επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό", στο προσωπικό των νοσοκομείων και θεραπευτηρίων της χώρας, καθώς και του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 2716/1999, η χορήγηση του νοσοκομειακού επιδόματος επεκτάθηκε και στο προσωπικό των κέντρων υγείας και των κέντρων ψυχικής υγείας. Η καταβολή του επιδόματος διατηρήθηκε και μετά τη δημοσίευση του ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κ.λπ.", σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ.5 του οποίου χορηγήθηκε επίδομα, που χαρακτηρίσθηκε ως "νοσοκομειακό και τροφής", στο προσωπικό των νοσοκομείων, των μονάδων κοινωνικής φροντίδας της χώρας, του ΕΚΑΒ, των κέντρων υγείας, των ΝΠΔΔ του Τομέα Πρόνοιας και των κέντρων ψυχικής υγείας.

Εξάλλου, με το άρθρο 18 παράγραφος 1 εδάφιο α' του ν. 2150/1993 ορίζεται ότι "οι υπηρετούντες στο ΙΚΑ ιατροί με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή με ειδική σύμβαση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εξομοιώνονται μισθολογικά με τους μόνιμους θεραπευτές ιατρούς του Ιδρύματος". Με την 2043269/6792/0022/1997 κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 587), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν. 2470/1997 και του 119/1975 και αντικαταστάθηκε με την 2052675/5630/0022/1998 ΚΥΑ των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ B' 944), επεκτάθηκαν από 1.1.1997 στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 2470/1997 τόσο στους μόνιμους ιατρούς του ΙΚΑ, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονταν από τους ν. 1505/1984 και ν. 1810/1988, όσο και στους με σύμβαση ιατρούς του Ιδρύματος, οι οποίοι είχαν εξομοιωθεί μισθολογικά με τους μόνιμους ιατρούς με το ν. 2150/1993. Στη συνέχεια με το άρθρο 13 παρ.3 περ. δ του ν. 2703/1999 (ΦΕΚ Α 72) ορίσθηκε ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, που μισθοδοτούνται με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 247011997. Η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999 που προαναφέρθηκε κατά το μέρος της με το οποίο, σιωπηρώς, εξαιρούνται από την καταβολή του νοσοκομειακού επιδόματος οι ιατροί, οι οποίοι εργάζονται σε νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, που παρέχουν πρωτοβάθμια περίθαλψη, κρίθηκε ότι παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), διότι το επίδομα αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2470/1997, όπως συμπληρώθηκαν, καταβάλλεται όχι μόνο σε ιατρούς που προσφέρουν υπηρεσίες σε μονάδες δευτεροβάθμιας περίθαλψης, όπως τα νοσοκομεία, αλλά και σε μονάδες πρωτοβάθμιας περίθαλψης, όπως τα κέντρα υγείας με μοναδική προϋπόθεση την προσφορά της υπηρεσίας αυτής με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση. Ειδικότερα κρίθηκε ότι για την αποκατάσταση της ισότητας μεταξύ αφ' ενός των ιατρών των κέντρων υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, που λαμβάνουν το νοσοκομειακό επίδομα, αν και δεν απασχολούνται σε νοσοκομεία και αφ' ετέρου των ιατρών των τοπικών μονάδων υγείας του ΙΚΑ, που δεν το λαμβάνουν, αν και εργάζονται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες, η διάταξη του άρθρου 13 παρ.3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του ΙΚΑ, πρέπει να έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος (ΑΠ 506/2019, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 1467/2014). Ακολούθως και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β', σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 3235/2004, από την 18.2.2004, κατά την οποία άρχισε η ισχύς του, η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας παρέχεται και από τις μονάδες πρωτοβάθμιας φροντίδας των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφάλισης (ΟΚΑ), που μετονομάζονται σε κέντρα υγείας του οικείου ΟΚΑ. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι νομαρχιακές ή τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ, μετά την ως άνω ημερομηνία, εξομοιώνονται με τα κέντρα υγείας. Κατά συνέπεια, τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων στα κέντρα υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα, σύμφωνα με τους νόμους 2740/1997 και 3205/2003, έχουν, πλέον, ευθεία εφαρμογή και στους εργαζόμενους των κέντρων υγείας του ΙΚΑ (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 233/2021, ΑΠ 957/2018, ΑΠ 1312/2017).

Περαιτέρω, με το ήδη καταργηθέν με το άρθρο 34 του ν. 4354/2015 (που ισχύει από 1.1.2016) άρθρο 15 του ν. 4024/2011 (εφαρμογή ενιαίου μισθολογίου), που ίσχυε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ορίστηκαν τα εξής: "Εκτός από το βασικό μισθό του υπαλλήλου, δύναται να χορηγηθεί επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, μέχρι του ποσού των εκατόν πενήντα (150) ευρώ μηνιαίως. οι δικαιούχοι του εν λόγω επιδόματος, καθώς και οι όροι και προϋποθέσεις χορήγησης του καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, η οποία εκδίδεται σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Κατ' εξουσιοδότηση της παραπάνω διάταξης εκδόθηκε η υπ' αριθ. Οικ.2
ΙΙ65Ι9ΙΟΟ22 ΚΥΑ (ΦΕΚ B' 465/24.02.2012) "καθορισμός επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/Α/27-10-2011)", που όρισε μεταξύ άλλων τα εξής: "1. Καθορίζουμε το μηνιαίο επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου (ΙΔΑΧ - ΙΔΟΧ) του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. Α και Β βαθμού ανά κατηγορία ως εξής: α) Κατηγορία Α' σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ. β) Κατηγορία Β Ι σε εβδομήντα (70) ευρώ. γ) Κατηγορία Γ σε τριάντα πέντε (35) ευρώ. 2. Στην κατηγορία Α' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες: α) Το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας, εργαστηρίων και καθαριότητας, οι απασχολούμενοι αποκλειστικά σε ακτινολογικούς θαλάμους και εμφανίσεις, οι οδηγοί και βοηθοί ασθενοφόρων διασώστες και οι συντηρητές πειραματόζωων των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της Χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (Ε.Κ.Α.Β.), των Κέντρων Υγείας, των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, των Ν.Π.Δ.Δ. του Τομέα Πρόνοιας και των Αγροτικών Ιατρείων, τα οποία υπάγονται στα Δημόσια Νοσοκομεία [...]. 3. Στην κατηγορία Β' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες [...]. 4. Στην κατηγορία Γ' περιλαμβάνονται οι κάτωθι ειδικότητες [...]. 5. Το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 1 της παρούσας απόφασης δεν καταβάλλεται στο διοικητικό προσωπικό των φορέων που αναφέρονται σε αυτήν. 6. Το ανωτέρω επίδομα καταβάλλεται με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι οι δικαιούχοι αυτού προσφέρουν υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους χώρους και στις ειδικότητες που δικαιολογούν την καταβολή του [...]. Η απόφαση αυτή, που ισχύει από 1/512012, να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Όπως προεκτέθηκε, υπό το προγενέστερο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 το προσωπικό της νοσηλευτικής υπηρεσίας κλπ. δεν λάμβανε επίδομα ανθυγιεινής εργασίας, αλλά το χαρακτηριζόμενο ως νοσοκομειακό επίδομα (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ακολούθως, στο μισθολόγιο του ν. 4024/2011 (που καταλαμβάνει και τους ιατρούς, που απασχολούνται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου στο ΙΚΑ ακολούθως στον ΕΟΠΠΥ, δυνάμει του άρθρου 17 παρ. 1 ν.. 3918/201 1, και στη συνέχεια στο ΠΕΔΥ, δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014), δεν περιλήφθηκε το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα παρά μόνο τα ειδικά αναφερόμενα στο ν. 4024/2011 επιδόματα, μεταξύ των οποίων και αυτό του άρθρου 15 παρ. 1 του νόμου (επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας). Με βάση τα παραπάνω, λαμβανομένου υπόψη ότι το ως άνω νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο δικαιούνταν και οι ιατροί των Τοπικών Μονάδων Υγείας και Κέντρων Ψυχικής Υγιεινής του ΙΚΑ, αφ' ενός μέχρι την 17.2.2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και αφ' ετέρου μετά την 18.2.2004, κατ' ευθεία εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 εδ. β' του ν. 3235/2004 και 8 παρ.5 του v. 3205/2003 (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 957/2018), είχε αντικαταστήσει, μεταξύ άλλων, και το προβλεπόμενο στο άρθρο 10 παρ. 1 α' αα' του ν. 2470/1997 για το προσωπικό των νοσοκομείων επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1 124/2019,) πρέπει να γίνει δεκτό ότι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 15 ν 4024/2011 επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξειδικεύτηκε ως προς τους δικαιούχους του με την οικ.2ί16519/0022 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β' 465/24/02/2012), στους οποίους (δικαιούχους) περιλαμβάνεται και το προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας κλπ. , αποτελεί στην ουσία, ως προς το παραπάνω προσωπικό, μετεξέλιξη του καταργηθέντος νοσοκομειακού επιδόματος, το οποίο λάμβανε τόσο το ιατρικό όσο και το νοσηλευτικό προσωπικό, καθώς αμφότερα έχουν ως δικαιολογητική βάση την επικινδυνότητα και ανθυγιεινότητα της παρεχόμενης από το παραπάνω προσωπικό εργασίας (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019). Ως εκ τούτου, ο αποκλεισμός με την προαναφερόμενη ΚΥΑ του ιατρικού προσωπικού των Τοπικών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ (μετέπειτα ΕΟΠΠΥ και στη συνέχεια ΠΕΔΥ) από τη χορήγηση του παραπάνω επιδόματος επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτό προσφέρει υπηρεσία με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στους οικείους χώρους και με τα ίδια στοιχεία επικινδυνότητας και ανθυγιεινότητας με το οριζόμενο στην παραπάνω ΚΥΑ προσωπικό νοσηλευτικής υπηρεσίας των νοσοκομείων, κέντρων υγείας, αγροτικών ιατρείων κλπ. , έρχεται σε αντίθεση με την καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας και συνακόλουθα επιβάλλεται, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, η χορήγηση και στο προσωπικό αυτό του εν λόγω επιδόματος (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του N. 3918/2011 (ΦΕΚ Α' 31), συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.)", με έναρξη του χρόνου λειτουργίας του έξι μήνες μετά τη δημοσίευση του νόμου (2.3.2011), στον οποίο κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού μεταφέρθηκαν και εντάχθηκαν ως υπηρεσίες, αρμοδιότητες και προσωπικό και μόνον ως προς τις παροχές υπηρεσιών υγείας σε είδος (και όχι σε χρήμα), μεταξύ άλλων, και ο κλάδος υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Ενιαίου Ταμείου Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.) με τις μονάδες του κ.λπ. (ΑΠ 306/2020, ΣΤΕ 806/2015). Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α' 150), ορίσθηκε ότι οι ιατροί, οδοντίατροι, φαρμακοποιοί και το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετεί στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ... μεταφέρονται αυτοδίκαια κατά την ημερομηνία ένταξης των κλάδων υγείας αυτών στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., με τους όρους του παρόντος άρθρου, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 53 παρ. 2 περ. α του Ν. 4368/2016, ορίσθηκε ότι ο Ε.Ο.Π.Υ.Υ. αποτελεί καθολικό διάδοχο των εντασσόμενων φορέων και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών (ΑΠ 306/2020). Επακολούθησε o Ν. 4238/2014, που δημοσιεύθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2014 (ΦΕΚ Α 21), με τον οποίο ορίσθηκαν στο άρθρο 2 αυτού οι δημόσιες δομές παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας υγείας του Π.Ε.Δ.Υ., οι οποίες εντάχθηκαν στην οργανωτική δομή των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ.), ως αποκεντρωμένες οργανικές μονάδες αυτών. Με τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του νόμου αυτού (όπως τα δύο πρώτα εδάφια του άρθρου 17 παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. Ι. 5 του Ν. 4254/2014 - ΦΕΚ Α 85 ως προς το χρόνο έναρξης της ισχύος τους από 4 Μαρτίου 2014) προβλέφθηκε διαδικασία μετάταξης/μεταφοράς του τεθέντος (μεταξύ άλλων) από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σε κατάσταση διαθεσιμότητας χρονικής διάρκειας ενός μηνός μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού του Ε.Ο.Π.Π.Υ, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης με την ίδια εργασιακή σχέση που συνιστώνται για τον σκοπό αυτό αντίστοιχες χωροταξικά Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.) και κατόπιν αίτησης αυτών υποβαλλομένης εντός της εκεί προβλεπομένης προθεσμίας από την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης για τη θέση αυτών υπό καθεστώς διαθεσιμότητας. Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 εδ. α, β και γ του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι η νόμιμη εκπροσώπηση των μονάδων που μεταφέρονται ανήκει στους διοικητές των οικείων Υγειονομικών Περιφερειών, ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις των εντασσομένων μονάδων, του ιατρικού, νοσηλευτικού και λοιπού προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται συνεχίζονται από τις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε), χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης, ότι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται ισχύουν έναντι των Δ.Υ.Πε. και ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ανωτέρω μονάδων που δεν μεταφέρεται ή μετατάσσεται στις Δ.Υ.Πε. συνεχίζονται από τον Ε.Ο.Π.Π.Υ. χωρίς να επέρχεται διακοπή και οι δικαστικές αποφάσεις ισχύουν έναντι του Ε.Ο.Π.Π.Υ (ΑΠ 795/2022, ΑΠ 1324/2020, ΑΠ 306/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Πειραιώς με την υπ' αριθμό 112/2017 απόφασή του, που, όπως προεκτέθηκε, έχει ενσωματωθεί στην υπ' αριθμ. 1855/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ ως ανυποστήρικτη, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον το αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής " [...] Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), που είναι όλοι ιατροί Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης, είχαν προσληφθεί κατά τις ημερομηνίες και με την ειδικότητα που αναφέρεται στην αγωγή o καθένας από το ΙΚΑ με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του άρθρ. 10 ν.δ. 1204/1972, το οποίο από 11-7-2002 μετονομάσθηκε σε ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και υπηρετούσαν ασκώντας τα συναρτημένα με την ειδικότητα εκάστου εκ αυτών καθήκοντα στους ασφαλισμένους αυτού, απασχολούμενοι στους αναφερόμενους υγειονομικούς σχηματισμούς του (Νομαρχιακές Μονάδες Υγείας και Τοπικές Μονάδες Υγείας), αμειβόμενοι με τις αποδοχές που προβλέπονται από το εκάστοτε ισχύον ενιαίο μισθολόγιο για το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης, ενώ από 1-1-2012 μεταφέρθηκαν άπαντες στον ΕΟΠΠΥ δυνάμει των σχετικών διατάξεων του ν. 3918/2011, μετατασσόμενοι από ...2014 δυνάμει των διατάξεων του ν. 4238/2014 στο εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον), όπου όλοι τους συνεχίζουν να υπηρετούν μέχρι σήμερα. Σύμφωνα δε με το άρθρο 21 παρ. 9 του ν. 4238/2014 το εναγόμενο συνεχίζει χωρίς διακοπή τις εκκρεμείς δίκες του προσωπικού που μεταφέρθηκε σ' αυτό, επομένως, νομιμοποιείται αποκλειστικά και για τις αγωγές που εγείρονται από ...-2014 από το προσωπικό που μετατάχθηκε σ' αυτό ανεξάρτητα από το εάν οι επίδικες απαιτήσεις αφορούν στο επίδικο διάστημα πριν από την ...-2014. Ωστόσο οι ενάγοντες δεν έλαβαν το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρ. 8 παρ. 7 του v. 2470/1997, του άρθρ. 8 παρ. 5 του v. 3205/2003 νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο από 1-11-2011 και εφεξής στο πεδίο εφαρμογής του προβλεπόμενου από τα άρθρ. 4 επ. και 15 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και του ισχύοντος ν. 4238/2014 εξομοιώθηκε με το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας, όπως εξάλλου ομολογεί η εναγομένη, με την αιτιολογία ότι το ένδικο επίδομα χορηγείται στο υπαγόμενο στα δημόσια νοσοκομεία προσωπικό και στους ιατρούς των νοσοκομείων Ε. Σ. Υ. για την αποδοτικότερη λειτουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Όπως όμως, αποδείχθηκε και οι ενάγοντες ιατροί, στην αναφερόμενη μονάδα του εναγόμενου που υπηρετεί ο καθένας, έρχονται καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους (λ.χ. ηπατίτιδα, δερματικές ασθένειες, κακοήθη νεοπλάσματα, AIDS, αφροδίσιες νόσους, νόσους του αναπνευστικού, φυματιώσεις), οι οποίες έχουν αυξημένο ποσοστό μεταδοτικότητας και οι οποίες δύνανται να επιφέρουν, σε περίπτωση τυχαίας μόλυνσης ανήκεστες βλάβες της υγείας ακόμα και το θάνατο. Έτσι, και οι ενάγοντες ως ιατροί του εναγομένου έρχονται αναγκαστικώς λόγω της φύσης της εργασίας τους σε επαφή με ασθενείς, μικρόβια και τα σωματικά εκκρίματα τους (καλλιέργειες). Το προσωπικό, δε των αντιστοίχων με τους ενάγοντες ειδικοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και των κέντρων υγείας (αλλά και των νοσοκομείων του ΕΣΥ) επιτελεί τις ίδιες εργασίες με τους ενάγοντες και δη με τον ίδιο τρόπο και υπό ουσιώδεις όμοιες τοπικές, χρονικές (ωράριο κ.λπ.) και λοιπές περιστάσεις. Ενόψει δε του ότι και οι ενάγοντες, όμως οι παραπάνω υπηρετούν με σχέση Ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μισθοδοτούνται δε με το αυτό μισθολόγιο (ν. 2470/1997, ν. 3205/2003 και ν. 4024/2011) η μη χορήγηση και σ'αυτούς του, ένδικου επιδόματος συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας σε συνδυασμό και με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 και 22 του Συντάγματος), ενώ δεν δικαιολογείται από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, απορριπτόμενων ως αβασίμων των αντίθετων ισχυρισμών του εναγομένου. Κατόπιν τούτων πρέπει και για τους ενάγοντες να εφαρμοσθούν οι ανωτέρω διατάξεις που ισχύουν για το προσωπικό υπέρ του οποίου θεσπίσθηκε το ένδικο επίδομα [...]". Μετά από αυτά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και επιδίκασε σε κάθε ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως ...-2014 το ποσό των 4.725 ευρώ (150 ευρώ Χ 31,5 μήνες). Το δευτεροβάθμιο περαιτέρω δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 1855/2019 απόφασή του δίκασε ερήμην του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος την από 19.10.2017 έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την οποία για το λόγο αυτό απέρριψε ως ανυποστήρικτη.

Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως- με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή - τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 του Σ, 8 παράγραφος 7 του ν. 2470/1997, 8 παράγραφος 5 του ν. 3205/2003 και 15 παράγραφος 1 του ν. 4024/2011 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Το αναιρεσείον εκθέτει ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο - στην απόφαση του οποίου είχε ενσωματωθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - δέχθηκε ότι οι αρχικά αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να αξιώσουν από αυτό την καταβολή του επιδίκου, νοσοκομειακού, επιδόματος κατά το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως και ...-2014, διότι το επίδομα αυτό είχε εξομοιωθεί με το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και , επιπλέον, επειδή οι αρχικά αναιρεσίβλητοι παρείχαν σε αυτό τις ιατρικές τους υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες με το ιατρικό προσωπικό τόσο των αντίστοιχων ιδιοτήτων των περιφερειακών ιατρείων και κέντρων υγείας, όσο και των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. Το αναιρεσείον εκθέτει στη συνέχεια ότι οι αρχικά αναιρεσίβλητοι α) παρείχαν τις ιατρικές τους υπηρεσίες αρχικά στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και, ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως και ...-2014 σε εκτέλεση των ειδικών συμβάσεων του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 και στη συνέχεια και, συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από ...-2014 έως και ...-2014 στο ίδιο σε εκτέλεση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου πλήρους απασχόλησης υπό διαφορετικές, υπηρεσιακές, εργασιακές και λοιπές συνθήκες, β) δεν είναι συγκρίσιμοι με τους εργαζομένους που αναφέρουν στην αγωγή τους και στους οποίους είχε χορηγηθεί το επίδικο επίδομα ανθυγιεινής εργασίας σε εκτέλεση της Κ.Υ.Α. οικ. 2/16519/2022 (Φ.Ε.Κ. Β 465), γ) ότι το επίδομα που προαναφέρθηκε είναι διαφορετικό από το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας και δ) ότι δεν υπάγονται στο ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ. και δεν εξομοιώνονται μισθολογικά με αυτούς. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ωστόσο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της υπ' αριθμ. 1855/2019 αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ), στο οποίο ενσωματώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι οι αρχικά αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι παρείχαν τις ιατρικές τους υπηρεσίες αρχικά στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και, ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως και ...-2014 σε εκτέλεση των ειδικών συμβάσεων του άρθρου 10 του ν. 1204/1972 και στη συνέχεια και, συγκεκριμένα, κατά το χρονικό διάστημα από ...-2014 έως και ...-2014 στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ σε εκτέλεση συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου πλήρους απασχόλησης, έρχονταν καθημερινά σε επαφή με ασθενείς, οι οποίοι πάσχουν πολλές φορές από σοβαρές μολυσματικές και λοιμώδεις νόσους με υψηλή πιθανότητα μεταδοτικότητας με συνέπεια να υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο τόσο η υγεία, όσο και η ζωή τους, όπως ακριβώς μπορεί να συμβεί και με το ιατρικό προσωπικό, το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες του στα περιφερειακά ιατρεία, στα κέντρα υγείας και στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. με ειδικότητες όμοιες με αυτές των αρχικά αναιρεσιβλήτων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε επιπλέον ότι οι αρχικά αναιρεσίβλητοι εργάζονταν με όμοιο ωράριο, παρείχαν υπηρεσίες υγείας όμοιες με αυτές που προσέφεραν και οι λοιποί ιατροί, οι οποίοι εργάζονταν με όμοιο εργασιακό καθεστώς στις μονάδες υγείας που προαναφέρθηκαν και ότι, επιπλέον, αμείβονταν σύμφωνα με τις ρυθμίσεις των ν. 2470/1997, 3205/2003 και 4024/2011, όπως και οι λοιποί ιατροί που προαναφέρθηκαν. Με τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχικά αναιρεσίβλητοι μπορούσαν να αξιώσουν από το αναιρεσείον την επίδικη παροχή σύμφωνα με τη συνταγματική αρχή της ισότητας σε συνδυασμό και με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία και ότι η μη χορήγησή του δεν δικαιολογείτο από ιδιαίτερες συνθήκες ή από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επομένως, με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος, 15 παράγραφος 1 του ν. 4024/2011 και την υπ' αριθμό 2116519/0022/2012 Κ.Υ.Α. Οι αρχικά αναιρεσίβλητοι βέβαια, επειδή αρχικά παρείχαν πρωτοβάθμια περίθαλψη σε νομαρχιακές και τοπικές μονάδες υγείας του Ι.Κ.Α. , εξαιρούντο από τις διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 3 του ν. 2703/1999 - με την οποία οριζόταν ότι στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α. καταβάλλεται το νοσοκομειακό επίδομα της περίπτωσης α' της παραγράφου 7 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997- είχαν όμως δικαίωμα, όπως προαναφέρθηκε, να λαμβάνουν το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα έως και ...2004 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας που εισάγεται από το άρθρο 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 382/2018, ΑΠ 956/2018, ΑΠ 1675/2018). Οι αρχικά αναιρεσίβλητοι περαιτέρω από ...2004 και εφεξής δικαιούντο το ίδιο επίδομα σύμφωνα πλέον με τη διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 1 εδάφιο β του v. 3235/2004 (ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1389/2019), επειδή το νοσοκομειακό επίδομα που λάμβαναν αρχικά καταργήθηκε μόνον τυπικά με το ν. 4024/2011, διότι στην πραγματικότητα μετονομάσθηκε σε επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας (άρθρο 15 του ν. 4024/2011), το οποίο, όπως και το νοσοκομειακό επίδομα, καταβάλλεται, επειδή το ιατρικό προσωπικό παρέχει υπηρεσίες υπό συνθήκες που ενέχουν κινδύνους για την υγεία και τη ζωή του ιατρικού προσωπικού (ΑΠ 233/2021, ΑΠ 1124/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 1671/2018). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, ως προς όλες του τις επιμέρους αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παράγραφος 2 εδάφιο β του ως άνω νόμου, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 502/2022, ΑΠ 707/2019, ΑΠ 216/2019) είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της με βάση την πραγματική να λάβει υπόψη του ο ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από τις στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019). Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην (ΑΠ 1326/2021, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 498/2012, ΑΠ 176/2011, ΑΠ 78/2010), όπως συμβαίνει, όταν ο εκκαλών δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο με συνέπεια η έφεση του να απορριφθεί λόγω της ερημοδικίας του, έστω και αν στην έφεση του περιεχόταν ως λόγος έφεσης ο σχετικός ισχυρισμός, αφού το Εφετείο εμποδιζόταν να τον ερευνήσει εξαιτίας της ερημοδικίας του (ΑΠ 1215/2022, ΑΠ 1289/2018, ΑΠ 268/2016, ΑΠ 845/2012) για το λόγο ότι o εκκαλών με την απουσία του ή τη μη προσήκουσα παράστασή του θεωρείται ότι παραιτείται από την έφεση και αποδέχεται την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1215/2022, ΑΠ 1118/2021, ΑΠ 1478/2019, ΑΠ 1858/2014). Στον περιορισμό αυτό υπόκειται και ο ισχυρισμός περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, η οποία, παρόλο που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και, συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται, στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση (ΑΠ 248/2021, ΑΠ 63/2020, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 843/2013, ΑΠ 772/2014) Η εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση, της νομιμοποίησης των διαδίκων, συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση παροχής δικαστικής προστασίας, η δε παραβίαση της εμπίπτει στον αναιρετικό λόγο με αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο με αρ. 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 630/2019, ΑΠ 1157/2017). Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής (562 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ. 1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης (ΑΠ 1527/2021, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 63/2020). Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάζονται, με αυτά, κανόνας δικαίου ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον και υπό την επίφαση της συνδρομής της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018). Στο πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμό 1855/2019 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι, επιπλέον, όπως εκθέτει στο δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης, παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή- τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 2490/1997, 3205/2003 και 4024/2011 με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 560 αριθμοί 1 και 5 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Το αναιρεσείον εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 591 παράγραφος 1 και 522 του ΚΠολΔ δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο της έφεσής του κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τον οποίο είχε προσβάλει την εκκαλουμένη για την παραδοχή της ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν αξίωση εναντίον του προς καταβολή του επιδίκου επιδόματος, μολονότι προσέφεραν σε αυτό τις υπηρεσίες τους όχι με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αλλά σε εκτέλεση αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, αλλά δεν είχαν αιτηθεί την καταβολή της επίδικης παροχής σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το αναιρεσείον επικαλείται στη συνέχεια με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναίρεσης ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την κρίση του αυτή εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προαναφέρθηκαν με συνέπεια να επιδικάσει στους αναιρεσιβλήτους το επίδικο επίδομα, το οποίο, ωστόσο, δεν είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει σε αυτούς. Ο λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο του σκέλος - που θεμελιώνεται στον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ - πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το αναιρεσείον δεν είχε παραστεί ως εκκαλούν στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με συνέπεια να δικασθεί ερήμην και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να απορρίψει για το λόγο αυτό την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, διότι το αναιρεσείον θεωρείτο ότι είχε παραιτηθεί από την έφεσή του. Το δευτεροβάθμιο επομένως δικαστήριο δεν είχε εξουσία να ερευνήσει το συγκεκριμένο λόγο της έφεσης, τον οποίο είχε προβάλει το αναιρεσείον κατά της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξάλλου, το οποίο εξέδωσε τη συμπροσβαλλομένη με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2387/2021 απόφαση, δεν μπορούσε να εξετάσει το λόγο έφεσης που προαναφέρθηκε, διότι απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, α) επειδή το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει το συγκεκριμένο ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας και, επιπλέον, β) διότι με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης πλήττεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ) ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι και οι αρχικά αναιρεσίβλητοι παρείχαν κατά το χρονικό διάστημα από ...-2021 έως και ...-2014 τις υπηρεσίες τους στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και στη συνέχεια από ...-2014 έως και ...2014 στο αναιρεσείον με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι αμείβονταν σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2490/1997, 3205/2003 και 4024/2011 για το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης.

Στον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την υπ'αριθμ. 1855/2019 αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ότι, επιπλέον, παραβίασε ευθέως - με εσφαλμένη εφαρμογή- τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 21 του ν. 4238/2014 και 29 παράγραφος 1 του ν. 3918/2011, 51 Α παράγραφος 2 του ν. 4387/2016, 13 και 48 του ν. 4578/2018, 10 του ν.δ. 1204/1972 και 19 του ν. 4238/2014 με συνέπεια να υποπέσει στις αναιρετικές πλημμέλειες που προβλέπονται από το άρθρο 560 αριθμοί 1 και 5 του ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Το αναιρεσείον εκθέτει, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ότι είχε νόμιμη υποχρέωση να καταβάλει στους αρχικά αναιρεσιβλήτους το επίδικο επίδομα για το χρονικό διάστημα από ...-2012 έως και ...2014, μολονότι το ίδιο εκείνη τη χρονική περίοδο δεν ήταν φορέας της επίδικης υποχρέωσης, διότι, μολονότι οι αρχικά αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους αρχικά στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και στη συνέχεια μετατάχθηκαν/μεταφέρθηκαν νόμιμα σε αυτό, η διάταξη του άρθρου 21 του ν. 4238/2014 - με την οποία ορίζεται ότι εκκρεμείς δίκες που αφορούν διαφορές ή υποθέσεις ιατρικού κ.λπ. προσωπικού που μετατάσσεται ή μεταφέρεται από τον ΕΟΠΥΥ στις ΔΥΠε συνεχίζεται από τις διοικήσεις των ΔΥΠΕ, χωρίς να επέρχεται διακοπή της δίκης - δεν το καθιστά καθολικό ή οιονεί καθολικό διάδοχο του ΕΟΠΥΥ για το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε με συνέπεια η αγωγή των αρχικά αναιρεσιβλήτων εναντίον του να έπρεπε να απορριφθεί για έλλειψη παθητικής του νομιμοποίησης. Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρθηκε πρέπει και ως προς τις δύο επιμέρους αιτιάσεις του να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται στο αναιρετήριο ότι είχε προβάλει ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τον ισχυρισμό ότι δεν είναι φορέας της επίδικης υποχρέωσης και ότι επομένως δεν νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη. Το αναιρεσείον επικαλείται βέβαια ότι είχε προβάλει το συγκεκριμένο ισχυρισμό με τις προτάσεις του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε δικάσει την ανακοπή ερημοδικίας που είχε ασκήσει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη, δηλαδή ως αβάσιμη και επομένως το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν υπεισήλθε στην εξέταση των λόγων της έφεσης του ανακόπτοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος (άρθρο 509 του ΚΠολΔ). Ο ισχυρισμός μάλιστα ως προς την έλλειψη νομιμοποίησης του διαδίκου, μολονότι εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεν αφορά στη δημόσια τάξη για να μπορεί επομένως να προβληθεί παραδεκτά για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 562 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ, ΑΠ 194/2023, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1793/2013). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα των καλούντων, οι οποίοι συνεχίζουν νόμιμα τη δίκη στο όνομα των θανόντων αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις πρέπει - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους - να επιβληθούν σε βάρος του καθού η κλήση- αναιρεσείοντος, το οποίο ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 191 παράγραφος 2 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2022 αίτηση αναίρεσης α) της υπ' αριθμό 2387/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά και β) της υπ' αριθμό 1855/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως προς τους καλούντες α) Ι. Α. του Ν., Χ. Α. του Α. και Ι. Α. του Α., νομίμους κληρονόμους του θανόντος αναιρεσιβλήτου Α. Α. του Ι., β) Π. Κ. του Δ. και Τ. Κ. του Δ., νομίμους κληρονόμους του θανόντος αναιρεσιβλήτου Ι. Κ. του Δ., γ) Κ. Σ. του Ν., νόμιμη κληρονόμο του θανόντος αναιρεσιβλήτου Ν. Σ. του Ν., δ) Φ. Τ. του Δ., νόμιμη κληρονόμο της θανούσας αναιρεσίβλητης Ε. Τ. του Δ. και ε) Ν. Θ. του Δ., και Ε. Θ. Δ., νόμιμους κληρονόμους του θανόντος αναιρεσιβλήτου Μ. Χ. του Κ.

Καταδικάζει το καθού η κλήση- αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των καλούντων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Ιουνίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου καθώς και των δύο αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

<< Επιστροφή