Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 162 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 162/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Σάββα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 2) Ε. Σ. του Ν., συζ. Ι. Κ., κατοίκου ... και 3) α. Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., β. Ε. Σ. του Ν., χας Ι. Κ., κατοίκου ..., γ. Π. Κ. του Ι., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Ι. Κ. του Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Πηνελόπη Τέκου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Α. Κ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2017 αγωγή των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Ι. Κ. του Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-7-2018 αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και του J. - F. H. B. του M., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 508/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 481/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και κατόπιν αυτεπάγγελτης διορθώσεως αυτής, η 964/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-2-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αναστάσιο Σάββα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 319 Κ.Πολ.Δ., οι αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων για διόρθωση ή ερμηνεία μιας αποφάσεως, μπορούν να προσβληθούν με όλα τα ένδικα μέσα, με τα οποία θα μπορούσε να προσβληθεί η απόφαση που εζητήθη να διορθωθεί ή ερμηνευθεί, εξαιρέσει της ανακοπής ερημοδικίας και, κατά συνέπεια, αυτή προσβάλλεται και με αίτηση αναιρέσεως (ανεξαρτήτως αν η αίτηση διορθώσεως έγινε δεκτή ή απερρίφθη. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τη διορθωτική απόφαση, που εξεδόθη κατόπιν αυτεπαγγέλτως κινηθείσης διαδικασίας διορθώσεως (άρθρο 317 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.- Α.Π. 409/2025 Α.Π. 1119/2019). Εκ της ως άνω διατάξεως προκύπτει ότι η διορθωτική απόφαση δεν έχει αυτοτέλεια, αποτελεί τμήμα της υπό διόρθωση (αποφάσεως), γι' αυτό, άλλωστε, και η ενέργειά της ανατρέχει στο χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως που διορθώνεται (άρθρο 320 Κ.Πολ.Δ. - A.Π. 1123/2022, Α.Π.43/2007) και δεν παρέχει νέα προθεσμία προς άσκηση ενδίκου μέσου, εκτός αν προβάλλεται λόγος κατ' αυτής. Η ενότης, επομένως, της διορθωτικής (ή της ερμηνευτικής) αποφάσεως με την αρχική απόφαση που εδιορθώθη με αυτή, διασπάται όσον αφορά τα ένδικα μέσα, έτσι, ώστε, κάθε μια εξ αυτών να υπόκειται και να προσβάλλεται αυτοτελώς για σφάλματα, τα οποία εμφιλοχώρησαν, κατά τη διαδικασία της εκδόσεώς της (Α.Π. 409/2025).
Περαιτέρω, εκ του συνδυασμού των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1-2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος εκ των διαδίκων, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η υπ' αυτού επίσπευσις της συζητήσεως είχε λάβει χώρα εγκύρως (Α.Π. 21/2025, Α.Π. 224/2023, Α.Π. 1152/2023). Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επεδόθη καθόλου ή δεν επεδόθη νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Την κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 1639/2025, Α.Π. 1069/2024, Α.Π. 175/2023, Α.Π. 474/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β' Κ.Πολ.Δ. (όπως το εδάφιο αυτό προσετέθη με το άρθρο 62 Ν. 4139/2013, Φ.Ε.Κ. Α' 74/20.3.2013) εν περιπτώσει απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 838/2024, Α.Π. 89/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4, εδ. γ' και δ' Κ.Πολ.Δ., που τυγχάνει εφαρμογής και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.) αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που θα συζητηθούν, κατά την ορισθείσα δικάσιμο. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά την μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στην δικάσιμο, κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση της υποθέσεως (Α.Π. 503/2025, Α.Π. 491/2022, Α.Π. 370/2021). Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος, κατά την μετ' αναβολή συζήτηση, διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, για να παραστεί σ' αυτήν, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παρεστάθη νομίμως και, επομένως, δεν εκαλύφθη η έλλειψη ή η ακυρότητα της επισπεύσεως της συζητήσεως ή η μη νομιμότης ή η έλλειψη της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υποθέσεως εκ του πινακίου πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (Ολομ. Α.Π. 8/2018, Ολομ. Α.Π. 41/2005, Α.Π. 359/2025, Α.Π. 225/2025).
Εν προκειμένω, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά της εκ του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η δευτέρα των αναιρεσιβλήτων. Ομοίως, δεν υπεβλήθη η εκ του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (διάταξη, η οποία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. τυγχάνει εφαρμογής στην αναιρετική δίκη) δήλωση, οι αναιρεσείοντες, όμως επιμελεία των οποίων επισπεύδεται η συζήτηση της ενδίκου από 8.2.2022 (Γεν.Αρ.Κατ.: 1020/2022, Ειδ.Αρ.Κατ.: 90/2022) αιτήσεως περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 964/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεν προσκομίζουν, ούτε επικαλούνται έκθεση επιδόσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 1ης Δεκεμβρίου 2023, οπότε και η συζήτησή της ανεβλήθη για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (19 Δεκεμβρίου 2025). Ομοίως δεν προσκομίζεται εκ μέρους της παρισταμένης πρώτης αναιρεσιβλήτου απόδειξη κλητεύσεως της ομοδίκου της - δευτέρας αναιρεσίβλητου.
Ενόψει, συνεπώς, του ότι δεν αποδεικνύεται (νόμιμη και εμπρόθεσμη) κλήτευση της απολειπομένης δευτέρας αναιρεσιβλήτου, οι δε αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, ως εις ολόκληρον ευθυνόμενοι προς αποζημίωση από αδικοπραξία (Α.Π. 1633/2025, Α.Π. 206/2021, Α.Π. 458/2020), πρέπει, κατόπιν αυτεπαγγέλτου ερεύνης, να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τη δευτέρα αναιρεσίβλητο.
Περαιτέρω, η υπό κρίσις αίτησις αναιρέσεως, καθ' ο ασκείται υπό του πρώτου αναιρεσείοντος (Κ. Κ. του Ι.) ατομικώς και όχι υπό την ιδιότητά του ως καθολικού διαδόχου του αποβιώσαντος Ι. Κ. του Κ.) τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, προεχόντως ελλείψει εννόμου συμφέροντος του τελευταίου (πρβλ. Α.Π. 113/2018), καθόσον ουδεμία δυσμενή συνέπεια (δεδικασμένο, διαπλαστική ενέργεια, εκτελεστότητα - Α.Π. 133/2013, Α.Π. 913/2010, Α.Π. 1468/2009) δεν παράγεται εις βάρος του συγκεκριμένου διαδίκου εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι δεν υπάρχει δυνατότης διαμορφώσεως της δικαστικής κρίσεως προς όφελος του αιτούντος (Α.Π. 1092/2013, Α.Π. 356/2013) και τούτο διότι εις ουδεμία διόρθωση ως προς τον εν λόγω διάδικο δεν προέβη η προσβαλλομένη.
Κατά τα λοιπά, η υπό κρίση από 8.2.2022 (Γεν.Αρ.Κατ.: 1020/2022, Ειδ.Αρ.Κατ.: 90/2022) αίτησις αναιρέσεως δια της οποίας προσβάλλεται αυτοτελώς η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.) υπ' αριθμόν 964/2021 απόφασις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δυνάμει της οποίας εδιορθώθη, κατόπιν αυτεπαγγέλτως κινηθείσης διαδικασίας (άρθρο 317 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. η υπ' αριθμόν 481/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556, 558 Κ.Πολ.Δ.) εντός της διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου τρίτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού εκ των προσκομιζομένων εγγράφων δεν προκύπτει ούτε άλλωστε κάποιος εκ των διαδίκων επικαλείται επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ως εκ τούτου, η αίτησις αναιρέσεως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), καθόσον κατά τα προεκτεθέντα, οι αποφάσεις που εκδίδονται επί αιτήσεων για διόρθωση ή ερμηνεία μιας αποφάσεως, μπορούν να προσβληθούν δι' όλων των ενδίκων μέσων, συνεπώς και δι' αναιρέσεως και μάλιστα αυτοτελώς (Α.Π. 1123/2022). Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Δια της διατάξεως του άρθρου 315 Κ.Πολ.Δ. (η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικος) και ως εξαιρετική υπηρετεί εντός των πλαισίων της επιταγής για ασφάλεια του δικαίου τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη (Α.Π. 409/2025, Α.Π. 633/2017) θεσπίζεται, κατ' απόκλιση της για το δικαστήριο δεσμεύσεως και αδυναμίας αυτού προς ανάκληση της αποφάσεώς του, η δυνατότητα διορθώσεως αυτής (αποφάσεως), ανεξαρτήτως της διαδικασίας κατά την οποία εξεδόθη, εφόσον έχει νομική υπόσταση και ανεξαρτήτως του αν πρόκειται περί μη οριστικής, οριστικής, τελεσιδίκου ή ακόμη και αμετακλήτου (Ολομ. Α.Π. 5/1992 ΝοΒ 40.708, Α.Π. 719/2023, Α.Π. 667/2002, Α.Π. 511/2002) αποφάσεως, αν εκ παραδρομής είτε του δικαστηρίου είτε των διαδίκων, καθώς και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων (Α.Π. 968/2022, Α.Π. 64/2021, Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 251/2004, Α.Π. 1595/2003), αφού δεν γίνεται διάκριση, εμφιλοχώρησαν κατά τη σύνταξη του σχεδίου της αποφάσεως λάθη, γραφικά ή λογιστικά (Α.Π. 1661/2017, Α.Π. 250/2015) ή το διατακτικό διετυπώθη κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, δηλαδή σφάλματα που οφείλονται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτού που θέλησε το δικαστήριο και εκείνου που διετυπώθη στην απόφαση ή σε μαθηματικό εσφαλμένο υπολογισμό και όχι σφάλματα που αναφέρονται στην ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιας διατάξεως (Α.Π. 89/2020, Α.Π. 548/2017, Α.Π. 219/2013, Α.Π. 975/2010, Α.Π. 1679/2009, Α.Π. 1072/2009, Α.Π. 1927/2007) ή μεταβάλλουν ηθελημένως το περιεχόμενο της αποφάσεως ή ανακαλούν αυτό (Ολομ. Α.Π. 17/2017, Ολομ. Α.Π. 5/1992 ό.π., Α.Π. 536/2020, Α.Π. 1540/2018, Α.Π. 1427/2018, Α.Π. 113/2018) έστω και αν εκ της διορθώσεως της ανακρίβειας της διατυπώσεως επέρχεται μεταβολή του διατακτικού (Ολομ. Α.Π. 30/2004, Ολομ. Α.Π. 29/2004 Χρ.Ιδ.Δ. 2004.994, Α.Π. 473/2024, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 266/2019), αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλά αντιθέτως ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, δεν συνιστά παραβίαση του δεδικασμένου (Ολομ. Α.Π. 29/2004, Ολομ. Α.Π. 30/2004, Α.Π. 409/2025, Α.Π. 859/2024, Α.Π. 395/2019, Α.Π. 1661/2017, Α.Π 1305/2007). Το διατακτικό της αποφάσεως χαρακτηρίζεται ως "ελλιπές" όταν, εν σχέσει προς το σκεπτικό αυτής δεν περιέχει όλες τις διατάξεις, οι οποίες προβλέφθηκαν εις αυτό (σκεπτικό), "ανακριβές" δε όταν περιέχει μεν όλες τις διατάξεις που προβλέφθηκαν στο σκεπτικό, πλην όμως αυτές, όπως κατεχωρήθησαν εις αυτό (διατακτικό), αντιφάσκουν μεταξύ τους ή προς τις αιτιολογίες του σκεπτικού. Επίσης, ως λογιστικό λάθος, το οποίο μπορεί να διορθωθεί κατά την προρρηθείσα διάταξη, νοείται αυτό που οφείλεται σε εσφαλμένο μαθηματικό υπολογισμό, ήτοι αυτό που προκύπτει από τις συνήθεις μαθηματικές πράξεις, σύμφωνα με τους κανόνες που είναι γενικά αποδεκτοί, όταν το σύνολο του λογαριασμού σε ποσό, μέτρο ή μέγεθος, είναι διάφορο του αληθούς που διαπιστώνεται από τις επιμέρους ακριβείς πράξεις (Α.Π. 975/2010, Α.Π. 1703/2006). Δια της διαδικασίας της διορθώσεως όμως αποκλείεται η εξέταση αιτημάτων που δεν υπεβλήθησαν ή υπεβλήθησαν στο δικαστήριο αλλά δεν εξετάστηκαν ή η επανεκτίμηση των αποδείξεων. Τα σφάλματα πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν εκ της ιδίας της αποφάσεως, τα πρακτικά, τις προτάσεις και γενικώς από τα διαδικαστικά της δικογραφίας έγγραφα (Α.Π. 792/1024, Α.Π. 1660/2023, Α.Π. 266/2019, Α.Π. 988/2018). 'Ετσι διόρθωση χωρεί μόνο, όταν προφανώς συνάγεται ότι το δικαστήριο άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε, δια της αποδοχής δε της αιτήσεως διορθώσεως αποκαθίσταται η διάσταση, ώστε να αποδοθεί στο κείμενο της αποφάσεως το ηθελημένο περιεχόμενό της (Α.Π. 379/2023, Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 318/2018, Α.Π. 633/2017, Α.Π. 359/2017).
Δια της διορθώσεως της αποφάσεως, δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής απόφαση, αλλά διορθώνεται η ήδη υπάρχουσα η οποία, ως ενιαίο σύνολο, με τη διορθωτική παράγει έννομα αποτελέσματα αναδρομικώς από της δημοσιεύσεώς της (και όχι από τη διόρθωσή της - Α.Π. 409/2025, Α.Π. 1123/2022).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου εδέχθη ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ενώ κατά το άρθρο 321 του ιδίου Κώδικος, δεδικασμένο, το οποίο, κατά το άρθρο 332 αυτού, λαμβάνεται υπ' όψιν υπό του δικαστηρίου (και) αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζει δε το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι χάριν του δημοσίου συμφέροντος και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των αυτών διαδίκων, δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες (και ανεξαρτήτως του χαρακτήρος της αποφάσεως ως καταψηφιστικής, αναγνωριστικής ή διαπλαστικής - Ολομ. Α.Π. 1/2005, Α.Π. 641/2015.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 Κ.Πολ.Δ. το δεδικασμένο, το οποίο λαμβάνεται υπ' όψιν και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 332 Κ.Πολ.Δ, υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα που εκρίθη και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία (Α.Π. 33/2020, Α.Π. 52/2018, Α.Π. 237/2016, Α.Π. 72/2015). Ταυτότης ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή (Α.Π. 163/2018, Α.Π. 1854/2017, Α.Π. 1661/2017). Ενώ η ταυτότης της νομικής αιτίας προϋποθέτει θεμελίωση και των δύο αγωγών στο ίδιο νομικό γεγονός (νομικό κανόνα) που αφορά τη συγκεκριμένη έννομη σχέση (Α.Π. 56/2019, Α.Π. 1218/2018, Α.Π. 1150/2017, Α.Π. 591/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων εν σχέσει προς όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση (Α.Π. 859/2024, Α.Π. 1661/2017). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει βάσει αυτής τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Α.Π. 859/2024, Α.Π. 416/2019, Α.Π. 1661/2017, Α.Π. 633/2017.
Τέλος, ο εκ του αρ. 15 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ο οποίος συνιστά κύρωση του εδ. α' του άρθρου 309 Κ.Πολ.Δ., που απαγορεύει την ανάκληση των αποφάσεων που αποφαίνονται οριστικώς επί κυρίας ή παρεμπιπτούσης αγωγής, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο ανεκάλεσε οριστική απόφαση. Προϋποθέσεις προκειμένου να ιδρυθεί ο συγκεκριμένος λόγος είναι: α) να πρόκειται περί οριστικής (είτε εν όλω είτε εν μέρει) αποφάσεως, β) αμφότερες οι αποφάσεις (ανακαλούσα - ανακαλουμένη) να είναι του ιδίου δικαστηρίου και γ) η ανάκληση να έγινε παρά το νόμο (Α.Π. 89/2021, Α.Π. 692/2011).
Συνεπώς, ο εκ του αρ. 15 του ιδίου ως άνω άρθρου (559 Κ.Πολ.Δ.) δεύτερος λόγος αναιρέσεως (που επιτρεπτώς ερευνάται αρχικώς, εφόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από την σειρά των αναιρετικών λόγων, που καθορίζουν οι διάδικοι - Α.Π. 29/2025, Α.Π.23/2023, Α.Π. 1855/2023, Α.Π. 595/2020) δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο προέβη σε ανάκληση της (οριστικής) ως άνω αποφάσεως, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, αν εκ παραδρομής εμφιλοχώρησαν κατά τη σύνταξη του σχεδίου της αποφάσεως λάθη, γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό διετυπώθη κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, θεσπίζεται, κατ' απόκλιση της για το δικαστήριο δεσμεύσεως και αδυναμίας αυτού προς ανάκληση της αποφάσεώς του, η δυνατότης διορθώσεως της δικαστικής αποφάσεως.
ΙΙΙ. Εκ της παραδεκτής, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκοπήσεως για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδικάσεώς της είναι η εξής: Δυνάμει της ασκηθείσης, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 17.1.2017 (αρ. εκθ. κατ. : .../2007) αγωγής τους οι:
1) Κ. Κ. του Ι. , 2) Ι. Κ. του Κ. (στην έννομη θέση του οποίου υπεισήλθαν, μετά το θάνατό του, ως καθολικοί διάδοχοί του οι: α) Κ. Κ. του Ι. , β) Ε. Σ. του Ν., χήρα Ι. Κ. και γ) Π. Κ. του Ι.) και 3) Ε. Σ. του Ν.) κάτοικοι ..., αιτήθηκαν όσα εις αυτήν (αγωγή) αναφέρονται. Επ' αυτής αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 509/2019 (οριστική) απόφασις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η υπ' αριθμόν 481/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και ανεγνωρίσθη η υποχρέωση των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα (Κ. Κ.) το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα (Ι. Κ.), στην θέση του οποίου, μετά το θάνατό του υπεισήλθαν, οι κατά τα ανωτέρω καθολικοί του διάδοχοι, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και στην τρίτη ενάγουσα (Ε. Σ.) το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.
Περαιτέρω, κατόπιν αιτήσεως των εναγομένων (ήδη αναιρεσιβλήτων) εκινήθη η διαδικασία περί αυτεπαγγέλτου διορθώσεως της ως άνω υπ' αριθμόν 481/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (Γεν.Αρ.Κατ.: 2956/2020, Ειδ.Αρ.Κατ.: 2269/2020 Πράξη περί αυτεπαγγέλτου διορθώσεως του Προέδρου Εφετών Αθηνών) εξεδόθη δε επ' αυτής αρχικώς η υπ' αριθμόν 5248/2020 απόφασις του ως άνω Δικαστηρίου δυνάμει της οποία ανεβλήθη η συζήτησις, διατασσομένης της κλητεύσεως των διαδίκων. Εν τέλει εξεδόθη η υπ' αριθμόν 964/2021 απόφασις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας εδιορθώθη η ως άνω υπ' αριθμόν 481/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ειδικότερα δια της ανωτέρω αποφάσεως έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "... Επί των : α) από 26-3-2019 έφεσης των Κ. Α. και Μ. Χ. και β) από 11-6-2019 έφεσης των Κ. Κ., Ι. Κ. [ο οποίος απεβίωσε και στην θέση του υπεισήλθαν οι Κ. Κ., Ε. Σ. και Π. Κ.] και Ε. Σ., κατά της εκκαλουμένης με αριθμό 508/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 481/2020 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο τούτο προέβη στην συνεκδίκαση των άνω εφέσεων αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε αυτές τύποις και ουσία, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και προέβη - μεταξύ άλλων - στην εκδίκαση της από 16-1-2017 αγωγής των Κ., Ι. Κ. και Ε. Σ., την οποία δέχθηκε εν μέρει από ουσιαστική έποψη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων στην αγωγή εκείνη Α. Κ. και ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ να καταβάλουν προς τους άνω ενάγοντες - ως χρηματική ικανοποίηση ένεκα ηθικής βλάβης που υπέστησαν από το ιστορούμενο στην αγωγή εκείνη αυτοκινητικό ατύχημα - τα ποσά των ευρώ 3000, 15000 και 10000 ευρώ αντίστοιχα, όπως τα άνω ποσά μνημονεύονται και επεξηγούνται στο σκεπτικό της απόφασης με αριθμό 481/2020. Ωστόσο, από προφανή παραδρομή του Δικαστηρίου, στο διατακτικό της άνω απόφασης έχει μνημονευθεί - μεταξύ άλλων - ότι οι ενάγοντες Ι. Κ. [στην θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναφερόμενοι συγγενείς του] και Ε. Σ., δικαιούνται για την άνω αιτία, τα ποσά των ευρώ 30000 και 20000 αντίστοιχα. Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η διόρθωση του διατακτικού της απόφασης του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό 481/2020, στα προαναφερόμενα σημεία που αφορούν τις αποζημιώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης των Ι. Κ. και Ε. Σ., από τα εσφαλμένα ποσά των ευρώ 30000 και 20000 ευρώ, στα ορθά ποσά των ευρώ 15000 και 10000 αντίστοιχα...".
Περαιτέρω, ενόψει του ότι δια της υπό κρίση αιτήσεως προσάπτεται πλημμέλεια εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., η κρίση δε περί δεδικασμένου ή μη στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων (οπότε προς διακρίβωση της βασιμότητος ή μη του σχετικού λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο) η υπ' αριθμόν 481/2020 απόφασις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών εδέχθη τα ακόλουθα: "...Από την ένδικη σύγκρουση, ο πρώτος των εναγόντων στην αγωγή που είχαν εγείρει, Κ. Κ. δεν τραυματίστηκε ούτε υπέστη κάποια βλάβη. Ο 2ος ενάγων (Ι. Κ., στην έννομη θέση του οποίου, μετά το θάνατό του υπεισήλθαν οι καθολικοί του διάδοχοι) υπέστη κάταγμα οσφυϊκού σπονδύλου και κάταγμα οσφυϊκής μοίρας σπονδυλικής στήλης, όπως διαγνώσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Κορίνθου, ο δε τραυματισμός αυτός επιδείνωσε την ήδη βεβαρυμένη κατάσταση της υγείας του, αφού είχε διαγνωσθεί με καρκίνο του πνεύμονα και του εγκεφάλου και υποβαλλόταν συνεχώς σε χημειοθεραπείες στο Νοσοκομείο Αγίων Αναργύρων Αττικής. Η 3η ενάγουσα (Ε. Σ.) υπέστη θλάση του θώρακα, διάσειση και οίδημα της αυχενικής μοίρας του νοτιαίου μυελού και κάταγμα δακτύλου, με αποτέλεσμα να υποβληθεί σε φυσικοθεραπείες. Ούτω υπό το πρίσμα των προαναφερομένων, πρέπει να επιδικαστεί στους παραπάνω ενάγοντες χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που τους προξένησε ο κατά τα ανωτέρω τραυματισμός των, η οποία (χρηματική ικανοποίηση) αφού ληφθεί υπόψη το είδος του τραυματισμού τους, η ηλικία τους, ο βαθμός υπαιτιότητας της πρώτης των εναγόμενων Α. Κ., το σόκ που υπέστη ο οδηγός του αυτοκινήτου Κ. Κ. από την θέα του οχήματος της οδηγού Α. Κ. στο ρεύμα πορείας του και γενικότερα η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εναγόντων, πρέπει να οριστεί σε 3000 [τρείς χιλιάδες] ευρώ, 15000 [δεκαπέντε χιλιάδες] και 10000 [δέκα χιλιάδες] ευρώ αντίστοιχα, ποσά τα οποία κρίνονται εύλογα με βάση τα προμνημονευόμενα". Βάσει των προαναφερομένων, η ως άνω υπ' αριθμόν 481/2020 απόφασις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ετύγχανε δεκτική διορθώσεως (δεν ετίθετο ζήτημα ερμηνεία αυτής - Α.Π. 480/2022, Α.Π. 359/2017), καθόσον δεν εθίγετο η ουσία της υποθέσεως (επρόκειτο περί ακουσίας πλημμελείας - δεν αποδιδόταν η βούληση του δικαστηρίου που ωστόσο διετυπώθη σαφώς στο αιτιολογικό της αποφάσεως) αλλά αντιθέτως διατυπωνόταν η αληθής κρίση του Δικαστηρίου, υφισταμένου σφάλματος οφειλομένου σε ασυμφωνία μεταξύ εκείνου που ηθέλησε το δικαστήριο και εκείνου εν τέλει που διετυπώθη στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π. 633/2017, Α.Π. 1572/2012, Α.Π. 1564/2012 Ε.Δ.Πολ. 2013.257).
Συνεπώς, ο εκ του αρ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση του απορρέοντος εκ της υπ' αριθμόν 481/2020 απόφασις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών δεδικασμένου, προέβη σε διαφοροποίηση των δια της τελευταίας επιδικαζομένων ποσών, τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η τοιαύτη διόρθωσις ήταν επιτρεπτή, έστω και αν δι' αυτής μετεβλήθη το διατακτικό της, διορθωμένης πλέον, αποφάσεως και τούτο διότι δια της μεταβολής αυτής, δεν ανατρεπόταν αλλά αντιθέτως ορθώς διατυπωνόταν η αληθής δικαιοδοτική βούληση και δεν παραβιαζόταν το δεδικασμένο (Α.Π. 379/2023, Α.Π. 266/2019, Α.Π. 1765/2013). Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος προς έρευνα άλλου λόγος αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτησις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου (η οποία κατέθεσε προτάσεις), για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα υπό της τελευταίας (άρθρα 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να επιβληθούν εις βάρος των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τη δευτέρα αναιρεσίβλητο.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τη δευτέρα αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 8.2.2022 (Γεν.Αρ.Κατ.: 1020/2022, Ειδ.Αρ.Κατ.: 90/2022) αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμόν 964/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ