Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 171 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 171 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Ψαράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ" (Λ.Τ.Δ.)" και διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ", που εδρεύει στη Λευκωσία Κύπρου και είναι νομίμως εγκαταστημένη στην Ελλάδα, νόμιμα εκπροσωπούμενης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρία Φερφέλη η οποία ανακάλεσε την από 10-10-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Γούναρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, η δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως, για τους λόγους που ανέπτυξε στο ακροατήριο. Το δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-06-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 244/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 292/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 08-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 8.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 292/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, έγινε δεκτή η έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον ήδη αναιρεσίβλητο, κατά της 244/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, και στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή η από 10.6.2013 αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, με την οποία ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος αδικοπρακτική συμπεριφορά, συνιστάμενη σε εκ προθέσεως παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, που οδήγησαν σε παραπλάνησή του, καθώς και παράνομη και υπαίτια παράλειψη εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας, της τήρησης της γενικής υποχρέωσης συναλλακτικής πρόνοιας και ασφάλειας του αναιρεσίβλητου ως πελάτου της, ζήτησε να του επιδικασθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση και υποχρεώθηκε η τελευταία να του καταβάλει το ποσό των 103.000€ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και επομένως, είναι παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα, ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και μπορεί η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική, ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων. Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 342/2021). Είναι δυνατό μια ζημιογόνα ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον ((ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 342/2021). Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου, κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας - πελάτη. Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής (ευθύνης), ήτοι η υπαιτιότητα και η επέλευση ζημίας αιτιωδώς συνδεόμενη με την παράνομη συμπεριφορά της Τράπεζας, με την έννοια ότι η παράβαση των απορρεουσών από την καλή πίστη, υποχρεώσεων της Τράπεζας αποτελεί όρο, κατ' αντικειμενική πρόγνωση, πρόσφορο να οδηγήσει στο αποτέλεσμα της ζημίας. Με την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός, να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού Τράπεζα (ΑΠ 2061/2022). Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν ή πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστερών. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ ΑΠ 2/2019, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1182/2021).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1849/2017,ΑΠ 1028/2015). Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 2251/1994,όπως το άρθρο 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 Ν.3587/2007. Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής. Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων. Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών. Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1228/2019,ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017).
Επίσης η ρυθμιστική εμβέλεια του εν λόγω άρθρου 8 Ν.2251/1994 καλύπτει και την αδικοπρακτική ευθύνη, στο οποίο (άρθρο) ορίζονται, μεταξύ άλλων, στις παρ.1,3 και 4, όπως οι παρ.1 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 10 παρ.1 και 3, αντίστοιχα, του Ν.3587/2007, και τα εξής, ήτοι ότι "Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή...(παρ.1), ότι " Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας(παρ.3)" και ότι " Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του...(παρ.4)", αντίστοιχα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "...αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τραπεζική εταιρεία ευθύνεται για την ως άνω ζημία του ενάγοντος και ως προμηθεύτρια επενδυτικών υπηρεσιών εντός του κύκλου της εμπορικής της δραστηριότητας, καθόσον παρέσχε μέσω των ανωτέρω προστηθέντων αυτής επενδυτική συμβουλή και σύσταση στον ενάγοντα, ο οποίος διέθετε εν προκειμένω την ιδιότητα του καταναλωτή ως τελικός αποδέκτης της προαναφερθείσας επενδυτικής υπηρεσίας της εναγομένης, που δεν υπερέβαινε το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δοθέντος ότι το επενδυθέν απ'αυτόν επίμαχο ποσό δεν ήταν τόσο υψηλό ούτε υπήρχε συστηματική ενασχόληση του ενάγοντος με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές συναλλαγές (άρθρο 8 του ν.2251/1994).
Εξάλλου, η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης τραπεζικής εταιρείας και ανεξάρτητης προμηθεύτριας επενδυτικών υπηρεσιών εις βάρος του ενάγοντος αντισυμβαλλόμενου πελάτη αυτής και καταναλωτή συνδέεται σε κάθε περίπτωση αιτιωδώς προς την επελθούσα περιουσιακή ζημία του ενάγοντος, η οποία δεν ανάγεται στον εγγενή στη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς κίνδυνο ή σε γεγονός ανωτέρας βίας και δη στην προδιαληφθείσα απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να θέσει δια του υπ'αριθμόν 103/2013 Διατάγματός της σε καθεστώς εξυγιάνσεως την εναγομένη προς το σκοπό της ανακεφαλαιοποιήσεώς της με ίδια μέσα, όπως αυτή αβασίμως ισχυρίζεται.
Ειδικότερα, η παράλειψη εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της εναγομένης να ενημερώσουν επαρκώς τον ενάγοντα για τους κινδύνους της συγκεκριμένης επένδυσης στο χρηματοοικονομικό προιόν των ΜΑΕΚ, προκειμένου ο τελευταίος να κατανοήσει πλήρως τη μορφή και το περιεχόμενό της και να αποφασίσει συνειδητά, εάν θα επιλέξει την προτεινόμενη τοποθέτηση του κεφαλαίου του, αναλαμβάνοντας, μέσω της επιλογής του, όσους κινδύνους συνδέονται με αυτή, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προξενήσει και πράγματι προκάλεσε την προαναφερθείσα ζημία του ενάγοντος υπό την έννοια της υπάρξεως ανάμεσά τους, πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας (causa adaequata), δίχως να υφίσταται υπέρβαση της τελευταίας από την προειρημένη απόφαση της ΚΤΚ, η οποία δε συνιστά, επί τη βάσει των προπαρατεθέντων, παρά τμήμα της αιτιώδους διαδρομής, έστω κι αν η μετατροπή των ΜΑΕΚ σε μετοχές της εναγομένης ήταν μέτρο εξυγιάνσεώς της και όχι ιδιωτικής βουλήσεως, δηλαδή δεν έγινε κατ'ενάσκηση δικαιώματος της εναγομένης ή παράβαση εκ μέρους αυτής όρου εκδόσεως των ΜΑΕΚ δεδομένου περαιτέρω, ότι και ο κίνδυνος αφερεγγυότητας της εναγομένης δεν συνιστούσε γεγονός απρόβλεπτο και αναπότρεπτο, αντίθετα η επέλευση του κινδύνου ήταν ενδεχόμενη, καθόσον όλα τα χρηματιστηριακά προιόντα είναι συνδεδεμένα άρρηκτα με την οικονομική πορεία του εκδότη τους και στην προκειμένη περίπτωση, η εξαιρετικά δυσχερής οικονομική κατάσταση της εναγόμενης αποτέλεσε την αιτία να τεθεί αυτή σε καθεστώς εξυγίανσης. Ενόψει των παραδοχών αυτών η εναγομένη δεν μπόρεσε να ανατρέψει το εισαγόμενο με τη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ.4 του ν.22561/1994 μαχητό τεκμήριο της συνδρομής εν προκειμένω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και αιτιώδους συνάφειας αναφορικά με την επίδικη ζημία του ενάγοντος. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η σχετική ένσταση της περί ελλείψεως εκ μέρους της παρανομίας, υπαιτιότητας και αιτιώδους συνάφειας αναφορικά με την ως άνω ζημία του ενάγοντος". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο και με πρόσθετες παραδοχές, με τις οποίες απέρριψε τις ενστάσεις καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου και συνυπολογισσμού στη ζημία του του κέρδους, που αποκόμισε από την αγορά των ΜΑΕΚ, έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσείουσας και την υποχρέωσε να καταβάλλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 103.000€, με το νόμιμο τόκο.
Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, "Αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν μπορεί να προσβληθεί". Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη. Διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μιας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί, είτε διότι εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον είτε διότι τούτο είναι αναγκαίο για την ενότητα της νομολογίας (άρθ. 563 § 2β ΚΠολΔ, Α.Π. 947/2024, ΑΠ 1625/2023, ΑΠ 347/2021, ΑΠ 452/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα και κατά ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 914, 932, 297, 298, 299 και 342 ΑΚ δέχθηκε ότι η ζημία του αναιρεσίβλητου επήλθε κατά το χρόνο της επένδυσης, επειδή αυτός κατόπιν επενδυτικής συμβουλής των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας επένδυσε σε χρηματοοικονομικό προϊόν που δεν ανταποκρινόταν στις επιθυμίες του και το επενδυτικό του προφίλ, και ότι συνεπώς δεν υπήρξε διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου λόγω της μεταγενέστερης ψήφισης του ειδικού νόμου "περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και Άλλων Ιδρυμάτων" της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 22.3.2013 και της έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση αυτού των Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τη θέση της αναιρεσείουσας σε εξυγίανση με ίδια μέσα, δυνάμει των οποίων τα ως άνω Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) αορίστου διάρκειας μετατράπηκαν υποχρεωτικά σε μετοχές Δ' τάξεως και στη συνέχεια σε συνήθεις μετοχές της τράπεζας, με ονομαστική αξία εκάστης 0,01 ευρώ, τα οποία αποτελούν γεγονότα αδιάφορα για το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας ως μεταγενέστερα του χρόνου επέλευσης της ζημίας. Το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, δηλαδή εάν με βάση τα ανωτέρω περιστατικά η ζημία του αναιρεσίβλητου επήλθε κατά το χρόνο της επένδυσης, ή οφείλεται αποκλειστικά στην απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου να θέσει με διάταγμα την αναιρεσείουσα σε καθεστώς εξυγίανσης προς το σκοπό της ανακεφαλαιοποιήσεώς της με ίδια μέσα, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 1133/2025 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια κατ' άρθρο 336 § 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της προαναφερθείσας στη μείζονα σκέψη διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τον πρώτο λόγο αυτής, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
Περαιτέρω, θα πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση και των λοιπών λόγων αναίρεσης, αφού αυτοί συνέχονται άμεσα με την κρίση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου σχετικά με την ύπαρξη ή όχι αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του επικαλούμενου από τον αναιρεσίβλητο ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 1133/2025 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ