Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 168 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 168 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπό την ιδιότητά της ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", η οποία εδρεύει στην Αθήνα, λόγω της διάσπασης δι' απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της τελευταίας με σύσταση νέας εταιρείας πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "Τράπεζα EUROBANK Ανώνυμη Εταιρεία", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μπάκα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 2) Α. Α., συζύγου Α. Α., κατοίκου ομοίως και 3) Α. Α. του Α., κατοίκου ομοίως. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Παπαγεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-05-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2273/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 211/2023 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-01-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 862 ΑΚ, ο εγγυητής ελευθερώνεται, εφόσον από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη. Με τη διάταξη αυτή τίθεται ο κανόνας της ελευθερώσεως του εγγυητή, εάν από πταίσμα (δόλο ή αμέλεια, έστω και ελαφρά) του δανειστή κατέστη αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, ενώ η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν αποκλείεται από ενδεχομένη παραίτησή του εκ των προτέρων από του κατ' άρθρο 855 ΑΚ δικαιώματος διζήσεως. Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της ανωτέρω ρυθμίσεως, ο εγγυητής μπορεί να παραιτηθεί εκ των προτέρων του θεσπιζομένου με αυτή ευεργετήματος (ελευθερώσεως), όχι όμως και για την περίπτωση κατά την οποία η ικανοποίηση του δανειστή κατέστη αδύνατη από δόλο ή βαριά αμέλεια του τελευταίου, δεδομένου ότι κατά τη διάταξη του άρθρου 332 εδ. α' ΑΚ είναι άκυρη (ΑΚ 174) κάθε εκ των προτέρων συμφωνία με την οποία αποκλείεται ή περιορίζεται η ευθύνη από δόλο ή βαριά αμέλεια (Ολ. ΑΠ 6/2000, ΑΠ173/2024, ΑΠ 53/2022, ΑΠ1346/2022). Πταίσμα του δανειστή περί την είσπραξη της απαιτήσεως εκδηλώνεται είτε με ενέργειες - πράξεις είτε με παραλείψεις, ένεκα των οποίων γίνεται αδύνατη η ικανοποίησή του από τον πρωτοφειλέτη. Ειδικότερα, στην εγγύηση αορίστου χρόνου θεωρείται ότι υπάρχει πταίσμα του δανειστή (και) όταν αυτός αμελεί για ικανό χρόνο να καταδιώξει τον πρωτοφειλέτη, που έπειτα γίνεται αναξιόχρεος (και αν ακόμη ο εγγυητής δεν έκαμε χρήση των δικαιωμάτων που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων 867-868 ΑΚ) ή υπαιτίως δεν αποδέχεται την εγκύρως προσφερομένη κυρία οφειλή ή δεν αναγγέλλεται στην πτώχευση του πρωτοφειλέτη ή αμελεί τη διεξαγωγή της δίκης ή αναγκαστικής εκτελέσεως εναντίον του πρωτοφειλέτη ή παρατείνει την προθεσμία εξοφλήσεως, εν αγνοία του εγγυητή, καθίσταται δε μετά ταύτα αναξιόχρεος, ή αν ο δανειστής, μολονότι μπορούσε να διενεργήσει ταμειακό έλεγχο από τον οποίο ήταν δυνατόν να αποδειχθεί αύξηση της οφειλής, παρέλειψε να προβεί σ' αυτόν. Την υπαίτια αυτή συμπεριφορά του δανειστή οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εγγυητής, ο οποίος για την απαλλαγή του προβάλλει ισχυρισμό ελευθερώσεώς του.
Τέλος, εφόσον στον Αστικό Κώδικα δεν έχει περιληφθεί ορισμός της βαρείας αμέλειας, στο δικαστήριο εναπόκειται να κρίνει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, πότε η αμέλεια φέρει τη μορφή εκείνης της βαρείας, αξιολογική κρίση η οποία υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1296/2017, ΑΠ 1886/2014).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 68 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, προς τα άρθρα 556, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, που ορίζουν ποια πρόσωπα δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση (άρθρο 556) και ποια είναι τα αναγκαία στοιχεία του αναιρετηρίου (άρθρο 566 παρ. 1), καθώς και την υποχρέωση του Αρείου Πάγου, μετά την εξέταση του παραδεκτού της αναίρεσης, να εξετάσει και το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 557 παρ.3), συνάγεται ότι, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές αιτιολογίες θα πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς, γιατί η μη πληττόμενη ή η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 25/1994, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020, ΑΠ 876/2017). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 16.5.2019 αγωγή της εξέθεσε ότι με την από 30.5.2008 σύμβαση δανείου που συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο-πρώτο αναιρεσίβλητο, και τις τροποποιητικές της, δάνεισε σε αυτόν εντόκως το ποσό των 380.000€, ότι η δεύτερη εναγόμενη-δεύτερη αναιρεσίβλητη εγγυήθηκε την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση του δανείου, ως αυτοφειλέτης, πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος δανειολήπτης υπήρξε ασυνεπής στην αποπληρωμή των δόσεων με αποτέλεσμα η οφειλή στις 23.10.2017 να ανέρχεται στο ποσό των 464.154,25€, και ότι η δεύτερη εναγόμενη μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα οριζόντιας ιδιοκτησίας, που αποτελεί το μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό της στοιχείο, προς τον τρίτο εναγόμενο-τρίτο αναιρεσίβλητο υιό της, λόγω γονικής παροχής, με την αριθ. ....2014 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ.-Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, με αποτέλεσμα η περιουσία της να μην επαρκεί για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της ενάγουσας εναντίον της. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων να της καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, το ανωτέρω ποσό των 464.154,25 ευρώ, πλέον των συμβατικών τόκων, και να διαρρηχθεί ως καταδολιευτική η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία. Με την αριθμ. 2273/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώθηκαν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον έκαστος 461.510,90 ευρώ νομιμοτόκως από 24-10-2017 και απαγγέλθηκε η διάρρηξη της ως άνω δικαιοπραξίας. Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση κατά της απόφασης αυτής, η οποία έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη 211/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Δυνάμει της υπ' αριθ. ....2008 σύμβασης δανείου, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ αφενός της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας, που εδρεύει στην Αθήνα, με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία", ως δανείστριας, ... οιονεί καθολική διάδοχος της οποίας κατέστη η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" [αναιρεσείουσα], λόγω διάσπασης δι'απόσχισης του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της πρώτης με σύσταση νέας εταιρείας-πιστωτικού ιδρύματος και αφετέρου, του πρώτου εναγομένου, Α. Α. [πρώτου αναιρεσίβλητου] ως οφειλέτη, η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει στον δεύτερο δάνειο, ποσού 380.000 ευρώ, για τη χρηματοδότηση της αγοράς ενός νεότευκτου πλοίου, τύπου Majesty 44 κατασκευής του ναυπηγείου Gulf Craft Inc., που βρίσκεται στο Ajman των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, το οποίο ο εναγόμενος οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση μετά την αγορά του να νηολογήσει επ'ονόματι του στα νηολόγια του λιμεναρχείου Πειραιώς, με το όνομα "..." ή όποιο άλλο εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές, συνομολογήθηκε δε το δάνειο έντοκο και αποπληρωτέο σε δεκατρείς εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, υπό τους όρους και συμφωνίες, που αναφέρονται στην σύμβαση. ..... Στην παραπάνω περιγραφόμενη σύμβαση δανείου συμβλήθηκε, ως εγγυήτρια, υπέρ του πρώτου εναγόμενου η δεύτερη εναγομένη [δεύτερη αναιρεσίβλητη], σύζυγoς του, εγγυώμενη, ως αυτοφειλέτης, παραιτηθείσα της ένστασης διζήσεως, την εμπρόθεσμη και προσήκουσα εξόφληση του δανείου, κατά κεφάλαιο, τόκους, εισφορές, τόκους υπερημερίας, συμπεριλαμβανομένων των τόκων επί ληξιπρόθεσμων τόκων και εισφορών, καθώς και επί των τόκων υπερημερίας, τα έξοδα και τα λοιπά κονδύλια του δανείου (όρος 18.1). Επίσης, συμφωνήθηκε ότι δεν ελευθερώνεται έστω και αν για οποιονδήποτε λόγο, που βαρύνει ή όχι την δανείστρια, κατέστη αδύνατη η ικανοποίηση της από τον οφειλέτη, ούτε αν η δανείστρια παραιτήθηκε για οποιονδήποτε λόγο από ασφάλειες υπέρ της απαιτήσεως της. Τυχόν απόσβεση της κύριας οφειλής χωρίς να ικανοποιηθεί η δανείστρια ή τυχόν καθυστέρηση ή αμέλεια για την ανάληψη ή την συνέχιση από την τράπεζα της δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως της (αρθρ.866-868ΑΚ) συμφωνήθηκε ότι δεν αποτελούν λόγο ελευθερώσεως της εγγυήτριας (όρος 18.3).
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι συμφωνήθηκε (άρθρο 11 της σύμβασης) ότι η δανείστρια δικαιούται να καταγγείλει εγγράφως και χωρίς προειδοποίηση, οποτεδήποτε το δάνειο, παρεκτός των οριζομένων στον νόμο και σε περίπτωση επελεύσεως οποιουδήποτε από τα κατωτέρω γεγονότα: α) καθυστέρησης από τον οφειλέτη εξόφλησης οποιασδήποτε απαίτησης της δανείστριας από την σύμβαση ή άλλης οφειλής, β) παράβασης οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας ή υποχρέωσης του κατά τους όρους της σύμβασης, γ) παύσης ή αδυναμίας πληρωμής των χρεών του ή πρότασης συμβιβασμού ή αναδιάρθρωσης των χρεών του ή ουσιώδους χειροτέρευσης της οικονομικής του καταστάσεως ή της αξίας των ασφαλειών που έχουν παρασχεθεί και αδυναμίας του να τις συμπληρώσει, δ)..., ε)... εάν κατατεθεί αίτηση κήρυξης του σε πτώχευση..., στ)..., ζ)..., η) εάν δεν εγγραφεί πρώτη υποθήκη υπέρ της δανείστριας στο αποκτηθέν πλοίο και θ) αν δεν διατηρεί το πλοίο ασφαλισμένο, οπότε καθίσταται από της καταγγελίας ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το σύνολο του δανείου και επιβαρύνεται με το επιτόκιο υπερημερίας, που αναφέρεται στον όρο 6, ήτοι συμβατικό επιτόκιο, που μεταβάλλεται και κατά την διάρκεια της υπερημερίας με ανάλογη εφαρμογή του ως άνω όρου 3.2, προσαυξανόμενο κατά τον ανώτατο επιτρεπόμενο εκάστοτε αριθμό μονάδων (κατά την σύναψη της σύμβασης 2,5 μονάδες), ενώ σε περίπτωση που παύσει ο διοικητικός καθορισμός του ύψους του επιτοκίου υπερημερίας, το συμβατικό επιτόκιο θα προσαυξάνεται κατά τέσσερις μονάδες. Το συνολικό ποσό του δανείου εκταμιεύθηκε στις 3.6.2008, ενώ προς εξασφάλιση όλων των απαιτήσεων της δανείστριας τράπεζας από τη σύμβαση δανείου, δυνάμει του υπ' αριθ. ....2008 συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Τ.-Β. συστάθηκε απλή ναυτική υποθήκη υπέρ της ενάγουσας επί του σκάφους του πρώτου εναγομένου "...", με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ... και με ..., μέχρι του ποσού των 494.000 ευρώ και η υποθήκη αυτή καταχωρήθηκε στα βιβλία του Νηολογίου Πειραιώς την 3.7.2008. Στη συνέχεια, στις 20.1.2010, καταρτίσθηκε μεταξύ των παραπάνω διαδίκων τροποποιητική συμφωνία της σύμβασης δανείου, με την οποία, αφενός ο πρώτος εναγόμενος αναγνώρισε ότι η οφειλή του από τη σύμβαση δανείου ανερχόταν σε 350.769,24 ευρώ και αφετέρου, τροποποιήθηκε ο όρος 3.2.α της αρχικής σύμβασης, με έναρξη από τις 3.12.2009 και συμφωνήθηκε ότι το συμβατικό επιτόκιο θα συντίθεται από ένα σταθερό τμήμα ("περιθώριο"), που ανερχόταν σε 3% ετησίως. Ακολούθως, στις 30.9.2010 καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων διαδίκων η υπ' αριθ. 1 τροποποιητική συμφωνία της σύμβασης δανείου, με την οποία, αφενός ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόμενων αναγνώρισαν ότι το οφειλόμενο από τη σύμβαση δανείου υπόλοιπο ποσό (άληκτο κεφάλαιο 292.307,70 ευρώ και ληξιπρόθεσμες οφειλές 70.873,36 ευρώ, που αντιστοιχούσαν στις καταβλητέες δόσεις στις 3.12.2009 και 3.6.2010, πλέον συμβατικών τόκων) ανερχόταν συνολικά σε 363.181,06 ευρώ και αφετέρου, τροποποιήθηκε ο όρος 3 της αρχικής σύμβασης δανείου, ως προς το σταθερό τμήμα (περιθώριο) του συμβατικού επιτοκίου, το οποίο συμφωνήθηκε σε 3,95% ετησίως, καθώς και ως προς την περίοδο εκτοκισμού, η οποία συμφωνήθηκε μηνιαία, με έναρξη ισχύος της τροποποιητικής συμφωνίας από 4.10.2010. Επίσης, με την ίδια συμφωνία τροποποιήθηκε ο όρος 4 της αρχικής σύμβασης, ως προς τον χρόνο και τρόπο εξόφλησης του δανείου και ο πρώτος εναγόμενος οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να αποδώσει το οφειλόμενο ποσό των 363.181,06 ευρώ σε 69 μηνιαίες δόσεις, ποσού 5.263,74 ευρώ η πρώτη από αυτές και ποσού 5.263,49 ευρώ καθεμία από τις υπόλοιπες, με έναρξη καταβολής της πρώτης δόσης την 4.10.2010, καταβλητέων των υπολοίπων ανά μήνα και με καταβολή της τελευταίας δόσης την 6.6.2016. Στις 24.5.2011 μεταξύ των συμβαλλομένων καταρτίσθηκε η υπ'αριθ. 2 τροποποιητική συμφωνία της σύμβασης δανείου, με την οποία ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων αναγνώρισαν ότι το οφειλόμενο από τη σύμβαση δανείου υπόλοιπο ποσό (άληκτο κεφάλαιο 321.072,89 ευρώ και ληξιπρόθεσμες οφειλές 16.664,11 ευρώ, που αντιστοιχούσαν σε μέρος της καταβλητέας στις 3.2.2011 δόσης και στις καταβλητέες στις 3.3.2011, 4.4.2011 και 4.5.2011 δόσεις) ανερχόταν συνολικά σε 337.737 ευρώ και τροποποιήθηκε η σύμβαση, ως προς τον όρο 4, που όριζε τον χρόνο και τρόπο αποπληρωμής, με τη συμφωνία το οφειλόμενο ποσό των 337.737 ευρώ να καταβληθεί σε 61 μηνιαίες άνισες δόσεις, σύμφωνα με το προσαρτημένο στη συμφωνία πλάνο αποπληρωμής, των 34 δόσεων καθεμιάς ποσού 3.500 ευρώ, της 35ης ποσού 75.737 ευρώ και των υπολοίπων ποσού εκάστης 5.500 ευρώ, με έναρξη πληρωμής στις 6.6.2011 και με καταβολή της τελευταίας δόσης την 6.6.2016. Επιχειρήθηκε, κατόπιν διαπραγματεύσεων της δανείστριας με τον δανειολήπτη και η υπ' αριθ. 3/25.04.2012 τροποποιητική συμφωνία της αρχικής σύμβασης δανείου, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόμενων θα αναγνώριζαν ότι το οφειλόμενο από τη σύμβαση δανείου ποσό (άληκτο κεφάλαιο και ληξιπρόθεσμες οφειλές) την 25.4.2012 ανερχόταν συνολικά σε 343.105,89 ευρώ, καθώς και θα συμφωνούσαν στην κεφαλαιοποίηση μέρους της ληξιπρόθεσμης οφειλής, ποσού 33.265,91 ευρώ, έτσι ώστε κεφάλαιο του δανείου να αποτελεί: α) το άθροισμα του άληκτου κεφαλαίου, ποσού 299.237 ευρώ, β) μέρος της ληξιπρόθεσμης οφειλής, ποσού 33.265,91 ευρώ, και γ) το ποσό των συμβατικών τόκων επί του υπό τα στοιχεία α' και β' κεφαλαίου, καθώς και ο πρώτος από αυτούς θα αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει το κεφάλαιο του δανείου σε 69 μηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, από τις οποίες η 69η θα ήταν ποσού 150.000 ευρώ, ενώ τα ποσά των υπόλοιπων 68 δόσεων θα προσδιορίζονταν από τη δανείστρια με την πάροδο 9 μηνών από την κατάρτιση της παραπάνω συμφωνίας και θα υπογραφόταν από τους συμβαλλόμενους πλάνο αποπληρωμής, με ημερομηνία καταβολής της 1ης δόσης 10 μήνες μετά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, καθεμίας από τις επόμενες δόσεις ανά μήνα και της τελευταίας καταβλητέας την 25.10.2018, πλην όμως η εν λόγω συμφωνία τελικά δεν καταρτίστηκε. Περαιτέρω, για την εξυπηρέτηση και την λογιστική παρακολούθηση της σύμβασης δανείου ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν από την ενάγουσα στο όνομα του πρώτου εναγομένου περισσότεροι λογαριασμοί, κατά την ευχέρεια της, δυνάμει του προαναφερόμενου όρου 13.1 της αρχικής σύμβασης και συγκεκριμένα, τηρήθηκαν οι υπ' αριθ... λογαριασμοί....Ενόψει των ανωτέρω, στις 23.10.2017 η οφειλή έναντι της ενάγουσας από την επίδικη σύμβαση δανείου αποτυπωνόταν συνολικά σε (422.523,20 + 40.663,91 + 967,14 =) 464.154,25 ευρώ, πλέον των αναλογούντων τόκων υπερημερίας. Η δανείστρια ενάγουσα τράπεζα με την από 23.10.2017 επιστολή, που επιδόθηκε στον πρώτο και τη δεύτερη των εναγόμενων, καθώς και στον αντίκλητο τους στις 9.11.2017 (υπ' αριθ. ....2017, ....2017 και ....2017 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Α. Κ.), κάλεσε τον πρώτο και τη δεύτερη των εναγόμενων να της καταβάλουν το ανωτέρω ποσό των 464.154,25 ευρώ, πλέον τόκων, το οποίο, ως μη καταβληθέν, αιτείται να της επιδικασθεί με την ένδικη αγωγή. Από το αιτούμενο αυτό ποσό, πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2.643,35 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε επιβάρυνση της οφειλής, λόγω υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, δυνάμει του όρου 3.1 της αρχικής σύμβασης, ο οποίος προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας (ΑΠ 368/2019), όπως αποδεικνύεται ιδίως από την προσαγόμενη με επίκληση από τους εναγομένους με ημερομηνία ....2019 τεχνική έκθεση της Ξ. Γ., πραγματογνώμονος, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, ότι η συνολική επιβάρυνση της οφειλής από τον υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών κατά το χρονικό διάστημα από 3.6.2008 έως 24.10.2017 ανέρχεται συνολικά σε 2.643,35 ευρώ (677,09 + 54,44 + 0,75 + 655,71 + 697,73 + 557,63), ο δε υπολογισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από την ενάγουσα με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις της, ούτε με τις παρούσες, γενομένου δεκτού και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόμενων, απομένοντος υπολοίπου για απόληψη 461.510,90 ευρώ (464.154,25 - 2.643,35) σύμφωνα με τις παραδοχές της εκκαλουμένης, που δεν προσβάλλονται με λόγο έφεσης. Το ποσό αυτό εξακολουθεί να οφείλεται στην ενάγουσα, καθώς δεν προκύπτει ότι έγιναν οποιεσδήποτε καταβολές, ούτε ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε διευθέτηση ή ρύθμιση της επίδικης οφειλής. Συγκεκριμένα, παρά τις επανειλημμένες προφορικές και έγγραφες σχετικές από 22.2.2014, 28.2.2014, 3.7.2014 και 26.9.2014 εξώδικες οχλήσεις-διαμαρτυρίες-προσκλήσεις του πρώτου εναγομένου, η ενάγουσα δανείστρια τράπεζα σιώπησε, διότι οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων δεν έστερξαν στην λήψη πρόσθετων εμπράγματων εξασφαλίσεων υπέρ αυτής, σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της δεύτερης εναγομένης, κατόπιν της από 17.1.2014 αίτησης της ενάγουσας ασφαλιστικών μέτρων για την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 250.000 ευρώ, επί του επίδικου διαμερίσματος στην Ηλιούπολη, εμβαδού 136 τ.μ., που ανήκε στην δεύτερη εναγομένη κατά ψιλή κυριότητα και αποτελούσε την οικογενειακή τους στέγη και ενός αγροτικού ακινήτου κυριότητας της στην Ιεράπετρα Λασιθίου Κρήτης, εμβαδού 1.750τ.μ.. Δυνάμει της υπ'αριθμ. 3946/2014 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορρίφθηκε η ως άνω αίτηση, ελλείψει επείγουσας περίπτωσης ή επικείμενου κινδύνου, με το σκεπτικό ότι στις 19.11.2013 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του πρώτου εναγομένου από το επίδικο δάνειο, ανέρχονταν στο ποσό των 23.859,40 ευρώ, οι καθ'ων η αίτηση, νυν πρώτος και δεύτερη των εναγομένων, δεν έχουν οφειλές προς τρίτους, ούτε επιβαρημένη ακίνητη περιουσία, μήτε προκύπτουν ενέργειες προς εκποίηση της, η δε προς εξασφάλιση δανειακή απαίτηση της τράπεζας, νυν ενάγουσας, έχει εξασφαλιστεί, κατά τα προεκτιθέμενα, με την εγγραφή ναυτικής υποθήκης στο σκάφος του πρώτου εναγομένου. Όπως η ίδια η ενάγουσα παραδέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, εφόσον οι αντίδικοι επέλεξαν να αντιταχθούν στο αίτημα της τράπεζας για την λήψη του εν λόγω ασφαλιστικού μέτρου, εξυπακούεται ότι μόνοι τους απέκλεισαν οποιοδήποτε ενδεχόμενο φιλικού διακανονισμού της υπόθεσης ή ρύθμισης της οφειλής. Τούτο όμως δεν εξυπακουόταν, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, δεδομένης και της απόρριψης από το Δικαστήριο, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της αίτησης περί εγγραφής προσημείωσης στα ακίνητα της καθ'ης, ούτε η ίδια κατέστησε τούτο γνωστό στον εναγόμενο οφειλέτη της, τουναντίον με την συμπεριφορά των προστηθέντων της σε σχετικές συζητήσεις μαζί του διατηρούσε αυτόν σε κατάσταση αναμονής της απάντησης της και διακανονισμού της οφειλής με περαιτέρω μείωση της δόσης και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, χωρίς όμως στην πραγματικότητα να προτίθεται να το πράξει. Παρόλα αυτά και ιδίως της απόρριψης της, ως άνω, αίτησης της, που σήμαινε τον μη εξοπλισμό της απαίτησης της με επιπλέον εμπράγματη ασφάλεια, η ενάγουσα τράπεζα, δεν προέβη σε καταγγελία της σύμβασης, αν και είχε συμβατικό δικαίωμα προς τούτο από την έναρξη της υπερημερίας του δανειολήπτη και δεν επεδίωξε την ικανοποίηση της απαίτησης της, ενώ ήδη από το τέλος του 2013 ο πρώτος εναγόμενος είχε καταστεί υπερήμερος στην αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων, χωρίς προοπτική ανάκαμψης, ένεκα και της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας από την οικονομική ύφεση της χώρας, που είχε πλήξει ουσιωδώς την επαγγελματική του ενασχόληση με την ναύλωση του επίδικου σκάφους, με συνέπεια οι δόσεις του δανείου να καθίστανται συνεχώς ληξιπρόθεσμες και να επιβαρύνεται το χρέος με τους τόκους υπερημερίας, την κεφαλαιοποίηση και τον εκτοκισμό τους, επαυξανόμενο διαρκώς, κώφευε δε στις επανειλημμένες εκκλήσεις του πρώτου εναγομένου από τις αρχές του έτους 2014 για βιώσιμη ρύθμιση της οφειλής, για τον λόγο ότι, όπως προεκτέθηκε, οι δύο πρώτοι των εναγομένων, δανειολήπτης και εγγυήτρια, δεν είχαν συναινέσει στην εγγραφή προσημείωσης στην ακίνητη περιουσία της δεύτερης, αν και, κατά τον χρόνο εκείνο, η πραγματική αξία του υποθηκευμένου πλοίου επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης της, καθόσον αυτή περιλαμβανομένου του άληκτου υπολοίπου του δανείου ανερχόταν στις 19.11.2013 στο ποσό των 368.588,64 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι η αγοραία αξία του σκάφους ανερχομένη στο ποσό των 530.000 ευρώ, κατά την εγγραφή της υποθήκης, υπερκάλυπτε το ύψος του χορηγηθέντος δανείου, όπως και η χορηγηθείσα υποθήκη σε ποσοστό 130% τούτου, υπολογιζομένης εντεύθεν της μείωσης της αξίας του κατά 5% ετησίως, που αντιστοιχεί στον συντελεστή φορολογικής απόσβεσης του σκάφους (άρθρο 24 παρ.4 Ν.4172/2013), κυμαινομένης κατά το έτος 2014 από 350.000 έως 390.000 ευρώ, σημειωμένης όμως έτι περαιτέρω μείωσης αυτής από το έτος 2015, συνεπεία της προϊούσας οικονομικής κρίσης της χώρας, σε ποσοστό μεγαλύτερο του ποσοστού απόσβεσης διαμορφωμένο ανά έτος σε 8%, ανερχομένης της εμπορικής αξίας του κατά το έτος 2017 περίπου σε 300.000 ευρώ και κατά το έτος 2019 περίπου σε 240.000 ευρώ, σύμφωνα και με την προσκομιζόμενη τεχνική έκθεση του πραγματογνώμονος, Χ. Γ., μηχανολόγου - ηλεκτρολόγου -μηχανικού, που δεν αναιρείται από έτερο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο, η δε επικαλούμενη από την ενάγουσα από 31.5.2013 έκθεση εκτίμησης, δεν προσκομίζεται στα σχετικά έγγραφα της. Σημειωτέον, ότι η ενάγουσα δεν έκανε χρήση των δικαιωμάτων της προς απόκτηση εκτελεστού τίτλου και επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης για την εκποίηση του εν λόγω πλοίου δια πλειστηριασμού, επί δυόμιση επιπλέον έτη, ούτε κατά τον χρόνο λήξης του δανείου στις 6.6.2016, μήτε ανταποκρίθηκε στην νέα έκκληση του πρώτου εναγομένου για διακανονισμό και ρύθμιση της τότε οφειλής εκ 422.523,20 ευρώ, αλλά ενάμισυ έτος αργότερα με την από 23.10.2017 επιστολή της κάλεσε τους δύο πρώτους των εναγομένων να της καταβάλλουν το εμφανιζόμενο χρεωστικό σε βάρους τους υπόλοιπο, ύψους πλέον 464.154,25 ευρώ. Η μη έγκαιρη καταγγελία της δανειακής σύμβασης εκ μέρους της και επιδίωξη είσπραξης της απαιτήσεως της σε βάρος του πρώτου εναγομένου, ενόσω αυτός βρισκόταν σε μόνιμη αδυναμία να ανταπεξέλθει στην αποπληρωμή των δόσεων, η δε πραγματική αξία του υποθηκευμένου πλοίου θα μπορούσε να την καλύψει και να ικανοποιηθεί η δανείστρια τράπεζα πλήρως από το πλειστηρίασμα τούτου, εκκινώντας την διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης με την απόκτηση εκτελεστού τίτλου, ήταν μεθοδευμένη και δόλια, καθόσον ενεργώντας με πρόθεση απέβλεπε στην διόγκωση του χρέους με τη διατήρηση του καθεστώτος ανατοκισμού, λαμβανομένου υπόψη ότι αν και ο εναγόμενος δανειολήπτης προέβη μέχρι τέλους 2013 σε καταβολές συνολικού ύψους 119.690,33 ευρώ έναντι δανείου 380.000 ευρώ, το χρεωστικό υπόλοιπο στις 24.10.2017 αναγορεύεται σε 464.154,25 ευρώ, οι δε πάσης φύσεως παραγόμενοι τόκοι διαμορφώθηκαν σε 196.762,83 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση η αδράνεια της ενάγουσας τράπεζας να στραφεί εναντίον του για να ικανοποιηθεί, οφείλεται σε βαρειά αμέλεια της, ενόψει της διαρκούς υπερημερίας του και της ηθελημένης μη ρύθμισης της οφειλής του, αφού μπορούσε και όφειλε να προβλέψει ότι με την πάροδο ικανού χρόνου θα επέλθει σημαντική απομείωση της αξίας του πλοίου, ούτως ώστε το επιτευχθησόμενο πλειστηρίασμα να υπολείπεται της απαίτησης της, με αποτέλεσμα από δική της υπαιτιότητα να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησης της, που απορρέει από την επίδικη δανειακή σύμβαση, από τον πρωτοφειλέτη, γεγονός που συνεπάγεται την ελευθέρωση της εναγομένης εγγυήτριας για την καταβολή της οφειλής τούτου, παρά την παραίτηση αυτής εκ των προτέρων από του εκ του ρηθέντος άρθρου ευεργετήματος, που είναι άκυρη για δόλο ή βαρειά αμέλεια της δανείστριας (332 ΑΚ), κατά παραδοχή της σχετικής νόμιμης ένστασης της, που προτάθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο της έφεσης των εναγομένων και ως ουσιαστικά βάσιμης". Με την ανωτέρω αιτιολογία το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή μόνο ως προς τον πρώτο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο για το ποσό των 461.510,90 ευρώ νομιμοτόκως από 24-10-2017 και να απορριφθεί συνολικά ως προς τους δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη, ακολούθως δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς όλα τα κεφάλαιά της για την ενότητα της εκτέλεσης, προκειμένου να εκδοθεί ενιαία απόφαση που να περιλαμβάνει το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, που παρέμεινε αλώβητο, δηλαδή αυτό που αφορά τον πρώτο εναγόμενο, και τα κεφάλαια που μεταρρυθμίσθηκαν κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό και απέρριψε την αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγόμενους.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παράβασης, ευθέως και εκ πλαγίου, των διατάξεων των άρθρων 862, 332 ΑΚ, καθώς δέχτηκε εσφαλμένα ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση ελευθερώσεως, που προέβαλε η δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη, κάνοντας δεκτό ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα τράπεζα ενήργησε από βαρειά αμέλεια, με αποτέλεσμα από δική της υπαιτιότητα να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησή της, που απορρέει από την επίδικη δανειακή σύμβαση, από τον πρωτοφειλέτη, ισχυριζόμενη ότι η ίδια δεν επέδειξε καμμία απολύτως ολιγωρία, όπως ειδικότερα αναφέρεται στους λόγους αυτούς. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αλυσιτελείς, ενόψει του ότι το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, σύμφωνα με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τη β' εναγόμενη, στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες από μία και συγκεκριμένα σε δύο επάλληλες κύριες αιτιολογίες, ήτοι α)ότι η ενάγουσα ενήργησε μεθοδευμένα και δόλια, καθόσον ενεργώντας με πρόθεση απέβλεπε στην διόγκωση του χρέους με τη διατήρηση του καθεστώτος ανατοκισμού και β) σε κάθε περίπτωση με βαρειά αμέλεια, ενόψει της διαρκούς υπερημερίας και της ηθελημένης μη ρύθμισης της οφειλής του πρώτου εναγομένου, με αποτέλεσμα από δική της υπαιτιότητα να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση της απαίτησης της, γεγονός που συνεπάγεται την ελευθέρωση της εναγομένης εγγυήτριας για την καταβολή της οφειλής τούτου. Με τους προαναφερόμενους λόγους αναίρεσης δεν πλήττεται καθόλου η μία από αυτές και συγκεκριμένα η πρώτη από τις ανωτέρω επάλληλη αιτιολογία που αναφέρεται στο δόλο της ενάγουσας αναιρεσείουσας, με επακόλουθο, οι ερευνώμενοι 1ος και 2ος λόγοι, που πλήττουν μόνο την άλλη επάλληλη αιτιολογία, που αφορά στη βαρειά αμέλεια, να καθίστανται αλυσιτελείς, αφού τυχόν παραδοχή τους, δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης που στηρίζεται αυτοτελώς στη μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία του δόλου.
Κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διάθεσης, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Το αίτημα συνεπώς της έφεσης και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης. Το Εφετείο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ένστασης, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών. Όταν το εκκληθέν με την έφεση του εναγομένου κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως αφορά αξίωση της αγωγής, η οποία έγινε μερικά δεκτή και απορρίφθηκε κατά το υπόλοιπο, ναι μεν μεταβιβάζεται ολόκληρο το κεφάλαιο αδιαιρέτως στο εφετείο, τούτο όμως μπορεί να το εξετάσει μόνον κατά το μέρος που πλήττεται με έφεση ή αντέφεση. Αν εξετασθούν σφάλματα ή παραλείψεις, που δεν προτάθηκαν με λόγο έφεσης ή αντέφεσης και μεταρρυθμισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια της, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, κατά το ποσό των 2.643,35 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε παράνομη επιβάρυνση της οφειλής, λόγω υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, δυνάμει του όρου 3.1 της αρχικής σύμβασης, ο οποίος προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, λαμβάνοντας υπόψη πραγματικό ισχυρισμό των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ο οποίος δεν προτάθηκε ως λόγος έφεσης, αλλά απαραδέκτως προτάθηκε για πρώτη φορά με το δικόγραφο των προτάσεων τους ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι εκκαλούντες δεν προσέβαλαν με έφεση την πρωτόδικη απόφαση ως προς το μέρος της, με το οποίο είχε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός τους περί ελάττωσης του ποσού, που αφορούσε την απόδοση του δανείου, κατά το ανωτέρω κονδύλιο των 2.643,35 ευρώ, ούτε η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση ζητώντας την επιδίκαση αυτού, επομένως το μέρος αυτό δεν μεταβιβάστηκε στη δευτεροβάθμια δίκη κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ και δεν εξετάσθηκε από το Εφετείο, η δε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης στο σύνολό της και η νέα εκδίκαση της αγωγής έγινε μόνο για το σκοπό της έκδοσης ενιαίας απόφασης, όπως προαναφέρθηκε. Τέλος το σκέλος του τρίτου λόγου και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, που πλήττουν το κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης περί ακύρωσης της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας ως καταδολιευτικής, είναι αλυσιτελείς και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, μετά την απόρριψη των λόγων αναίρεσης, με τους οποίους προσβλήθηκε ανεπιτυχώς η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή περί απόδοσης δανείου ως προς τη δεύτερη εναγόμενη ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά παραδοχή της ένστασης ελευθερώσεως αυτής. Εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός τους λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19.1.2024 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 211/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ