Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 163 / 2026    (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 163 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σωκράτη Πλαστήρα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ερασμία Λιούλη, Ζωή Καραχάλιου, Αθανάσιο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Σάββα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "AIG EUROPE SA", που εδρεύει στο Λουξεμβούργο και εκπροσωπείται νόμιμα, ασκεί δε ασφαλιστική δραστηριότητα και στην Ελλάδα διατηρώντας προς τούτο Υποκατάστημα με κεντρικά γραφεία στο Μαρούσι Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βρεττό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Χριστέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1283/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1756/2023 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-7-2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αναστάσιο Σάββα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 8.7.2023 (Γεν.Αρ.Κατ.: 5802/2023, Ειδ.Αρ.Κατ.: 589/2023) αίτηση περί αναιρέσεως της εκδοθείσης, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.), υπ' αριθμόν 1756/2023 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553 παρ. 1β', 556, 558 Κ.Πολ.Δ.) υπό της νομιμοποιουμένης προς τούτο (εν μέρει ηττηθείσης) διαδίκου, εντός της διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του δια του άρθρου τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, αφού εκ των προσκομιζομένων εγγράφων δεν προκύπτει ούτε άλλωστε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Ως εκ τούτου η αίτησις αναιρέσεως, πρέπει να γίνει τύποις δεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του μοναδικού της λόγου (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η διαδρομή της ενδίκου υποθέσεως, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδικάσεώς της είναι η εξής: Δυνάμει της από 25.11.2019 (Γεν.Αρ.Κατ.: 104005/2019, Ειδ.Αρ.Κατ.: 4756/2019) αγωγή, ασκηθείσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) εξέθετε ότι κατά τον ειδικότερα εις αυτήν (αγωγή) τόπο και χρόνο η πρώτη των εναγομένων (μη διάδικος στη παρούσα δίκη), οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο, κατ' εκείνον το χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις ζημίες τις δυνάμενες να προκληθούν εις βάρος τρίτου από την κυκλοφορία του στη δευτέρα εναγομένη - ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε εξ υπαιτιότητός της την καταστροφή του δικύκλου ποδηλάτου που οδηγούσε και τον τραυματισμό του, κατά το αυτοκινητικό ατύχημα που έλαβε χώρα υπό τις ειδικότερα αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Βάσει του ιστορικού αυτού αιτείτο, κατόπιν τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνταν να του καταβάλουν γι' αποζημίωσή του και για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όπως ειδικότερα κάθε επιμέρους κονδύλιο αναλύετο στην αγωγή, το συνολικό ποσό των εκατόν εξήντα επτά χιλιάδων επτακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (167.739,53). Επί της εν λόγω αγωγής εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1283/2021 (οριστική) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, δυνάμει της οποίας η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, κατά τα ειδικότερα εις αυτήν (απόφαση) εκτιθέμενα. Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλαν: α) η πρώτη εναγομένη δυνάμει της από 10.3.2022 (Γεν.Αρ.Κατ.:28574/2022, Ειδ.Αρ.Κατ: 1590/2022) εφέσεως και β) η δευτέρα εναγομένη (ήδη αναιρείουσα) δυνάμει της από 6.4.2022 (Γεν.Αρ.Κατ.:33134/2022, Ειδ.Αρ.Κατ: 1794/2022) εφέσεως. Δυνάμει των ανωτέρω εφέσεων, αμφότερες οι εναγόμενες επικαλούμενες εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, αιτούντο την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, επί τω τέλει όπως απορριφθεί η εναντίον τους ασκηθείσα αγωγή. Επ' αυτών (εφέσεων) εξεδόθη η υπ' αριθμόν 1756/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας, αφού διατάχθη η συνεκδίκαση των εφέσεων, έγιναν αυτές τύποις δεκτές και εν τέλει αυτές (εφέσεις) απερρίφθησαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν επαραβιάσθη κανών του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε δια ψευδούς ερμηνείας είτε δια κακής εφαρμογής, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. Α.Π. 1/2022, Ολομ. Α.Π. 4/2021). Δια του εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολομ. Α.Π. 3/2020, Α.Π. 1308/2021, Α.Π. 953/2021, Α.Π. 756/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας εδέχθη ότι απεδείχθησαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Δια του λόγου αυτού δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παρεβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1009/2021, Α.Π. 997/2021, Α.Π. 123/2021, Α.Π. 42/2020).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εκ της εν λόγω διατάξεως, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι απεδείχθη ή δεν απεδείχθη είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί απεδείχθη ή γιατί δεν απεδείχθη. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Α.Π. 1514/2025, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. εν περιπτώσει αδικοπραξίας, ανεξαρτήτως της αποζημιώσεως για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Δια της χρηματικής ικανοποιήσεως, η οποία δεν αποτελεί κύρωση εις βάρος του ζημιώσαντος σκοπείται η δια προσθέτου (χρηματικής) παροχής εξισορρόπηση των δυσμενών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν εκ της αδικοπραξίας και η παροχή της οικονομικής ευχερείας που απαιτείται για την εξισορρόπηση ή μείωση της βλάβης που επήλθε. Κατά τον καθορισμό του ύψους της επιδικαζομένης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ή ψυχικής οδύνης αντιστοίχως) το δικαστήριο της ουσίας, αφού προηγουμένως, αναιρετικώς ανελέγκτως, δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας επροκλήθη στο πρόσωπο του ενάγοντος ηθική βλάβη, προβαίνει εν συνεχεία στον προσδιορισμό του βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπ' όψιν του το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, το βαθμό και τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, όπως και τις τυχόν προσωπικές σχέσεις των μερών, τη συμπεριφορά του υπευθύνου μετά την πράξη, την ένταση και την διάρκεια του ψυχικού άλγους εκείνου που εζημιώθη, την ηλικία του και την απαιτούμενη για την καταπολέμηση του άλγους προσπάθεια, τις απώλειες και ελλείψεις στο συναισθηματικό κόσμο του παθόντος καθώς και την οικονομική (περιουσιακή) και κοινωνική κατάσταση των μερών πλην της περιουσιακής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικοτέρα αιτιολόγησις εκάστου στοιχείου (Α.Π. 457/2025, Α.Π. 265/2025, Α.Π. 174/2025, Α.Π. 80/2025, Α.Π. 1909/2024). Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 Α.Κ. "εύλογη" κρίση του, όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις αλλά κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκαταστάσεως της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 Α.Κ. και μέσω αυτού από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας του Αστικού Κώδικος. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως, αποφασίζεται, βάσει των ισχυρισμών και των αποδεικτικών στοιχείων που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι (Α.Π. 414/2019). Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπ` όψιν η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (Α.Π. 1097/2024, Α.Π. 736/2021, Α.Π. 142/2019, Α.Π. 989/2018, Α.Π. 213/2017). Όπως προανεφέρθη, ο προσδιορισμός του ποσού της ευλόγου χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελευθέρα εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νομίμου βάσεως. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητος, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Και τούτο, διότι, μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (Α.Π. 174/2025, Α.Π. 1909/2024, Α.Π. 1545/2024, Α.Π. 1347/2024, Α.Π. 1032/2024).
Εν προκειμένω, όπως εκ της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ' άρθρο 932 Α.Κ. που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο και ενδιαφέρει τη παρούσα αναιρετική δίκη, δέχθηκε, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"... Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, ο ενάγων, Γ. Τ. διήγε το 48ο έτος της ηλικίας του (γεννηθείς την ....1971), όντας αστυνομικός υπάλληλος, υπηρετών με το βαθμό του αρχιφύλακα στο Αστυνομικό Τμήμα Εορδαίας. Για τη φροντίδα των σωματικών βλαβών του, διακομίσθηκε στο προμνημονευόμενο νοσοκομείο (Γενικό Νοσοκομείο Πτολεμαϊδας "ΜΠΟΔΟΣΑΚΕΙΟ", όπου διαγνώσθηκε ότι έπασχε από ανοικτό εκτεταμένο θλαστικό τραύμα στον αριστερό μηρό με θλάση τετρακεφάλου, θλαστικό τραύμα άκρας χειρός ραχιαίας επιφάνειας, θλαστικό τραύμα αριστερού βραχίονα, θλαστικό τραύμα έξω επιφάνειας αριστερού γόνατος. Όσα χρειάστηκε, για την επούλωσή τους συρράφθηκαν, νοσηλευθείς στη χειρουργική κλινική έως την 26.6.2019, οπότε εξήλθε, με ιατρική οδηγία για 30νθήμερη αναρρωτική άδεια. Παρακολουθούμενος ως εξωτερικό ασθενής υπεβλήθη σε περαιτέρω εξετάσεις. Μετά από απεικονιστικό έλεγχο, διαπιστώθηκε ότι, συνεπεία του ατυχήματος, είχε, επιπροσθέτως, υποστεί διάφορα κατάγματα, και δη στη δεύτερη φάλαγγα του αριστερού παράμεσου δακτύλου, στις ακανθώδεις αποφύσεις Θ 12 έως Ο3 και στη δεξιά εγκάρσια απόφυσης Ο2, τα οποία αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικώς παρατεινομένης της αναρρωτικής αδείας του, αλληλοδιαδόχως, έως την 28.9.2019 (βλ. ιατρικές βεβαιώσεις από ....2019, ....2019, ....2019 του Μποδοσάκειου Νοσοκομείου, από ...2019, ....2019 του ορθοπαιδικού Ι. Κ.). ... Στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι, κατά το ένδικο ατύχημα προξενήθηκαν εκτεταμένες βλάβες στο δίτροχο ποδήλατο δρόμου του ήδη εφεσίβλητου ενάγοντος. Τούτο ήταν αγωνιστικό με ελαφρύ πλαίσιο (ανθρακονήματα - carbon), εργοστασίου κατασκευής Cannondale, τύπου SuperSix 2012 και είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά του 201.... Απομειούμενη η αξία του εξαιτίας της φυσιολογικής φθοράς που επάγεται η συνήθης χρήση, η εμπορική τοιαύτη, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ανερχόταν στις 3.000 ευρώ. Οι φθορές του εντοπίζονται στο τιμόνι, τα χειριστήρια ενώ το πλαίσιό του έχει σπάσει σε πολλαπλά σημεία, έχει καταστραφεί το συνολικό σύστημα μετάδοσης κίνησης όπως και το σύστημα πέδησης. Έστω κι αν επιχειρηθεί η επισκευή του με την τοποθέτηση των κατάλληλων ανταλλακτικών και την εκτέλεση των πλέον επιμελημένων εργασιών, το ποδήλατο αυτό δεν μπορεί να επανέλθει στην προηγούμενη κατάσταση εξασφαλίζοντας απόλυτη κυκλοφοριακή ασφάλεια στον επιβαίνοντα. Ώστε, από τεχνικής απόψεως, καθίσταται αδύνατη η επαναφορά του, εφόσον εθίγη η κατασκευαστική δομή του με περαιτέρω συνέπεια να μην μπορεί να επανέλθει στην προηγούμενη άριστη ευστάθεια και αντοχή. Η επισκευή του κοστολογείται στο, μη αμφισβητούμενο, ολικό ύψος των 4.200 ευρώ. Πρόκειται, λοιπόν, περί ολοσχερούς καταστροφής, η οποία, άλλωστε δεν αμφισβητείται. ...... Ανεξαρτήτως της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ενάγων για την περιουσιακή του βλάβη, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν να καταβάλουν χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη ο παθών. Η, μη αποτιμητή σε χρήμα, αύτη ζημία εκτιμάται βάσει των επιβλαβών συνεπειών που ενιαίως επέφερε το ατύχημα, ένεκα προσβολής των, περιουσιακών ή μη, αγαθών εκείνου και όχι βάσει κάθε επιμέρους ζημίας του. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις γενικά της προσβολής, το είδος και την έκταση των βλαβών στη σωματική υγεία του πληγέντος, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος στην πρόκληση του ατυχήματος, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία του παθόντος για τη θεραπεία της τρωθείσας υγείας του, την περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των εμπλακέντων φυσικών προσώπων, όπως τούτα νοηματικώς εκτέθηκαν στα δικόγραφα και προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, καθώς και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, άγεται στην κρίση ότι ως χρηματική ικανοποίηση πρέπει να καθοριστεί για το δικαιούχο στο ποσό των 50.000 ευρώ.... Το ποσό αυτό είναι εύλογο, δηλαδή ανάλογο με τις προεκτεθείσες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης.....". Δια της κρίσεώς του όμως αυτής, το Εφετείο, παρεβίασε την αρχή της αναλογικότητος και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όσον αφορά το ανωτέρω ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, που προσδιόρισε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) το οποίο (ποσό), ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς των ποσών που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, με αποτέλεσμα ο καθορισμός του στο ως άνω ύψος, να παραβιάζει ευθέως την αρχή της αναλογικότητος (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος). Επομένως, ο μοναδικός εκ των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, δια του οποίου η αναιρεσείουσα, δια της επικλήσεως των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 932 Α.Κ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητος και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου, επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο, εξ αυτής της αιτίας (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης), το προαναφερθέν ποσό, το οποίο, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλο εν σχέσει προς τα επιδικαζόμενα σε ανάλογες περιπτώσεις, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου ο οποίος εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 του Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. δ' Κ.Πολ.Δ., όπως τροποποιηθέν ισχύει). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης (η οποία κατέθεσε προτάσεις), για την επιδίκαση των οποίων έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα υπό της τελευταίας πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμόν 1756/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ