ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 155/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 155/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 155/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 155 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 155/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. Μ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Καρανάσιο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Διονύσου , που εδρεύει στον Άγιο Στέφανο Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Βασιλείου, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3335/2022 μη οριστική και 2244/2023 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 21-11-2024 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10193-1035/22-11-2024 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 2244/4-5-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) - επί της από 10-3-2021 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 81096-5909/18-10-2021 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 13/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - και, συγκεκριμένα, μέσα στη διετή προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε - και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1 β, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). 2. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Ζ. Μ. του Χ., κάτοικος ..., στην από 20-7-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 76113-2149/30-7-2018 αγωγή της - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Διονύσου" και έδρα τον Άγιο Στέφανο Αττικής - εξέθεσε τα εξής: Ότι στις 3-11-2000 είχε καταρτίσει με τη δημοτική επιχείρηση με την επωνυμία "Κοινωφελής Επιχείρηση Πολιτισμού και Ανάπτυξης Κρυονερίου", την οποία διαδέχθηκε νόμιμα το αναιρεσίβλητο, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και ότι έκτοτε προσέφερε σε αυτή προσηκόντως τις υπηρεσίες της ως νοσηλεύτρια για την υλοποίηση του προγράμματος "Βοήθεια στο Σπίτι". Ότι η σύμβασή της αυτή μετά τη λήξη της ανανεωνόταν στη συνέχεια διαδοχικά με συνέπεια να χαρακτηρισθεί νόμιμα με απόφαση του αρμόδιου διοικητικού οργάνου (Α.Σ.Ε.Π.) ως μια, ενιαία, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι μετά από αυτό με την υπ' αριθμό ...-2007 απόφαση του Προέδρου της πρώην Κοινότητας Κρυονερίου είχε καταταγεί σε οργανική θέση του κλάδου ΤΕ Νοσηλευτών - η οποία είχε συσταθεί νόμιμα με την Κ.Υ.Α. 27902/21-6-2007 (Φ.Ε.Κ. Β 1243) των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών - με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και λάμβανε τις αποδοχές της συγκεκριμένης οργανικής θέσης. Ότι στη συνέχεια η Κ.Υ.Α. που προαναφέρθηκε ανακλήθηκε μερικώς με την Κ.Υ.Α. 40318/6-10-2016 (Φ.Ε.Κ. 3278/Β/12-10-2016) των Υπουργών Εσωτερικών-Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών και η οργανική θέση Νοσηλευτών ΤΕ τροποποιήθηκε σε οργανική θέση ΔΕ. Μετά από αυτό με την υπ' αριθμό ...-2016 απόφαση του Δημάρχου Διονύσου ανακλήθηκαν οι υπ' αριθμό ...-2007, .../2007, .../2009 αποφάσεις του Προέδρου της πρώην Κοινότητας Κρυονερίου και οι υπ' αριθμό .../2011, .../2011, .../2012 και .../2013 διαπιστωτικές πράξεις του Δημάρχου Διονύσου με συνέπεια - σε εκτέλεση της Κ.Υ.Α. 40318/6-10-2016 - να υποβιβασθεί και να καταταγεί αναδρομικά από 1-11-2011 και εφεξής σε οργανική θέση ΔΕ Νοσηλευτών και να λαμβάνει έκτοτε τις αποδοχές της νέας οργανικής της θέσης, οι οποίες, όμως, υπολείπονταν από αυτές που λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο εργαζόταν ως υπάλληλος ΤΕ. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε, αφού κηρυχθεί άκυρη η υπ' αριθμό ...-2016 απόφαση του Δημάρχου Διονύσου, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να την κατατάξει αναδρομικά από 1-10-2007 - και, επικουρικά, από την επίδοση της αγωγής - σε θέση κλάδου ΤΕ Νοσηλευτών με τις ανάλογες αποδοχές και, τέλος, να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο να καταβάλει σε αυτή τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε σε περίπτωση που εξακολουθούσε να εργάζεται σε αυτό ως υπάλληλος ΤΕ Νοσηλευτών και όσων έλαβε από την εργασία της ως υπάλληλος ΔΕ συνολικού ποσού 5.544 Ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1-11-2016 έως και 31-7-2018 νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής κυρίως με βάση της σύμβαση εργασίας, επικουρικά σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και, άλλως, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3 α και 621 επ. ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 13/2020 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι ο Δήμαρχος Διονύσου με την υπ' αριθμό ...-2016 απόφασή του είχε νόμιμα κατατάξει την ενάγουσα σε υποδεέστερη θέση της ιεραρχίας του προσωπικού του Δήμου σε σχέση με αυτή που κατείχε έως την έκδοση της ατομικής διοικητικής πράξης που προαναφέρθηκε. Η ενάγουσα άσκησε κατά της απόφασης αυτής την από 10-3-2021 έφεση για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτήθηκε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της που είχε ασκήσει κατά του εφεσίβλητου-εναγομένου.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία κατά την οποία είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμό 2244/2023 τελεσίδικη απόφαση, με την οποία, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη διαφορά, διότι επρόκειτο για διοικητική διαφορά ουσίας και μετά από αυτό εξαφάνισε την εκκαλουμένη και κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής την απέρριψε ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ειδικότερα τα εξής: "[...] Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι αντικείμενο της δικαστικής διάγνωσης, όπως αυτό προσδιορίζεται βάσει του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, κατ' ορθή εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, δεν είναι η λειτουργία της μεταξύ των διαδίκων σχέσης εργασίας, αλλά στην πραγματικότητα η νομιμότητα και το κύρος διοικητικών πράξεων και συγκεκριμένα της υπ' αρ. 40318/6.10.2016 (ΦΕΚ 3278 Β'/12.10.2016) Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών - Διοικητικής Ανασυγκρότησης και Οικονομικών, με την οποίαν ανακλήθηκε μερικώς η υπ' αριθμό 27902/21.6.2007 Κ.Υ.Α. των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών και τροποποιήθηκε η κατηγορία της συσταθείσης οργανικής θέσης Νοσηλευτών από Τ.Ε. σε Δ.Ε., καθώς και της υπ' αριθμό ....2016 απόφασης του Δημάρχου Διονύσου, με την οποίαν ανακλήθηκε η υπ' αριθμό ....2007 απόφαση του Προέδρου της πρώην Κοινότητας Κρυονερίου Αττικής και η ενάγουσα κατατάχθηκε σε θέση Δ.Ε. Νοσηλευτών, κατά την υπ' αριθμό 40318/6.10.2016 Κ.Υ.Α. (με την ίδια απόφαση του Δημάρχου Διονύσου, ανακλήθηκαν οι υπ' αρ. .../2007 και .../2009 αποφάσεις του Προέδρου της Κοινότητας Κρυονερίου και οι υπ' αρ. .../2011, .../2011, .../2012 και .../2013 διαπιστωτικές πράξεις του Δημάρχου Διονύσου και η ενάγουσα κατατάχθηκε, από 1/11/2011, στον Ε' βαθμό, κατηγορίας Δ.Ε., με πλεονάζοντα χρόνο 7 έτη, 11 μήνες και 28 ημέρες και στο 3° μισθολογικό κλιμάκιο, καταληκτικό του Ε' βαθμού, με πλεονάζοντα χρόνο 1 έτος, 11 μήνες και 28 ημέρες), η κρίση, δε, περί του κύρους των ως ανωτέρω ανακλητικών πράξεων - παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα συνδεόταν με τον εναγόμενο Δήμο Διονύσου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου - υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, προκειμένης ακυρωτικής διοικητικής διαφοράς [...] και συνεπώς η αγωγή, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, τυγχάνει απαράδεκτη στο σύνολό της, καθώς όλα τα αιτήματα και οι βάσεις της συναρτώνται με τη νομιμότητα και το κύρος των ως άνω εκτελεστών διοικητικών πράξεων. Άρα, αφού διαπιστώθηκε, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα και λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ότι απαραδέκτως εισήχθη η υπό κρίση αγωγή ενώπιον πολιτικού, μη έχοντος δικαιοδοσία Δικαστηρίου, πρέπει, κατ' αποδοχή της εφέσεως, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή [...]". 3. Το άρθρο 94 παράγραφος 1 Συντάγματος ορίζει: "Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου". Το ίδιο άρθρο στην παράγραφο 2 ορίζει: "Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές [...] όπως νόμος ορίζει".

Περαιτέρω το άρθρο 1 ΚΠολΔ ορίζει: "Στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν: α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια [...]". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι διαφορές που προέρχονται από την αμφισβήτηση του κύρους ατομικών διοικητικών πράξεων - τις οποίες εκδίδουν όργανα του Δημοσίου και των λοιπών νομικών προσώπων, όπως είναι και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) - και αφορούν στην πρόσληψη, στην υπηρεσιακή κατάσταση, στις αποδοχές, στη χορήγηση επιδομάτων, στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας κ.λπ. των εργαζομένων στα νομικά αυτά πρόσωπα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου είναι διαφορές ιδιωτικού δικαίου και για το λόγο αυτό ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, διότι κριτήριο για την ύπαρξη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προς εκδίκαση συγκεκριμένης διαφοράς είναι η φύση της έννομης σχέσης που αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διάγνωσης ως σχέσης ιδιωτικού δικαίου. Το γεγονός ότι η διαφορά δημιουργείται από την έκδοση διοικητικών πράξεων δεν ασκεί έννομη επιρροή.

Εξάλλου, το άρθρο 2 ΚΠολΔ ορίζει: "Τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια [...]". Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια ερευνούν παρεμπιπτόντως ζητήματα που ανήκουν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Τα πολιτικά δικαστήρια, ειδικότερα, έχουν εξουσία να ερευνήσουν παρεμπιπτόντως το κύρος διοικητικών πράξεων σε περίπτωση που η κύρια διαφορά εξαρτάται από τη διάγνωση της νομιμότητας πράξεων, τις οποίες εξέδωσε διοικητική αρχή. Η έκταση του παρεμπίπτοντος ελέγχου περιορίζεται στην έρευνα των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να είναι έγκυρες οι διοικητικές πράξεις που εκδίδουν τα όργανα της διοίκησης. Ελέγχονται, συγκεκριμένα, η αναρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου για την έκδοση της συγκεκριμένης διοικητικής πράξης, η παράβαση ουσιώδους τύπου της διοικητικής διαδικασίας, την οποία προβλέπει ο νόμος για την έκδοσή της, η ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, η εξειδίκευση των νομικών εννοιών, η έκδοση της διοικητικής πράξης καθ' υπέρβαση της εξουσίας του διοικητικού οργάνου, η εναρμόνισή της προς το Σύνταγμα, η ακρόαση του διοικουμένου, όπως και η ύπαρξη επαρκούς ή όχι αιτιολογίας, όταν αυτή επιβάλλεται ειδικά από το νόμο ή απαιτείται από τη φύση της διοικητικής πράξης. Ο παρεμπίπτων έλεγχος δεν μπορεί να επεκταθεί και στην ουσιαστική κρίση των διοικητικών οργάνων ως προς την ύπαρξη ή όχι των πραγματικών προϋποθέσεων εφαρμογής του νόμου. Τα πολιτικά δικαστήρια συνεπώς δεν μπορούν να ελέγξουν ούτε την πλάνη περί τα πράγματα ούτε την ελεύθερη εκτίμηση ή τη διακριτική ευχέρεια του διοικητικού οργάνου που εξέδωσε τη διοικητική πράξη, εκτός αν στοιχειοθετείται κατάχρηση δικαιώματος. Όταν η παρανομία της διοίκησης συνίσταται σε παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας ερευνώνται κατ' εξαίρεση και τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία ανελέγκτως θα έκρινε η Διοίκηση για να εκδώσει τη διοικητική πράξη, την οποία όμως δεν εξέδωσε. Ο παρεμπίπτων έλεγχος, τέλος, έχει την έννοια ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τις παράνομες διοικητικές πράξεις, δεν αποκρούουν την εκτελεστότητά τους και δεν αναγνωρίζουν την ακυρότητά τους, αλλά ότι απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 226/2025, ΑΠ 141/2024, ΑΠ 1366/2018).

Περαιτέρω, το άρθρο περαιτέρω 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ορίζει: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο παρά το νόμο [...] κήρυξε απαράδεκτο". Τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο υπέπεσε σε αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας, όταν δηλαδή αποφάνθηκε ότι στερείται δικαιοδοσίας, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση συγκεκριμένης διαφοράς (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 406/2023, ΑΠ 1319/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση στο μοναδικό λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 93 παράγραφος 1, 94 παράγραφος 2 Συντάγματος, 1 α, 2 και 4 εδάφιο α υπεδάφιο α ΚΠολΔ δέχθηκε ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη διαφορά - η οποία υπαγόταν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων - με την αιτιολογία ότι αντικείμενο της δίκης αποτελούσε η ακύρωση διοικητικών πράξεων που είχε εκδώσει το αναιρεσίβλητο και με τις οποίες την είχε υποβιβάσει κατά τη διάρκεια λειτουργίας της εργασιακής τους σχέσης από ανώτερη σε κατώτερη θέση της ιεραρχίας του προσωπικού του με συνέπεια να λαμβάνει έκτοτε μειωμένες αποδοχές. Η αναιρεσείουσα εκθέτει στη συνέχεια ότι τα πολιτικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη διαφορά, διότι η έννομη σχέση που τη συνδέει με το αναιρεσίβλητο είναι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση εργασίας δημοσίου δικαίου. Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, τέλος, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν ότι δικαιοδοσία για την εκδίκαση της επίδικης υπόθεσης είχαν τα πολιτικά δικαστήρια, θα δεχόταν την έφεσή της ως παραδεκτή και βάσιμη, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη απόφαση και κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής θα τη δεχόταν ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου και του αιτήματος της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), το οποίο αναφέρεται και στην με αριθμό "2" παράγραφο της παρούσας, αντικείμενο της δίκης, η οποία είχε ανοίξει με την άσκηση της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, ήταν να διαγνωσθεί δικαστικά αν η αναιρεσείουσα κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε ή όχι αξίωση κατά του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή των επιδίκων μισθολογικών διαφορών. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη και επειδή η έννομη σχέση, η οποία συνέδεε στην προκειμένη περίπτωση την αναιρεσείουσα με το αναιρεσίβλητο, όπως αναφερόταν στην αγωγή, ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη διαφορά είχαν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια. Το δικαστήριο της ουσίας βέβαια όφειλε στην προκειμένη περίπτωση να ερευνήσει παρεμπιπτόντως σύμφωνα με το άρθρο 2 ΚΠολΔ το κύρος της υπ' αριθμό ...-2016 απόφασης του Δημάρχου Διονύσου, διότι το ζήτημα αν η αναιρεσείουσα με τη συγκεκριμένη ατομική διοικητική πράξη είχε νομίμως ή όχι καταταγεί σε υποδεέστερη οργανική θέση της ιεραρχίας του προσωπικού του αναιρεσιβλήτου σε σχέση με αυτή στην οποία είχε αρχικά καταταγεί και, συγκεκριμένα, σε θέση ΔΕ Νοσηλευτών αποτελούσε προϋπόθεση για να διαγνωσθεί η βασιμότητα της επίδικης αξίωσης της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου. Η παρεμπίπτουσα, όμως, αυτή έρευνα του συγκεκριμένου νομικού ζητήματος δεν μεταβάλλει την επίδικη διαφορά από ιδιωτικού σε δημοσίου δικαίου και, συνεπώς, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην κατάφαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την ένδικη υπόθεση. Το δευτεροβάθμιο, επομένως, δικαστήριο κατά την έρευνα της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 93 παράγραφος 1, 94 παράγραφος 2 του Συντάγματος, 1 α, 2 και 4 εδάφιο α υπεδάφιο α ΚΠολΔ δέχθηκε ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την επίδικη διαφορά, με συνέπεια, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης εσφαλμένα να απορρίψει την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.

Η υπόθεση, εξάλλου, χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση και πρέπει, συνεπώς, να παραπεμφθεί για εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 580 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις - μετά από το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν μειωμένα σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, το οποίο ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176 εδάφιο α, 183, 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ και 281 παράγραφος 2 του ν. 3463/2006 "Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων"), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 2244/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε εξακόσια (600) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή