ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 149/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 149/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 149/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Δ)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 149 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 149/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) α. Ε. Σ. του Ν., συζ. Α. Κ., κατοίκου ... (επικαρπία ποσοστού 59,375/100 εξ αδιαιρέτου), β. Β. Β. του Α., κατοίκου ... (ψιλή κυριότητα ποσοστού 29,6875/100 εξ αδιαιρέτου), γ. Σ. Β. του Α., κατοίκου ... (ψιλή κυριότητα ποσοστού 29,6875/100 εξ αδιαιρέτου) και 2) Α. Σ. του Ν., συζ. Α. Β., κατοίκου ... (πλήρης κυριότητα ποσοστού 40,625/100 εξ αδιαιρέτου), για το ΑΚΠ 93β, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Χορομίδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 20-1-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς Οικονομικών, Εσωτερικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων (πρώην Οικονομίας και Ανάπτυξης) και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα και τον Περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στην Κοζάνη και 2) Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Περιφερειάρχη Δυτικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στην Κοζάνη, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από την Μαρίκα Γερασίμου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δημητρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2020 αίτηση της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας και συνεκδικάστηκε με ην από 1-2-2021 αίτηση των ήδη αναιρεσειουσών, με τις αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 24/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19-4-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19/4/2023 (αρ. καταθ. ΑΝΡ14/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 24/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων). Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, στις 2/5/2023, ήτοι εντός έτους από τη δημοσίευσή της (5/5/2022), σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 εδ. β' του ν. 2882/2001, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.

Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 24/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Με την υπ' αριθμό ΥΠΕΝ/ΔΜΕΒΟ/19831/338/15-4-2019 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ' 190/19.4.2019, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, του οικισμού Αναργύρων του Δήμου Αμυνταίου Ν. Φλώρινας όπως αυτός έχει οριοθετηθεί με την υπ' αριθμό ...-1986 απόφαση του Νομάρχη Φλώρινας, για λόγους διακινδύνευσης των ιδιοκτησιών, της ζωής και της υγείας των κατοίκων του οικισμού, που προκλήθηκαν από τα κατολισθιτικά φαινόμενα της 10ης Ιουνίου 2017 στο Ορυχείο Αμυνταίου του Λιγνιτικού Κέντρου Δυτικής Μακεδονίας της "ΔΕΗ". Με την ίδια απόφαση, ως φορέας υλοποίησης της απαλλοτρίωσης, ορίσθηκε η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, η οποία βαρύνεται με τη δαπάνη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που καλύπτεται με αντίστοιχη μεταφορά πιστώσεων από το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης. Η ανωτέρω απόφαση κήρυξης της απαλλοτρίωσης σημειώθηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αμυνταίου, στον Τόμο 469, με αριθμό 21. Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων περιλαμβάνεται το με ΑΚΠ 93β οικόπεδο των αναιρεσειουσών, εμβαδού 5.594 τ.μ. με τα επικείμενά του. Με την από 2/10/2020 (αριθμ. καταθ. 96/2.10.2020) αίτησή της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, ζήτησε τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τα ως άνω απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενά τους. Επίσης, οι αναιρεσείουσες, με την από 1/2/2021 (αριθμ. καταθ. 9/4.2.2021) αίτησή τους κατά των αναιρεσίβλητων, ζήτησαν: α) να διορθωθεί και συμπληρωθεί ο Κτηματολογικός Πίνακας ως προς τα αναφερόμενα στην αίτηση συστατικά και παραρτήματα του με ΑΚΠ 93β ακινήτου, επί του οποίου προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας και επικαρπίας, β) να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο ακίνητό τους και τα επικείμενά του, γ) να καθορισθεί πρόσθετη αποζημίωση για δαπάνη μετεγκατάστασης οικιών, επαγγελματικών χώρων κλπ, δ) να υποχρεωθούν οι καθ' ων η αίτηση στην καταβολή της αποζημίωσης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αίτησης και ε) να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης. Επί των ως άνω αιτήσεων (οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και με τις ανταιτήσεις, παρεμβάσεις και αυτοτελείς αιτήσεις άλλων προσώπων, μη διαδίκων, που δεν ενδιαφέρουν τον αναιρετικό έλεγχο), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 24/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές κατ' ουσία οι αιτήσεις αυτές, καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, μεταξύ άλλων, και για το ακίνητο των αναιρεσειουσών με τα επικείμενά του, καθώς και η πρόσθετη αποζημίωση για δαπάνη μετεγκατάστασης, στα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά και αναγνωρίσθηκαν οι αναιρεσείουσες δικαιούχοι της ως άνω αποζημίωσης, ενώ απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημά τους να υποχρεωθούν οι καθ' ων η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητες στην καταβολή της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11 και 12 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, προκύπτει ότι, με την κήρυξη της απαλλοτρίωσης γεννάται απευθείας από το νόμο η ενοχή (άρθρο 287 ΑΚ) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και, του καθ' ου, δυνάμει της οποίας ο καθ' ου δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη υπέρ ου η απαλλοτρίωση, την καταβολή της πλήρους αποζημίωσής του. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημίωσης αυτής, είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδίκασης της αποζημίωσης από την ανωτέρω αιτία και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.

Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημίωσης, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ` ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, νομιμοποιούμενος ο δικαιούχος, ως ενάγων, έναντι του υποχρέου για καταβολή της αποζημίωσης, χωρίς να ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή.

Ενόψει τούτων και εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημίωσης, η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ640/2025, ΑΠ782/2022, ΑΠ1028/2017, ΑΠ153/2012). Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ, με τις οποίες θεσπίζεται η ως άνω αρχή, κατά την οποία οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, με το κριτήριο της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή, που διέπει τη νομολογία του ΕΔΔΑ (ΑΠ640/2025, ΑΠ782/2022, ΑΠ1028/2017, ΑΠ153/2012). Η επιβαλλόμενη δε, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ενιαία εκδίκαση των ως άνω θεμάτων της απαλλοτρίωσης, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό και σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες.

Και τούτο διότι, το ΕΣΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτού ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης. Έτσι, εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου της αποζημίωσης καθίσταται υπαρκτό με την τελεσιδικία της απόφασης προσδιορισμού της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω ενιαίας διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων παραδεκτού αυτού.

Εξάλλου, η ως άνω ρύθμιση, που καθιστά παραδεκτή την άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης, οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η σχετική απαίτηση, δεν δύναται εκ των πραγμάτων να επηρεάσει την ουσία του δικαιώματος αποζημίωσης, αλλά αντίθετα αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού, εναρμονιζόμενη, έτσι, απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδίκασης των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων, που υποβάλλουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς (ΑΠ640/2025, ΑΠ782/2022, ΑΠ1028/2017, ΑΠ153/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020). Με τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ687/2024, ΑΠ549/2022, ΑΠ1217/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, καθώς και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν αποτελούν "πράγματα" οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή μη έχοντα αυτοτέλεια επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ261/2022, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ98/2020), ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου αυτών (ΑΠ242/2023, ΑΠ376/2022, ΑΠ163/2022, ΑΠ827/2020, ΑΠ760/2020, ΑΠ633/2019). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και εάν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ14/2004, ΑΠ500/2024, ΑΠ1798/2023, ΑΠ376/2022, ΑΠ261/2022, ΑΠ7/2020).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται κάθε αυτοτελές αίτημα των διαδίκων, με το οποίο ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας σε οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, πχ. αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκων μέσων, ανακοπών, τριτανακοπής, όχι όμως και ενστάσεων. Ο όρος επιδίκαση σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, δηλαδή ότι το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ1413/2021). Δεν συνιστά επιδίκαση μη αιτηθέντος η μερική παραδοχή της αγωγής (ΑΠ394/2023, ΑΠ805/2017).

Περαιτέρω, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτή λόγου αναίρεσης ότι το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων. Η παντελής σιωπή του δικαστή είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναίρεσης και διαφέρει της "σιγή απόρριψης" της αίτησης, δηλαδή, όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα, συνάγεται απόρριψή του (ΑΠ667/2019, ΑΠ1710/2011). Η μερική παραδοχή του αιτήματος της αγωγής δεν ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. γ' ΚΠολΔ (ΑΠ394/2023).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της παραβίασης δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 17 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 6 § 1 της ΕΣΔΑ, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημά τους να υποχρεωθούν οι καθ' ων η αίτηση να τους καταβάλουν το ποσό της αποζημίωσης που θα καθορισθεί και μάλιστα εντόκως, με την αιτιολογία ότι "η παραδοχή του προϋποθέτει άρνηση του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, το οποίο δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, να καταβάλει το ποσό της παρακατατεθείσας αποζημίωσης σε εκείνον που αναγνωρίσθηκε τελεσιδίκως ως δικαιούχος της αποζημίωσης και συνεπεία του λόγου αυτού έγερση καταψηφιστικής αγωγής, προϋποθέσεις που δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση".

Σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το αίτημα των αναιρεσειουσών για καταψήφιση της αποζημίωσης, ήταν απορριπτέο ως απαράδεκτο, αφού, η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου για την καταβολή της προσδιορισθείσας αποζημίωσης, καθίσταται υπαρκτή, γεννημένη και απαιτητή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων του παραδεκτού αυτής, αφού η εκδίκασή της εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα, των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται με την ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων και έτσι, σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, ενώ το δικαίωμα αυτό του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου μπορεί να ασκηθεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ` ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, χωρίς η ρύθμιση αυτή να προσκρούει, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επισημαίνεται ότι η απόρριψη από το Εφετείο του ως άνω αιτήματος ως μη νόμιμου και όχι ως απαράδεκτου, με την προπαρατεθείσα αιτιολογία, δεν δημιουργεί για τις αναιρεσείουσες, ούτε άλλωστε οι ίδιες επικαλούνται, δυσμενές δεδικασμένο, που να καταλαμβάνει την ουσία της διαφοράς (άρθρ. 322, 324 ΚΠολΔ), εφόσον, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η έννομη συνέπεια είναι η ίδια, δηλαδή το δικαίωμα των αναιρεσειουσών, μετά τη δημοσίευση της απόφασης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, μπορεί να εισαχθεί και πάλι προς ουσιαστική κρίση, με την άσκηση της σχετικής αγωγής στο καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο. Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο, κατά τον προσδιορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ακίνητό τους (έδαφος): 1) Παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τα οποία διέλαβαν στην αίτησή τους και έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Το ακίνητο βρίσκεται σε ανυψωμένο σημείο εντός των ορίων του οικισμού (βλ. αεροφωτογραφία -σχ. 251), γεγονός που του παρέχει απεριόριστη θέα προς τον κάμπο και τους γύρω ορεινούς όγκους, καθώς και προς τις λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα, με τους πέριξ αυτών οικισμούς (βλ. φωτογραφία -σχ. 252α). Η κύρια κατά προορισμό χρησιμοποίησή του, ως εντός σχεδίου ακίνητο, είναι η οικοδομική αξιοποίηση του. Διακρίνεται των λοιπών απαλλοτριούμενων ακινήτων για το μεγάλο του εμβαδόν (5.595 τ.μ.) και το εκτεταμένο του πρόσωπο (110 μ.) σε ασφαλτοστρωμένες δημοτικές οδούς, γεγονότα που του παρέχουν τη δυνατότητα πολλαπλών επιλογών αξιοποίησης, είτε με την κατάτμησή του σε περισσότερα επιμέρους άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα, είτε με την ανάπτυξη συγκροτήματος κατοικιών στο ενιαίο ακίνητο, με ευρύχωρους και πολλαπλών χρήσεων κοινόχρηστους χώρους (χώρους στάθμευσης, αποθήκες, χώρους αθλοπαιδιών κ.λπ.). Η δόμηση στον οικισμό των Αναργύρων καθορίζεται στο άρθρο 85 του Κ.Β.Π.Ν. (πρώην άρθρο 5 του π.δ. της 24.4/3.5.1985), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. της 4.11.2011 (ΦΕΚ 289/4.11.2011), σε συνδυασμό με την με αριθμό ....1986 απόφαση του Νομάρχη Φλώρινας περί καθορισμού των όρων δόμησης του οικισμού των Αναργύρων, σύμφωνα με τα οποία: α) Όσον αφορά στην κατασκευή κατοικιών, άρτια και οικοδομήσιμα είναι τα ακίνητα με εμβαδόν 300 τ.μ. έως 1.000 τ.μ. (....1986 απόφαση του Νομάρχη Φλώρινας) όπως αυτά υφίστανται έως τότε, ενώ για νέα οικόπεδα (από κατάτμηση), η αρτιότητα είναι 1.000 τ.μ. Ο συντελεστής δόμησης για την κατασκευή κατοικιών προσδιορίζεται (άρθρο 1 § 2 περιπτώσεις β1, β2 και γ του π.δ. της 4.11.2011) σε 200 τ.μ. για ακίνητα έως 200 τ.μ., σε 280 τ.μ. (240 τ.μ. + πατάρι 40 τ.μ.) για ακίνητα μέχρι 700 τ.μ. και σε 400 τ.μ. για ακίνητα άνω των 700 τ.μ. β) Όσον αφορά στην περίπτωση τουριστικών ή αμιγώς επαγγελματικών κτιρίων ο συντελεστής δόμησης προσδιορίζεται (άρθρο 1 § 2 περίπτωση δ του π.δ. της 4.11.2011) κλιμακωτά (σε 0,6 για τα πρώτα 1.000 τ.μ., σε 0,5 για τα επιπλέον 1.000 μ., σε 0,4 για τα επιπλέον 1.000 μ., σε 0,3 για τα επιπλέον 1.000 τ.μ. και σε 0,2 για τα υπόλοιπα τ.μ. άνω των 4.000 τ.μ.).

Σύμφωνα με τα παραπάνω, για το συγκεκριμένο ακίνητο των 5.595 τ.μ., λόγω και του μεγάλου προσώπου του σε ασφαλτοστρωμένες δημοτικές οδούς, η επωφελής οικοδομική αξιοποίησή του διαμορφώνεται ως εξής:

α) Στην περίπτωση κατασκευής κατοικιών, θα μπορούσε να διατηρήσει σε διηρημένο τμήμα του (με πρόσωπο 20 μ. και εμβαδόν 1.095 τ.μ.) την παραδοσιακή και σε άριστη κατάσταση ευρισκόμενη εντός αυτού κατοικία και ευχερώς να κατατμηθεί το υπόλοιπο σε τέσσερα (4) άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα (εκάστου με πρόσοψη 10 μ. και εμβαδόν περίπου 1.125 τ.μ.), ώστε να υπάρξει η μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση συντελεστή δόμησης. β) Στην περίπτωση της αξιοποίησης του για τουριστικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς, η ελάχιστη επιτρεπτή δόμηση ανέρχεται σε 2.119 τ.μ., εάν διατηρηθεί ως ενιαίο ακίνητο 5.595 τ.μ., παρέχοντας τη δυνατότητα κατασκευής μεγάλου τουριστικού καταλύματος ή άλλου επαγγελματικού κτιρίου με χρήση ανάλογη της ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής (οινοποιείο, συγκρότημα εστιατορίου - καφέ - εμπορικών καταστημάτων κ.λπ.). Εάν κατατμηθεί σε επιμέρους αυτοτελή και διηρημένα ακίνητα, θα μπορούσε να υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη οικοδομική εκμετάλλευση συντελεστή δόμησης [π.χ. με την κατάτμηση σε πέντε (5) επιμέρους ακίνητα των 1.120 τ.μ. η συνολική δόμηση ανέρχεται σε 3.300 τ.μ.]. Σύμφωνα και με όσα προαναφέραμε για τις χρήσεις και την αξία ακινήτων στην περιοχή που καταλαμβάνει η επίδικη απαλλοτρίωση, η αξία του συγκεκριμένου, άρτιου και οικοδομήσιμου, απαλλοτριούμενου ακινήτου θα πρέπει να προσδιοριστεί σε εβδομήντα (70) ευρώ το τ.μ.". 2) Παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 13 § 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, 17 § 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα οικόπεδα με επιφάνεια άνω των 700,00 τ.μ. σε 50,00 ευρώ/τ.μ. για τα πρώτα 200,00 τ.μ., σε 38,00 ευρώ/τ.μ. για την επιφάνεια από 201,00 τ.μ. έως 700,00 τ.μ. και σε 32,00 ευρώ/τ.μ. για την επιφάνεια άνω των 701,00 τ.μ.., κατέταξε δηλαδή αυτά με μοναδικό κριτήριο το εμβαδόν τους, ενώ βρίσκονται εντός οικισμού και η κατά προορισμό εκμετάλλευσή τους είναι η ανοικοδόμηση, αναφέρει δε αορίστως ότι για τα οικόπεδα άνω των 1.800 τ.μ. ο συντελεστής δόμησης αυξάνεται υπό προϋποθέσεις ανάλογα με το είδος και τη χρήση του κτίσματος, χωρίς να εξειδικεύει για το ακίνητο των αναιρεσειουσών, εμβαδού 5.595 τ.μ. σε τι ακριβώς συνίσταται η πρόσθετη δόμησή του, ποιο το είδος και η χρήσεις του κτίσματος που δύναται να αξιοποιήσει την πρόσθετη δόμηση, αν το ακίνητο πληροί τις προϋποθέσεις πρόσθετης δόμησης και πώς αυτές συνυπολογίσθηκαν στην αξία του". Επίσης, με το τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 13 § 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, 17 § 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και συγκεκριμένα της ανεπαρκούς αιτιολογίας κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης για την εντός του απαλλοτριούμενου ακινήτου οικία των αναιρεσειουσών. Ο δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του (αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, οι ανωτέρω φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί των αναιρεσειουσών στερούνται αυτοτέλειας και δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών υπέρ της αυξημένης, κατά την άποψή τους, αξίας του ακινήτου τους, συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και των επικειμένων τους, μεταξύ των οποίων το με ΑΚΠ 93β ακίνητο των αναιρεσειουσών, με την εντός αυτού οικία, τα εξής πραγματικά περιστατικά, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Ακολούθως, σε σχέση με την αξία των ανωτέρω ακινήτων προκύπτει ότι αυτή είναι ιδιαίτερα μικρή επειδή δεν υπάρχει εμπορικότητα στην παραπάνω περιοχή, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι δεν προσκομίζονται συμβολαιογραφικά έγγραφα αγοραπωλησιών, στοιχείο που υποδηλώνει ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία αγοραπωλησία ακινήτων τουλάχιστον κατά τα τελευταία έτη ώστε να υφίσταται μέτρο σύγκρισης περαιτέρω, ο οικισμός Αναργύρων είναι ορεινό χωριό, με μικρό πληθυσμό (498 κάτοικοι κατά την απογραφή του έτους 2011), που απέχει 18,00 χιλιόμετρα από το Αμύνταιο και 15,00 χιλιόμετρα από την πόλη της Πτολεμαΐδας και στα ανατολικά του, σε απόσταση 7,00 χιλιομέτρων περίπου, βρίσκεται το λιγνιτικό ορυχείο Αμυνταίου. Βάσει των παραπάνω διαπιστώσεων η εκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 στην από 29-10-2019 έκθεσή της θεωρεί ότι εάν η εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων γίνει με βάση την εμπορικότητα τους, η αποζημίωση θα είναι ιδιαίτερα μικρή και δεν θα επιτρέψει στους ιδιοκτήτες των ακινήτων να αντικαταστήσουν αυτά με άλλα παρόμοιας αξίας, ενώ το ίδιο θα συμβεί εάν ληφθούν ως βάση υπολογισμού αποζημίωσης οι αξίες που προκύπτουν σύμφωνα με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τις οποίες η αξία μίας ισόγειας οικίας ανέρχεται σε 486,00 ευρώ/τ.μ. και η αξία του 1ου ορόφου μίας οικίας ανέρχεται σε 540 ευρώ/τ.μ.

Περαιτέρω, ως προς τους όρους δόμησης των ακινήτων προκύπτει ότι ο συντελεστής δόμησης για τα οικόπεδα με εμβαδό έως 200,00 τ.μ. ορίζεται σε ένα (1), για τα οικόπεδα εμβαδού 200,00 έως 700,00 τ.μ. επιτρέπεται η ανέγερση κτηρίων οποιασδήποτε χρήσης με μεγίστη επιφάνεια ορόφων 240,00 τ.μ., για τα οικόπεδα με εμβαδό άνω των 700,00 τ.μ. επιτρέπεται η ανέγερση κτιρίων οποιοσδήποτε χρήσης με μέγιστη επιφάνεια ορόφων 400,00 τ.μ. και για τα οικόπεδα άνω των 1.800,00 τ.μ. ο συντελεστής δόμησης αυξάνεται υπό προϋποθέσεις ανάλογα με το είδος και τη χρήση του κτίσματος. Με βάση τα παραπάνω η εκτιμητική επιτροπή προτείνει, με την προαναφερόμενη έκθεσή της, τον καθορισμό της αξίας των οικοπέδων σε: α) 50,00 ευρώ/τ.μ. για τα οικόπεδα με επιφάνεια έως 200,00 τ.μ., β) 50,00 ευρώ/τ.μ. για τα πρώτα 200,00 τ.μ. και 38,00 ευρώ/τ.μ. για την υπόλοιπη επιφάνεια για τα οικόπεδα με επιφάνεια από 200,00 έως 700,00 τ.μ. και γ) 50,00 ευρώ/τ.μ. για τα πρώτα 200,00 τ.μ., 38,00 ευρώ/τ.μ. για την επιφάνεια από 201,00 έως 700,00 τ.μ. και 32,00 ευρώ/τ.μ. για την υπόλοιπη επιφάνεια για τα οικόπεδα με επιφάνεια μεγαλύτερη των 700,00 τ.μ.(...). Για τα υφιστάμενα κτίσματα η ως άνω εκτιμητική επιτροπή προτείνει, ακολουθώντας την παραπάνω μέθοδο υπολογισμού της αξίας, το διαχωρισμό των κτισμάτων σε κατηγορίες ως εξής: 1) Σε οικίες 1ης κατηγορίας που κύρια χαρακτηριστικά τους είναι ο φέρων οργανισμός από οπλισμένο σκυρόδεμα ή μικτός φέρων οργανισμός (φέρουσες τοιχοποιίες από οπτοπλινθοδομές και στοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα) ή φέρουσες τοιχοποιίες από οπτοπλινθοδομές, λιθοδομές κ.λπ., με χρόνο κατασκευής τους τα 5 έως 15 έτη και με άλλα χαρακτηριστικά τους τις τοιχοποιίες από μπατικές και δρομικές οπτοπλινθοδομές, τη μόνωση, τις εσωτερικές εγκαταστάσεις, τη σύγχρονη κατασκευή στέγης με επικάλυψη από κεραμίδια, την ύπαρξη κεντρικής θέρμανσης, τα υλικά επιστρώσεων (δάπεδα) και, γενικότερα, κτίσματα κατασκευασμένα με σύγχρονες τεχνικές. 2) Σε οικίες 2ης κατηγορίας που κύρια χαρακτηριστικά τους είναι ο φέρων οργανισμός από οπλισμένο σκυρόδεμα ή μικτός φέρων οργανισμός (φέρουσες τοιχοποιίες από οπτοπλινθοδομές και στοιχεία από οπλισμένο σκυρόδεμα) ή φέρουσες τοιχοποιίες από οπτοπλινθοδομές, λιθοδομές κ.λπ., με χρόνο κατασκευής τους τα 10 έως 30 έτη και των οποίων τα υλικό κατασκευής (υλικά επιστρώσεων, εσωτερικές εγκαταστάσεις, μονώσεις κ.λπ.) υπολείπονται σε ποιότητα από τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των κτισμάτων της 1ης κατηγορίας. 3) Σε οικίες 3ης κατηγορίας που έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους τις φέρουσες τοιχοποιίες από οπτοπλινθοδομές και περιλαμβάνει και τις οικίες με φέρουσες τοιχοποιίες από τσιμεντόλιθους ή και λιθοδομές οι οποίες έχουν ανακαινιστεί πρόσφατα και γενικά πρόκειται για καλοσυντηρημένα κτίσματα με χρόνο κατασκευής τους μεταξύ 25 έως 45 ετών. 4) Σε οικίες 4ης κατηγορίας που έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους τις φέρουσες τοιχοποιίες από λιθοδομή ή τσιμεντόλιθους και οι οποίες έχουν μέτρια συντήρηση και ο χρόνος κατασκευής τους κυμαίνεται μεταξύ 40 έως 50 έτη. 5) Σε οικίες 5ης κατηγορίας που έχουν ως κύριο χαρακτηριστικό τους τις φέρουσες τοιχοποιίες από λιθοδομή ή τσιμεντόλιθους και οι οποίες έχουν κακή συντήρηση και ο χρόνος κατασκευής τους υπερβαίνει τα 45 έτη. Με βάση την ως άνω κατηγοριοποίηση των οικιών και για προσδιορισμό της αξίας τους η εκτιμητική επιτροπή προέβη σε υπολογισμό της τιμής μονάδας της πραγματικής αξίας μίας ιδεατής κατοικίας πολύ καλής κατασκευής και, πιο συγκεκριμένα, μίας διώροφης διπλοκατοικίας (με επιφάνεια 100,00 τ.μ. για κάθε όροφο και επιφάνεια 10,00 τ.μ. για λεβητοστάσιο), ύψος 3,00 μ. για κάθε όροφο, με φέροντα οργανισμό από οπλισμένο σκυρόδεμα και ξύλινη στέγη με επικάλυψη κεραμίδια σύστημα κεντρικής θέρμανσης, θερμομόνωση και στεγάνωση, εξωτερικά κουφώματα αλουμινίου με διπλούς υαλοπίνακες, εσωτερικές πόρτες ξύλινες πρεσαριστές δρύινες, δάπεδα από μάρμαρο και ξύλο (στα υπνοδωμάτια), κεραμικά πλακάκια (σε κουζίνα, λουτρό) καλής ποιότητας, είδη υγιεινής πολύ καλής ποιότητας, εσωτερικές ντουλάπες και ντουλάπια κουζίνας πολύ καλής ποιότητας και με πλήρη ηλεκτρολογική, υδραυλική και αποχετευτική εγκατάσταση με τις αντίστοιχες συνδέσεις με τα δίκτυα και την ύπαρξη εξωστών με δάπεδα από κεραμικά πλακίδια και κιγκλιδώματα αλουμινίου. Η αξία της προπεριγραφείσας ιδεατής κατοικίας υπολογίστηκε σε 1.265,00 ευρώ/τ.μ. ή 422 ευρώ/κ.μ. συμπεριλαμβανομένου και του κόστους για την έκδοση της οικοδομικής άδειας αλλά χωρίς τον υπολογισμό του αναλογούντος Φ.Π.Α., τιμή που είναι σχεδόν τριπλάσια από την τιμή που προκύπτει βάσει του συστήματος των αντικειμενικών του Υπουργείου Οικονομικών. Κατόπιν των ανωτέρω και με τη χρήση συντελεστή παλαιότητας - συντήρησης και αποκατάστασης ιδιοκτησίας η ως άνω εκτιμητική επιτροπή προσδιόρισε την αξία των οικιών ως εξής: 1) Για οικίες 1ης κατηγορίας 420,00 ευρώ/κ.μ., 2) για οικίες 2ης κατηγορίας σε 369,00/κ.μ., 3) για οικίες 3ης κατηγορίας σε 330,00 ευρώ/κ.μ., 4) για οικίες 4ης κατηγορίας σε 285,00 ευρώ/κ.μ, για οικίες 5ης κατηγορίας σε 216,00 ευρώ/κ.μ. (...) Επισημαίνεται ότι κατά τον προσδιορισμό των ανωτέρω τιμών δεν έγινε μείωση της αξίας των οικιών από κατασκευές που αποζημιώνονται ξεχωριστά (τζαμαρίες εισόδου, αποθήκες κάτω από κλίμακες, βεράντες δώματα, εξώστες, βόθροι κ.λπ.), στοιχείο που είναι προφανές ότι ωφελεί τους ιδιοκτήτες των ακινήτων που απαλλοτριώνονται (...).

Περαιτέρω, ως πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο προσκομίζεται από τους διαδίκους η υπ' αριθμό 6/2021 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία καθορίστηκε με κρίσιμο χρόνο προσδιορισμού της την 9-11-2019, για τα ακίνητα και τα επικείμενά τους που βρίσκονται στην οικιστική περιοχή Τ.Κ. του Δήμου Εορδαίας της Π.Ε. Κοζάνης (η οποία δεν βρίσκεται σε ιδιαίτερα μεγάλη απόσταση από τον οικισμό Αναργύρων), που απαλλοτριώθηκαν με δαπάνες της "Δ.Ε.Η. Α.Ε." και βάσει της οποίας η αποζημίωση καθορίστηκε ως εξής: 1) Για οικόπεδα σε 27,00 ευρώ/τ.μ., 2)...3) για οικίες: α) 1ης κατηγορίας σε 280,00 ευρώ/κ.μ., β) 2ης κατηγορίας σε 240,00 ευρώ/κ.μ., γ) 3ης κατηγορίας σε 150 ευρώ/κ.μ., δ) 4ης κατηγορίας σε 28,00 ευρώ/κ.μ., (...).

Περαιτέρω, εκτός από τις τεχνικές εκθέσεις που προαναφέρθηκαν κατά τις ως άνω διορθώσεις του Κτηματολογικού Πίνακα προσκομίζονται επιπλέον από τους διαδίκους η από ... 2021 έκθεση εκτίμησης οικοπέδων και επικείμενων κατασκευών του πολιτικού μηχανικού Α. Π., οι από .../2021 και από .../2021 τεχνικές εκθέσεις για την απαλλοτρίωση του οικισμού Αναργύρων του πολιτικού μηχανικού Τ. Μ., η από ... 2021 πραγματογνωμοσύνη-τεχνική έκθεση αντικειμενικής αξίας φυτικών επικειμένων, συστατικών και παραρτημάτων του γεωπόνου Η. Τ., η από ... 2021 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν. Α., οι από ... 2021 τέσσερις τεχνικές εκθέσεις του γεωπόνου Δ. Μ., 45 άνευ ημερομηνίας τεχνικές εκθέσεις αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Χ. Ι., οι από ... 2021 13 εκθέσεις εκτίμησης των πολιτικών μηχανικών Ν. Δ. και Τ. Δ., η από ...-2021 έκθεση πραγματογνωμοσύνης φωτοβολταϊκού συστήματος των μηχανικών Δ. Π. και Κ. Α., η από ... 2021 τεχνική έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Π. Φ., η από ... 2021 τεχνική έκθεση αυτοψίας του πολιτικού μηχανικού Ν. Κ. και 7 άνευ ημερομηνίας τεχνικές εκθέσεις αυτοψίας του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ. Π. σύμφωνα με τις οποίες προτείνεται μία μέση τιμή που κυμαίνεται μεταξύ 70,00 ευρώ έως 100,00 ευρώ/τ.μ. για την αξία των απαλλοτριούμενων οικοπέδων ενώ σε σχέση με τις οικίες και τα λοιπά κτίσματα προτείνονται αυξημένες τιμές σε ποσοστό τουλάχιστον 10 % από τις ανωτέρω τιμές που προτείνονται από την εκτιμητική επιτροπή ανά κατηγορία οικίας που η ίδια επιτροπή προτείνει και, τέλος, ως προς τα φυτικά επικείμενα προτείνονται τιμές αυξημένες αλλά που δεν διαφοροποιούνται ουσιωδώς από τις τιμές που προτείνει η ως άνω εκτιμητική επιτροπή. Επισημαίνεται ότι τα περισσότερα από τα κτίσματα που υφίστανται στα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι κατά βάση παλαιά καθόσον δεν προέκυψε πρόσφατη οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή ενώ ορισμένες οικίες έχουν ανακαινιστεί κατά τα τελευταία 15 - 20 έτη και διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση και ως εκ τούτου η έλλειψη οικοδομικής άδειας δεν επιδρά ουσιαστικά στον καθορισμό της αξίας τους τόσο λόγω της ανύπαρκτης εμπορικότητας της περιοχής, όσο και λόγω του ότι τα ανωτέρω κτίσματα δεν έχουν κριθεί κατεδαφιστέα ούτε και προκύπτει ότι υπόκεινται σε περιορισμούς μεταβίβασης ενώ για αρκετά εξ αυτών έχει πραγματοποιηθεί τακτοποίηση τους κατά τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας.

Συνεπώς, για τον προσδιορισμό της αξίας των κτισμάτων που υφίστανται στα απαλλοτριούμενα ακίνητα δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα περισσότερα εξ αυτών στερούνται οικοδομικής άδειας αλλά, αντίθετα, θα πρέπει να συνεκτιμηθούν η παλαιότητα τους, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους, ο βαθμός συντήρησής τους και το είδος της χρήσης τους, με συνέπεια να καθίσταται επιβεβλημένη η κατάταξη αυτών σε κατηγορίες σύμφωνα με την προαναφερόμενη έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της οποίας η μεθοδολογία εκτίμησης της αξίας κρίνεται αποδεκτή εφόσον με την εφαρμογή της θα καταστεί εφικτό να παρασχεθεί στους ιδιοκτήτες των ακινήτων πλήρης αποζημίωση, κατά την έννοια που προεκτέθηκε στην οικεία νομική σκέψη, για την απώλεια των ιδιοκτησιών τους συνεκτιμωμένου και του γεγονότος ότι οι τελευταίοι θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν τον παραπάνω οικισμό και να απομακρυνθούν από το φυσικό περιβάλλον όπου διαβιούσαν επί δεκαετίες. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία και λαμβανομένων υπόψη των ισχυουσών οικονομικών και νομισματικών συνθηκών κατά το χρόνο συζήτησης των κρινομένων αιτήσεων και ανταιτήσεων, σύμφωνα με τις οποίες οι αξίες των ακινήτων έχουν ανακάμψει σε ικανό βαθμό μετά την κοινώς γνωστή οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα από το έτος 2010 και μετέπειτα και η οποία είχε ως συνέπεια την κατακόρυφη πτώση των αξιών των ακινήτων, σε συνδυασμό με το είδος, τη θέση, την έκταση και τη χρήση των επίδικων ακινήτων και των επικειμένων τους και του γεγονότος ότι η αντικειμενική αξία αυτών αποτελεί ενδεικτικό μόνον στοιχείο για την εκτίμηση της πραγματικής αξίας τους, αλλά χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας τους λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης και ακολουθώντας την ως άνω μέθοδο υπολογισμού της αξίας των ακινήτων και λαμβανομένου υπόψη, σε σχέση με τα φυτικά επικείμενα, ότι δεν υφίστανται δεντροκαλλιέργειες καρποφόρων δέντρων με μεγάλη πυκνότητα, προοριζόμενες για επαγγελματική εκμετάλλευση, παρά μόνον για αυτοκατανάλωση των καρπών τους ώστε να χρήζει καθορισμός τιμής μονάδας αποζημίωσης με βάση την ανά στρέμμα απόδοση της καλλιέργειας σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, το δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία των ακινήτων αυτών και των επικειμένων τους κατά το χρόνο συζήτησης των κρινόμενων αιτήσεων και ανταιτήσεων και κατ' επέκταση η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη που θα επιτρέψει στους ιδιοκτήτες τους να αντικαταστήσουν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα και τα επικείμενα αυτών με άλλα ίσης αξίας, θα πρέπει να καθοριστεί σύμφωνα με τα κατωτέρω αναφερόμενα ακολουθώντας τις διακρίσεις που περιέχονται στην προαναφερόμενη έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής και με τη συμπερίληψη των συστατικών και παραρτημάτων που παραλείφθηκαν από τον Κτηματολογικό Πίνακα αλλά χωρίς να περιλαμβάνονται τα συστατικά και παραρτήματα που δεν αποζημιώνονται αυτοτελώς (απολήξεις κλιμακοστασίων, πλατύσκαλα, πέτρινα καθίσματα, σκαλοπάτια, τζάκια, καπνοδόχοι, ηλιακοί θερμοσίφωνες, τσιμεντοκολώνες - τσιμεντοδοκοί, κούνιες, φωτιστικά σώματα, σωλήνες ύδρευσης - αποχέτευσης, καλύμματα φρεατίων, ερείπια κ.λπ.) και ειδικότερα: Α) Για τα οικόπεδα: α) Με επιφάνεια έως 200,00 τ.μ., σε 50,00 ευρώ/τ.μ., β) με επιφάνεια έως 700,00 τ.μ., σε 50,00 ευρώ/τ.μ. για τα πρώτα 200,00 τ.μ. και σε 38,00 ευρώ/τ.μ. για την επιφάνεια από 201,00 τ.μ. έως 700,00 τ.μ., γ) με επιφάνεια άνω των 700,00 τ.μ. σε 50,00 ευρώ/τ.μ. για τα πρώτα 200,00 τ.μ., σε 38,00 ευρώ/τ.μ. για την επιφάνεια από 201,00 τ.μ. έως 700,00 τ.μ. και σε 32,00 ευρώ/τ.μ. για την επιφάνεια άνω των 701,00 τ.μ.. Β) Για τις οικίες: α) της 1ης κατηγορίας σε 420,00 ευρώ/κ.μ., β) της 2ης κατηγορίας σε 369,00/κ.μ., γ) της 3ης κατηγορίας σε 330,00 ευρώ/κ.μ., δ) της 4ης κατηγορίας σε 285,00 ευρώ/κ.μ., ε) της 5ης κατηγορίας σε 216,00 ευρώ/κ.μ....".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 17 § 2 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 13 § 1 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα της αξίας του οικοπέδου των αναιρεσειουσών και της εντός αυτού οικίας και τον καθορισμό πλήρους αποζημίωσης. Ειδικότερα, με σαφήνεια περιγράφονται τα χαρακτηριστικά της περιοχής όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα ακίνητα, με τη ρητή αναφορά ότι η αξία τους είναι ιδιαίτερα μικρή, επειδή δεν υπάρχει εμπορικότητα στην παραπάνω περιοχή, ότι δεν προσκομίζονται συμβολαιογραφικά έγγραφα αγοραπωλησιών, στοιχείο που υποδηλώνει ότι δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία αγοραπωλησία ακινήτων τουλάχιστον κατά τα τελευταία έτη ώστε να υφίσταται μέτρο σύγκρισης, ότι ο οικισμός Αναργύρων είναι ορεινό χωριό, με μικρό πληθυσμό (498 κάτοικοι κατά την απογραφή του έτους 2011), που απέχει 18 χιλιόμετρα από το Αμύνταιο και 15 χιλιόμετρα από την πόλη της Πτολεμαΐδας και στα ανατολικά του, σε απόσταση 7 χιλιομέτρων περίπου, βρίσκεται το λιγνιτικό ορυχείο Αμυνταίου. Επίσης, αναφέρεται ότι εάν η εκτίμηση της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων γίνει με βάση την εμπορικότητα τους και την αντικειμενική αξία τους, η αποζημίωση θα είναι ιδιαίτερα μικρή και δεν θα επιτρέψει στους ιδιοκτήτες τους να αντικαταστήσουν αυτά με άλλα παρόμοιας αξίας. Ότι τα περισσότερα από τα κτίσματα που υφίστανται στα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι κατά βάση παλαιά, ότι δεν προέκυψε πρόσφατη οικοδομική δραστηριότητα στην περιοχή, ενώ ορισμένες οικίες έχουν ανακαινιστεί κατά τα τελευταία 15 - 20 έτη και διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση, ότι η έλλειψη οικοδομικής άδειας δεν επιδρά ουσιαστικά στον καθορισμό της αξίας τους και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μειωτικός συντελεστής της αξίας αυτής. Στη συνέχεια, το Εφετείο, αφού συνεκτίμησε τις τιμές μονάδας αποζημίωσης των οικοπέδων και των κτισμάτων που προτείνονται από την επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 και από τις τεχνικές εκθέσεις που προσκομίζουν οι διάδικοι, το προσκομισθέν συγκριτικό στοιχείο (δικαστική απόφαση), καθώς και τη θέση, την έκταση και τη χρήση των ακινήτων, την παλαιότητα των οικιών, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους, το βαθμό συντήρησής τους και το είδος της χρήσης τους, κατέταξε τα οικόπεδα σε τρεις (3) κατηγορίες, αναλόγως του εμβαδού τους και τις οικίες σε πέντε (5) κατηγορίες, αναλόγως της κατασκευής και της παλαιότητάς τους, σύμφωνα και με την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, της οποίας τη μεθοδολογία εκτίμησης της αξίας έκρινε αποδεκτή, προκειμένου με την εφαρμογή της να καταστεί εφικτή η πλήρης αποζημίωση των ιδιοκτητών τους και αφού έλαβε υπόψη τις υφιστάμενες οικονομικές συνθήκες, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα οικόπεδα με επιφάνεια μεγαλύτερη των 700 τ.μ. (μεταξύ των οποίων και το οικόπεδο των αναιρεσειουσών), σε 50 ευρώ/τ.μ. για τα πρώτα 200 τ.μ., σε 38 ευρώ/τ.μ. για την επιφάνεια από 201 έως 700 τ.μ. και σε 32 ευρώ/τ.μ. για την υπόλοιπη επιφάνεια και για τις οικίες 3ης κατηγορίας, στην οποία κατετάγη και η οικία των αναιρεσειουσών, σε 330 ευρώ/κ.μ.. Οι προαναφερόμενες σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων, που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών, συνεπώς, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, καθώς και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ανωτέρω διαλαμβανόμενες στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου μερικότερες αιτιάσεις, καθώς και η διαλαμβανόμενη στο τρίτο σκέλος του τέταρτου λόγου μερικότερη αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε ειδικότερη κρίση για τους λόγους για τους οποίους κατέταξε την οικία των αναιρεσειουσών στην 3η κατηγορία και όχι σε οποιαδήποτε άλλη κατηγορία, παρά το ότι τα περισσότερα χαρακτηριστικά της δεν συνέπιπταν με τα χαρακτηριστικά των κατοικιών της 3ης κατηγορίας, είναι απαράδεκτες και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 αναιρετικό λόγο, καθόσον αναφέρονται σε ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος ως προς το ύψος της καθοριστέας αποζημίωσης και υπό την επίφαση της ανεπαρκούς αιτιολογίας πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την οποία οι αναιρεσείουσες διατυπώνουν αντίθετη άποψη. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και άφησε αίτηση αδίκαστη και συγκεκριμένα ότι, ενώ οι αναιρεσείουσες ζήτησαν να τους επιδικασθούν τα έξοδα μεταφοράς: α) της οικοσκευής ισογείου και ορόφου κατοικίας, ποσού 3.320 ευρώ, β) του τυροκομείου, ποσού 550 ευρώ, γ) του γραφείου διεκπεραίωσης συναλλαγών, ποσού 550 ευρώ, δ) των γεωργικών μηχανημάτων, ποσού 500 ευρώ, ε) των εργαλείων περιποίησης κήπου, ποσού 450 ευρώ και στ) πέτρας πελεκημένης τοιχοποιίας, που προέρχεται από την κατεδάφιση πέτρινου κτίσματος στην αυλή, που δεν ανοικοδομήθηκε εκ νέου, ενόψει της απαλλοτρίωσης, ποσού 1.000 ευρώ, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Ακολούθως, σε σχέση με το αίτημα της υπό στοιχείο Δ αίτησης για καταβολή των δαπανών μετεγκατάστασης των οικιών και των επαγγελματικών χώρων που υφίστανται στο με αριθμό Κ.Π. 93β ακίνητο αποδεικνύεται ότι απαιτείται το ποσό των 2.000 ευρώ για τη μεταφορά και τη μετεγκατάσταση του οικιακού εξοπλισμού, του υφιστάμενου τυροκομείου και του γραφείου διεκπεραίωσης συναλλαγών και ως εκ τούτου το ανωτέρω αίτημα θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό και ως κατ' ουσίαν βάσιμο", χωρίς να αμφισβητηθεί από τους αντιδίκους τους η ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματός τους για επιδίκαση των εξόδων μεταφοράς, ενώ θα έπρεπε τα αιτήματά τους να γίνουν στο σύνολό τους δεκτά ως ουσία βάσιμα και έτσι, το Εφετείο, αφενός μεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αφετέρου δε άφησε αδίκαστα τα αιτήματά τους για την επιδίκαση εξόδων μεταφοράς των γεωργικών μηχανημάτων, των εργαλείων περιποίησης κήπου και της πέτρας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει το αίτημα επιδίκασης πρόσθετης αποζημίωσης για καταβολή των δαπανών μετεγκατάστασης των οικιών και των επαγγελματικών χώρων που υφίστανται στο με αριθμό Κ.Π. 93β ακίνητο και το απέρριψε σιωπηρά κατά το αιτηθέν υπέρτερο ποσό, σύμφωνα δε με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, η εν μέρει ουσιαστική παραδοχή αιτήματος, όπως εν προκειμένω, δεν συνιστά "επιδίκαση" μη αιτηθέντος ούτε άφεση αίτησης αδίκαστης, συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 § 2 του ν. 4067/2012, για τον υπολογισμό του πραγματοποιούμενου συντελεστή όγκου σ.ο. α) προσμετρώνται...ο χώρος της στέγης μόνον όταν αυτή δεν είναι υποχρεωτική...β) δεν προσμετρώνται:...ο χώρος της στέγης (συμπεριλαμβανομένων των κατασκευών που βρίσκονται εντός αυτού όπως πατάρια, σοφίτες και μόνο για το τμήμα αυτών των κατασκευών που βρίσκονται εντός του ύψους της υποχρεωτικής στέγης) όταν αυτή είναι υποχρεωτική.

Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 13 § 2 του ν. 4067/2012, με την αιτίαση ότι, οι αναιρεσείουσες, με την αίτησή τους ενώπιον του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ζήτησαν, σύμφωνα με το άρθρο 16 § 8 του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων), τη διόρθωση του Κτηματολογικού πίνακα, μεταξύ άλλων, και ως προς τον όγκο της οικίας τους, στο ορθό 704,13 κ.μ., που εσφαλμένα προσδιορίσθηκε σε 630,96 κ.μ., επειδή δεν συνυπολογίσθηκε και ο όγκος της υφιστάμενης κεραμοσκεπής και ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημά τους, με την παρακάτω αιτιολογία: "Αναφορικά με την υπό στοιχείο Δ αίτηση και σε σχέση με το με αριθμό Κ.Π. 93β οικόπεδο (Ο.Τ. 22) οι αιτούσες ζητούν να διορθωθεί - συμπληρωθεί ο Κτηματολογικός Πίνακας ως προς τα ακόλουθα στοιχεία: 1) Τον όγκο την αναγραφόμενης οικίας 3ης κατηγορίας που υπολογίστηκε σε 630,96 κ.μ. ενώ θα έπρεπε να υπολογιστεί σε 704,13 κ.μ. με το συνυπολογισμό και του όγκου της υφιστάμενης στέγης πλην όμως, το αίτημα αυτό θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο αφενός μεν επειδή η στέγη δεν αποτελεί συστατικό που αποζημιώνεται αυτοτελώς σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην οικεία νομική σκέψη, αφετέρου δε επειδή στον Κτηματολογικό Πίνακα η ως άνω οικία περιγράφεται, μεταξύ των λοιπών στοιχείων, ως κεραμοσκεπής και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι δεν υπολογίστηκε η στέγη στο συνολικό όγκο της και, τέλος, η από ...-2021 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Ι. Κ. (την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αιτούσες) κρίνεται αόριστη ως προς τον επικαλούμενο όγκο της παραπάνω οικίας αφού δεν αναφέρεται ο τρόπος κατά τον οποίο προκύπτει ο επικαλούμενος μεγαλύτερος όγκος αυτής με την αναφορά των σχετικών διαστάσεων και των αντίστοιχων μαθηματικών πράξεων". Με την ανωτέρω κρίση του, το Εφετείο, εν όψει της παραδοχής προσβαλλόμενης απόφασης ότι η οικία περιγράφεται στον Κτηματολογικό Πίνακα ως κεραμοσκεπής και ως εκ τούτου δεν προκύπτει ότι δεν προσμετρήθηκε η στέγη στο συνολικό όγκο της, ούτε ότι αυτός είναι μεγαλύτερος από τον αναγραφόμενο στον Κτηματολογικό Πίνακα, ορθά εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 13 § 2α του ν. 4067/2012 και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, απορριπτομένου ως αβασίμου του τέταρτου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του. Οι περαιτέρω αιτιάσεις ότι το εν λόγω αίτημα έπρεπε να γίνει δεκτό, καθώς δεν αμφισβητήθηκε η ουσιαστική βασιμότητά του από τους αντιδίκους των αναιρεσειουσών και επιπλέον αποδείχθηκε πλήρως από το προσκομισθέν υλικό (εξέταση μάρτυρα και προσκομισθείσα τεχνική έκθεση) είναι απαράδεκτες και δεν ιδρύουν την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αλλά πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 1, 19 παρ. 7 έως και 10, 20 παρ. 1 και 6 έως και 8 του ν. 2882/2001, οι οποίες εφαρμόζονται στη διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης, ως ειδικές και αποκλειστικές, με συμπληρωματική και μόνο εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1-590 ΚΠολΔ, εφόσον δεν αντιβαίνουν στις διατάξεις του ως άνω νόμου (άρθρ. 18 § 1 εδ. β' του ίδιου νόμου), στη δίκη προσδιορισμού της αποζημίωσης, ως προς τη συλλογή του αποδεικτικού υλικού, εφαρμόζεται το ανακριτικό σύστημα, ήτοι το δικαστήριο μπορεί να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως αλλά και να λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν επικαλέστηκαν οι διάδικοι (ΑΠ2062/2017).

Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με αιτιάσεις, οι οποίες έχουν, κατά λέξη, ως εξής: "Η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης, όσον αφορά στην κατοικία μας, περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στον προσδιορισμό των κ.μ. αυτής. Κατά τα λοιπά απλώς ανέφερε ότι ανήκει στην 3η κατηγορία, καταλείποντας αδίκαστη την αίτησή μας για μεταβολή της κατηγορίας της, χωρίς να υπεισέλθει στην αξιολόγηση των προταθέντων ισχυρισμών μας (για τα ειδικότερα προσδιοριστικά στοιχεία κατασκευής της κατοικίας), που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης, καθώς με αυτά προσδιοριζόταν η κατηγορία και, κατ' επέκταση, η κατά κ.μ. αποζημίωσή της".

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 1/2/2021 (αριθμ. καταθ. 9/4.2.2021) αίτησης των αναιρεσειουσών, προκύπτει ότι, αναφορικά με την περιγραφή της εντός του απαλλοτριούμενου ακινήτου τους οικίας, διαλαμβάνονται, υπό το κεφάλαιο ΙΙ, με τίτλο "Η αναγνώριση των δικαιούχων-Η διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων" (σελίδες 36-37), κατά λέξη, τα εξής: "Οικία, παραδοσιακή, πολυτελής, διατηρούμενη σε άριστη κατάσταση, συνολικού όγκου 704,13 κ.μ. (εσφαλμένα προσδιορίζεται ως 630,96 κ.μ., καθώς δεν συνυπολογίστηκε και ο όγκος της υφιστάμενης κεραμοσκεπής). Η οικοδομή είναι διώροφη, με εσωτερικό ύψος εκάστου ορόφου 3,00 μ. και συνολικό εμβαδόν 210,32 τ.μ. [(9,60 X 9,80) X 2 + 3,80 X 3,20 + 2,00 X 5,80]. Αποτελεί μικτή κατασκευή από οπλισμένο σκυρόδεμα και τοιχοποιίες μεγάλου πάχους από πέτρα, επιχρισμένη εσωτερικά και εξωτερικά. Φέρει οροφή από οπλισμένο σκυρόδεμα (ενίσχυση της οικοδομής, καθώς η οροφή ήταν κατασκευασμένη με την τεχνοτροπία της καλαμωτής) και κεραμοσκεπή με μεταλλικά λούκια απορροής όμβριων. Τα κουφώματα είναι ξύλινα και φέρουν σιδεριές, για λόγους ασφαλείας. Τα δάπεδα του ισογείου καλύπτονται από πλακάκια και πέτρα. Το δάπεδο του ορόφου φέρει ξύλινα πατώματα από δρύινες σανίδες μεγάλου μήκους και πλάτους. Η επικοινωνία ισογείου και ορόφου γίνεται με ξύλινη (δρύινη) σκάλα, που φέρει ξύλινη κουπαστή. Η κατοικία διαθέτει πλήρη ηλεκτρολογική και υδραυλική εγκατάσταση, καθώς και αποχετευτικό δίκτυο. Οι τοιχοποιίες μεγάλου πάχους από πέτρα εξασφαλίζουν με φυσικό τρόπο μέγιστη μόνωση χειμώνα - καλοκαίρι. Πρόσθετη θέρμανση της κατοικίας γίνεται από το πετρόκτιστο παραδοσιακό τζάκι της και, συμπληρωματικά, ενισχύεται από ξυλόσομπες εποχής. Η όλη εμφάνιση της κατοικίας είναι πολυτελής, καθώς σε αυτήν κατοικούσε οικογένειά του ο Ι. Σ. (με μεγάλη ακίνητη περιουσία στην ευρύτερη περιοχή του Νυμφαίου και των Αναργύρων) και αποτελούσε το κέντρο παρακολούθησης της καλλιέργειας και της εμπορίας των παραγόμενων γεωργικών προϊόντων στα κτήματά του. Η θέα προς τον κάμπο από τον όροφο της κατοικίας, τμήμα του οποίου καταλαμβάνει το γραφείο του ιδιοκτήτη, είναι μοναδική και εξυπηρετούσε στην επίβλεψη των ημερήσιων εργασιών. Μικρή επέκταση του ισογείου ορόφου, με είσοδο προς την κατοικία αλλά και ξεχωριστή μεταλλική θύρα εξόδου προς την αυλή, είναι εξοπλισμένο και χρησιμοποιείται έως και σήμερα ως παραδοσιακό τυροκομείο. Υπάρχουν αναρτημένοι δέκα πέντε (15) πίνακες με Διπλώματα-Βραβεία της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης για εγχώρια παραγωγή ετών 1933-1937, που αποδεικνύουν το μέγεθος και την ποιότητα της αγροτικής παραγωγής (σιτηρά, μέλι κ.λπ.) του ιδιοκτήτη της κατοικίας. Η κατοικία διεκδικεί μοναδικότητα σε σχέση με όποιες άλλες κατοικίες του οικισμού, καθώς αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα μακεδονικής αρχιτεκτονικής του τέλους του 19ου αιώνα / αρχών του 20ου αιώνα, διατηρείται μέχρι σήμερα με όλη την πολυτελή επίπλωσή της, συντηρείται ανελλιπώς, βρίσκεται σε άριστη κατάσταση και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους από απογόνους του αρχικού ιδιοκτήτη (βλ. φωτογραφίες -σχ. 252 β - στ). Επισημαίνεται, ότι η επιτροπή ταξινόμησης επικειμένων αυθαιρέτως την κατέταξε στην 3η κατηγορία κατοικιών (δηλ. αυτών χωρίς οπλισμένο σκυρόδεμα και χωρίς ποιοτικά υλικά κατασκευής), ενώ από τον κτηματολογικό πίνακα προκύπτει, ότι διαθέτει οροφή από οπλισμένο σκυρόδεμα, κεραμοσκεπή, ξύλινα δάπεδα, ξύλινα κουφώματα κ.λπ. Τα προσδιοριστικά στοιχεία της κατοικίας, όπως αναλύονται και στην παρούσα αίτησή μας, δεν συνηγορούν στην κατάταξή της στην 3η κατηγορία, καθώς πλεονεκτεί, από άποψη ποιότητας υλικών και βαθμού συντήρησης, ακόμη και των κατοικιών της 1ης κατηγορίας". Στο δε αιτητικό της, ζητείται "να διορθωθούν τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο κεφάλαιο ΙΙ της ένδικης αίτησής μας". Ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, αναφορικά με την αποδιδόμενη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω διαλαμβανόμενοι στην αίτηση ισχυρισμοί δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αφού στερούνται αυτοτέλειας, αλλά αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειουσών υπέρ της αυξημένης, κατά την άποψή τους, αξίας της οικίας τους, συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ίδιος λόγος, κατά το ίδιο σκέλος του και αναφορικά με την από το άρθρο 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της άφεσης αίτησης αδίκαστης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της αίτησης των αναιρεσειουσών, πέραν της διηγηματικής αναφοράς περί αυθαίρετης, κατά την άποψή τους, κατάταξης της οικίας τους στην 3η κατηγορία, δεν υποβλήθηκε σαφές και ορισμένο αίτημα περί μεταβολής της κατηγορίας της οικίας από το Δικαστήριο και κατάταξής της σε ανώτερη κατηγορία, συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 9γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, οι αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το υποβληθέν δια των κατατεθεισών προτάσεών της νόμιμο αίτημά της, μειωμένα όμως, έως το ήμισυ των κατώτατων ορίων που ορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, σύμφωνα με το άρθρο 281 § 2 του ν. 3463/2006 "Περί κύρωσης του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων", το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και όταν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ των Ο.Τ.Α. (ΑΠ628/2025), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Αντιθέτως, δεν θα επιδικασθούν έξοδα υπέρ του πρώτου αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπήθηκε από Πάρεδρο του ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19/4/2023 (αρ. καταθ. ΑΝΡ14/2023) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 24/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή