ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 156/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
print
Τίτλος:
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 156/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ 156/2026 (ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ - Β2)
Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 156 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 156 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Μαρτίου 2023 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Θεοδώρου, ο oποίος είχε καταθέσει προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της αρχικά ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "N.B.G. BANKASSURANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ", η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 14ης Μαρτίου 2023 είχε εκπροσωπηθεί από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία είχε καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2000 αγωγή της αρχικής διαδίκου εταιρείας με την επωνυμία "N.B.G. BANKASSURANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6384/2003 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών λόγω αρμοδιότητας, 662/2006 μη οριστική, 1446/2020 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 3278/2022 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2022 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 14ης Μαρτίου 2023, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 51/2025 Πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, από τον αναφερόμενο σ' αυτήν ορισθέντα Εισηγητή Αρεοπαγίτη και την με αριθμό 106/2025 πράξη του Προέδρου του Β2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Αριστείδη Βαγγελάτου, ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Αν για οποιοδήποτε λόγο, ο οποίος παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια [...] της γραμματείας του δικαστηρίου". Η επαναλαμβανόμενη, κατά το άρθρο 307 ΚΠολΔ, συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 32/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπ' αριθμό 106/1-4-2025 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου επαναλαμβάνεται νόμιμα η συζήτηση της από 14-10-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9265-1041/24-11-2022 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 3278/2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση είχε ορισθεί αρχικά να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 14-3-2023. Η αναιρεσείουσα, Σ. Π. του Χ., κάτοικος ..., είχε παραστεί κατά τη δικάσιμο εκείνη δια του πληρεξουσίου Δικηγόρου της, Λεωνίδα Θεοδώρου, Δικηγόρου Πειραιώς, ενώ η αναιρεσίβλητη, ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και έδρα την Αθήνα, είχε εκπροσωπηθεί νόμιμα από την πληρεξούσια Δικηγόρο της, Σταυρούλα Καραθάνου-Δεληγιάννη, Δικηγόρο Αθηνών, η οποία είχε καταθέσει δήλωση - σύμφωνα με τα άρθρα 242 παράγραφος 2 και 573 παράγραφος 1 ΚΠολΔ - ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Οι διάδικοι κατά την ίδια δικάσιμο είχαν καταθέσει και προτάσεις (άρθρο 570 παράγραφος 1 ΚΠολΔ). Η έκδοση, όμως, απόφασης δεν κατέστη δυνατή από λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο μέλους της σύνθεσης του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, του Εισηγητή Αρεοπαγίτη, ο οποίος ήδη συνταξιοδοτήθηκε. Μετά από αυτό η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου με την υπ' αριθμό 51/2025 πράξη που εξέδωσε αφαίρεσε τη δικογραφία από το Δικαστή που προαναφέρθηκε (άρθρα 573 παράγραφος 1 και 307 ΚΠολΔ) και, στη συνέχεια, ο Πρόεδρος του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου με την υπ' αριθμό 106/1-4-2025 πράξη του διέταξε νόμιμα να επαναληφθεί η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Οι διάδικοι δεν παρέστησαν κατά την ανωτέρω δικάσιμο, μολονότι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν σε αυτή με επιμέλεια της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου (βλ. τα από ...-2025 και ...-2025 αποδεικτικά επίδοσης του Ν. Κ., Επιμελητή Δικαστηρίων του Πρωτοδικείου Πειραιά και Ε. Π., Επιμελητή Δικαστηρίων του Αρείου Πάγου προς τους πληρεξουσίους Δικηγόρους της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, αντίστοιχα, οι οποίοι τις είχαν εκπροσωπήσει νόμιμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την αρχική δικάσιμο της 14-3-2023).

Επειδή, όμως, η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 307 εδάφια α και β ΚΠολΔ), η ερημοδικία των διαδίκων κατά την προκειμένη συζήτηση δεν ασκεί έννομη επιρροή και αυτοί δικάζονται αντιμωλία (ΑΠ 17/2023, ΑΠ 32/2023, ΑΠ 936/2018). 2. Με την από 14-10-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9265-1041/24-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 3278/27-6-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών - επί της από 22-10-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 22098-1475/16-4-2021 έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της υπ' αριθμό 1446/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα - και, ειδικότερα, μέσα στη διετή καταχρηστική προθεσμία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ από την επομένη της δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε και γενικά παραδεκτά (άρθρα 553, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής:

Η αρχικώς ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "N.B.G. BANΚ ASSURANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ", την οποία διαδέχθηκε νόμιμα, ως οιονεί καθολική της διάδοχος, η αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και έδρα την Αθήνα, στην από 2-10-2000 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2000 αγωγή - την οποία είχε απευθύνει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και είχε στρέψει κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, Σ. Π. του Χ., κατοίκου ... - εξέθεσε τα εξής: Ότι το έτος 1990 είχε καταρτίσει με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε την απασχολούσε στις υπηρεσίες της αρχικά ως υπάλληλο γραφείου και στη συνέχεια ως υπάλληλο λογιστηρίου. Ότι η εναγομένη κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-1994 έως και 31-7-1999 παράνομα και υπαίτια και με συγκεκριμένη μέθοδο αναλάμβανε από το ταμείο της χρηματικά ποσά, τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιείτο χωρίς νόμιμο δικαίωμα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σε βάρος της ζημία συνολικού ποσού 439.000.000 δραχμών ή 1.283.334,50 Ευρώ. Με το ιστορικό αυτό είχε ζητήσει - μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της - να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτή ποσό 150.000 Ευρώ νομιμότοκα και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτή ποσό 1.138.334,56 Ευρώ νομιμότοκα. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 215 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 6384/2003 οριστική απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε καθ' ύλη αναρμόδιο (άρθρα 46 επ. ΚΠολΔ) και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 έως 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015). Η αρχικά ενάγουσα με την από 3-4-2024 κλήση της επέσπευσε νόμιμα νέα συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το Δικαστήριο αυτό εξέδωσε την υπ' αριθμό 662/2006 μη οριστική απόφαση, με την οποία ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του απόφασης, εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη που είχε ανοίξει με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της εναγομένης για τα αδικήματα της πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια σε βαθμό κακουργήματος, τα οποία η εναγομένη φερόταν ότι είχε διαπράξει σε βάρος της περιουσίας της στην Αθήνα κατά το χρονικό διάστημα από 26-1-1995 έως και 28-7-1999 (άρθρα 1, 13 στ, 26 παράγραφος 1 α, 27 παράγραφος 1, 98, 216 παρ. 1-3 και 386 παράγραφοι 1β-α και 3 ΠΚ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο τέλεσης των πράξεων). Μετά την έκδοση της υπ' αριθμό 783-1962/4-6-2014 αμετάκλητης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", ως οιονεί καθολική διάδοχος της αρχικά ενάγουσας, με την από 18-10-2016 κλήση της επέσπευσε νόμιμα νέα συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δίκασε την αγωγή αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1 και 667 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, πριν αντικατασταθούν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α 87/23-7-2015) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 1446/2020 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε ως αβάσιμο το δικονομικό ισχυρισμό, τον οποίο είχε προβάλει παραδεκτά η εναγομένη ότι η αγωγή έπασχε από αοριστία και έπρεπε, για το λόγο αυτό, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και, στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και, περαιτέρω, α) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην καλούσα και αναιρεσείουσα, καθολική διάδοχο της αρχικά ενάγουσας, ποσό 150.000 Ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε αυτή ποσό 303.496,21 Ευρώ νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης μετά την άσκηση της από 22-10-2020 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3278/2022 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση αυτή.

3.α. Το άρθρο 914 ΑΚ ορίζει ότι: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.". Το άρθρο 297 εδάφιο α ΑΚ ορίζει ότι: "Ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα [...].". Το άρθρο 298 εδάφιο α ΑΚ ορίζει ότι: "Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσία του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος [...]". Τέλος, το άρθρο 330 ΑΚ ορίζει ότι: "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.". Από το συνδυασμό των διατάξεων που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και, ειδικότερα, είτε δόλος, είτε αμέλεια, δ) περιουσιακή ζημία και ε) και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε. Περαιτέρω, το άρθρο 216 παράγραφος 1 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα". Η αγωγή, συνεπώς, με την οποία διώκεται η καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας πρέπει και αρκεί να περιέχει: α) τα περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν παράνομη και υπαίτια - από δόλο ή από αμέλεια - πράξη ή παράλειψη του εναγομένου, β) τη ζημία, θετική ή αποθετική, προσδιορισμένη ως προς το ποσό, το είδος, την έκταση και την αιτία, την οποία υπέστη ο ενάγων από τη συμπεριφορά αυτή του εναγομένου και γ) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και ζημίας που προκλήθηκε (ΑΠ 1429/2025, ΑΠ 145/2024, ΑΠ 147/2023).

Περαιτέρω το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο παρά το νόμο (...) δεν κήρυξε [...] απαράδεκτο". Η ποσοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται από τη διάταξη αυτή, αν - μεταξύ άλλων - η απόφαση που προσβάλλεται με αναίρεση κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ότι τα πραγματικά περιστατικά που περιέχονταν στην αγωγή ήταν επαρκή για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής στη συγκεκριμένη περίπτωση και, για το λόγο αυτό, δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας (ΟλΑΠ 4/2024, ΑΠ 818/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της ένδικης αγωγής. Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την απόφαση που προσβάλλεται, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παράγραφος 2, 216 παράγραφος 1 α και 591 ΚΠολΔ - σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ - κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσής της - με τον οποίο είχε επαναφέρει παραδεκτά και στην κατ' έφεση δίκη το δικονομικό ισχυρισμό που είχε προβάλει ως εναγομένη παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου - ότι η αγωγή έπασχε από ποσοτική αοριστία, επειδή η αναιρεσίβλητη δεν είχε παραθέσει σε αυτή τις επιμέρους παράνομες και υπαίτιες πράξεις, με τις οποίες φέρεται ότι αναλάμβανε και ιδιοποιείτο χωρίς νόμιμο δικαίωμα από το ταμείο της χρηματικά ποσά και κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-1999 έως και 28-7-1999. Η αναιρεσείουσα εκθέτει, περαιτέρω, ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεχόταν το λόγο αυτό της έφεσής της, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη απόφαση και, στη συνέχεια, κατά το στάδιο πλέον έρευνας της ένδικης αγωγής, θα την απέρριπτε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε επαναφέρει παραδεκτώς με σχετικό λόγο της έφεσής της, με την εξής αιτιολογία: "Στην προκειμένη περίπτωση αναφέρεται στην αγωγή η παράνομη και υπαίτια-ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά της εναγομένης (αναιρεσείουσας), με αναφορά όλων των στοιχείων της απάτης και της πλαστογραφίας, η οποία τελέστηκε επ' ευκαιρία της εκτέλεσης των ανατεθειμένων σε αυτή καθηκόντων, ως υπαλλήλου, με αναλυτική περιγραφή των μεθόδων που μετερχόταν και τα στοιχεία της επικαλούμενης ζημίας. Το τελικό ύψος της ζημίας ήταν ζήτημα που θα προέκυπτε από την αποδεικτική διαδικασία. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, επίσης έκρινε ως ορισμένη την αγωγή, και απέρριψε τις περί αοριστίας του δικογράφου της αιτιάσεις της εναγομένης, ορθά τις οικείες διατάξεις ερμήνευσε και εφήρμοσε, και, συνεπώς, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η εναγόμενη με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ως προς το αναληφθέν παρανόμως ποσό των 20.862.230 δρχ. την 31.7.1999, το οποίο εν συνεχεία με τις προτάσεις συμπληρώνεται ότι αφορά 25 επιμέρους αναλήψεις που έλαβαν χώρα από 2.7.1999 έως 28.7.1999, καθώς και ότι παρά το νόμο το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, απορριπτέα τυγχάνουν ως αβάσιμα".

Από την επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής, την οποία είχε ασκήσει η αρχικά ενάγουσα κατά της αναιρεσείουσας (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, η οποία είναι οιονεί καθολική της διάδοχος, είχε εκθέσει σε αυτή ότι το έτος 1990 είχε καταρτίσει με την αναιρεσείουσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ότι έκτοτε την απασχολούσε σε καταστήματά της αρχικά ως υπάλληλο γραφείου και στη συνέχεια ως υπάλληλο λογιστηρίου. Ότι η αναιρεσείουσα από την 19-10-1994 έως και 31-7-1999 παράνομα και υπαίτια και με συγκεκριμένη μέθοδο αναλάμβανε από το ταμείο της χρηματικά ποσά, τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιείτο χωρίς νόμιμο δικαίωμα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει σε βάρος της ζημία συνολικού ποσού 439.000.000 δραχμών ή 1.283.334,50 Ευρώ. Με το ιστορικό αυτό είχε ζητήσει - μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής της - α) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να καταβάλει σε αυτή ποσό 150.000 Ευρώ νομιμότοκα και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σε αυτή ποσό 1.138.334,56 Ευρώ νομιμότοκα. Η αρχικά ενάγουσα είχε παραθέσει στο δικόγραφο της αγωγής της αναλυτικά όλες τις επιμέρους πράξεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα αναλάμβανε παράνομα και υπαίτια από το ταμείο της κατά το χρονικό διάστημα από 19-10-1994 έως και 31-7-1999 συγκεκριμένα κάθε φορά χρηματικά ποσά, τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιείτο χωρίς νόμιμο δικαίωμα. Η αρχικά ενάγουσα, βέβαια, δεν είχε αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής σε ποιες επιμέρους πράξεις ανάληψης είχε προβεί η αναιρεσείουσα κατά το μερικότερο χρονικό διάστημα από 2-7-1999 έως και 28-7-1999. Η αγωγή, όμως, παρά την έλλειψή της αυτή ήταν πλήρως ορισμένη, διότι η αρχικά ενάγουσα είχε αναφέρει σε αυτή όλα τα στοιχεία, τα οποία μπορούσαν να στηρίξουν αξίωσή της κατά της αναιρεσείουσας και, συγκεκριμένα: α) τα περιστατικά, τα οποία θεμελίωναν παράνομες και από δόλο πράξεις της αναιρεσείουσας σε βάρος της, β) τα συγκεκριμένα ποσά, τα οποία είχε αναλάβει παράνομα και υπαίτια - με συγκεκριμένη μέθοδο - η αναιρεσείουσα από το ταμείο της, γ) το συνολικό ποσό της περιουσιακής ζημίας, την οποία είχε υποστεί από τις παράνομες και δόλιες πράξεις της αναιρεσείουσας σε βάρος της και δ) τα περιστατικά, από τα οποία προέκυπτε η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας και της ζημίας που είχε προκληθεί σε βάρος της περιουσίας της. Η αρχικά ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να αναφέρει στην αγωγή και τις επιμέρους παράνομες και υπαίτιες αναλήψεις, στις οποίες είχε προβεί η αναιρεσείουσα και κατά το χρονικό διάστημα από 2-7-1999 έως και 28-7-1999, επειδή αρκούσε η αναφορά του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα ενεργούσε παράνομα και υπαίτια σε βάρος της κατά τη διάρκεια ολόκληρου του επιδίκου χρονικού διαστήματος, το οποίο εκτεινόταν από 19-10-1994 έως και 31-7-1999 και, συνεπώς, καταλάμβανε και το μερικότερο χρονικό διάστημα από 2-7-1999 έως και 28-7-1999 (πρβλ. ΑΠ 1761/2024). Το δευτεροβάθμιο, επομένως, δικαστήριο, το οποίο απέρριψε το λόγο της έφεσης - με τον οποίο η αναιρεσείουσα είχε προσβάλει ειδικά την εκκαλουμένη για το λόγο ότι δεν είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας - με την αιτιολογία ότι τα πραγματικά περιστατικά που περιέχονταν στην αγωγή ήταν επαρκή για να εξειδικευθούν οι εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 και 330 ΑΚ και, για το λόγο αυτό, δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ορθώς και όχι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 591, 106, 111 παράγραφος 2 και 216 παράγραφος 1 α ΚΠολΔ δεν κήρυξε απαράδεκτο, όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με τον λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 3.β. Το άρθρο 226 ΚΠολΔ ορίζει ότι: "Είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η ιστορική βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου [...], μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής.". Η διάταξη αυτή απαγορεύει την προσθήκη με τις προτάσεις νέων ισχυρισμών, οι οποίοι είτε μεταβάλλουν το αντικείμενο της δίκης, είτε προσθέτουν νέα κρίσιμα περιστατικά, τα οποία είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με άλλα συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και δικαιολογούν το αίτημά της. Η απλή, όμως, εξειδίκευση και διευκρίνιση ουσιωδών γεγονότων που περιέχονται ανεπαρκώς στην αγωγή επιτρέπεται, αφού η διευκρίνιση αυτή δεν συνιστά μεταβολή του αντικειμένου της αγωγής, ούτε αναιρεί την ταυτότητα του βιοτικού συμβάντος που στηρίζει το αίτημά της (ΑΠ 526/2025, ΑΠ 481/2025, ΑΠ 910/2017).

Περαιτέρω η διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται [...] αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν [...] και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [...]. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 9/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ και πρέπει, για το λόγο αυτό, να αναιρεθεί. Η αναιρεσείουσα επικαλείται, ειδικότερα, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προσβάλλεται, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 110 παράγραφος 2 και 224 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 ΚΠολΔ, κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό λόγο της έφεσής της, με τον οποίο είχε επαναφέρει παραδεκτά και στην κατ' έφεση δίκη το δικονομικό ισχυρισμό που είχε προβάλει ως εναγομένη παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η αναιρεσίβλητη είχε επιχειρήσει απαράδεκτη συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής με συνέπεια, αυτή, η οποία δεν περιλάμβανε ουσιώδη περιστατικά, που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν το αίτημά της, να έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η αναιρεσείουσα εκθέτει περαιτέρω ότι σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάμβανε υπόψη τη συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αγωγής, την οποία η αναιρεσίβλητη είχε επιχειρήσει απαραδέκτως με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θα δεχόταν την έφεσή της, θα εξαφάνιζε για το λόγο αυτό την εκκαλουμένη και κατά το στάδιο πλέον έρευνας της αγωγής, θα την απέρριπτε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Από την επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η αρχικά ενάγουσα είχε παραθέσει στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής της αναλυτικά όλες τις επιμέρους πράξεις, με τις οποίες η αναιρεσείουσα αναλάμβανε χωρίς νόμιμο δικαίωμα από το ταμείο της συγκεκριμένα κάθε φορά χρηματικά ποσά, τα οποία στη συνέχεια ιδιοποιείτο παράνομα. Η αρχικά ενάγουσα, βέβαια, δεν είχε αναφέρει στο δικόγραφο της αγωγής σε ποιες επιμέρους πράξεις ανάληψης είχε προβεί η αναιρεσείουσα κατά το επιμέρους χρονικό διάστημα από 27-2-1999 έως και 29-6-1999. Η αναιρεσίβλητη ωστόσο, η οποία αποτελεί οιονεί καθολική διάδοχο της αρχικά ενάγουσας, όπως ομολογείται, παρέθεσε στις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις επιμέρους πράξεις ανάληψης που έγιναν από την αναιρεσείουσα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, οι οποίες δεν είχαν αναφερθεί στο δικόγραφο της αγωγής. Η αναιρεσίβλητη, συνεπώς, προέβη σε παραδεκτή συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αγωγής, διότι με την αναφορά και των επιμέρους αναλήψεων, τις οποίες είχε τελέσει η αναιρεσείουσα σε βάρος της περιουσίας της και κατά το χρονικό διάστημα από 27-2-1999 έως και 29-6-1999, εξειδικεύθηκε απλώς η ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίσθηκαν ακριβέστερα τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αίτημα αυτής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο κατά το στάδιο έρευνας της έφεσης, την οποία είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμο το λόγο της έφεσής της, με τον οποίο είχε επαναφέρει παραδεκτά και στην κατ' έφεση δίκη το δικονομικό ισχυρισμό που είχε προβάλει ως εναγομένη παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι η αναιρεσίβλητη είχε προβεί σε απαράδεκτη συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αγωγής εναντίον της, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, τα οποία δεν είχαν προταθεί νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης - κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 111 παράγραφος 2 και 224 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 591 ΚΠολΔ - όπως αβάσιμα επικαλείται η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε, ο οποίος για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 4. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν - και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα - η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά της - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, η οποία ηττήθηκε στη δίκη (άρθρα 106, 176 εδάφιο α, 183 και 191 παράγραφος 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2022 αίτηση της Σ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμό 3278/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή