Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 185 / 2026    (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 185 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Πατρίκιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... και Σια ΕΕ", που εδρεύει στο Λέχαιο Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευάγγελο Λιάσκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και του Κ. Χ., μη διαδίκου στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2972/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 4636/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 14-11-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθ. 4636/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία συνεκδικάσθηκαν οι αντίθετες από 4-6-2020 και 2-12-2020 εφέσεις κατά της υπ' αριθ. 2972/2019 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγιναν αμφότερες τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτές (εκτός από την πρώτη καθ' ό μέρος στρεφόταν κατά του δευτέρου εφεσιβλήτου Κ. Χ.), εξαφανίστηκε η προσβαλλομένη οριστική απόφαση, δικάστηκε κατ'ουσίαν η από 22-11-2018 αγωγή του Κ. Χ. και της ήδη αναιρεσίβλητης υπό εκκαθάριση εταιρίας κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στις 18-10-2022 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 16-11-2022 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556,558, 564 § 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Ως σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που, από άποψη οικονομικής λειτουργίας, συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες. Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Με βάση το αντικείμενο της σύμβασης δικαιόχρησης, μπορούν να διακριθούν τρεις μορφές, ήτοι : i) το franchising διανομής, όπου ο δικαιοδόχος περιορίζεται στην πώληση σε τρίτους ορισμένων προϊόντων σε κατάστημα που φέρει το διακριτικό γνώρισμα του δικαιοπαρόχου, ii) το franchising υπηρεσιών, όπου ο δικαιοδόχος παρέχει υπηρεσίες σε τελικούς χρήστες υπό το διακριτικό γνώρισμα, την εμπορική επωνυμία ή ακόμη και το σήμα του δικαιοπαρόχου, σύμφωνα με τις οδηγίες που λαμβάνει από αυτόν, και iii) το franchising παραγωγής ή βιομηχανικό franchising, όπου ο δικαιοπάροχος παραχωρεί στον δικαιοδόχο την άδεια με συγκεκριμένο τρόπο, εμφάνιση και συμπεριφορά να παράγει ή να μεταποιεί ορισμένα προϊόντα. Είναι, επίσης, δυνατή η ύπαρξη μικτών μορφών franchising που περιέχουν στοιχεία όλων των παραπάνω τύπων.
Περαιτέρω, με βάση τον τρόπο ενσωμάτωσης και τον βαθμό εξαρτήσεως των συμμετεχόντων στο σύστημα δικαιόχρησης, διακρίνονται δύο μορφές, ήτοι : i) το franchising υπαγωγής, στο πλαίσιο του οποίου ο δικαιοπάροχος καθορίζει ουσιαστικά την επιχειρηματική πολιτική και δραστηριότητα των δικαιοδόχων, χωρίς να περιορίζεται στην παροχή οδηγιών ή γενικών κατευθυντήριων γραμμών, και ii) το franchising ισότιμης συνεργασίας, στο πλαίσιο του οποίου δεν απαντάται η κυριαρχική θέση του δικαιοπαρόχου, αλλά αναπτύσσεται μία συνεταιρική- συμμετοχική σχέση, στη βάση της ισοτιμίας τόσο μεταξύ του δικαιοπαρόχου και των δικαιοδόχων, όσο και των δικαιοδόχων μεταξύ τους. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα, με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσής του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ` όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη. Όλες αυτές οι υποχρεώσεις, παρά την αυτοτέλειά τους, αποτελούν επί μέρους εκδηλώσεις της γενικής υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου ή δότη να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη του λήπτη στο σύστημα, έτσι ώστε, η λειτουργία του καταστήματος του τελευταίου, να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του.
Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης, ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του συστήματος στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ` όλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη, ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος, τα συμβατικά προϊόντα. Όπως συνάγεται από την φύση της σύμβασης δικαιόχρησης, ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ) (ΑΠ 123/2017). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων, που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης, προϋποθέτει, πολλές φορές, τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πώλησης του αναγκαίου εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πώλησης και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ. Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρα 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης (ΑΠ 123/2017).
Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1801/2011).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 200, 281, 288, 588, 572, 766 και 767 ΑΚ, συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία μια διαρκής ενοχική σχέση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επιτρέπεται να καταγγελθεί για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση, έστω και αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας (ΑΠ 1836/2007).
Προκειμένου για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σ` αυτή τη σύμβαση, ο σπουδαίος λόγος είναι αναγκαία, κατ` αρχήν, προϋπόθεση για να επέλθουν οι συνέπειες της καταγγελίας, οι οποίες διαφορετικά δεν επέρχονται (ΑΠ 1042/2009). Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί σε κάθε περίπτωση την έκτακτη καταγγελία σύμβασης δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί, κατ` αρχήν, η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος, αλλά και η παράβαση της, ως άνω, γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω σύμβασης, υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου.
Επίσης, σπουδαίος λόγος, υπάρχει, και όταν, από τις περιστάσεις που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της σύμβασης, καθίσταται, κατά την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, επαχθής και μη ανεκτή, είτε για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά, η συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης από αυτή τη διαρκή ενοχική σχέση. Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, όταν οφείλεται σε ουσιώδη μεταβολή των προσωπικών ή περιουσιακών σχέσεων αμφοτέρων των μερών ή του ενός μέρους, ανεξαρτήτως της συνδρομής ή μη οποιασδήποτε υπαιτιότητας στην επέλευση της μεταβολής αυτής (ΑΠ 639/2007, ΑΠ 441/2000), ή όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015). Τα περιστατικά που συνιστούν σπουδαίο λόγο για την καταγγελία, αφορούν, συνήθως, στον αποδέκτη αυτής. Δεν αποκλείεται, όμως, να ευρίσκονται στη σφαίρα επιρροής του ίδιου του καταγγέλλοντος. Κατά την ανωτέρω έννοια, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δηλαδή δεν απαιτείται κατ` αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι ο ίδιος υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι, επίσης, γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα αυτά άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί να αντλήσει ωφελήματα από δική του παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά, που οφείλεται σε υπαιτιότητά του (ΑΠ 1836/2007). Γενικότερα, είναι αδιάφορη η προέλευση των περιστατικών που συγκροτούν το σπουδαίο λόγο καταγγελίας, τα οποία μπορεί, έτσι, να ανήκουν στη σφαίρα εξουσίας οποιουδήποτε των μερών, ενώ μπορεί να είναι ακόμη και μεμονωμένα ή τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία (ΑΠ 688/2007). Για την αξιολόγηση του λόγου καταγγελίας ως σπουδαίου, συνεκτιμώνται όλες οι κρίσιμες συνθήκες και περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 29/2010). Στο πλαίσιο αυτό, σπουδαίο λόγο καταγγελίας ενδέχεται να αποτελεί και ο κλονισμός της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών (ΑΠ 359/2010) ή και η μερική μόνον εκπλήρωση από τον έναν των συμβαλλομένων της παροχής που τον βαρύνει, όταν το γεγονός αυτό δημιουργεί στον άλλο συμβαλλόμενο εύλογο φόβο ότι αυτό θα συνεχισθεί και για το υπόλοιπο μέρος της παροχής και θα προκληθεί έτσι σημαντική ζημία στα συμφέροντά του (ΑΠ 168/2007). Καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, που έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή με επίκληση τέτοιου λόγου, που αποδείχθηκε μεταγενέστερα είτε μη σπουδαίος είτε αναληθής, είναι άκυρη (ΑΠ 112/2004, ΑΠ 1701/1998) και γι` αυτό δεν επιφέρει τη λήξη της διαρκούς σύμβασης (άρθ. 174 και 180 ΑΚ).
Στην περίπτωση αυτή, εκείνος που προέβη στην καταγγελία καθίσταται υπερήμερος δανειστής ως προς την προσφερόμενη παροχή του άλλου και οφείλει τη δική του παροχή. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι σπουδαίοι λόγοι που μπορούν να θεμελιώσουν δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, μπορούν να αποδίδονται σε υπαιτιότητα ενός των συμβαλλόμενων, αλλά μπορούν να είναι και ανυπαίτιοι.
Στην τελευταία περίπτωση, παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας, όταν, συνεπεία αυτών των ανυπαίτιων λόγων, η συνέχιση της σύμβασης αντίκειται προφανώς στα εύλογα και δικαιολογημένα συμφέροντα του καταγγέλλοντος και καθίσταται μη ανεκτή. Έτσι, η μεταβολή των όρων και προϋποθέσεων που διέπουν τη σύμβαση, και η διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων, σε βάρος κάποιου από αυτούς, χωρίς να ανάγονται υποχρεωτικά στη σφαίρα επιρροής του καθ` ου η καταγγελία, λαμβάνεται υπόψη κατά το μέτρο που οι όροι αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν ή να αξιωθεί η εκπλήρωσή τους, από ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, βάσει των αρχών της καλής πίστης. Για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου, θα σταθμιστεί το συμφέρον του καταγγέλλοντος για πρόωρη λύση της σύμβασης με το συμφέρον του αντισυμβαλλόμενου για διατήρηση αυτής μέχρι την κανονική λύση της (ΑΠ 1326/2013, ΑΠ 1639/2005). Στις διαρκείς, όμως, συμβάσεις με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, στις οποίες συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, οι συμβάσεις εμπορικής συνεργασίας, η παράνομη ή η άκαιρη ή η καταχρηστική καταγγελία δεν είναι ποτέ άκυρη και πάντοτε επάγεται τη λύση της σύμβασης, παρέχεται δε στον θιγόμενο αποδέκτη της καταγγελίας το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όχι όμως να ζητήσει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπει πλέον το ουσιώδες στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αξιώνουν οι συμβάσεις αυτές (ΑΠ 2026/2025, ΑΠ 861/2025, ΑΠ 1299/2023).
Περαιτέρω, οι έννομες συνέπειες, που απορρέουν από τη λύση της σύμβασης δικαιόχρησης, διαφοροποιούνται ανάλογα με τους λόγους που θεμελιώνουν το δικαίωμα καταγγελίας. Αν πρόκειται για περίπτωση έκτακτης καταγγελίας για ανυπαίτιο σπουδαίο λόγο, τότε, το αντικείμενο των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μετά τη λύση της ενοχικής σχέσης, συνίσταται, κυρίως, στην απόδοση των πραγμάτων, στην παύση της χρήσης των δικαιωμάτων και των άλλων ωφελειών, που κατά τη διάρκεια της σύμβασης είχαν παραχωρηθεί από τον ένα αντισυμβαλλόμενο στον άλλο για χρήση και εκμετάλλευση. Αντίθετα, η προβολή αξίωσης αποζημίωσης δεν είναι δυνατή.
Στην περίπτωση της έκτακτης καταγγελίας, οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους, μπορεί από τη σύμβαση δικαιόχρησης να απορρέουν αξιώσεις αποζημίωσης υπέρ του καταγγείλαντος. Οι αξιώσεις αυτές, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της σύμβασης (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015).
Σε όλες τις περιπτώσεις, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστά εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και συνεπώς, η ορθή ή μη υπαγωγή σ` αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1030/2015, ΑΠ 1665/2014). Αντισυμβατική και συνάμα αδικοπρακτική συμπεριφορά, επιφέρουσα συρροή νόμων και αντίστοιχων αξιώσεων, είναι δυνατό να εκδηλωθεί εντός του συμβατικού πλαισίου της σύμβασης δικαιόχρησης και ειδικότερα, εκτός άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, με την μορφή: α) των περιορισμών του ανταγωνισμού, οι οποίοι επιβάλλονται από τον δικαιοπάροχο είτε με όρους της σύμβασης δικαιόχρησης, που ενσωματώνονται στις σχετικές έγγραφες συμβάσεις, είτε με την εφαρμοζόμενη από αυτόν συναλλακτική σχέση του με τους δικαιοδόχους του ή και με αμφότερους τους ανωτέρω τρόπους, β) της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, υπό την οποία τελεί ο δικαιοδόχος από τον δικαιοπάροχο, ως εκ της φύσεως και του αντικειμένου της σύμβασης δικαιόχρησης, ιδίως δε όταν πρόκειται για δικαιόχρηση υπαγωγής.
Στην πρώτη περίπτωση (συμβατικοί όροι και συναλλακτικές πρακτικές αντιβαίνουσες στον ελεύθερο ανταγωνισμό) υπάγονται, πλην άλλων περιπτώσεων, και οι περιπτώσεις της αποτύπωσης στη σύμβαση δικαιόχρησης ή της de facto μονομερούς επιβολής, από τον δικαιοπάροχο στον δικαιοδόχο, ως συναλλακτικής πρακτικής, των όρων περί καθορισμού (α) της τιμολογιακής πολιτικής του δικαιοδόχου από τον δικαιοπάροχο (άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών μεταπώλησης, μέσω επιβολής παγίου ή ελάχιστου επιπέδου τιμής μεταπώλησης) και (β) του δικαιοπαρόχου ως αποκλειστικού προμηθευτή των δικαιοδόχων του δικτύου, οι οποίοι συνιστούν πρόδηλους περιορισμούς του ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, εξ αντικειμένου παραβάσεις αυτού, αξιολογούμενες και επιφέρουσες κυρώσεις σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Ο συμβατικός ή de facto επιβαλλόμενος αυτός όρος περί καθορισμού της τιμολογιακής πολιτικής του δικαιοδόχου από τον δικαιοπάροχο, μπορεί να είναι παραβατικός, διότι ο δικαιοδόχος, ως ανεξάρτητος επιχειρηματίας, φέρει τους εμπορικούς ή χρηματοοικονομικούς κινδύνους από τη δραστηριοποίησή του στην αγορά και, ως εκ τούτου, δικαιούται να έχει την ελευθερία να καθορίζει τις βασικές τουλάχιστον παραμέτρους της εμπορικής του πολιτικής, ακόμη και στην περίπτωση ενός δικτύου δικαιόχρησης που συνεπάγεται στενή και συνεχή συνεργασία μεταξύ δικαιοπάροχου και δικαιοδόχου. Σε περίπτωση συμβατικών όρων ή/και πρακτικών που ενέχουν απευθείας καθορισμό τιμών μεταπώλησης, ο περιορισμός του ανταγωνισμού είναι εμφανής. Ο καθορισμός των τιμών μεταπώλησης μπορεί, επίσης, να επιτευχθεί και με έμμεσο τρόπο, με όρους ή/και πρακτικές που περιλαμβάνουν (α) καθορισμό του περιθωρίου κέρδους του δικαιοδόχου, (β) καθορισμό ανώτατου επιπέδου έκπτωσης που μπορεί να χορηγήσει ο δικαιοδόχος από ένα καθορισμένο επίπεδο τιμών, (γ) εξάρτηση της χορήγησης, από το δικαιοπάροχο προς τον δικαιοδόχο, εκπτώσεων ή επιστροφής δαπανών προώθησης, από την τήρηση συγκεκριμένου επιπέδου τιμών, (δ) σύνδεση της καθορισμένης τιμής μεταπώλησης με τις τιμές μεταπώλησης των ανταγωνιστών, (ε) επιβολή κυρώσεων, καθυστέρηση ή αναβολή παραδόσεων προϊόντων από τον δικαιοπάροχο, σε περίπτωση που δεν ακολουθείται η καθοριζόμενη από αυτόν τιμολογιακή πολιτική, (στ) καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης σε συνάρτηση με την τήρηση εκ μέρους του δικαιοδόχου συγκεκριμένου επιπέδου τιμών.
Ωστόσο, κατ' εξαίρεση, ο καθορισμός τιμών μεταπώλησης μπορεί να είναι αναγκαίος για τη διοργάνωση, σε ένα σύστημα δικαιόχρησης, μιας συντονισμένης εκστρατείας χαμηλών τιμών σύντομης συνολικής διάρκειας (2 έως 6 εβδομάδων), και ως εκ τούτου να κριθεί συμβατός με τους κανόνες ανταγωνισμού. Επίσης, συμβατικοί όροι που προβλέπουν την παροχή στον δικαιοδόχο από τον δικαιοπάροχο καταλόγου συνιστώμενων/προτεινόμενων ή ανώτατων τιμών είναι, καταρχάς, συμβατοί με το δίκαιο του ανταγωνισμού, εφόσον (α) δεν προβλέπεται η δέσμευση των δικαιοδόχων για την τήρηση των προτεινόμενων αυτών τιμών, (β) δεν χρησιμοποιούνται από τον δικαιοπάροχο έμμεσοι τρόποι ή μέτρα (π.χ. απειλή ή επιβολή κυρώσεων, εκπτώσεις και άλλα χρηματικά κίνητρα), ώστε οι προτεινόμενες ή ανώτατες αυτές τιμές να λειτουργούν στην πράξη ως καθορισμένες τιμές μεταπώλησης και (γ) οι προτεινόμενες ή ανώτατες τιμές δεν λειτουργούν ως εστιακό σημείο για τους περισσότερους μεταπωλητές, λόγω της ισχυρής θέσης του δικαιοπαρόχου στην αγορά, οδηγώντας τελικά στην ομοιόμορφη εφαρμογή αυτού του επιπέδου τιμών. Τέλος, εάν χρησιμοποιείται λογισμικό σύστημα εμπορικής διαχείρισης εντός του δικτύου δικαιόχρησης, η διαχείριση τιμών από το δικαιοδόχο πρέπει να είναι τεχνητά δυνατή, και όχι υπέρμετρα δυσχερής ή/και χρονοβόρα στην πράξη, ενώ θα πρέπει στα σχετικά εγχειρίδια χρήσης και εκπαίδευσης των δικαιοδόχων να υπάρχει σαφής πρόβλεψη για τη δυνατότητα αλλαγής των τιμών στο λογισμικό αυτό σύστημα και να είναι ευχερής η παροχή εκπτώσεων σε ποσοστό επί των συνολικών αγορών, ιδίως σε εμπορικές επιχειρήσεις που γίνονται μαζικές αγορές προϊόντων. Σε γενικές γραμμές, όροι και πρακτικές που επιτείνουν τη διαρθρωτική ακαμψία των τιμών ενέχουν παράβαση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Επίσης, ο περιορισμός αμοιβαίων προμηθειών μεταξύ εξουσιοδοτημένων διανομέων στο πλαίσιο ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής, ο οποίος περιλαμβάνει, τόσο τις ενεργητικές όσο και τις παθητικές πωλήσεις, θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρός περιορισμός του ανταγωνισμού. Αυτό σημαίνει ότι μια συμφωνία δεν μπορεί να έχει ως άμεσο ή έμμεσο αντικείμενό της την παρεμπόδιση ή τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων των συμβατικών προϊόντων μεταξύ των επιλεγμένων διανομέων (δικαιοδόχων εντός δικτύου). Οι επιλεγμένοι αυτοί διανομείς πρέπει να παραμένουν ελεύθεροι να προμηθεύονται τα συμβατικά προϊόντα από άλλους εξουσιοδοτημένους διανομείς του δικτύου, οι οποίοι δραστηριοποιούνται, είτε στο ίδιο, είτε σε διαφορετικό επίπεδο του εμπορίου. Επομένως, η επιλεκτική διανομή δεν μπορεί να συνδυαστεί με κάθετους περιορισμούς που αποσκοπούν στο να εξαναγκάσουν διανομείς να προμηθεύονται τα συμβατικά προϊόντα αποκλειστικά από συγκεκριμένη πηγή, για παράδειγμα, υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας από τον δικαιοπάροχο. Επιτρέπεται, όμως, ο περιορισμός, τόσο των ενεργητικών όσο και των παθητικών πωλήσεων ενός εξουσιοδοτημένου διανομέα, που συμμετέχει στο σύστημα επιλεκτικής διανομής, σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς, δηλαδή, προς διανομείς που δεν συμμετέχουν στο σύστημα. Συμπερασματικά, στο πλαίσιο ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής δικαιόχρησης, ο δικαιοπάροχος προμηθευτής μπορεί να απαγορεύει στους δικαιοδόχους διανομείς, που συμμετέχουν στο σύστημα, να πωλούν τα προϊόντα του συστήματος σε τρίτους μεταπωλητές, οι οποίοι δεν συμμετέχουν στο δίκτυο, ενώ, παράλληλα, οι επιλεγμένοι δικαιοδόχοι, που συμμετέχουν στο δίκτυο, πρέπει να παραμένουν ελεύθεροι να προμηθεύονται από, αλλά και να μεταπωλούν προς, άλλους επιλεγμένους δικαιοδόχους τα προϊόντα του συστήματος.
Συναφώς, συμφωνίες δικαιόχρησης που υποχρεώνουν τους δικαιοδόχους να πραγματοποιούν μόνο λιανικές πωλήσεις δύνανται να έχουν αντίστοιχο αποτέλεσμα, διότι ουσιαστικά απαγορεύουν την μεταπώληση προϊόντων σε άλλους εμπόρους/μεταπωλητές εντός του δικτύου δικαιόχρησης. Επίσης, οι δικαιοδόχοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να προβαίνουν σε ενεργητικές και παθητικές πωλήσεις σε πελάτες (τελικούς χρήστες) στην περιοχή ενός άλλου μέλους του δικτύου δικαιόχρησης, παρόλο που μπορεί να περιορίζονται από το να εγκατασταθούν στην περιοχή εκείνη. Γενικά, στο πλαίσιο ενός δικτύου δικαιόχρησης, συμβατικοί όροι ή πρακτικές που παρεμποδίζουν τις διασταυρούμενες προμήθειες μεταξύ των επίσημων διανομέων-δικαιοδόχων συνιστούν εξ αντικειμένου περιορισμό του ανταγωνισμού εντός του επισήμου δικτύου διανομής - δικαιόχρησης. Οι κατά τα ανωτέρω παραβιάσεις του δικαίου του ανταγωνισμού, ως απαγορευμένες συμφωνίες άμεσου ή έμμεσου καθορισμού των τιμών πώλησης και του αποκλειστικού προμηθευτή των δικαιοδόχων, συνιστούν παράνομες πράξεις, κατά την έννοια του άρθ. 914 του ΑΚ, και συνεπώς, πέραν της αυτοδίκαιης ακυρότητας των σχετικών όρων, ως και της αξίωσης του ζημιωθέντος δικαιοδόχου για άρση και παράλειψή τους στο μέλλον, ο τελευταίος έχει, έναντι του ζημιώσαντος παραβάτη δικαιοπαρόχου, αξίωση για αποζημίωση κατά την παραπάνω διάταξη, με ενδεχόμενη συμπληρωματική εφαρμογή των άρθ.281 και 919 του ΑΚ. Ο δε δικαιοδόχος, καίτοι συμμετέχει της σχετικής συμφωνίας, ως αντισυμβαλλόμενος του δικαιοπαρόχου, θεωρείται πρωτίστως ζημιωθείς εξ αυτής, διότι, ευρισκόμενος συνήθως σε σαφώς υποδεέστερη θέση έναντι του δικαιοπαρόχου, δεν έχει άλλη δυνατότητα παρά να αποδεχτεί τη συμμετοχή στην παράβαση, προσχωρώντας άνευ δυνατότητας διαπραγμάτευσης στους - συνήθως -προδιατυπωμένους όρους της σύμβασης δικαιόχρησης, κι ως εκ τούτου "υφίσταται" τη σύμπραξη παρά τη δημιουργεί. Ευλόγως, λοιπόν, δύναται ο δικαιοδόχος να επικαλεσθεί τον παράνομο χαρακτήρα των εν λόγω συμβατικών όρων και πρακτικών και να αξιώσει αποζημίωση κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, καθόσον δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μετέχει της γνώσης του παρανόμου των συμφωνιών αυτών και του σκοπού του δικαιοπαρόχου, όπως τούτο σαφώς συμβαίνει επί οριζόντιων ("καρτελικών") συμπράξεων. Επομένως, ο δικαιοδόχος εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο των προαναφερόμενων διατάξεων του εθνικού δικαίου (άρθ. 281,914,919 ΑΚ, 18α ν.146/1914 ). Ειδικότερα, στην περίπτωση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, υπό την οποία τελεί ο δικαιοδόχος από τον δικαιοπάροχο, ιδίως όταν πρόκειται για δικαιόχρηση υπαγωγής, υπάγεται η περίπτωση της επιβολής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου στον δικαιοδόχο αυθαίρετων όρων συναλλαγής, καθώς και η διακριτική μεταχείριση του τελευταίου, μέσα στο σύστημα δικαιόχρησης, σε σχέση με τους λοιπούς δικαιοδόχους, αξιολογούμενη, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησής της και των συνεπειών της, από τη διάταξη του άρθ. 18α του Ν.146/1914, που ρητά ορίζει ότι απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτή ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, η δε καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. Προϋποθέσεις εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, με την οποία δεν απαγορεύεται η ίδια η οικονομική εξάρτηση, αλλά η καταχρηστική εκμετάλλευσή της, είναι (α) η ύπαρξη σχέσης οικονομικής εξάρτησης μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, (β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης και (γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης.
Ειδικότερα, η ύπαρξη οικονομικής εξάρτησης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας ισχυρής επιχείρησης σε θέση πελάτη ή αναλόγως προμηθευτή, και μιας εξαρτημένης από αυτή επιχείρησης, όπως τούτο συμβαίνει όταν η δεύτερη έχει προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης των προϊόντων της δεύτερης ή διαθέτει κυρίως σ' αυτή τα δικά της προϊόντα, ενώ απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης υπάρχει όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση, δηλαδή αυτή είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να διαθέτει σε τέτοια πηγή προϊόντα ή υπηρεσίες, είτε μπορεί μεν να προμηθεύεται από τέτοια πηγή ή να διαθέτει σ' αυτή προϊόντα ή υπηρεσίες, όμως, με σημαντικά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα να εξασθενίσει η θέση της έναντι των ανταγωνιστών της, γεγονός, το οποίο μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία συνέχισης της λειτουργίας της. Στο πλαίσιο αυτό, κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και συνεπώς, περιοριστική του ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει έτσι οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση. Υπό την έννοια αυτή η παράβαση του άρθ. 18α Ν. 146/1914 συνιστά παράνομη πράξη, κατά την έννοια του άρθ. 914 ΑΚ, οπότε με τη συνδρομή και των λοιπών όρων του άρθρου αυτού, παρέχεται σε όποιον ζημιώθηκε αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 644/2024, ΑΠ 1196/2010, ΑΠ 1387/2018, ΑΠ 1196/2018, ΑΠ 419/2028, ΑΠ 650/2016). Οι περιπτώσεις που απαριθμούνται στην παραπάνω διάταξη, η οποία αποδίδει, κατά πιστή μεταφορά, τη ρύθμιση της διάταξης του άρθ. 2α του Ν. 703/1977, που καταργήθηκε με το άρθ. 2 του Ν. 3784/2009 και με το άρθ. 29 παρ. 1 του ίδιου νόμου, επαναφέρθηκε (μεταφέρθηκε) στο Ν. 146/1914 ισχύουσα ως άρθ. 18α, με συνέπεια για την ερμηνεία της να ισχύουν όσα έχουν κριθεί νομολογιακά σχετικά με την ερμηνεία του άρθ. 2α του Ν. 703/1977, ως συνιστώσες κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης είναι ενδεικτική. Εχει κριθεί ότι αυθαίρετη επιβολή όρων συνιστά, μεταξύ άλλων, η μονομερής επιβολή υψηλών, μη ρεαλιστικών στόχων πωλήσεων, αντίστοιχων παραγγελιών χονδρικής με δημιουργία υψηλών αποθεμάτων, προγραμμάτων εκπτώσεων και τιμών τελικού καταναλωτή, η επιβολή ρήτρας υποχρεωτικής χρηματοδότησης από συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα με όρους αδιαφανείς και υψηλότατο (μονοπωλιακό) επιτόκιο. Για τη στοιχειοθέτηση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσης οικονομικής εξάρτησης αρκεί η επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής από την πλευρά της εξαρτώσας επιχείρησης, ανεξάρτητα από τυχόν αντίδραση της εξαρτώμενης ή την επαγωγή σε αυτήν οποιασδήποτε ζημίας. Σε κάθε περίπτωση, η σχετική κρίση διαμορφώνεται από την αξιολόγηση των ειδικότερων περιστάσεων και συνθηκών υπό τις οποίες εκδηλώνεται μία συμπεριφορά και υπό την συνδρομή των προαναφερόμενων προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης.
Εξάλλου, ομοίως αναφορικά με την ενδιαφέρουσα εν προκειμένω περίπτωση, της διακριτικής μεταχείρισης, ως τέτοια νοείται η άνιση αντιμετώπιση άλλων ομοειδών μεταξύ τους επιχειρήσεων και συνίσταται ως προς τις συνθήκες ή τους όρους συναλλαγής, λ.χ. τιμή, έκπτωση, προμήθεια, ποσότητες προϊόντων, μη δυνάμενη να δικαιολογηθεί με αντικειμενικά και εύλογα κριτήρια και με βάση τις συνθήκες της αγοράς και της συγκεκριμένης περιπτώσεως ( ΑΠ 419/2018, ΑΠ 650/2016, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014, ΑΠ 1442/2015, ΕπΑντ 22/2018, ΕπΑντ 514/VI/2011, ΕπΑντ 450/V/2009, ΕπΑντ 91/11/1999, δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα της Επιτροπής Ανταγωνισμού). Τέλος, είναι δυνατό να εκδηλωθούν αθέμιτες συμπεριφορές εκ μέρους οποιουδήποτε των συμβαλλομένων στη σύμβαση δικαιόχρησης, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, όταν ο δικαιοπάροχος, εκμεταλλευόμενος τη θέση ισχύος του από τη σύμβαση δικαιόχρησης προβαίνει σε παραβίαση των συμβατικώς συμφωνηθέντων, συναλλασσόμενος ο ίδιος και για δικό του λογαριασμό, σε περιοχές που έχει ήδη παραχωρήσει σε δικαιοδόχους, διενεργώντας έτσι ο ίδιος αθέμιτο ανταγωνισμό στο εσωτερικό του συστήματος. Ιδιαίτερη δε περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού από τον δικαιοπάροχο συνιστά η δραστηριοποίηση αυτού με τη διενέργεια πωλήσεων μέσω του διαδικτύου. Οι περιπτώσεις αυτές, αξιολογούνται υπό το πρίσμα του άρθ. 1 του Ν.146/1914, κατά το οποίο απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό του ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, και ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία των αξιώσεων που προβλέπει, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού, από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη, και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη. Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξης και τρίτων, οι οποίοι, πάντως, δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους. Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η συμβατική παράβαση δεν συνιστά καθ' εαυτή αθέμιτο ανταγωνισμό, συγκεκριμένη, όμως, συμβατική παράβαση μπορεί να είναι αντίθετη και προς τα χρηστά ήθη του ανταγωνισμού, απαγορευόμενη από τη διάταξη του άρθ. 1 του Ν. 146/1914. Ειδικότερα, η παράβαση σύμβασης, που δημιουργεί μονομερή ή και αμοιβαία υποχρέωση για αποκλειστική συναλλαγή μεταξύ των συμβαλλομένων, συνιστά, συγχρόνως, και πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, μόνο αν με αυτή εξυπηρετείται σκοπός ανταγωνισμού και συντρέχουν ειδικές συνθήκες, που τις προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα, όπως όταν γίνεται με μεθοδεύσεις και με σκοπό την απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, ή και την εκμετάλλευση ξένης φήμης ή/και οργάνωσης. Υπό το πρίσμα αυτό, η εκ μέρους του δικαιοπαρόχου παράβαση συμβατικών ρητρών απαγόρευσης ανταγωνισμού δεν είναι, άνευ ετέρου, αθέμιτη, αλλά για να θεωρηθεί ως τέτοια απαιτείται η συνδρομή ειδικών περιστάσεων, που να θεμελιώνουν την αντίθεσή της στα χρηστά ήθη, όπως τούτο ιδίως συμβαίνει όταν ο δικαιοπάροχος μετέρχεται δόλιων μεθοδεύσεων, αποσκοπεί στον εκτοπισμό του δικαιοδόχου από την αγορά, καταχράται τη σχέση οικονομικής εξάρτησης υπό την οποία τελεί ο δικαιοδόχος σε σχέση με αυτόν, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο τελευταίος για την καθιέρωση των προϊόντων του συστήματος στην αγορά. Σε περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού δεν αποκλείεται και επιπλέον αξίωση του προσβαλλόμενου κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθ. 914,919,932 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, δηλαδή όταν ο προσβάλλων ενεργεί υπαιτίως και ιδίως με πρόθεση (ΑΠ 419/2018, ΑΠ 852/2015). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 πρέπει να αναφέρεται: α) ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ο αριθμός του νόμου και το άρθρο του (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 52/2019), β) το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα , στο οποίο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, υπέπεσε το δικαστήριο τα ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 11/2017, ΑΠ 316/2017), γ) η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1282/2010) δηλ. στην έννομη συνέπεια , που εσφαλμένα διαγνώστηκε ή δεν διαγνώστηκε (ΑΠ 589/2005).
Περαιτέρω, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και, αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΟλΑΠ 26/2004). Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 2/2019, ΑΠ 776/2013).
Η διαπίστωση εξάλλου, από το Δικαστήριο της oυσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 51/2020). Εάν προβάλλεται λόγος για ευθεία παραβίαση των γενικών ερμηνευτικών κανόνων, πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας και να εξειδικεύεται η παραβίαση, ήτοι ότι δεν προσέφυγε το δικαστήριο στους κανόνες αυτούς, ενώ έπρεπε, ή ότι προσέφυγε, ενώ δεν έπρεπε ή ότι κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα (ΑΠ 530/2011, ΑΠ 1394/2017, ΑΠ 45/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντ., προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται: α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου (ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017), β) ο ισχυρισμός ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη , ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό , αν δεν είναι αυτονόητη, γ) Τα στοιχεία , από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 703/2007), δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι: αα) Αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογιών, το ελάττωμα αυτό (ΑΠ 267/2011), ββ) Αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών , ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους , ποια δηλ. επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) Αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών , ποιες είναι αυτές , γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται δδ) Αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό , από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται (ΑΠ 1362/2010). Από την παραδεκτά (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκοπούμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, ύστερα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που νόμιμα προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την, ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθ. 561 § 1 ΚΠολΔ), κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη- εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία <ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ> και το διακριτικό τίτλο <ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε>, υπό τον οποίο εφεξής θα αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας χάριν συντομίας, δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην Ελλάδα με σκοπό την παραγωγή και πώληση συσσωρευτών (μπαταριών), ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών, ωρολογίων, ασυρμάτων και κινητών τηλεφώνων, ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) και συναφών ειδών, ως και την παροχή συναφών προς τα πωλούμενα προϊόντα υπηρεσιών. Έχει δε αναπτύξει στην Ελλάδα, αλλά και στο εξωτερικό, σύστημα παραγωγής, εισαγωγής και διαθέσεως των ειδών αυτών, μέσω καταστημάτων με ειδικές προδιαγραφές και σχεδιασμό, γνωστών ως "ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΓΕΡΜΑΝΟΣ" (εφεξής χάριν συντομίας "ΚΑΓΕΜ"), καθώς και σύστημα λειτουργίας των καταστημάτων που ανήκουν στο ενιαίο δίκτυο διανομής της, για την καλύτερη εξυπηρέτηση των τελικών καταναλωτών, ειδικές διαδικασίες οργάνωσης και διεύθυνσης αυτών, τρόπο και μέσα ομοιόμορφης διακόσμησης, ως και μέθοδο πώλησης των προϊόντων στηριζόμενη στις δικές της ιδέες και αντιλήψεις. Δυνάμει της από 1/7/2007 σύμβασης δικαιόχρησης, που κατάρτισε στην Αθήνα με τον δεύτερο ενάγοντα και ήδη εκκαλούντα - εφεσίβλητο Κ. Χ., η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε" παραχώρησε, ως δικαιοπάροχος, σε αυτόν, ως δικαιοδόχο, το δικαίωμα της λιανικής πώλησης των προϊόντων και υπηρεσιών της μέσω της ατομικής επιχείρησής του, το δικαίωμα χρήσεως του διακριτικού τίτλου "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ Α.Β.Ε.Ε" και των καταχωρημένων σημάτων "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ/ΓΕΡΜΑΝΟΣ" επί των επώνυμων προϊόντων, τα οποία αυτή εμπορεύεται, καθώς και την τεχνογνωσία που κατέχει για τη διάθεση και εμπορία των προϊόντων και υπηρεσιών της (υπ' αριθμ. 2.1 συμβατικός όρος). Ο δε δεύτερος ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος ανέλαβε, ως ανεξάρτητος οικονομικά και νομικά επιχειρηματίας, ασκών επιχείρηση στο όνομα, για λογαριασμό του και για δικό του κίνδυνο και μόνο εντός της εγκεκριμένης από τη δικαιοδόχο γεωγραφικής περιοχής στο Βραχάτι Κορινθίας (θέση Βύδι) την υποχρέωση να χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται τα δικαιώματα και την τεχνογνωσία του πακέτου δικαιόχρησης, μόνο σε συνδυασμό με τη λειτουργία ενός καταστήματος του ενιαίου δικτύου "ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΓΕΡΜΑΝΟΣ" και μόνο κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης (υπ' αριθμ. 1.6, 2.2 και 4.1 συμβατικοί όροι). Η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε δωδεκαετής και συγκεκριμένα, για το χρονικό διάστημα από 1/7/2007 έως 30/6/2019 (υπ' αριθμ. 3 συμβατικός όρος), ενώ δυνάμει των από 20/6/2007 και 31/10/2011 ιδιωτικών συμφωνητικών μισθώσεως, μετά των αντίστοιχων από 27/6/2007 και 14/12/2011 ιδιωτικών συμφωνητικών υπεκμισθώσεως, που καταρτίστηκαν στην Αθήνα, η δικαιοπάροχος μίσθωσε από τρίτους- μη διαδίκους εν προκειμένω, δύο όμορα ακίνητα στη θέση Βύδι στο Βραχάτι Κορινθίας, τα οποία, ακολούθως, υπεκμίσθωσε στον ανωτέρω δικαιοδόχο, προκειμένου ο τελευταίος να ασκήσει εντός αυτών την ως άνω επιχείρησή του. Ο δικαιοδόχος, για την ένταξή του στο ενιαίο δίκτυο διανομής και την από αυτόν χρήση και εκμετάλλευση του πακέτου δικαιόχρησης και ειδικά για τη χρήση των σημάτων και διακριτικών "ΓΕΡΜΑΝΟΣ", κατέβαλε στην δικαιοπάροχο, την ίδια ημέρα κατάρτισης της σύμβασης δικαιόχρησης και εφάπαξ, το ποσό των 1.467 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α 19% (υπ' αριθμ. 20 συμβατικός όρος), άνευ συμβατικής πρόβλεψης για περιοδική καταβολή στην δικαιοπάροχο οιοδήποτε ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεών του. Μετά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης και κατά τη διάρκεια της ισχύος της, ο δεύτερος ενάγων - εκκαλών - εφεσίβλητος συνέστησε, στις 12/6/2012, με τρίτο φυσικό πρόσωπο, μη διάδικο εν προκειμένω, την ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... & ΣΙΑ ΕΕ", πρώτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη, με έδρα το Βραχάτι Κορινθίας, ομόρρυθμο εταίρο, εκπρόσωπο, διαχειριστή και ταμία τον ίδιο, διάρκειας δέκα (10) ετών, με έναρξη την 12/6/2012 και σκοπό τη διενέργεια εμπορικών πράξεων και ειδικότερα, όλων των προβλεπόμενων στην από 1/7/2007 σύμβαση δικαιόχρησης. Αντιστοίχως και προς το σκοπό ευόδωσης του εταιρικού σκοπού της προαναφερόμενης ετερόρρυθμης εταιρείας, δυνάμει του από 20/6/2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε στην Αθήνα μεταξύ της δικαιοπαρόχου "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε" αφενός και του δεύτερου ενάγοντος - εκκαλούντος- εφεσίβλητου, αρχικού δικαιοδόχου, και του μη διαδίκου εν προκειμένω φυσικού προσώπου εταίρου της παραπάνω ετερόρρυθμης εταιρείας αφετέρου, συμφωνήθηκε η εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της σύμβασης δικαιόχρησης στην πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία "... & ΣΙΑ ΕΕ", κατά την αληθινή έννοια της διαλαμβανόμενης στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό βούλησης των συμβαλλομένων μερών, ερμηνευομένης όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη και των χρηστών ηθών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), δεδομένου ότι, κατά το διατυπωμένο κείμενο αυτού, οι συμβαλλόμενοι δηλώνουν ότι τροποποιούν τη σύμβαση δικαιόχρησης ως προς τον τύπο και την επωνυμία της ασκούμενης, στο συγκεκριμένο κατάστημα ΓΕΡΜΑΝΟΣ, επιχείρησης κι ενόψει του ότι, υπό το εφαρμοζόμενο στην ένδικη υπόθεση νομοθετικό καθεστώς (άρθρα 106, 107, 108, 282, 282Α, 283, 294 παρ. 1 και 2 του ν. 4072/2012 και 141, 147, 189 παρ.1α του ν. 4601/2019) δεν προβλέπεται η μετατροπή ατομικής επιχείρησης σε εταιρεία και οι προβλεπόμενοι από το νόμο εταιρικοί μετασχηματισμοί προϋποθέτουν την ύπαρξη νομικής προσωπικότητας και συνεπώς, δεν νοείται οιονεί καθολική διαδοχή της ανωτέρω εταιρείας στην προγενέστερη ατομική επιχείρηση του αρχικού δικαιοδόχου Κ. Χ. Ταυτοχρόνως δε, με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, τροποποιήθηκε και ο υπ' αριθμ. 6.1 συμβατικός όρος της σύμβασης δικαιόχρησης και ορίστηκε ότι ο δικαιοδόχος ασκεί την επιχείρησή του ως ανεξάρτητος οικονομικά και νομικά επιχειρηματίας, στο όνομά του, για λογαριασμό του, με δικό του κίνδυνο και υπό την εταιρική μορφή της συσταθείσας από αυτόν παραπάνω εταιρείας. Ακολούθως, δυνάμει των από 24/5/2012 ιδιωτικών συμφωνητικών υπεκμισθώσεως, τροποποιήθηκαν οι προαναφερόμενες (αρχικές) από 27/6/2007 και 14/12/2011 συμβάσεις υπεκμισθώσεως, όσον αφορά το πρόσωπο του υπομισθωτή και ορίστηκε ως τέτοιος η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη εταιρεία "... & ΣΙΑ ΕΕ". Επομένως, βάσει των ανωτέρω, η τελευταία κατέστη ειδική διάδοχος του αρχικού δικαιοδόχου Κ. Χ. στην ως άνω σύμβαση δικαιόχρησης, λόγω εκχωρήσεως, υπεισερχόμενη, από τον ως άνω χρόνο της αναγγελίας της εκχώρησης στην δικαιοπάροχο (12/6/2012), στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις, που απορρέουν εξ αυτής, όπως και κατά την έκταση που οι υποχρεώσεις αυτές και τα δικαιώματα, είχαν διαμορφωθεί στο χρόνο της εκχώρησης, ο δε αρχικός δικαιοδόχος Κ. Χ. , από τον αυτό ως άνω χρόνο και έκτοτε, αποξενώθηκε από τη σύμβαση δικαιόχρησης (ΑΠ 224/2018, ΑΠ 1093/2017, δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του ΑΠ), μη νομιμοποιούμενος ατομικά αναφορικά με οιανδήποτε εξ αυτής απορρέουσα έννομη σχέση και συνέπεια (δικαιώματα και υποχρεώσεις), ει μη μόνο υπό την εταιρική ιδιότητά του ως ομόρρυθμος εταίρος της ειδικής διαδόχου εταιρείας "... & ΣΙΑ ΕΕ". Όλα τα παραπάνω περιστατικά, περί της κατάρτισης σύμβασης δικαιόχρησης, ως και των εκτελεστικών αυτής συμβάσεων μισθώσεως και υπεκμισθώσεως, της σύστασης της εταιρείας "... & ΣΙΑ ΕΕ" και της εκχώρησης σε αυτήν του συνόλου των παραπάνω ενοχικών σχέσεων, ρητά συνομολογούνται εκατέρωθεν από τους διαδίκους.
Περαιτέρω, στους υπ' αριθμ. 1.6, 6.12, 6.13, 7.4, 7.8, 8.2, 8.4, 10.2, 22.6, 24.3, 25.4 - 7, 28 και 31.9 συμβατικούς όρους, προβλέφθηκε ότι η δικαιοδόχος εταιρεία (α) απολαμβάνει την ιδιότητα της ανεξάρτητης επιχείρησης και ενεργεί στο όνομά της, για ίδιο όφελος και λογαριασμό, (β) αναλαμβάνει το κόστος επενδύσεων σε εγκαταστάσεις και εξοπλισμό του καταστήματος, το κόστος λειτουργίας, ενώ, τουλάχιστον μέρος των διαφημιστικών δαπανών και λοιπών δαπανών προώθησης, χρεώνεται στην ίδια, (γ) αναλαμβάνει το κόστος εκπαίδευσης του προσωπικού της, το κόστος διατήρησης των αποθεμάτων των προϊόντων που διατηρεί, τις δαπάνες ασφάλισης των εμπορευμάτων και του προσωπικού της, το κόστος για την υποβολή των προβλεπόμενων εκθέσεων και αναφορών προς την δικαιοπάροχο και το τυχόν πρόσθετο κόστος παροχής βοήθειας από μέρους της "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε" για την επίτευξη των στόχων πωλήσεων (κατά την συνοπτική, πλην περιεκτική, νοηματική απόδοση του περιεχομένου των εν λόγω συμβατικών όρων). Εκ του περιεχομένου των παραπάνω συμβατικών όρων προκύπτει με σαφήνεια, ότι η σχέση της δικαιοπαρόχου "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε" με την δικαιοδόχο εταιρεία συμφωνήθηκε ως συμβατική σχέση, συναπτόμενη μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, στην οποία, μάλιστα, η δικαιοδόχος αποκτά την κυριότητα των προϊόντων της σύμβασης και αναλαμβάνει τους συνυφασμένους με αυτή οικονομικούς κινδύνους, όπως, άλλωστε, τούτο δεν αμφισβητείται εκατέρωθεν από τους διαδίκους. Αναφορικά με το αμφισβητούμενο στην προκείμενη υπόθεση ζήτημα του καθορισμού της τιμολογιακής πολιτικής της δικαιοδόχου όσον αφορά, ειδικότερα, τον καθορισμό από την δικαιοπάροχο των τιμών μεταπώλησης των προϊόντων που αγόραζε από αυτήν η δικαιοδόχος, στο κείμενο της έγγραφης σύμβασης δικαιόχρησης περιλήφθηκαν οι υπ' αριθμ. 12, 13 και 29.4 συμβατικοί όροι, το περιεχόμενο των οποίων έχει, επί λέξει, ως ακολούθως : (Α) στο σχετικό υπ' αριθμ. 12 συμβατικό όρο, όπως αυτός ίσχυσε εξ αρχής από την κατάρτιση της σύμβασης δικαιόχρησης έως την τροποποίησή του στις 2/3/2015, ορίστηκαν τα εξής: "ΑΡΘΡΟ 12 : ΤΙΜΗ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ. 12.1 Οι τιμές, στις οποίες ο δικαιοδόχος θα αγοράζει τα εμπορεύματα της σύμβασης θα καθορίζονται από τον δικαιοπάροχο. Οι τιμές, στις οποίες ο δικαιοδόχος διαθέτει περαιτέρω τα εμπορεύματα, διαμορφώνονται καταρχήν ελεύθερα από αυτόν. Ο δικαιοπάροχος διαμορφώνει και ανακοινώνει στον δικαιοδόχο τις τιμές μεταπώλησης, ο τιμοκατάλογος αυτός έχει, ωστόσο, ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύει τον δικαιοδόχο. Όμως, ο δικαιοπάροχος έχει τη δυνατότητα να επιβάλει στον δικαιοδόχο μέγιστες τιμές μεταπώλησης των εμπορευμάτων, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτές δεν ισοδυναμούν με πάγιες ή ελάχιστες τιμές μεταπώλησης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο δικαιοδόχος περιορίζεται ως προς την ελευθερία διαμόρφωσης των τιμών του από τη φήμη των εμπορευμάτων της σύμβασης, τα οποία δεν επιτρέπεται να διατίθενται σε τόσο χαμηλές τιμές, ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπιστία και η φήμη του συστήματος "ΓΕΡΜΑΝΟΣ". 12.2. Εφόσον στο μέλλον επιτραπεί από τη νομοθεσία του ελεύθερου ανταγωνισμού η δυνατότητα του δικαιοπαρόχου να καθορίζει τις τιμές μεταπώλησης, συμφωνείται ότι ο δικαιοπάροχος θα έχει δικαίωμα να κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής στο πλαίσιο της παρούσας σύμβασης. 12.3 Οι τιμές μεταπώλησης των προϊόντων και των συναφών ειδών που θα πραγματοποιεί ο όμιλος των εταιρειών "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" στον δικαιοδόχο, θα είναι εύλογες και ανάλογες προς τις τιμές που ισχύουν στην αγορά και για τα αυτά ή παρεμφερή προϊόντα, θα παρέχουν δε ικανό κέρδος που θα επιτρέπει την βιωσιμότητα της επιχείρησης του δικαιοδόχου κατ' αντικειμενική κρίση. 12.4 Οι τιμές πώλησης των προϊόντων και συναφών ειδών που θα πραγματοποιεί ο όμιλος των εταιρειών "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" σε καταστήματα λιανικής πώλησης δεν θα είναι κατώτερες από τις τιμές πώλησης που παρέχονται στον δικαιοδόχο. Σε περίπτωση δημιουργίας προβλήματος λόγω ανισότητας τιμών ο δικαιοπάροχος δικαιούται να προστατέψει τον δικαιοδόχο τροποποιώντας ανάλογα την τιμολογιακή πολιτική του. 12.5 Η πολιτική τιμών καθορίζεται αποκλειστικά από τον δικαιοπάροχο και είναι συνάρτηση του κόστους κτήσεως ή παραγωγής των προϊόντων ή υπηρεσιών, των δαπανών οργάνωσης, διαχείρισης και προβολής και της πολιτικής διείσδυσης στην αγορά. Ο δικαιοπάροχος δηλώνει ότι οι τιμές λιανικής που καθορίζει κινούνται στα επίπεδα των αντίστοιχων τιμών της αγοράς. 12.6 Ο όρος αυτός της σύμβασης δικαιόχρησης θεωρείται ουσιώδης και η συνεχής παραβίασή του δίνει το δικαίωμα στον δικαιοδόχο να απαιτήσει και να πετύχει μείωση των τιμών λιανικής των συγκεκριμένων ειδών, χωρίς μείωση του μέσου όρου μικτού κέρδους του. Η πολιτική τιμών λιανικής δεν συνδέεται με άλλες δραστηριότητες του ομίλου των εταιρειών του δικαιοπαρόχου σε τομείς χονδρικής πώλησης, μεγάλων διαγωνισμών κ.λ.π", (Β) στον υπ' αριθμ. 13 συμβατικό όρο, όπως αυτός ίσχυσε εξ αρχής από την κατάρτιση της σύμβασης δικαιόχρησης έως την τροποποίησή του στις 2/3/2015, ορίστηκαν τα εξής: "ΑΡΘΡΟ 13 : ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ. Το κατάστημα του δικαιοδόχου προορίζεται να λειτουργήσει ως κατάστημα λιανικής πώλησης του συστήματος "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" και δεν μπορεί να ασκεί ο δικαιοδόχος σε αυτό άλλου είδους επιχειρηματική δραστηριότητα χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του δικαιοπαρόχου. Σε περιπτώσεις, όμως, κατά τις οποίες διερχόμενοι πελάτες ζητούν τιμολόγια χονδρικής πώλησης, επιτρέπεται η πώληση με έκπτωση από την τιμή λιανικής, με βάση προκαθορισμένο από τον δικαιοπάροχο επίπεδο εκπτώσεων (ενιαίο για όλα τα καταστήματα λιανικής δικαιοδόχων και δικαιοπαρόχου). Σε καμία περίπτωση οι εκπτώσεις αυτές δεν θα περιορίζουν το μικτό ποσοστό κέρδους για τον δικαιοδόχο, που προσδιορίζεται με βάση τον τιμοκατάλογο λιανικής και την τιμή κτήσης" και (Γ) στον υπ' αριθμ. 29.4 συμβατικό όρο, όπως αυτός ίσχυσε εξ αρχής από την κατάρτιση της σύμβασης δικαιόχρησης έως την πρόωρη λήξη της με καταγγελία εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου, ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος κατωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας, ορίστηκε ότι : "...29.4 Η σύμβαση αυτή μπορεί να καταγγελθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη οποτεδήποτε χωρίς την τήρηση προθεσμίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίος λόγος θεωρείται και η παράβαση οποιασδήποτε υποχρεώσεως που προέρχεται από την παρούσα συμφωνία ή η μη άσκηση οποιουδήποτε καθήκοντος που αναφέρεται στη σύμβαση αυτή ή και γενικά οποιαδήποτε παράβαση που καθιστά επαχθή με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη τη συνέχιση της παρούσας σύμβασης μέχρι του χρόνου λήξεώς της". Από τη διατύπωση των ανωτέρω συμβατικών όρων, καθώς και από τη συνδυαστική τους ανάγνωση και αξιολόγηση του νοηματικού περιεχόμενου τους, προκύπτει ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος είχε επιφυλάξει για την ίδια τον μονομερή καθορισμό των τιμών λιανικής στις οποίες θα μεταπωλούσε η πρώτη ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχος εταιρεία (και πριν από αυτήν ο εκχωρητής Κ. Χ.) τα προϊόντα που αγόραζε από αυτήν, κατά παράβαση των επιμέρους συμβατικών όρων του δευτέρου και τρίτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του υπ' αριθμ. 12 άρθρου της σύμβασης (υπ' αριθμ. 12.1 εδαφ. β' και γ' συμβατικός όρος), κατά τον οποίο "...Οι τιμές, στις οποίες ο δικαιοδόχος διαθέτει περαιτέρω τα εμπορεύματα, διαμορφώνονται καταρχήν ελεύθερα από αυτόν. Ο δικαιοπάροχος διαμορφώνει και ανακοινώνει στον δικαιοδόχο τις τιμές μεταπώλησης, ο τιμοκατάλογος αυτός έχει, ωστόσο, ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύει τον δικαιοδόχο. ..." σε συνδυασμό και με τους υπ' αριθμ. 1.6, 10.1 και 10.2 συμβατικούς όρους, στους οποίους ορίζεται ρητά ότι η δικαιοδόχος είναι ανεξάρτητη επιχείρηση, που λειτουργεί υπό την επωνυμία της, για λογαριασμό της και με δικό της επιχειρηματικό κίνδυνο, συνδυαστικά και με το άρθρο 288 του ΑΚ, αλλά και κατά - ταυτόχρονη - παράβαση του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.3959/2011 περί ελεύθερου ανταγωνισμού, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία θέση των παρατιθέμενων παραπάνω, στο σκεπτικό της παρούσας, νομικών σκέψεων [κεφάλαιο ΙΙ.Α. (2) και (3) της παρούσας]. Ειδικότερα, παρά την καταρχήν ρητή αναγνώριση στη δικαιοδόχο της συμβατικής ελευθερίας της να διαμορφώνει η ίδια τις τιμές λιανικής μεταπώλησης των προϊόντων που αγοράζει από την δικαιοπάροχο, στη συνέχεια η ελευθερία αυτή ακυρώνεται από τις συμβατικές προβλέψεις αφενός μεν για απευθείας καθορισμό των τιμών αυτών μονομερώς από την δικαιοπάροχο, αφετέρου δε για έμμεσο καθορισμό των τιμών λιανικής από αυτήν, οι οποίες (προβλέψεις) διαλαμβάνονται στους υπ' αριθμ. 12.5 και 12.6 συμβατικούς όρους, σε συνδυασμό με τα διαλαμβανόμενα στα εδαφ. β' και γ' του υπ' αριθμ. 13 συμβατικού όρου, και ενέχουν όλες (οι προβλέψεις) εμφανή και έμμεσο περιορισμό του ανταγωνισμού διότι, κατά το περιεχόμενό τους, το οποίο προεκτέθηκε, κατ' ακριβή μεταφορά από την επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης, (α) η πολιτική τιμών γενικά, και συνεπώς, και αυτών της λιανικής μεταπώλησης, εντός του δικτύου δικαιόχρησης, καθορίζεται αποκλειστικά από την δικαιοπάροχο "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε", λαμβανομένων υπόψη του κόστους και των δαπανών αυτής για την κτήση ή παραγωγή των προϊόντων ή υπηρεσιών, για την οργάνωση, διαχείριση, προβολή και την πολιτική διείσδυσης στην αγορά, (β) στους εν λόγω συμβατικούς όρους γίνεται ευθέως αναφορά σε καθορισμό τιμών λιανικής από μέρους της δικαιοπαρόχου κι όχι σε "προτεινόμενες τιμές" ή σε τιμοκατάλογο λιανικής καταρτιζόμενο από την τελευταία ο οποίος "έχει ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύει την δικαιοδόχο", (γ) οι τιμές λιανικής μεταπώλησης των δικαιοδόχων συνδέονται ευθέως με τις τιμές μεταπώλησης των ανταγωνιστών, αφού αφενός μεν η δικαιοπάροχος "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε" οφείλει να διαμορφώνει αντίστοιχες τιμές λιανικής με αυτές της αγοράς, αφετέρου δε η δικαιοδόχος δύναται, όχι να μειώσει μονομερώς και αυτοβούλως, αλλά να απαιτήσει να πετύχει τη μείωση αυτών των τιμών λιανικής, εφόσον η δικαιοπάροχος προβαίνει σε συνεχή παραβίαση του υπ' αριθμ. 12.5 εδαφ. β' συμβατικού όρου, περί καθορισμού εκ μέρους των τιμών λιανικής στο επίπεδο των αντίστοιχων τιμών της αγοράς, και χωρίς να μειώνεται ο μέσος όρος του μικτού κέρδους της δικαιοδόχου, (δ) στα εδάφια β' και γ' του υπ' αριθμ. 13 συμβατικού όρου προβλέπεται ο καθορισμός ανώτατου επιπέδου έκπτωσης που χορηγεί η δικαιοπάροχος βάσει προκαθορισμένου τιμοκαταλόγου λιανικής, καθόσον ρητά ορίζεται ότι, στην περίπτωση που διερχόμενοι πελάτες ζητούν τιμολόγια χονδρικής πώλησης, επιτρέπεται στη δικαιοδόχο η πώληση, με έκπτωση από την τιμή της λιανικής, με βάση προκαθορισμένο από την δικαιοπάροχο επίπεδο εκπτώσεων, ενιαίο για όλα τα καταστήματα λιανικής (δικαιοδόχων και δικαιοπαρόχου) και υπό τη δέσμευσή της ότι οι εκπτώσεις αυτές δεν θα περιορίζουν το μικτό ποσοστό κέρδους για την δικαιοδόχο, το οποίο, όπως ρητά επίσης αναφέρεται, προσδιορίζεται με βάση τον τιμοκατάλογο λιανικής και την τιμή κτήσης και (ε) κατά τη ρητή γενική πρόβλεψη του υπ' αριθμ. 29.4 συμβατικού όρου, η παραβίαση των αμέσως παραπάνω συμβατικών όρων συνιστά σπουδαίο λόγο έκτακτης καταγγελίας της σύμβασης δικαιόχρησης, όρος που, πέραν της εμφανούς εύνοιας του για τα συμφέροντα της δικαιοδόχου, ενέχει και καλυμμένη απειλή καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους της αντισυμβαλλόμενης δικαιοπαρόχου της, στην περίπτωση που η δικαιοδόχος αμφισβητήσει τον, κατά τα ανωτέρω, μονομερή καθορισμό των τιμών λιανικής μεταπώλησης. Επιπροσθέτως, έμμεσο εξ αντικειμένου περιορισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού και παραβίαση των υπ' αριθμ. 1.6, 10.1, 10.2 και 12.1 εδαφ. α' και β' συμβατικών όρων (επιχειρηματική ανεξαρτησία δικαιοδόχου, ελευθερία δικαιοδόχου να διαμορφώνει τις τιμές λιανικής και ενδεικτικός, μη δεσμευτικός ο χαρακτήρας του τιμοκαταλόγου λιανικής που διαμορφώνει η δικαιοπάροχος και ανακοινώνει στην δικαιοδόχο), ενέχει και η συμβατική πρόβλεψη που διαλαμβάνεται στο εδάφιο ε' του αυτού ως άνω υπ' αριθμ. 12.1 συμβατικού όρου, στον οποίο ορίζεται ότι η δικαιοδόχος δεν θα πρέπει να διαθέτει τα προϊόντα του συστήματος σε τιμές λιανικής τόσο χαμηλές ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπιστία και η φήμη του συστήματος "ΓΕΡΜΑΝΟΣ " και τούτο διότι, αξιολογούμενη, όχι μεμονωμένα, αλλά και συνδυαστικά με όλες τις προαναφερόμενες συμβατικές προβλέψεις, που ενέχουν περιορισμό του ανταγωνισμού, ως συμφωνίες για άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών λιανικής, αποσκοπεί μεν στην διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας του συστήματος εν γένει και του καταστήματος της δικαιοδόχου ειδικά, μέσω της δυνατότητας της δικαιοπαρόχου να προσδιορίζει και να επιβάλει κατώτατες τιμές λιανικής υπό την επίκληση της διασφάλισης της αξιοπιστίας της φήμης και του σήματός της, με αντίστοιχη δέσμευση της δικαιοδόχου άνευ, όμως, ταυτόχρονης, ρητής και σαφούς, συμβατικής πρόβλεψης για δυνατότητα της τελευταίας να εκφέρει κρίση περί της καταλληλότητας αυτών των τιμών μεταπώλησης, κι ενδεχομένως να αντιπροτείνει, συζητήσει και διαμορφώσει διαφορετικές τιμές λιανικής. Σε κάθε δε περίπτωση, ο αμέσως παραπάνω συμβατικός όρος (υπ' αριθμ. 12.1 εδαφ. ε'), ουδεμία πρόβλεψη διαλαμβάνει για δυνατότητα της δικαιοπαρόχου να καθορίζει η ίδια τις τιμές λιανικής της δικαιοδόχου, μόνον στις περιπτώσεις που αυτό είναι αναγκαίο για τη διαφύλαξη της φήμης και αξιοπιστίας του συστήματος, με απαρίθμηση των περιπτώσεων αυτών και μόνον στα πλαίσια συντονισμένης εκστρατείας σύντομης χρονικής διάρκειας και συνεπώς, κρίνεται μη συμβατός με τους κανόνες του ανταγωνισμού και για τον πρόσθετο αυτό λόγο. Επίσης, προβληματικοί εννοιολογικά αξιολογούνται οι επιμέρους συμβατικοί όροι υπ' αριθμ. 12.1 εδαφ. δ', 12.3, στους οποίους ορίζεται, αντιστοίχως, ότι (α) η δικαιοπάροχος έχει τη δυνατότητα να επιβάλει μέγιστες τιμές μεταπώλησης στην δικαιοδόχο, εφόσον αυτές δεν ισοδυναμούν με πάγιες ή ελάχιστες τιμές μεταπώλησης και (β) οι τιμές στις οποίες η δικαιοπάροχος πωλεί τα προϊόντα της στην δικαιοδόχο θα παρέχουν στην τελευταία ικανό κέρδος που θα επιτρέπει τη βιωσιμότητα της επιχείρησής της κατ' αντικειμενική κρίση. Τούτο διότι, ενόψει του ότι ουδεμία πρόσθετη πρόβλεψη διαλαμβάνεται σε αυτούς ή σε άλλο σημείο της σύμβασης, αφενός μεν για τα κριτήρια βάσει των οποίων θα κρίνεται ότι οι επιβαλλόμενες μέγιστες τιμές δεν συνιστούν πάγιες ή ελάχιστες τιμές, καθώς και ποιος εκ των συμβαλλομένων θα κρίνει τούτο, αφετέρου δε για την διασάφηση της "κατ' αντικειμενική κρίση" παροχής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου ικανού και βιώσιμου περιθωρίου κέρδους στην δικαιοδόχο, διά της πώλησης στην τελευταία των προϊόντων της πρώτης, τούτο δε συνδυαστικά αξιολογούμενο με την προαναφερόμενη συμβατική πρόβλεψη περί της δυνατότητας της δικαιοδόχου να απαιτήσει μείωση των τιμών λιανικής που καθορίζει η δικαιοπάροχος εφόσον δεν συμβαδίζουν με τα επίπεδα των αντίστοιχων τιμών στην αγορά και άνευ μειώσεως του μέσου όρου του μικτού κέρδους της δικαιοδόχου, κρίνεται ότι οι όροι αυτοί ενέχουν περιορισμό του ανταγωνισμό διά της δυνατότητας της δικαιοπαρόχου να καθορίζει, μέσω της τιμολογιακής πολιτικής των λιανικών τιμών, το περιθώριο κέρδους της δικαιοδόχου και επιπλέον, να διασφαλίζει τη σταθερότητα αυτού, καθόσον προκειμένου η δικαιοδόχος να αποπειραθεί να πετύχει τη μείωση των τιμών της λιανικής στα επίπεδα της αγοράς θα πρέπει να διασφαλίσει ότι δεν θα μειωθεί ο μέσος όρος του μικτού κέρδους της. Τέλος, προσθετικά στα παραπάνω αναφορικά με τον καθορισμό των τιμών λιανικής από την δικαιοπάροχο, πρέπει να γίνει αναφορά στον επιμέρους υπ' αριθμ. 25.5 συμβατικό όρο, στον οποίο προβλέπεται ότι η δικαιοδόχος οφείλει να λαμβάνει την έγκριση της δικαιοπαρόχου για την υλοποίηση τοπικής διαφήμισης, με υποχρέωσή της να υποβάλει στην δικαιοπάροχο, εκ των προτέρων για κάθε τρίμηνο, ένα λεπτομερές πρόγραμμα δράσεως με επακριβή περιγραφή των επιμέρους ενεργειών, προκειμένου να λαμβάνει την έγκριση αυτή. Η κατά τα ανωτέρω συμβατική πρόβλεψη - υποχρέωση, σε συνδυασμό με όλους τους προαναφερόμενους συμβατικούς όρους, κρίνεται ότι ενέχει έμμεσο περιορισμό του ανταγωνισμού, διότι αποθαρρύνει προωθητικές ενέργειες και εκπτώσεις της δικαιοδόχου που τυχόν παρεκκλίνουν από τις οριζόμενες από την δικαιοπάροχο τιμές λιανικής. Οι αυτές ως άνω διαπιστώσεις έχουν διατυπωθεί στην υπ' αριθμ. .../2013 απόφαση της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία επιλήφθηκε και προέβη στη σχετική έρευνα, μετά από έγγραφες καταγγελίες που υπέβαλαν, κατά το χρονικό διάστημα από 8/12/2009 έως 23/4/2012, πέντε (5) δικαιοδόχοι του συστήματος δικαιόχρησης της "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε", φυσικά και νομικά πρόσωπα, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι εν προκειμένω, αφορώσες, μεταξύ άλλων, την επιβολή από την ανωτέρω δικαιοπάροχο στους δικαιοδόχους, διά των όρων των συμβάσεων δικαιόχρησης, άμεσα και έμμεσα, καθώς και μέσω μηχανισμών παρακολούθησης και ελέγχου, πολιτικής καθορισμού από την δικαιοπάροχο των τιμών μεταπώλησης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το διατακτικό της εν λόγω απόφασης, που λήφθηκε ομόφωνα και με φανερή ψηφοφορία, διαπιστώθηκε ότι η δικαιοπάροχος εταιρεία "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΒ.Ε.Ε" παραβίασε τα άρθρα 1 του ν. 703/1977 (νυν άρθρο 1 του ν.3959/2011) και 81 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 Σ.Λ.Ε.Ε) κατά τα έτη 1990- 2012, μέσω (α) του καθορισμού τιμών μεταπώλησης, (β) του περιορισμού των αμοιβαίων προμηθειών μεταξύ των διανομέων - δικαιοδόχων και (γ) της επιβολής ρήτρας μη ανταγωνισμού μετά τη λήξη της σύμβασης μεταξύ αυτής και των δικαιοδόχων της, υποχρέωσε την δικαιοπάροχο να παύσει τις διαπιστωθείσες παραβάσεις ως και να παραλείπει αυτές στο μέλλον και της επέβαλε πρόστιμο συνολικού ύψους 10.251.548 ευρώ. Κατόπιν προσφυγής της δικαιοπαρόχου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, προς ακύρωση της προαναφερόμενης απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 527/2016 απόφαση του 18ου Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού ακυρώθηκε μόνον κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την επιμέτρηση του επιβληθέντος προστίμου, αναπεμπόμενης, κατά το κεφάλαιο αυτό, της υπόθεσης στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, προκειμένου αυτή να ασκήσει τη διακριτική της εξουσία ως προς την επιμέτρηση του επιβλητέου προστίμου, χωριστά για κάθε μία από τις καταλογισθείσες παραβάσεις. Όπως ήδη προεκτέθηκε στην οικεία θέση του κεφαλαίου που διαλαμβάνει τις νομικές σκέψεις της παρούσας (κεφάλαιο ΙΙ.Β), εκ των προαναφερόμενων αποφάσεων δεν παράγεται δεδικασμένο όσον αφορά την κρινόμενη εν προκειμένω έννομη σχέση καθόσον, αφενός μεν η ανωτέρω απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού συνιστά ατομική διοικητική πράξη κύρωσης συγκεκριμένης αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς, που δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο, καθ' ό κεφάλαιό της δεν ανατράπηκε με την ανωτέρω απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς τη νομιμότητα έκδοσής της, η οποία, ούτε παρεμπιπτόντως μπορεί να ελεγχθεί (τεκμήριο νομιμότητας), χωρίς, ωστόσο, εν προκειμένω οι διάδικοι να την αμφισβητούν, αφετέρου δε εκ της παραπάνω απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, παράγεται μεν δεδικασμένο που θα δέσμευε και το Δικαστήριο τούτο εφόσον, όμως, το διοικητικής φύσεως ζήτημα που έλυσε το ως άνω διοικητικό δικαστήριο, κυρίως ή παρεμπιπτόντως, προκειμένου να θεμελιώσει την κρίση του για το κύρος της διοικητικής πράξης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, εμφανιζόταν ως προδικαστικό ζήτημα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και μόνον γι' αυτό, περίπτωση που δεν συντρέχει, ενώ, ακόμη κι εάν συνέτρεχε, δεν υφίσταται ταυτότητα διαδίκων.
Ωστόσο, βάσει των προεκτεθέντων στην οικεία θέση των νομικών σκέψεων της παρούσας (κεφάλαιο ΙΙ.Β), είναι αδιαμφισβήτητη η αποδεικτική αξιοποίηση, στην προκείμενη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, της ανωτέρω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού και δη όσον αφορά, ειδικότερα, το κρινόμενο πραγματικό περιστατικό της παράβασης του ανταγωνισμού εκ μέρους της δικαιοπαρόχου με τον καθορισμό από αυτήν των τιμών λιανικής μεταπώλησης των προϊόντων της από τους δικαιοδόχους, το οποίο και διαπιστώθηκε. Η αποδεικτική αυτή αξιοποίηση έγινε από το Δικαστήριο τούτο αυτοτελώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, αναφορικά με το περιεχόμενο και τη νοηματική απόδοση των επίμαχων συμβατικών όρων εκ των οποίων προέκυψε ότι η δικαιοπάροχος στην συγκεκριμένη από 1/7/2007 σύμβαση περιέλαβε όρους αντιβαίνοντες τόσο σε άλλους όρους της ίδιας σύμβασης και συγκεκριμένα, στους υπ' αριθμ. 1.6, 10.1, 10.2 και 12.1 εδαφ. β' και γ' συμβατικούς όρους, όσο και στο άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3959/2011.Περαιτέρω, η αποδεικτική αξιοποίηση της παραπάνω απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού γίνεται συνδυαστικά με την εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών μέσων και ιδίως των καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που διαλαμβάνονται στις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη σαφή κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης (...), που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Κορίνθου (...), κατά το διάστημα που η μάρτυρας εργάστηκε στο κατάστημα της δικαιοδόχου εταιρείας στο Βραχάτι Κορινθίας, υπό την ιδιότητα, ατύπως, της Υπεύθυνης Πωλήτριας του καταστήματος, δηλαδή από 1/8/2013 έως 30/11/2016, η δικαιοπάροχος καθόριζε και έλεγχε τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων που αγόραζε από αυτήν η δικαιοδόχος, είτε μέσω του συστήματος εκτύπωσης των σημάνσεων τιμής των προϊόντων του καταστήματος υπό την ονομασία "GERMANOS INTRANET", που η ανωτέρω μάρτυρας κατά κύριο λόγο χειριζόταν και το οποίο δεν έδινε τη δυνατότητα στον χειριστή να αλλάξει την τιμή του προϊόντος, είτε μέσω διαφημιστικών και προωθητικών μηνυμάτων που αυτή απέστελνε απευθείας στα κινητά των πελατών ή περιλαμβάνονταν σε τηλεοπτικά σποτ, με αναφορά συγκεκριμένων τιμών για τα εκάστοτε προϊόντα, ώστε να μην καταλείπεται περιθώριο τιμολογιακής διαφοροποίησης εκ μέρους της δικαιοδόχου. Η κατάθεση αυτή ουδόλως αναιρέθηκε από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης (...) και τούτο διότι, οι εν λόγω μάρτυρες, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού των τιμών λιανικής πώλησης από τη δικαιοπάροχο, αρκούνται στο να καταθέσουν αρνητικά άνευ διευκρινίσεων και με πανομοιότυπη διατύπωση και νοηματική απόδοση των κατατεθέντων στις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις τους, ενώ όσον αφορά το λογισμικό σύστημα ταμειακής - τιμολογιακής υποστήριξης του καταστήματος της δικαιοδόχου κι εν γένει των καταστημάτων του συστήματος δικαιόχρησης της δικαιοπαρόχου, η κατάθεσή τους παρουσιάζει την αντίθεση αφενός μεν της γενικόλογης αναφοράς ότι τούτο έδινε τη δυνατότητα στον εκάστοτε χειριστή να τροποποιεί, κατά το δοκούν, την όποια λιανική τιμή προϊόντος, άνευ ανάλυσης και διευκρίνισης, προς αντίκρουση των αντίθετων ισχυρισμών της αντιδίκου της, αφετέρου δε της αναλυτικής επεξήγησης για το πόσο χρήσιμο ήταν το εν λόγω σύστημα για την δικαιοδόχο καθόσον της έδινε τη δυνατότητα άμεσης ενημέρωσης για το απόθεμα των προϊόντων του καταστήματός της, την παρακολούθηση, ενημέρωση και διαθεσιμότητα των προϊόντων στην κεντρική αποθήκη της δικαιοπαρόχου, της άμεσης παραγγελίας προϊόντων, της παρακολούθησης των επιμέρους αγοραπωλησιών του καταστήματος, της αυτόματης καταχώρησης παραστατικών και της αναφοράς των στατιστικών πωλήσεων και αποδείξεων. Επισημαίνεται ότι, εκ του συνόλου των προσκομιζόμενων μετ' επικλήσεως ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης μόνον οι προαναφερόμενες αφορούν το επίμαχο αποδεικτέο ζήτημα του καθορισμού των τιμών λιανικής του συστήματος. Την ύπαρξη λογισμικού συστήματος εμπορικής διαχείρισης, που υπήρχε εγκατεστημένο γενικά στα καταστήματα των δικαιοδόχων του συστήματος "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε", και την υποχρεωτική χρήση του από τους τελευταίους, διαπίστωσε, με την προαναφερόμενη απόφασή της, η Επιτροπή Ανταγωνισμού, η οποία, ωστόσο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί επαρκώς κατά νόμο εξ αποτελέσματος περιορισμός του ανταγωνισμού αυτοτελώς, μέσω του συστήματος αυτού. Ειδικότερα, εκ της έρευνας που πραγματοποίησαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Επιτροπής, με επιτόπιους ελέγχους σε καταστήματα δικαιοδόχων του συστήματος "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε", διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα : Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1999 - 2012, υπήρχε σε κάθε κατάστημα εγκατεστημένο λογισμικό πρόγραμμα SRS, συνδεδεμένο με τον κεντρικό εξυπηρετητή (server) της δικαιοπαρόχου, ενώ τα καταστήματα εξυπηρετούνταν με τερματικά, που είχαν εγκατασταθεί σε κάθε κατάστημα, και ήταν μονίμως συνδεδεμένα με τον κεντρικό server. Η χρήση του συστήματος αυτού ήταν υποχρεωτική για τα καταστήματα των δικαιοδόχων, για την εύρυθμη λειτουργία αυτών, καθώς μέσω του συστήματος αυτού υπήρχε διαρκής ενημέρωση για οποιαδήποτε αλλαγή στην εμπορική πολιτική του δικτύου δικαιόχρησης. Επίσης, μέσω του συστήματος αυτού, οι δικαιοδόχοι εκτελούσαν όλες τις βασικές εργασίες του καταστήματος, όπως έκδοση αποδείξεων και τιμολογίων, απογραφή και παραγγελίες. Κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας της δικαιοπαρόχου, η ενημέρωση των τιμών στο σύστημα γινόταν κάθε πρωί στις 06:00 π.μ. Οι δικαιοδόχοι δεν είχαν τη δυνατότητα μεταβολής, σε μόνιμη βάση, των τιμών λιανικής, που εμφανιζόνταν στους κωδικούς των προϊόντων, μέσω του λογισμικού συστήματος. Τούτο διαπίστωσαν οι υπάλληλοι της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού, όταν, επιχειρώντας, δειγματοληπτικά, σε κατάστημα δικαιοδόχου, να αλλάξουν επιτόπου την τιμή του προϊόντος K/T ... με φορολογικό κωδικό ...., επεμβαίνοντας στο πεδίο "τιμή μονάδος" του συστήματος, η εμφανιζόμενη στην οθόνη του Η/Υ ένδειξη ήταν "Δεν έχετε δικαίωμα αλλαγής στοιχείων !". Ωστόσο, υπήρχε δυνατότητα χορήγησης έκπτωσης με τη μορφή ποσού ή ποσοστού επί της λιανικής τιμής πώλησης, κατά την έκδοση της σχετικής απόδειξης ("καρφωτά"), η οποία, στην πράξη, δεν ήταν τόσο δυσχερής ή χρονοβόρα, ώστε εξ αυτού και μόνον του λόγου να επιτείνεται η διαρθρωτική ακαμψία των τιμών. Η ως άνω διαπίστωση, όπως προεκτέθηκε, δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο τούτο, πλην όμως συναξιολογείται με τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η δικαιοπάροχος προέβη στην τροποποίηση του επίμαχου υπ' αριθμ. 12 συμβατικού όρου. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος στις 2/3/2015 κοινοποίησε στην δικαιοδόχο εταιρεία, διά επιδόσεως που έγινε με τη δικαστική επιμελήτρια .... έγγραφο διά του οποίου, της δήλωσε ότι οι τιμές λιανικής που εμφανίζονται στους τιμοκαταλόγους της, στα φυλλάδιά της, στο σύστημα SRS και εν γένει στις γραπτές και προφορικές επικοινωνίες μεταξύ τους, είναι μόνο προτεινόμενες και η τιμή μεταπώλησης στον εκάστοτε πελάτη καθορίζεται ελεύθερα από τη δικαιοδόχο. Επίσης, στο ίδιο έγγραφο περιλήφθησαν οι τροποποιήσεις του υπ' αριθμ. 12 συμβατικού όρου, το νέο κείμενο του οποίου διαμορφώθηκε ως εξής : "ΑΡΘΡΟ 12 : ΤΙΜΗ ΑΓΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΩΛΗΣΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ. 12.1 Οι τιμές, στις οποίες ο δικαιοδόχος θα αγοράζει τα εμπορεύματα της σύμβασης θα καθορίζονται από τον δικαιοπάροχο. Οι τιμές, στις οποίες ο δικαιοδόχος θα διαθέτει περαιτέρω τα εμπορεύματα, θα διαμορφώνονται ελεύθερα από αυτόν. Ο δικαιοπάροχος δύναται να ανακοινώνει στον δικαιοδόχο προτεινόμενες τιμές μεταπώλησης, οι οποίες, ωστόσο, έχουν ενδεικτικό χαρακτήρα και δεν δεσμεύουν τον δικαιοδόχο. (κατάργηση δ' και ε' εδαφίου της παρ. 12.1- κατάργηση της παρ. 12.2 και αναρίθμηση της παρ. 12.3 σε 12.2). 12.2. Οι τιμές πώλησης των προϊόντων και των συναφών ειδών που θα πραγματοποιεί ο όμιλος των εταιρειών "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" στον δικαιοδόχο θα είναι εύλογες και ανάλογες προς τις τιμές που ισχύουν στην αγορά για τα αυτά ή παρεμφερή προϊόντα, θα παρέχουν δε ικανό κέρδος που θα επιτρέπει τη βιωσιμότητα της επιχείρησης του δικαιοδόχου κατ' αντικειμενική κρίση. 12.3 (κατ' αναρίθμηση της παρ. 12.4) Οι τιμές πώλησης των προϊόντων και συναφών ειδών που θα πραγματοποιεί ο όμιλος των εταιρειών "ΓΕΡΜΑΝΟΣ" σε καταστήματα λιανικής πώλησης δεν θα είναι κατώτερες από τις τιμές πώλησης που παρέχονται στον δικαιοδόχο. Σε περίπτωση δημιουργίας προβλήματος λόγω ανισότητας τιμών ο δικαιοπάροχος δικαιούται να προστατέψει τον δικαιοδόχο τροποποιώντας ανάλογα την τιμολογιακή πολιτική του. 12.4 (κατ' αναρίθμηση και τροποποίηση της παρ. 12.5) Η πολιτική τιμών που προτείνεται από τον δικαιοπάροχο για την περαιτέρω διάθεση των εμπορευμάτων από τον δικαιοδόχο είναι συνάρτηση του κόστους κτήσεως ή παραγωγής των προϊόντων ή υπηρεσιών, των δαπανών οργάνωσης, διαχείρισης και προβολής και της πολιτικής διείσδυσης στην αγορά. Ο δικαιοπάροχος δηλώνει ότι οι τιμές λιανικής που τυχόν προτείνει κατά τα ανωτέρω κινούνται στα επίπεδα των αντίστοιχων τιμών της αγοράς. (κατάργηση της παρ. 12.6)". Ομοίως, στο εν λόγω έγγραφο περιλαμβανόταν και τροποποιήσεις των οι υπ' αριθμ. 13 και 25.5 συμβατικών όρων, σε σύμπλευση με την ως άνω τροποποίηση του υπ' αριθμ. 12 όρου, ως ακολούθως : "ΑΡΘΡΟ 13 : ΠΩΛΗΣΕΙΣ ΧΟΝΔΡΙΚΗΣ. Το Κατάστημα του Δικαιοδόχου προορίζεται να λειτουργήσει ως κατάστημα λιανικής πώλησης του συστήματος ΓΕΡΜΑΝΟΣ και δεν μπορεί να ασκεί ο Δικαιοδόχος σ' αυτό άλλου είδους επιχειρηματική δραστηριότητα χωρίς την προηγούμενη έγγραφη συγκατάθεση του Δικαιοπαρόχου. Ρητά διευκρινίζεται ότι επιτρέπονται οι αμοιβαίες προμήθειες μεταξύ Δικαιοδόχων του δικτύου ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες διερχόμενοι πελάτες ζητούν τιμολόγια χονδρικής πώλησης, επιτρέπεται η πώληση" (κατά πλήρη αντικατάσταση του αρχικού περιεχομένου του όρου 13) και στο άρθρο 25 υποπαρ. 5 "Ο Δικαιοδόχος για τη φύση των διαφημίσεων αυτών που πραγματοποιεί πρέπει να λαμβάνει την έγκριση του Δικαιοπαρόχου, η δε έγκριση αυτή σε καμία περίπτωση δεν αφορά στις τιμές λιανικής πώλησης των προϊόντων, οι οποίες διαμορφώνονται ελεύθερα από τον Δικαιοδόχο". Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι, παρά την κατά ανωτέρω μονομερή, εκ μέρους της δικαιοπαρόχου, έγγραφη τροποποίηση του επίμαχου συμβατικού όρου περί του καθορισμού των τιμών λιανικής, σε συμμόρφωση της "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε" προς το διατακτικό της υπ' αριθμ. .../2013 απόφασης της Ολομέλειας της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η τελευταία εφάρμοσε, στη συναλλακτική πρακτική της συμβατικής σχέσης της με την δικαιοδόχο εταιρεία, την έως τότε εμπορική πολιτική του καθορισμού των τιμών λιανικής μεταπώλησης. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος, αμέσως μετά την ως άνω τροποποίηση του υπ' αριθμ. 12 συμβατικού όρου, προέβη, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2015 έως 2017, σε διαδοχικές, συνεχείς δημόσιες διαφημιστικές ανακοινώσεις, απευθυνόμενες στο καταναλωτικό κοινό, μέσω του διαδικτύου, των τηλεοπτικών μέσων, αλλά και απευθείας διά αποστολής μηνυμάτων σε κινητά τηλέφωνα, με τις οποίες ανακοίνωνε τη διάθεση διαφόρων εμπορευμάτων της, όπως συσκευές κινητών τηλεφώνων και λοιπά εξαρτήματα και αξεσουάρ αυτών, καθώς και συσκευές και dvd ηλεκτρονικών παιχνιδιών, σε προκαθορισμένες τιμές λιανικής, οι οποίες όλες, ακόμη και αυτές που αφορούσαν συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και δη καλοκαιρινών/φθινοπωρινών εκπτώσεων ή εορταστικών προσφορών, λειτουργούσαν, κατά τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας κι ενόψει της, μη αμφισβητούμενης εκατέρωθεν, ισχυρής θέσης της δικαιοπαρόχου στη σχετική αγορά, ως εστιακό σημείο αναφοράς για τους λοιπούς λιανεμπόρους του δικτύου δικαιόχρησης και συνεπώς, και για την δικαιοδόχο εταιρεία, ακόμη και για το περιορισμένο χρονικό διάστημα διάρκειάς τους, καθόσον αυτοί δεν μπορούσαν εύκολα να απόσχουν από τις τιμές αυτές όταν οι καταναλωτές απευθύνονταν στα καταστήματά τους. Τούτο δεν αναιρείται αφενός μεν από το περιορισμένο χρονικό διάστημα διάρκειας κάποιων εξ αυτών, ενόψει του ότι οι διαφημιστικές αυτές ανακοινώσεις ήταν διαδοχικές και συνεχείς, ανεξαρτήτως των περιόδων των εκπτώσεων ή εορταστικών προσφορών (σχ. οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα- εκκαλούσα - εφεσίβλητη, υπ' αριθμ. κατ' έφεση σχετικών 82 έως 97 και 353 έως 365, εκτυπώσεις εκ της ιστοσελίδας της δικαιοδόχου εταιρείας) και συνεπώς, λειτουργούσαν στην εμπορική πρακτική και καταναλωτική συνείδηση ως σημείο αναφοράς, αφετέρου δε από το ότι σε κάποιες εκ των ανακοινώσεων γινόταν η επισήμανση ότι οι τιμές είναι ενδεικτικές και τούτο διότι, κατά τα διδάγματα της κοινής συναλλακτικής πείρας και εμπορικής πρακτικής, ο μεν μέσος καταναλωτής δεν επικεντρώνει την προσοχή του σε τέτοιου είδους επισημάνσεις, ο δε έμπορος - μεταπωλητής εξαναγκάζεται έμμεσα, προκειμένου να μην απωλέσει πελατεία, είτε να μην διαφοροποιηθεί από την, με ευρεία δημοσίευση, ανακοινωθείσα τιμή λιανικής, είτε να μην αποκλίνει ουσιωδώς από αυτήν. Επιπροσθέτως, στα αποσταλέντα μηνύματα στα κινητά των καταναλωτών, καθώς και σε κάποια ενημερωτικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δεν αναγραφόταν η ανωτέρω επισήμανση και συνεπώς, δεν θα μπορούσε ο λήπτης να αντιληφθεί το "ενδεικτικό" της ανακοινωθείσας τιμής. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου επιρρωνύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης(...) οι οποίοι, έχοντας ιδία γνώση και αντίληψη περί του ζητήματος αυτού, διότι η μεν πρώτη μάρτυρας, όπως προεκτέθηκε, υπήρξε, κατά το χρονικό διάστημα από 1/8/2013 έως 30/11/2016, εργαζόμενη στο κατάστημα της δικαιοδόχου εταιρείας και δη υπεύθυνη πωλήτρια, ο δε δεύτερος μάρτυρας είχε συμβληθεί στην επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης, ως εκ τρίτου εγγυητής, λόγω της εξ αίματος συγγένειάς του (αδελφός) με τον ομόρρυθμο εταίρο - εκπρόσωπο και διαχειριστή της δικαιοδόχου εταιρείας, Κ. Χ. (σχ. ο υπ' αριθμ. 32 όρος της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης), καταθέτουν ότι και μετά την 2/3/2015, οπότε και ανακοινώθηκε στη δικαιοδόχο εταιρεία η τροποποίηση του υπ' αριθμ. 12 συμβατικού όρου, η δικαιοπάροχος συνέχισε εν τοις πράγμασι να εφαρμόζει την ίδια, με το προγενέστερο χρονικό διάστημα, πολιτική του καθορισμού των τιμών λιανικής. Οι καταθέσεις αυτές δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης (...) καθόσον οι εξ αυτών πρώτος και τρίτος καταθέτουν άνευ ιδίας γνώσης και αντίληψης, υπό την επαγγελματική ιδιότητά τους ως εργαζόμενοι στη δικαιοπάροχο, χωρίς, όμως, να δηλώνουν ότι είχαν οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση και επαφή με την δικαιοδόχο, με γενικές αναφορές και αρνητικές δηλώσεις χωρίς αναφορά συγκεκριμένων περιστατικών που να αφορούν το κατάστημα της δικαιοδόχου, ενώ ο δεύτερος, καίτοι δηλώνει ότι υπήρξε επιθεωρητής του καταστήματος της δικαιοδόχου εταιρείας, γεγονός που η τελευταία αρνείται και η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος δεν αντικρούει, ούτε και προσκομίζει αξιόπιστο αποδεικτικό στοιχείο και δη έγγραφο εκ του οποίου να προκύπτει ότι ο ανωτέρω είχε και για ποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα την ως άνω επικαλούμενη επαγγελματική ιδιότητα, ενώ, επιπροσθέτως, εκ των προσκομιζόμενων μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους εγγράφων (κυρίως από τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχουν ανταλλάξει μεταξύ τους οι διάδικοι, στα οποία ως ομιλών εκ μέρους της δικαιοπαρόχου αναγράφεται ο (...) Επιθεωρητής Πωλήσεων) δεν αποδεικνύεται, επίσης καταθέτει κατά τον αυτό ως άνω τρόπο, χωρίς να αναφέρεται σε συγκεκριμένα περιστατικά που να αφορούν το κατάστημα της δικαιοδόχου και τις ανωτέρω επίμαχες αιτιάσεις της περί των τιμών λιανικής. Επίσης, την ως άνω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύει και το γεγονός ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα ουδόλως ισχυρίζεται ότι οι σχετικές δημόσιες και απευθυνόμενος στο καταναλωτικό κοινό ανακοινώσεις της, λάμβαναν χώρα μετά από συνεννόηση ή/και διαπραγμάτευση με τη δικαιοδόχο, εντασσόμενες σε κοινά αποδεκτή εμπορική πολιτική και προς διασφάλιση των συμφερόντων του συστήματος δικαιόχρησης. Όσον αφορά δε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων αναφορικά με τη λειτουργία του λογισμικού συστήματος διαχείρισης SRS, εκ του συνόλου των αποδείξεων προέκυψε ότι η χρήση αυτού, και μετά την 2/3/2015, ήταν η ίδια όπως και πριν, δηλαδή με τεχνική δυνατότητα του εκάστοτε χρήστη της δικαιοδόχου να επεμβαίνει και να αλλάζει, χωρίς ιδιαίτερη δυσχέρεια και καθυστέρηση, τις εμφαινόμενες ως προτεινόμενες τιμές λιανικής, πλην όμως όχι σε μόνιμη βάση. Εκ τούτου, κρίνεται, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η δικαιοπάροχος συνέχισε να χρησιμοποιεί το εν λόγω σύστημα της συνεχούς on line σύνδεσης των συμβαλλόμενων, όχι μόνον προς εξυπηρέτηση των συναλλαγών τους, αλλά και ως μέσο - έστω και χαλαρής - παρακολούθησης της, από τη δικαιοδόχο, κίνησης και διαμόρφωσης των τιμών λιανικής. Ο δε αντίθετος ισχυρισμός της εναγόμενης - εφεσίβλητης- εκκαλούσας δικαιοπαρόχου, ότι, δηλαδή, ήταν ευχερής και δυνατή η επέμβαση στο λογισμικό σύστημα και η τροποποίηση των εμφαινόμενων τιμών λιανικής, προς απόδειξη του οποίου προσκομίζει μετ' επικλήσεως 38 εκτυπώσεις παραστατικών από το εν λόγω σύστημα, στις οποίες πράγματι απεικονίζεται η τροποποίηση από τη δικαιοδόχο της εμφαινόμενης τιμής λιανικής και ακολούθως, η διενέργεια της σχετικής συναλλαγής στην τιμή αυτή, δεν κρίνεται βάσιμος. Τούτο διότι (1ον) τα παραστατικά αυτά, που αφορούν το χρονικό διάστημα των ετών 2014 έως 2015, με μικρό, ωστόσο, αριθμό συναλλαγών σε καθένα έτος (μέσος όρος δύο συναλλαγές κατ' έτος) - έστω και ενδεικτικά επικαλούμενα -αφορούν μόλις 38 συναλλαγές της δικαιοδόχου, αριθμός που, κατ' αντικειμενική κρίση, δεν είναι αντιπροσωπευτικός δειγματοληπτικά για να σχηματίσει το Δικαστήριο σχετική ασφαλή δικανική πεποίθηση, ενόψει της πολυετούς συνεργασίας των διαδίκων και των, κατά τη διάρκειά της, πολυάριθμων συναλλαγών που, οπωσδήποτε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, πραγματοποίησε η δικαιοδόχος και (2ον) η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχος προσκόμισε μετ' επικλήσεως παραστατικά (υπ' αριθμ. σχετικών 24 έως 36 της προσθήκης στις πρωτόδικες προτάσεις, αποδείξεις λιανικής πώλησης και τιμολόγια πώλησης/δελτία αποστολής), μετά συνημμένων εντύπων ενημερωτικών φυλλαδίων της αντιδίκου της, ισχυριζόμενη, απαντώντας στον ανωτέρω αρνητικό ισχυρισμό της δικαιοπαρόχου, ότι επρόκειτο για ειδικές περιπτώσεις συναλλαγών, στις οποίες το λογισμικό σύστημα επιτρέπει την επέμβαση, καθόσον αφορούν συναλλαγές (α) με τροποποίηση - μείωση της τιμής λόγω αυτόματης υποχρεωτικής πτώσης τιμής ή προωθητικής ενέργειας, που αφορούσαν όλο το δίκτυο δικαιοδόχων της "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε", (β) με υποχρεωτική, σύμφωνα με τη διαδικασία που είχε ορίσει η δικαιοπάροχος, τροποποίηση- αύξηση της τιμής λόγω εξόφλησης της πώλησης με δωροεπιταγή της δικαιοπαρόχου, (γ) με υποχρεωτική, σύμφωνα με τη διαδικασία που είχε ορίσει η δικαιοπάροχος, τροποποίηση- αύξηση της τιμής λόγω εξόφλησης της πώλησης με χρέωση πιστωτικής κάρτας του πελάτη και καθορισμό δόσεων και (δ) με τροποποίηση - μείωση της τιμής χονδρικής σε όμορο κατάστημα δικαιοδόχου του ίδιου δικτύου, ελλείψει του σχετικού εμπορεύματος στο κατάστημα αυτού, αλλά και στην κεντρική αποθήκη της δικαιοπαρόχου, ισχυρισμό που η εναγόμενη- εφεσίβλητη - εκκαλούσα - δικαιοπάροχος ουδόλως αρνήθηκε ή άλλως πώς αμφισβήτησε, συναγόμενης περί τούτου ομολογίας της. Επίσης, η δικαιοπάροχος ισχυρίζεται ότι, πέραν των εκτυπώσεων αυτών, από έλεγχο που διενήργησαν οι υπεύθυνοι του δικτύου των καταστημάτων των δικαιοδόχων της, προέκυψε ότι η αντίδικός της, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2010 - 2017, προέβη, επί συνόλου 97.972 τεμαχίων εμπορευμάτων που πώλησε, σε τροποποίηση - αλλαγή της τιμής λιανικής αυτών επί 14.157 τεμαχίων προϊόντων, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 14,45%, με εντοπισμό των περισσότερων αλλαγών κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2007 έως 2014, δηλαδή πριν από την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του υπ' αριθμ. 12 συμβατικού όρου. Ο εν λόγω ισχυρισμός, εκτός του ότι η βασιμότητα αυτού δεν αποδείχθηκε, καθόσον η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα ουδέν αποδεικτικό μέσο επικαλέστηκε και προσκόμισε και δη έγγραφο εκ των επίσημων εμπορικών βιβλίων - αρχείων της, ούτε, άλλωστε, κατέθεσε τούτο κάποιος εκ των μαρτύρων της, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου τούτου, περί της εποπτείας, έστω και χαλαρής, και ακολούθως, της διαμόρφωσης των τιμών λιανικής, εκ μέρους της δικαιοπαρόχου μέσω του λογισμικού συστήματος διαχείρισης, με το οποίο συνδεόταν on line με την δικαιοπάροχο, ενόψει και ότι το ανωτέρω ποσοστό δεν είναι αντιπροσωπευτικό δειγματοληπτικά της δυνατότητας της τελευταίας να διαμορφώνει ελεύθερα τις τιμές λιανικής, αλλά, αντιθέτως καταδεικνύει ότι η δικαιοδόχος δεν είχε τη δυνατότητα σε μόνιμη βάση να τροποποιεί τις εμφαινόμενες στο σύστημα αυτό τιμές λιανικής. Κατ' ακολουθία των παραπάνω αποδειχθέντων περιστατικών, αποδεικνύεται ότι : (α) αφενός μεν κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2007 έως 2/3/2015 είχε περιληφθεί στην επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης ο υπ' αριθμ. 12 συμβατικός όρος, δυνάμει του οποίου η δικαιοπάροχος επέβαλε στην αντισυμβαλλόμενη της και εφάρμοζε στη μεταξύ τους συναλλακτική σχέση, κατά τα προεκτεθέντα, τον καθορισμό τιμών λιανικής που μονομερώς αποφάσιζε, με άμεση (παρ. 12.5) και έμμεση πρόβλεψη τούτου, ως εκ του αντιφατικού, αλληλοαναιρούμενου, διφορούμενου κι εν τέλει ασαφούς νοηματικού περιεχομένου των λοιπών παραγράφων του όρου αυτού, όπως παραπάνω αναλύθηκε στο σκεπτικό της παρούσας, κατάσταση (έμμεση πρόβλεψη) που δημιουργούσε, κατά την κοινή πείρα, ανασφάλεια στην δικαιοδόχο, αναφορικά με το εάν η όποια εμπορική απόφασή της για τις τιμές λιανικής που διέθετε τα εμπορεύματα, θα ήταν συμβατές με τον όρο αυτό, (β) αφετέρου δε, κατά το χρονικό διάστημα από 2/3/2015 έως τη λήξη της σύμβασης στις 10/5/2017 (ζήτημα για το οποίο γίνεται λόγος παρακάτω στο σκεπτικό), η δικαιοπάροχος, τροποποίησε μεν τον παραπάνω συμβατικό όρο, ορίζοντας σαφέστερα ότι η δικαιοδόχος διαμορφώνει ελεύθερα τις τιμές λιανικής, πλην όμως στην πράξη συνέχισε, με τον έμμεσο τρόπο που αναλύθηκε παραπάνω στο σκεπτικό, να της επιβάλει προκαθορισμένες τιμές λιανικής. Συμπερασματικά, καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, η δικαιοπάροχος επέβαλε στην δικαιοδόχο, αρχικά μεν, με ρητό συμβατικό όρο, εν συνεχεία δε, με την συναλλακτική πρακτική που ακολούθησε στη συναλλακτική σχέση της με αυτήν, την ως άνω περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού εμπορική πολιτική να καθορίζει τις τιμές λιανικής πώλησης στις οποίες η τελευταία μεταπωλούσε τα προϊόντα του δικτύου, ενέργεια που είναι παράνομη κι ως εκ τούτου συνιστά αδικοπραξία, ταυτόχρονα δε και αντισυμβατική, ως αντιβαίνουσα για το μεν χρονικό διάστημα από 1/7/2007 έως 2/3/2015 στους υπ' αριθμ. 1.6, 10.1, 10.2 και 12.1 εδαφ. β' και γ' συμβατικούς όρους συνδυαστικά με το άρθρο 288 του ΑΚ, για το δε μετέπειτα χρονικό διάστημα από 2/3/2015 έως τη λήξη της σύμβασης στις 10/5/2017, στον τροποποιημένο, κατά τα ανωτέρω, υπ' αριθμ. 12 συμβατικό όρο. Επισημαίνεται ότι, το γεγονός ότι η δικαιοδόχος συμβλήθηκε στην επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης δεν αναιρεί την ως άνω παράνομη (αδικοπρακτική και αντισυμβατική) συμπεριφορά της δικαιοπαρόχου και τούτο διότι, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, η τελευταία εν γνώσει της περιέλαβε τον παραπάνω υπ' αριθμ. 12, προδιατυπωμένο, όρο στην επίμαχη σύμβαση κι εν γνώσει της, εν συνεχεία, καίτοι τον τροποποίησε, τον παραβίαζε, ενώ η δικαιοδόχος προσχώρησε στην επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης, υπό την έννοια ότι η συμβατική ελευθερία της εξαντλήθηκε στην επιλογή της αρχικά μεν να ενταχθεί στο σύστημα δικαιόχρησης της δικαιοπαρόχου, χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης των επιμέρους συμβατικών όρων, παρά τις αντίθετες δηλώσεις που διαλαμβάνονται στους, επίσης προδιατυπωμένους, υπ' αριθμ. 1.7 και 1.8 συμβατικούς όρους, εν συνεχεία δε να ανεχθεί την εφαρμοζόμενη από την δικαιοπάροχο συναλλακτική πρακτική, ενόψει και του ότι ήδη ήταν ενταγμένη για ικανό χρονικό διάστημα (8 έτη) στο σύστημα αυτής, έχοντας διαμορφώσει πλήρως την επιχείρησή της, ως προς όλους τους τομείς λειτουργίας της, στις απαιτήσεις και προδιαγραφές αυτού. Κατ' ακολουθία των παραπάνω αποδειχθέντων, κατέπεσε υπέρ της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου εταιρείας και σε βάρος της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας, η ποινική ρήτρα, που προβλέφθηκε στον υπ' αριθμ. 31.3 όρο της επίμαχης σύμβασης δικαιόχρησης, για την περίπτωση της εκ μέρους των συμβαλλομένων παράβασης οποιουδήποτε από τους όρους της σύμβασης, ύψους 44.020 ευρώ, λόγω της εκ μέρους της τελευταίας (δικαιοπαρόχου) υπαίτιας παράβασης του υπ' αριθμ. 12 συμβατικού όρου. Η δε δικαιοδόχος, κατά τα διαλαμβανόμενα στην αγωγή, αξιώνει να της καταβληθεί το παραπάνω ποσό για την, εν τοις πράγμασι παράβαση του ανωτέρω όρου, μετά την 2/3/2015, όπως το περιεχόμενό του τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω (...).
Περαιτέρω, η επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης, η οποία είχε καταρτιστεί ως ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 1/7/2007 έως 30/6/2019, έληξε πρόωρα, κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου, διά της από 10/5/2017 έγγραφης εξώδικης δήλωσής της, η οποία επιδόθηκε αυθημερόν στην εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχο (...). Στην εν λόγω έγγραφη εξώδικη καταγγελία αναφέρεται ως λόγος αυτής η εκ μέρους της δικαιοπαρόχου εταιρείας συνεχής επιδεικνυόμενη αντισυμβατική, συνάμα αυθαίρετη και καταχρηστική συμπεριφορά, τόσο με την επιβολή συμβατικών όρων, ευθέως αντίθετων στον ανταγωνισμό, όσο και με την μονομερή εφαρμογή πρακτικών κατά την εξέλιξη της συμβατικής σχέσης, κατ' εκμετάλλευση της θέσης οικονομικής ισχύος έναντι της δικαιοδόχου, απόρροια της οποίας ήταν η μείωση των εσόδων της δικαιοδόχου εταιρείας από το έτος 2013 και μετά. Επιπροσθέτως, στην εν λόγω έγγραφη εξώδικη καταγγελία γίνεται απαρίθμηση περιπτωσιολογίας της ανωτέρω συμπεριφοράς της δικαιοπαρόχου, με την επισήμανση ότι πρόκειται για ενδεικτική απαρίθμηση, η οποία, κατά συνοπτική απόδοση συγκεκριμενοποιείται στις ακόλουθες ενέργειες : (α) εξαναγκασμένες, κατά ποσότητα και είδος, αγορές εμπορευμάτων αποκλειστικά και μόνον από την δικαιοπάροχο, με εξόφληση του τιμήματος μέσω λογαριασμού στην τράπεζα ..., με την οποία η δικαιοδόχος υποχρεώθηκε να συμβληθεί από την αντίδικό της, (β) αυστηρός έλεγχος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της δικαιοδόχου (ροή εμπορευμάτων και τιμή πώλησης αυτών) μέσω λογισμικού συστήματος διαχείρισης SRS, στο οποίο η τελευταία δεν μπορούσε να επέμβει τεχνικά, (γ) αλλεπάλληλες τροποποιήσεις της εμπορικής πολιτικής με αναδρομική ισχύ και επιβολή πολύπλοκου και δυσχερώς κατανοητού συστήματος στοχοθεσίας στην δικαιοδόχο, με συνέπεια το ανέφικτο της επίτευξης των στόχων αυτού, (δ) ανάθεση στη δικαιοδόχο πρόσθετων εργασιών άνευ πρόσθετης αμοιβής, (ε) εσωτερικός αθέμιτος ανταγωνισμός από την δικαιοπάροχο, καθώς και από συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις, (στ) εφαρμογή πολιτικής ασφαλείας με πλήρη έλεγχο των Η/Υ της δικαιοδόχου και των μέσω αυτών συναλλαγών της, (ζ) άρνηση από την δικαιοπάροχο να διευκολύνει την δικαιοδόχο στην εξόφληση της παραγγελίας για την εορτή των Χριστουγέννων του 2016, (η) εξαίρεση το 2016 της δικαιοδόχου από την εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία του δικτύου και (θ)επιβολή στη δικαιοδόχο να προβεί σε ανακαίνιση του καταστήματός της το έτος 2016 με δικές της δαπάνες. Τέλος, στην ανωτέρω εξώδικη καταγγελία διαλαμβάνεται ρητή επιφύλαξη της δικαιοδόχου να ζητήσει, εκτός άλλης αποζημιώσεως, και αποζημίωση πελατείας. Με την αγωγή της η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχος, άσκησε την εκ της συμβάσεως προβλεπόμενη αξίωσή της για κατάπτωση υπέρ της ποινικής ρήτρας, ποσού 151.424,04 ευρώ (βάσει του επίσης προβλεπόμενου στη σύμβαση τρόπου υπολογισμού του ποσού αυτής), λόγω του ότι η εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης έγινε για σπουδαίους λόγους, οφειλόμενους σε υπαιτιότητα της αντιδίκου της δικαιοπαρόχου. Επικαλέστηκε δε, όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους κατήγγειλε τη σύμβαση δικαιόχρησης, την ανωτέρω περιπτωσιολογία της συμπεριφοράς της αντιδίκου της, αναλύοντάς την και επιπροσθέτως, την εκ μέρους της τελευταίας επιβολή σε βάρος της αυθαίρετων και αναιτιολόγητων χρεώσεων αφενός για υπηρεσίες μηχανογράφησης, μουσικής και επέκτασης του καταστήματός της τον Νοέμβριο του 2011, αφετέρου για ποινές αποσύνδεσης συνδρομητών και περιπτώσεων απατηλών συνδέσεων (σχ. ανωτέρω υπό στοιχείο ΙΙΙ.Α της παρούσας). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε βάσιμη κατ' ουσίαν την ως άνω αξίωση της ενάγουσας - εκκαλούσας- εφεσίβλητης, δεχόμενο ότι αυτή κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης για σπουδαίους λόγους, που οφείλονται σε υπαιτιότητα της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας δικαιοπαρόχου, συνιστούν αντισυμβατική και συνάμα αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής, ως αθέμιτες μονομερώς επιβαλλόμενες σε βάρος της δικαιοδόχου πρακτικές κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης οικονομικής ισχύος της έναντι της δικαιοδόχου και τους οριοθέτησε στην ακόλουθη, κατά συνοπτική αναφορά, περιπτωσιολογία : (α) επιβολή σύνθετων και αντικειμενικά ανέφικτων (υψηλών) στόχων, (β) επιβολή πρόσθετων εργασιών άνευ πρόσθετης αμοιβής, (γ) επιβολή εξαναγκασμένων αγορών εμπορευμάτων, με άμεση εξόφληση του τιμήματός τους μέσω της τράπεζας ..., με ταυτόχρονη καθυστέρηση εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της πίστωσης του τιμήματος των επιστρεφόμενων εμπορευμάτων, (δ) καθυστερημένη ανακοίνωση των στόχων και (ε) τεχνικά προβλήματα στην επίτευξη των στόχων σταθερής τηλεφωνίας, λόγω έλλειψης εξοπλισμού. Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την, επικουρικά προβαλλόμενη, από την εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, ένσταση συνυπαιτιότητας της αντιδίκου της. Όπως ήδη εκτέθηκε παραπάνω στο σκεπτικό [υπό στοιχείο ΙΙΙ.Β(5) κεφάλαιο της παρούσας], η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης (...) έφεσής της, προσβάλει κατά το ως άνω κεφάλαιό της την απόφαση αυτή, αποδίδοντας στο πρωτοβάθμιο τις πλημμέλειες (α) της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού και συγκεκριμένα, της διάταξης του άρθρου 18α ν.146/1914, (β) της κακής εκτίμησης των αποδείξεων όσον αφορά την κρίση περί καταγγελίας της σύμβασης δικαιόχρησης για σπουδαίο λόγο οφειλόμενο στην ίδια και (γ) της κακής εκτίμησης των αποδείξεων όσον αφορά την απόρριψη της ένστασής της περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας - εκκαλούσας- εφεσίβλητης. Ο λόγος αυτός κρίνεται, καταρχήν, απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, ως προς το πρώτο και τρίτο σκέλος του, και τούτο διότι : (1ον) αναφορικά με την προβαλλόμενη πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 18α ν.146/1914 , η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα εταιρεία δεν επικαλείται, κατά τρόπο επαρκή και ορισμένο, με ποιόν τρόπο έλαβε χώρα η ως άνω παράβαση του νόμου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την εκκαλούσα, συνιστούν την αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 170/2014, ΑΠ 1657/2002 ΕλλΔνη 44. 1614), καθόσον αρκείται στη θεωρητική - νομική ανάλυση των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου αυτού και στην γενική άρνηση της συνδρομής τους στην ένδικη υπόθεση, χωρίς να εξειδικεύει τον τρόπο παραβίασης της διάταξης αυτής από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφορικά με το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία αυτό δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ότι συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εκ μέρους της δικαιοδόχου οφειλόμενο σε υπαιτιότητα της δικαιοπαρόχου, και ακολούθως υπήγαγε στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 18α ν.146/1914, με μόνη γενική και αόριστη αναφορά ότι η μεταβολή της εμπορικής πολιτικής δεν αποτελεί αυθαίρετο όρο και (2ον) αναφορικά με την επικαλούμενη πλημμέλεια της, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, απόρριψης της ένστασης περί συντρέχοντος πταίσματος της ενάγουσας, ισχυρισμός με τον οποίο επιχειρείται η επαναφορά κατ' έφεση της παραπάνω ένστασης της εναγόμενης - εκκαλούσας, η οποία πρωτοδίκως απορρίφθηκε, γενομένης δεκτής της αγωγής, αυτή έδει να επαναφερθεί, διαλαμβανόμενη στον ως άνω λόγο έφεσης, κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με επίκληση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την συνυπαιτιότητα της ενάγουσας (ΑΠ 747/2017, ΑΠ 371/2017, ΑΠ 267/2013, ΑΠ 956/2014, ΑΠ 574/2014, δημοσιευμένες στην Η.Τ.Ν.Π "ΝΟΜΟΣ"), κι όχι διά των αόριστων εκφράσεων που διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της έφεσης " ... άλλως και σε κάθε περίπτωση, έπρεπε η εκκαλουμένη να κάνει δεκτή την επικουρικώς προταθείσα ένστασή μας περί συντρέχοντος πταίσματος του αντιδίκου ... " και "... Παρά το ότι, με τις πρωτόδικες προτάσεις μας αντικρούσαμε έναν προς έναν τους αγωγικούς ισχυρισμούς των αντιδίκων (βλ. αναλυτικά σελ. 19-22 και 105-106), η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι η εκ μέρους των αντιδίκων καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης οφείλεται σε σπουδαίο λόγο που συντρέχει στο πρόσωπο της ...., απέρριψε δε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ της ΑΚ 300 ένσταση που είχαμε προτείνει. Οι παραδοχές αυτές της εκκαλουμένης είναι εσφαλμένες για τους ακόλουθους λόγους που είχαμε προτείνει και αποδείξει και με τις πρωτόδικες προτάσεις μας. ...", χωρίς, ωστόσο, καμία άλλη επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών στοιχειοθέτησης της ένστασης αυτής.
Εξάλλου, ως προς το δεύτερο σκέλος του παραπάνω δεύτερου λόγου της υπ' αριθμ. -....- έφεσης, εκ του συνόλου των αποδείξεων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Τα έσοδα της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, εντός του συστήματος δικαιόχρησης της δικαιοπαρόχου, συνίσταντο, εκτός από την είσπραξη του τιμήματος των προϊόντων που μεταπωλούσε και σε αμοιβή, εκ μέρους της δικαιοπαρόχου, για τις παρεχόμενες υπηρεσίες που είχαν σχέση με τα προϊόντα αυτά [συνδέσεις κινητής, σταθερής τηλεφωνίας, διαδικτύου (internet), εξόφληση λογαριασμών κ.ά]. Η αμοιβή της δικαιοδόχου για την παροχή υπηρεσιών, αποτελείτο από δύο σκέλη και συγκεκριμένα, (α) από το αποκαλούμενο "bonus airtime" (άλλως αερόχρονο ομιλίας), το οποίο συνιστούσε την αμοιβή που αυτή λάμβανε από την δικαιοπάροχο για τις συνδέσεις κινητής, καρτοκινητής και σταθερής τηλεφωνίας που επιτύγχανε και παρέμεναν στο δίκτυο της εταιρείας "ΟΤΕ Α.Ε", που είναι μητρική εταιρεία της δικαιοπαρόχου, χωρίς να αλλάξουν πάροχο, και (β) από την αποκαλούμενη στοχοθέτηση, πωλήσεων, δηλαδή από την προμήθειά της για την επίτευξη των στόχων πωλήσεων που ετίθεντο και ισοδυναμούσαν με επιπλέον αμοιβές της. Το ζήτημα της επιτεύξεως των στόχων για τις παρεχόμενες υπηρεσίες κινητής και σταθερής τηλεφωνίας και διαδικτύου ήταν το πλέον καθοριστικό για την κερδοφορία όλων των δικαιοδόχων, συμπεριλαμβανόμενης της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, αφού η επίτευξή τους συναπτόταν με την είσπραξη εκ μέρους τους σημαντικών προμηθειών (bonus), οι οποίες αποτελούσαν 100% έσοδο για τον δικαιοδόχο (σχ. η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ........... στην υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών .............). Στην επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης δεν είχε περιληφθεί όρος που να ρυθμίζει τα κριτήρια καθορισμού και τον τρόπο καταβολής της αμοιβής αυτής, ως προς αμφότερα τα σκέλη της, καθόσον, όπως εκτέθηκε παραπάνω στο σκεπτικό, ο υπ' αριθμ. -18- συμβατικός όρος αφορούσε αποκλειστικά και μόνο τις πωλήσεις προϊόντων-εμπορευμάτων. Τα ζητήματα αυτά ρυθμίζονταν μονομερώς από την δικαιοπάροχο, μέσω της γενικής (ετήσιας και μηνιαίας) εμπορικής πολιτικής της, η οποία αφορούσε όλους τους δικαιοδόχους, καθώς και μέσω της ειδικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής της, που αφορούσε τον κάθε δικαιοδόχο ξεχωριστά. Βάσει της γενικής (ετήσιας και μηνιαίας) εμπορικής πολιτικής, η δικαιοπάροχος έθετε τους γενικούς στόχους που έπρεπε να επιτύχουν οι δικαιοδόχοι και τους κατεύθυνε προς συγκεκριμένες πωλήσεις και υπηρεσίες, ενώ καθορίζονταν και οι επιμέρους μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών οικονομικές συμφωνίες και αμοιβές. Βάσει δε της ειδικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής, εξειδικεύονταν οι στόχοι που έπρεπε ο κάθε δικαιοδόχος να επιτύχει προκειμένου να επωφεληθεί των επιπλέον αμοιβών που η δικαιοπάροχος καθόριζε με την γενική (ετήσια και μηνιαία) εμπορική πολιτική της. Αναφορικά με τον χρόνο και τρόπο ανακοίνωσης των παραπάνω πολιτικών στους δικαιοδόχους, δεν αποδείχθηκε, γενικά, όσον αφορά εν γένει το σύστημα δικαιόχρησης και τους δικαιοδόχους, αλλά και ειδικά, στην συγκεκριμένη επίδικη υπόθεση, όσον αφορά το κατάστημα της ενάγουσας - εκκαλούσας- εφεσίβλητης δικαιοδόχου, ότι είχε οριστεί, με ρητό όρο των επιμέρους συμβάσεων δικαιόχρησης, ή άλλως πως, συγκεκριμένος χρόνος ανακοίνωσής τους, καθώς και ειδικός τρόπος ενημέρωσης των δικαιοδόχων, ει μη μόνο για την περίπτωση ανάγκης τροποποιήσεως της γενικής εμπορικής πολιτικής, για την οποία στις ετήσιες σχετικές ανακοινώσεις διατυπωνόταν ότι η δικαιοπάροχος έχει το σχετικό δικαίωμα, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες, με υποχρέωση ενημερώσεως των δικαιοδόχων ένα μήνα πριν . Ενόψει του ότι επρόκειτο για γενική (ετήσια και μηνιαία) ειδική εμπορική πολιτική, συνάγεται, ειδικά όσον αφορά τον χρόνο ανακοίνωσής τους, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι αυτός ήταν προγενέστερος του έτους και του μήνα στον οποίο αφορούσαν. Ωστόσο, εν προκειμένω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος προέβαινε, καθ' όλα τα έτη που ίσχυσε η επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης, καθυστερημένα στην ανακοίνωση των εκάστοτε γενικών και ειδικών εμπορικών πολιτικών της, επιπροσθέτως δε σε συνεχή αναθεώρησή τους, μετά την ανακοίνωσή τους, εν γένει στους δικαιοδόχους του συστήματος, αλλά και ειδικά στην ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχο και με αναδρομική ισχύ. Ειδικότερα, όσον αφορά την γενική μηνιαία εμπορική πολιτική, η οποία, ως αφορώσα τη στοχοθεσία εν γένει των καταστημάτων του συστήματος, ήταν πρωταρχικής σημασίας για τα έσοδα των δικαιοδόχων, συνεπώς, και αυτά της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, αποδείχθηκε η δικαιοπάροχος προέβαινε σε ανακοίνωσή της εντός χρονικού διαστήματος από τα μέσα του εκάστοτε μήνα, στον οποίο αφορούσε, έως τα τέλη αυτού, καθώς και ότι πολλές φορές, ακόμη και μετά την καθυστερημένη αυτή ανακοίνωσή της, η δικαιοπάροχος ανακοίνωσε τροποποιήσεις αυτής. Τούτο αποδεικνύεται, αφενός μεν από τις σαφείς, περί του ζητήματος αυτού, καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ....και ...., που διαλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. ...-2019 και ...-2019 ένορκες βεβαιώσεις, (...)το περιεχόμενο των οποίων, όσον αφορά το αποδεικτέο ζήτημα της καθυστερημένης ανακοίνωσης της γενικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής της δικαιοπαρόχου, επιρρωνύεται δε και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ...., που διαλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. ...-2019 ένορκη βεβαίωση (...) αφετέρου δε από την πληθώρα της εσωτερικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας του συστήματος δικαιόχρησης και ειδικότερα, από τα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) που αποστέλλονταν από την Διεύθυνση Πωλήσεων Λιανικής Σταθερής & Κινητής/Τμήμα Υποστήριξης & Διαδικασιών Πωλήσεων της δικαιοπαρόχου προς τους δικαιοδόχους, συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης (προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη υπ' αριθμ. σχετικών ... έως ... και ... έως ...). Ειδικότερα, από την εν λόγω εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία, η οποία αφορά το χρονικό διάστημα Οκτώβριος 2011 έως Απρίλιος 2017, προκύπτει ότι η ανακοίνωση της γενικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής γινόταν από την δικαιοπάροχο, αρχικά μεν εντός του πρώτου δεκαημέρου και σε πολλές περιπτώσεις, από και μετά το μέσον και δη προς το τέλος του εκάστοτε μήνα που αφορούσε και συγκεκριμένα, εντός του δευτέρου δεκαημέρου αυτού, στη συνέχεια δε, μετά την πρώτη ανακοίνωση, ακολουθούσαν αλλεπάλληλες τροποποιήσεις αυτής. Επίσης, από την ίδια αλληλογραφία προκύπτει ότι, σε δύο περιπτώσεις, η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος ανακοίνωσε ειδικά στην ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη τροποποίηση της γενικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής για τον μεν μήνα Μάρτιο του 2016 την 1/4/2016, για τον δε μήνα Ιανουάριο του 2017 την 1/2/2017, δηλαδή ένα μήνα μετά και με αναδρομική ισχύ.
Περαιτέρω, όσον αφορά την ειδική μηνιαία εμπορική πολιτική στοχοθεσίας για το κατάστημα της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου, η τελευταία προσκομίζει μετ' επικλήσεως την κατ' ιδίαν εσωτερική ηλεκτρονική αλληλογραφία (e-mails) μεταξύ του καταστήματός της και του εκάστοτε αρμόδιου Επιθεωρητή Πωλήσεων της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας δικαιοπαρόχου (υπ' αριθμ. σχετικών ... έως ... και ...), εκ της οποίας προκύπτει, ομοίως, η αυτή ως άνω πρακτική της τελευταίας να προβαίνει σε καθυστερημένη ανακοίνωση των ειδικών μηνιαίων στόχων για το κατάστημα της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου, οι οποίοι, σημειωτέον, προοδευτικά, κατά τη διάρκεια της ισχύος της επίδικης σύμβασης, είχαν διαφοροποιηθεί ποσοτικά και ποιοτικά, καθόσον αυξήθηκαν, κατ' είδος και υπηρεσία κι επιπροσθέτως, η μέθοδος υπολογισμού της έλαβε σύνθετη, συνδυαστική, μορφή (για το ζήτημα αυτό γίνεται λόγος κατωτέρω στο σκεπτικό της παρούσας), με συνέπεια να καθίσταται αναγκαία η έγκαιρη ανακοίνωσή τους, ούτως ώστε να δύναται η ενάγουσα δικαιοδόχος προσαρμόσει και προγραμματίσει αναλόγως την επιχειρηματική της δράση, προκειμένου κι αναλόγως της εμπορικής δεινότητας του προσωπικού της, να τους επιτύχει. Συγκεκριμένα, από την παραπάνω αλληλογραφία, υπ' αριθμ. σχετικών ... έως ... , η οποία διαλαμβάνει ανακοινώσεις 107 μηνιαίων στόχων για το κατάστημα της ενάγουσας, εκ των 117 μηνών που διήρκησε η επίδικη σύμβαση, αποδεικνύεται αφενός μεν ότι η ανακοίνωση της ειδικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής λάμβανε χώρα οπωσδήποτε μετά την πρώτη ημέρα εκάστου μήνα και δη, κατά μέσο όρο, από την έκτη ημέρα και μετά, αφετέρου δε ότι 28 ανακοινώσεις έλαβαν χώρα μετά την 11η ημέρα του μήνα που αφορούσαν (14/1/2010, 16/1/2011, 20/1/2011, 13/1/2012, 12/4/2012, 16/5/2012, 12/10/2012, 15/1/2013, 13/2/2013, 13/1/2015, 15/7/2015, 13/12/2015, 14/1/2016, 16/11/2016 και 14/1/2017). Η δε ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη είχε διαμαρτυρηθεί, μεταξύ άλλων, στην αντίδικό της για την πρακτική αυτή της καθυστερημένης ανακοίνωσης της ειδικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής που αφορούσε τη στοχοθεσία του καταστήματός της (σχ. τα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως υπ' αριθμ. σχετικών ..., ..., ... e-mails). Τέλος, αποδείχθηκε όσον αφορά την ετήσια γενική εμπορική πολιτική της δικαιοπαρόχου, ότι αυτή, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2011 έως 2017, είχε μονομερώς και αλλεπάλληλα τροποποιηθεί, από τέσσερις έως δέκα τέσσερις φορές για καθένα από τα παραπάνω έτη (σχ. οι προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη Ανακοινώσεις, υπ' αριθμ. σχετικών ... έως ...). Η εναγόμενη - εφεσίβλητη- εκκαλούσα δικαιοπάροχος, πέραν της γενικής αρνήσεως που προβάλει, δεν προβαίνει σε άλλη, ειδική και εμπεριστατωμένη αμφισβήτηση του ανωτέρω αγωγικού ισχυρισμού, περί καθυστερημένης ανακοίνωσης της γενικής μηνιαίας εμπορικής πολιτικής της, ενώ εκ των προσκομιζομένων μετ' επικλήσεων εγγράφων της, δεν αποδεικνύονται αντίθετα, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα, περιστατικά κι επιπροσθέτως, ουδεμία αντίθετη κρίση εξάγεται από την εκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης ...., που διαλαμβάνεται στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση αυτού, ο οποίος, κατ' ουσίαν επιβεβαιώνει τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς, καταθέτοντας ότι εν γένει η δικαιοπάροχος δεν καθυστερούσε στις ανακοινώσεις της εμπορικής πολιτικής της, παραδέχεται, ωστόσο, ότι τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 2015 οι σχετικές ανακοινώσεις εστάλησαν στις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες (21/1/2015 και 20/2/2015), επισημαίνοντας, όλως αορίστως, γενικόλογα και χωρίς αναφορά συγκεκριμένων θεμελιωτικών περιστατικών, ότι επρόκειτο για έκτακτη αναθεώρηση εμπορικής πολιτικής με αναδρομική ισχύ από την πρώτη ημέρα των ανωτέρω μηνών, η οποία δεν επέδρασε αρνητικά στα έσοδα των καταστημάτων των δικαιοδόχων, αλλά, αντιθέτως, στόχευε στην αύξηση της κερδοφορίας τους, δίνοντας και χρόνο στους δικαιοδόχους να την εκμεταλλευτούν και να προσαρμόσουν γρήγορα τη διαχείρισή τους στα νέα δεδομένα, καθώς και ότι η ενάγουσα δικαιοδόχος είχε τη δυνατότητα, μέσω των συστημάτων της δικαιοπαρόχου, να παρακολουθεί την πορεία του καταστήματός της και συνεπώς να αναμένει για κάθε μήνα παρόμοια στοχοθέτηση με αυτήν του αμέσως προηγούμενου ενόψει της μη σημαντικής διαφοροποίησής της ανά μήνα.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, πέραν της κατά τα ανωτέρω καθυστερημένης ανακοίνωσης της εμπορικής της πολιτικής, η εναγόμενη - εφεσίβλητη- εκκαλούσα δικαιοπάροχος προέβη, κατά την διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης, σε αυξητική τροποποίηση της στοχοθεσίας για το κατάστημα της ενάγουσας - εκκαλούσας- εφεσίβλητης δικαιοδόχου κι επιπροσθέτως, καθιέρωσε ένα πολύπλοκο σύστημα υπολογισμού των προμηθειών βάσει αυτής. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη δικαιοπάροχος αύξησε, σταδιακά και μονομερώς, τους στόχους από τις τρείς κατηγορίες υπηρεσιών, που ήταν στην έναρξη της επίδικης συμβατικής σχέσης (1/7/2007) και συγκεκριμένα, στους τομείς νέες συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας, νέες συνδέσεις ADSL και πώληση πακέτων καρτοκινητής τηλεφωνίας, σε εννέα (9) κατηγορίες, έως τη λήξη της σύμβασης (10/5/2017) και συγκεκριμένα, στους τομείς νέες συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας, συνδέσεις κινητής από φορητότητα, ενεργοποίηση νέων πακέτων καρτοκινητής, νέες συνδέσεις ADSL, συνδέσεις σταθερής τηλεφωνίας από φορητότητα, CRM κινητής, CRM σταθερής, συνδέσεις ΟΤΕ TV και συνδέσεις PROTERGIA και έθεσε σε καθεμία κατηγορία επιμέρους περιορισμούς και προϋποθέσεις, ενέργεια που, καίτοι δικαιολογούταν από την ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας, ενόψει και του πεδίου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ένδικου συστήματος δικαιόχρησης, έγινε χωρίς να ληφθούν υπόψη και να συνεκτιμηθούν οι επικρατούσες στην οικεία σχετική αγορά κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, ιδίως δε η γενικευμένη οικονομική κρίση από το έτος 2010 και εντεύθεν, όχι μόνον παγκόσμια, αλλά ειδικά στην Ελλάδα, η οικονομία της οποίας διαχρονικά εμφανίζει προβλήματα, συνεπεία της οποίας μειώθηκε ο κύκλος των εργασιών στην αγορά των τηλεπικοινωνιών (σχ. ο πίνακας της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για την "Εξέλιξη Δεικτών Κύκλου Εργασιών στον τομέα των Υπηρεσιών" κατά τα έτη 2000 έως και 2018, καθώς και το από 15-12-2016 Δελτίο Τύπου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής "Δείκτες κύκλου εργασιών στον τομέα των υπηρεσιών : Γ' τρίμηνο 2016", που νομίμως προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα - εκκαλούσα- εφεσίβλητη).
Επιπρόσθετα στην ως άνω αύξηση της στοχοθεσίας σε περισσότερες κατηγορίες, στις οποίες ετίθεντο επιμέρους περιορισμοί και προϋποθέσεις, η δικαιοπάροχος καθιέρωσε σύνθετο σύστημα υπολογισμού των προμηθειών, βάσει του οποίου η καταβολή τους στη δικαιοδόχο συνδέθηκε με τη συνδυαστική επίτευξη των αυξημένων στόχων εκάστης κατηγορίας, ενώ αναφορικά, ειδικότερα, με την εκ μέρους της δικαιοδόχου παροχή υπηρεσιών συνδέσεων για λογαριασμό της εταιρείας "ΟΤΕ Α.Ε", η επίτευξη/μη των στόχων εξαρτάτο από εξωγενείς παράγοντες, μη ελέγξιμους από την δικαιοδόχο και συγκεκριμένα, από την αποτελεσματική ή μη εργασία των τεχνικών της εταιρείας αυτής και την λειτουργικότητα ή μη των συστημάτων της, με αποτέλεσμα πολλές φορές να μην επιτυγχάνονται οι στόχοι και ακολούθως, να μην εισπράττονται οι αντίστοιχες προμήθειες λόγω καθυστερήσεων, βλαβών κι εν γένει τεχνικών προβλημάτων που αφορούσαν την εταιρεία "ΟΤΕ Α.Ε". Η μονομερής από την εναγόμενη δικαιοπάροχο αύξηση των στόχων, η καθιέρωση μεθόδου καταβολής των προμηθειών βασισμένη στη συνδυαστική επίτευξη των στόχων και η εξάρτηση της επίτευξής τους από εξωγενείς παράγοντες, σε συνδυασμό με την πτωτική καταναλωτική τάση στον τομέα της παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, είχε ως συνέπεια να καταστεί εξαιρετικά πολύπλοκο το αντικείμενο της δραστηριότητας της ενάγουσας δικαιοδόχου, η οποία παρότι παρείχε αδιαλείπτως τις ίδιες υπηρεσίες στο καταναλωτικό κοινό, δηλαδή συνδέσεις κινητής/καρτοκινητής, σταθερής, διαδικτύου και καλωδιακής τηλεόρασης, δεν είχε δυνατότητα να αυξήσει ευχερώς τα έσοδα και την κερδοφορία της, ενόψει του κατακερματισμού των στόχων, συνακόλουθα και των, επί τη βάσει αυτών, προμηθειών της και τούτο διότι, η ποσοτική και ποιοτική αύξηση των στόχων ήταν αντιστρόφως ανάλογη των προβλεπόμενων αμοιβών κι επί μη επίτευξής τους η ενάγουσα στερείτο των επιπλέον αμοιβών της, με συνέπεια την ελαχιστοποίηση της κερδοφορίας της. Την κατάσταση αυτή δυσχέραινε ακόμη περισσότερο το ότι η στοχοθεσία παρέμενε αυξημένη σε σχέση με τα δεδομένα της οικονομίας και της κατανάλωσης στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, σε συνδυασμό και με την, κατά τα ανωτέρω αποδειχθέντα, καθυστερημένη ανακοίνωση και συνεχή τροποποίηση της, εκ μέρους της εναγόμενης δικαιοπαρόχου, εμπορικής πολιτικής της.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος, βάσει της εκάστοτε ετήσιας γενικής εμπορικής πολιτικής που ανακοίνωνε σε όλους τους δικαιοδόχου, συνεπώς και στην ενάγουσα, προέβαινε, επιπροσθέτως, σε ευθεία μείωση του του ύψους των εκάστοτε προμηθειών για την επίτευξη των στόχων, ως ακολούθως:
(α) To bonus στόχου κινητής τηλεφωνίας, το οποίο αποδιδόταν στην ενάγουσα δικαιοδόχο ανά έτος, ανάλογα με την παραγωγή της επιχειρήσεώς της στις συνδέσεις κινητής τηλεφωνίας, πλέον του bonus connection/ενεργοποιήσεως για κάθε νέα σύνδεση, καθοριζόταν με βάση σχετική ποσοστιαία κλίμακα στόχου (από 0 - 150% κατά ανώτατο όριο), το δε ανώτερο χρηματικό ποσό προμήθειας της εν λόγω κλίμακας διακυμάνθηκε, κατά τη διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας, ως ακολούθως, το έτος 2009 μέχρι του ποσού των 15,00 ευρώ ανά σύνδεση, το έτος 2010 μέχρι του ποσού των 25 ευρώ ανά σύνδεση, από 1/1/2011 έως 31/5/2011 μέχρι του ποσού των 25 ευρώ ανά σύνδεση, με επιπλέον όρο, όλο αυτό το χρονικό διάστημα, την επίτευξη του 70% του στόχου και επιπροσθέτως, για το έτος 2009 σε εταιρικές συνδέσεις, από 1/6/2011 έως 31/5/2013 μέχρι του ποσού των 18 ευρώ ανά σύνδεση, με το πρόσθετο όρο, από 1/2/2012 ότι ο στόχος κινητής αποτελείτο από το άθροισμα του στόχου εταιρικών συνδέσεων και του στόχου data και με καθιέρωση υπολογισμού αναλόγως της ποσοστιαίας επίτευξης του στόχου data, από 1/6/2013 έως 31/12/2013 μέχρι του ποσού των 18 ευρώ ανά σύνδεση, με αντικατάσταση του στόχου data από τον στόχο φορητοτήτων εταιρικών συνδέσεων, το έτος 2014 μέχρι του ποσού των 18 ευρώ ανά σύνδεση κι επαναφορά στη μέθοδο πριν από την τροποποίηση της 1/6/2013 και διατήρηση ως ξεχωριστού στόχου του στόχου φορητοτήτων κινητής, το έτος 2015 μέχρι του ποσού των 15 ευρώ και το έτος 2016 μέχρι του ποσού των 12 ευρώ. Σύμφωνα με τους αριθμητικούς υπολογισμούς που διαλαμβάνονται στην αγωγή εν είδει παραδείγματος, τους οποίους η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δεν αμφισβητεί και δεν έχει αντικρούσει με άλλους, η αύξηση των στόχων και των περιορισμών είχε ως συνέπεια τη μείωση των προμηθειών της ενάγουσας, δηλαδή όσο μεγαλύτερος ήταν ο στόχος τόσο μικρότερη ήταν η αμοιβή της , (β) Αναφορικά με το bonus στόχου ADSL - ΕΥΡΥΖΩΝΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, έως το έτος 2011 δεν υπήρχε κλίμακα αποδόσεως, όπως στην κινητή τηλεφωνία, από την 01η-02-2012, ωστόσο, εφαρμόστηκε για την απόδοση της προμήθειας ποσοστιαία κλίμακα με ανώτατο χρηματικό ποσό απόδοσης της προμήθειας τα 12 ευρώ ανά σύνδεση. Το έτος 2013, ορίστηκε μονομερώς από την εναγόμενη ο πρόσθετος όρος - περιορισμός ότι η προσμέτρηση της συνδέσεως θα γινόταν με την πλήρη υλοποίηση του καταχωρισμένου αιτήματος, δηλαδή με την ενεργοποίηση των οικείων συνδέσεων, η οποία, όμως, δεν εξαρτάτο από την ενάγουσα, αλλά αποκλειστικά από το οικείο τεχνικό τμήμα της, μητρικής της εναγόμενης, εταιρείας "ΟΤΕ Α.Ε", που τελικά θα ενεργοποιούσε το προϊόν. Ο εν λόγω όρος - περιορισμός απαλείφθηκε τα έτη 2014 και 2015, με πρόβλεψη απόδοσης της προμήθειας στην ενάγουσα με την καταχώρηση κάθε αίτησης, λόγω των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από τις καθυστερήσεις των τεχνικών τμημάτων της εταιρείας "ΟΤΕ Α.Ε". Η δε ενημέρωση της ενάγουσας δικαιοδόχου αναφορικά με την επίτευξη ή μη του εν λόγω στόχου δεν ήταν άμεση, καθώς είχε προβλεφθεί από την εναγόμενη δικαιοπάροχο η προηγούμενη υποβολή σχετικού αιτήματος εκ μέρους της δικαιοδόχου στο λογιστήριό της , (γ) Toν Ιούνιο του έτους 2010 η εναγόμενη δικαιοπάροχος εισήγαγε νέο στόχο, αυτόν του στόχου (bonus) σταθερής τηλεφωνίας-port-in φορητότητας στην μητρική της εταιρεία "ΟΤΕ Α.Ε". Ο στόχος αυτός αφορούσε σε υπηρεσίες και ανανεώσεις προγραμμάτων σταθερής τηλεφωνίας που έπρεπε η ενάγουσα δικαιοδόχος να προσθέσει στους ήδη πελάτες της "ΟΤΕ Α.Ε". Από τον Αύγουστο του 2012, για την επίτευξη του στόχου αυτού, η εναγόμενη δικαιοπάροχος επέβαλε στην ενάγουσα δικαιοδόχο να προσμετρώνται πλέον οι port-in φορητότητες στην εταιρεία "ΟΤΕ Α.Ε", δηλαδή η επιστροφή καταναλωτών στην εταιρεία αυτή από άλλον πάροχο, ενώ η αμοιβή της ενάγουσας, παρά την υπογραφή της σχετικής συμβάσεως-συνδέσεως σταθερής τηλεφωνίας, εξαρτήθηκε από εξωγενείς παράγοντες, και δη από την αποτελεσματικότητα του τεχνικού τμήματος της εταιρείας "ΟΤΕ Α.Ε" στην ολοκλήρωση της συμβάσεως ή από τη μεταστροφή της γνώμης του πελάτη, ο οποίος επέλεγε να μην προχωρήσει σε σύνδεση με την "ΟΤΕ Α.Ε", λόγω συμφερότερης προσφοράς από τον ανταγωνισμό. Ομοίως, και για την επίτευξη ή μη του στόχου αυτού η ενημέρωση της ενάγουσας δικαιοδόχου ήταν δυσχερής, ενώ επιπροσθέτως, η μη επίτευξή του συνδέθηκε με τη μη απόδοση του bonus 3X3 (μηνιαίου, τριμηνιαίου, ετησίου) , (δ) To bonus στόχου 3X3 αποδιδόταν στην πρώτη ενάγουσα από το έτος 2009 σε τριμηνιαία βάση, με την επίτευξη των τριών (3) μηνιαίων στόχων της κινητής τηλεφωνίας και συνίστατο σε επιπλέον ποσό ανά σύνδεση που αυτή επιτύγχανε. Ειδικότερα, κατά τα έτη 2009 και 2010, είχε ορισθεί ότι εφόσον η δικαιοδόχος επιτυγχάνει κάθε τρίμηνο το 100% του στόχου αθροιστικά και των τριών (3) μηνών, θα αμείβεται με 5,00 ευρώ ανά σύνδεση, επιπλέον του bonus κλίμακας στόχου. Από το έτος 2011, η εναγομένη τροποποίησε μονομερώς τις προϋποθέσεις επιτεύξεως του εν λόγω στόχου σε σταθερή βάση, με αποτέλεσμα να καταστήσει δυσχερέστατη την επίτευξή του, προσθέτοντας σε αυτόν, πέραν της κινητής τηλεφωνίας, και τους στόχους ADSL και σταθερής τηλεφωνίας. Εάν, δηλαδή, η ενάγουσα δικαιοδόχος υστερούσε, έστω και για μία (1) σύνδεση, σε οιονδήποτε εκ των τριών στόχων, τότε δεν θα λάμβανε καθόλου τη σχετική προμήθεια. Από το έτος 2013 η αμοιβή αυξήθηκε σε 10 ευρώ ανά σύνδεση ενώ, επιπροσθέτως, οι δύο (2) διακριτοί στόχοι port-in φορητοτήτων σταθερής και OTE TV που αφορούσαν σε δύο εντελώς διαφορετικές υπηρεσίες, θεωρούνταν ως ένας στόχος, με συνέπεια και η επίτευξη αυτού του ενιαίου πλέον στόχου να καθίσταται έτι περεταίρω δυσχερέστερη. Τα επόμενα έτη 2014 - 2016 η αμοιβή ανά σύνδεση αυξομειώθηκε καθόσον το έτος 2014 ορίστηκε σε 12 ευρώ και τα έτη 2015 και 2016 μειώθηκε σε 11 ευρώ , (ε) Από το έτος 2011, καθιερώθηκε και το bonus ετήσιου στόχου, που συνίστατο στο επιπλέον χρηματικό ποσό των 12 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. και αποδιδόταν από τη δικαιοπάροχο στη δικαιοδόχο με την επίτευξη εκ μέρους της τελευταίας των τριών (3) επιμέρους μηνιαίων στόχων της επιχειρήσεώς της για τους έντεκα (11) μήνες (από Φεβρουάριο έως και Δεκέμβριο), μετά το αποκαλούμενο "κλείσιμο" της χρήσεως του έτους που αφορούσε. Κατά το έτος 2012, συνεχίσθηκε η συγκεκριμένη προμήθεια 3 X 3 X 11, πλην όμως η εναγόμενη προέβη σε μονομερή μείωση του χρηματικού ποσού της από τα 12 ευρώ στα 10 ευρώ για κάθε υλοποιημένη σύνδεση. Κατά το έτος 2013, ομοίως συνεχίσθηκε η συγκεκριμένη προμήθεια και εκτός από την απόδοση των 10 ευρώ για κάθε σύνδεση με την επίτευξη των τριών (3) στόχων για έντεκα (11) μήνες (3 X 3 X 11), η εναγόμενη εισήγαγε παράλληλα, μονομερώς, και την απόδοση του χρηματικού ποσού των 5 ευρώ για κάθε σύνδεση με την επίτευξη των τριών (3) στόχων για δέκα (10) μήνες, η οποία (προμήθεια) αποκαλείτο και ως 2η ευκαιρία 3X3X11. Κατά, δε, το έτος 2014, συνεχίσθηκε η συγκεκριμένη προμήθεια, αλλά η απόδοση, γινόταν πλέον με κλίμακα για τους δώδεκα (12) ή έντεκα (11) μήνες του έτους, ενώ η εναγομένη γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι διατηρούσε το δικαίωμα να μην της καταβάλει την προμήθεια του εν λόγω στόχου, εφόσον αυτή είχε παραβεί την εμπορική πολιτική των συνεργατών της, καθώς και την εμπορική πολιτική των πελατών των εταιρειών "COSMOTE" και "OTE". Από το 2015 και εντεύθεν, ο σχετικός στόχος ορίσθηκε πλέον ως τριμηνιαίος και για την απόδοσή του ορίστηκε ότι απαιτείται η επίτευξη όλων των στόχων , (στ) Τέλος, το bonus air-time, δηλαδή η μηνιαία προμήθεια που έπρεπε να αποδίδει η εναγομένη στην ενάγουσα για τους εισπραχθέντες λογαριασμούς των συνδέσεων που αυτή επιτύγχανε για όσο διάστημα παρέμεναν ενεργές, χωρίς να αλλάξουν πάροχο, για μεν την κινητή τηλεφωνία μειώθηκε από το ποσοστό του 6% σε εκείνο του 5,5% με την εμπορική πολιτική του έτους 2013, για δε την καρτοκινητή τηλεφωνία μειώθηκε από το ποσοστό του 5% σε εκείνο του 3,5% με την εμπορική πολιτική του έτους 2012. Όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, περί της αυξανόμενης και πολύπλοκης στοχοθεσίας, μη συνάδουσας με τις επικρατούσες οικονομικές και καταναλωτικές συνθήκες στη σχετική αγορά των υπηρεσιών τηλεπικοινωνίας, της δυσκολίας ως προς την επίτευξη των στόχων για τον λόγο αυτό και των συνεχών μειώσεων του ύψους των εκάστοτε προμηθειών, αποδεικνύονται από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ετήσιες γενικές εμπορικές πολιτικές της αντιδίκου της, καθώς και από την πληθώρα των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), που αντάλλαξαν οι διάδικοι, κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2011 έως 2017 (υπ' αριθμ. σχετικών ..., ..., ..., ..., ...), στα οποία διατυπώνεται η διαμαρτυρία της δικαιοδόχου, καθώς και απορίες αυτής, αναφορικά με τα ανωτέρω ζητήματα, προς αντίκρουση του περιεχομένου των οποίων, η εναγόμενη δικαιοπάροχος ουδέν στοιχείο προσκομίζει μετ' επικλήσεως. Επίσης, τα ανωτέρω αποδεικνύονται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, ... και ...., που διαλαμβάνονται στις ένορκες βεβαιώσεις που αναφέρονται παραπάνω στο σκεπτικό και δεν αναιρούνται από την γενικόλογη και ασαφή κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης ...., που διαλαμβάνεται στην επίσης αναφερόμενη παραπάνω στο σκεπτικό ένορκη βεβαίωσή του, καθόσον μάλιστα, ο εν λόγω μάρτυρας θα μπορούσε ευχερώς, λόγω της επαγγελματικής ιδιότητας του και της θέσης του στην επιχείρηση της δικαιοπαρόχου (Επιθεωρητής Πωλήσεων και Area Manager του δικτύου των καταστημάτων της), να αντικρούσει, με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και οικονομικά στοιχεία, τους σχετικούς αγωγικούς ισχυρισμούς. Συνεπεία, των ανωτέρω μονομερών ενεργειών της εναγόμενης ήταν να δυσχεραίνεται εξαιρετικά η λειτουργία της επιχείρησης της πρώτης ενάγουσας, καθόσον αυτή δεν γνώριζε εγκαίρως και ασφαλώς το περιεχόμενο των επιμέρους στόχων που την αφορούσαν, γεγονός που επέδρασε και στα έσοδά της από την απόληψη προμηθειών, τα οποία σταδιακά μειώθηκαν, από το χρηματικό ποσό των 196.851,14 ευρώ κατά το έτος 2011, στο χρηματικό ποσό των 20.629,16 ευρώ κατά το έτος 2017, παρότι, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, η μεν επισκεψιμότητα του καταστήματός της στο Βραχάτι Κορινθίας, είχε, λόγω και της επέκτασής του, αυξηθεί, η δε ενάγουσα δικαιοδόχος επέτυχε, σε απόλυτο αριθμό, τους στόχους (σχ. η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης .... που διαλαμβάνεται την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωσή του).
Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος, επέβαλε μονομερώς στην ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη πρόσθετες εργασίες, για λογαριασμό των πελατών των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών "ΟΤΕ Α.Ε" και "COSMOTE" και συγκεκριμένα, αυτές της αντικαταστάσεως εξοπλισμών για σύνδεση στο διαδίκτυο (modem, routers), της καταχωρίσεως και εξυπηρετήσεως αιτημάτων αναφορικά με συνδέσεις στις παραπάνω εταιρείες, της εισπράξεως λογαριασμών, της διαβίβασης αιτημάτων παραπόνων, της φορτώσεως χρόνου σε καρτοκινητά και της ενεργοποιήσεως πακέτων σύνδεσης κ.ά, χωρίς πρόσθετη αμοιβή για την δικαιοδόχο, σε σχέση με το αντίστοιχο λειτουργικό της κόστος (μισθοί υπαλλήλων, αναλώσιμα, υπεραπασχόληση του προσωπικού), όπως τούτο το καταθέτουν αμφότεροι οι μάρτυρες απόδειξης ....και .... στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους και δεν το αρνείται, ή άλλως πώς αμφισβητεί η εναγόμενη - εφεσίβλητη- εκκαλούσα, οι μάρτυρες της οποίας ουδέν καταθέτουν περί του ζητήματος αυτού, συναγόμενης περί αυτού ομολογίας αυτής. Επίσης, αποδείχθηκε ότι, την προσπάθεια της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου για την επίτευξη των στόχων δυσχέρανε ιδιαίτερα η έλλειψη συνεργασίας εκ μέρους της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας, η οποία παρότι αύξανε τη στοχοθεσία στην παροχή υπηρεσιών, δεν συνέδραμε την αντισυμβαλλόμενη της καθόσον δεν την εφοδίαζε έγκαιρα με τον απαιτούμενο, για την ενεργοποίηση των νέων συνδέσεων ή για την εξυπηρέτηση των τεχνικών προβλημάτων των παλαιών, τεχνικό εξοπλισμό (εξοπλισμοί conxx & OTE TV). Το περιστατικό αυτό αποδεικνύεται από την ηλεκτρονική αλληλογραφία (emails) μεταξύ των διαδίκων, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχος (υπ' αριθμ. σχετικών ... έως ...) και αφορούν το χρονικό διάστημα των ετών 2014 έως 2017, το περιεχόμενο της οποίας αφορά αιτήματα της τελευταίας προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της αντιδίκου της, διατυπωμένα με αγωνιώδη ύφος, για εφοδιασμό με τον απαιτούμενο, για τις εκκρεμείς συνδέσεις, εξοπλισμό. Η δε εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος ουδόλως αρνείται ότι υπήρχε το ανωτέρω πρόβλημα, συναγόμενης περί αυτού ομολογίας της.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει των υπ' αριθμ. 15.1 και 15.4 όρων της επίμαχης συμβάσεως δικαιόχρησης, η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχος είχε την υποχρέωση, να διαθέτει πάντοτε στο κατάστημά της επαρκείς ποσότητες και ποικιλία εμπορευμάτων προς ικανοποίηση του αγοραστικού κοινού, καθώς και να αναπληρώνει αμέσως και στον βαθμό που απαιτούσε η ζήτηση των καταναλωτών κάθε είδος εκ των πωλούμενων εμπορευμάτων. Επίσης, βάσει του υπ' αριθμ. 17 συμβατικού όρου, η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχος, είχε την υποχρέωση, προς το σκοπό διατήρησης της ορθής εικόνας και λειτουργίας του καταστήματός της, να έχει διαθέσιμο, ανά πάσα στιγμή, εντός αυτού, ένα ελάχιστο αναγκαίο απόθεμα εμπορευμάτων, όπως αυτό καθορίστηκε βάσει ενός ειδικού καταλόγου αποθεμάτων (Ε.Κ.Α), που συμφωνήθηκε από κοινού με την δικαιοδόχο και τον διευθυντή λιανικής πωλήσεως της δικαιοπαρόχου. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος, πέραν της ως άνω συμβατικής της υποχρεώσεως, επιβάρυνε μονομερώς στην αντισυμβαλλομένη της και με εμπορεύματα που η τελευταία δεν είχε παραγγείλει, είτε με το πρόσχημα της προωθήσεως συγκεκριμένων προϊόντων, είτε με το πρόσχημα του εντοπισμού ελλείψεων μέσω του λογισμικού συστήματος διαχείρισης "SRS" και της διαδικασίας αυτόματης ανατροφοδοτήσεως του καταστήματος της "stock to fill", που λειτουργούσε στο επίμαχο δίκτυο δικαιόχρησης από την 16/3/2015 και εντεύθεν. Το τίμημα για αυτά τα επιπλέον εμπορεύματα, πιστωνόταν και χρεωνόταν άμεσα, υπέρ και σε βάρος της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας δικαιοπαρόχου και της ενάγουσας- εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου, αντίστοιχα στον αλληλόχρεο λογαριασμό που η τελευταία τηρούσε στην τράπεζα "....", προς εξυπηρέτηση, αρχικά μεν, πριν την εκχώρηση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης στην ενάγουσα εταιρεία, της υπ' αριθμ. ...-2007 συμβάσεως πίστωσης με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, κι εν συνεχεία, μετά την ως άνω εκχώρηση, της υπ' αριθμ. ...-2012 ίδιου περιεχομένου συμβάσεως, δυνάμει πρόσθετων, σε αμφότερες τις πιστωτικές συμβάσεις, συμβάσεων για συμμετοχή της δικαιοδόχου στο σύστημα "ΒΕ - Υπηρεσίες Εκκαθάρισης Συναλλαγών" της παραπάνω τράπεζας, στο οποίο συμμετείχε, βάσει σχετικής συμβάσεως με την τράπεζα, η δικαιοπάροχος εταιρεία. Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση συμμετοχής στο σύστημα "ΒΕ - Υπηρεσίες Εκκαθάρισης Συναλλαγών", κι ενόψει του ότι η ως άνω πιστωτική σύμβαση εξυπηρετούσε την χρηματοδότηση της δικαιοδόχου αποκλειστικά και μόνον για την αγορά εμπορευμάτων από την δικαιοπάροχο, με χρέωση του τιμήματός τους στην πιστωτική σύμβαση, η δικαιοδόχος έδωσε στην τράπεζα την ανέκκλητη εξουσιοδότηση να πιστώνει απευθείας στον τηρούμενο στην ίδια τράπεζα λογαριασμό της δικαιοπαρόχου, το τίμημα για την αγορά εμπορευμάτων από αυτήν, βάσει έγγραφης κατάστασης που προσκόμιζε η τελευταία στην τράπεζα. Κατά τον τρόπο αυτό, η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος εξασφάλιζε την άμεση εξόφληση των αντιστοίχων απαιτήσεών της, και δη αυθημερόν με την αποστολή των πωληθέντων εμπορευμάτων της, ενώ αποδείχθηκε ότι η ίδια δεν προέβαινε σε άμεση πίστωση της αξίας των σχετικών προϊόντων, στην περίπτωση της επιστροφής τους από την ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, όπως η τελευταία είχε προς τούτο δικαίωμα. Ειδικότερα, στη δικαιοδόχο είχε παρασχεθεί το δικαίωμα επιστροφής των εν λόγω προϊόντων μετά από έγκριση του αρμοδίου τμήματος της δικαιοπαρόχου που διαχειριζόταν τις επιστροφές προϊόντων και εντός προθεσμίας από τριάντα (30) έως σαράντα πέντε (45) ημέρες, ενώ η δικαιοπάροχος δεν προέβαινε άμεσα, δηλαδή αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας αυτής και την έγκριση της επιστροφής, σε αντίστοιχη πίστωση του τιμήματος των επιστραφέντων στον ως άνω λογαριασμό, αντιθέτως δε πίστωνε τούτο μετά την παρέλευση είκοσι ημερών έως δυόμιση μηνών από την επιστροφή τους. Η ως άνω, δε, περιγραφόμενη πρακτική της εναγόμενης - εφεσίβλητης- εκκαλούσας δικαιοπαρόχου, η οποία επιβλήθηκε και συνεχίστηκε από αυτήν μονομερώς καθ' όλη τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες της ενάγουσας - εκκαλούσας-εφεσίβλητης δικαιοδόχου, εξυπηρετούσε τα οικονομικά της συμφέροντα, καθόσον, κατά τον ανωτέρω τρόπο, η εναγόμενη δικαιοπάροχος εξασφάλιζε, έστω και πρόσκαιρα, την άμεση και αύξουσα χρηματοδότησή της, αλλά και τη δυνατότητά της να προμηθεύει από τις κεντρικές αποθήκες της τους δικαιοδόχους του δικτύου της με προϊόντα, τα οποία πολλές φορές δεν συγκέντρωναν ιδιαίτερο αγοραστικό ενδιαφέρον και είχαν περιορισμένες πιθανότητες πωλήσεως. Παράλληλα, με την ίδια μεθόδευση της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας δικαιοπαρόχου, επιβαρυνόταν οικονομικά η επιχείρηση της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης, δεδομένου ότι τα τυχόν διαθέσιμα κεφάλαιά της επενδύονταν συχνά ανεξάρτητα από τις δικές της ανάγκες, για την ικανοποίηση της εμπορικής πολιτικής της δικαιοπαρόχου, ενώ σύστοιχα περιοριζόταν και η ρευστότητά της για τη διενέργεια προμηθειών προϊόντων, τα οποία παρουσίαζαν ζήτηση, με βάση τα δεδομένα της τοπικής αγοράς, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και η δυνατότητά της να επιτυγχάνει τους τεθέντες στόχους των πωλήσεών της. Τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύονται άμεσα από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχο ηλεκτρονική αλληλογραφία της με το αρμόδιο τμήμα της αντισυμβαλλόμενης της (υπ' αριθμ. σχετικών ..., ... και ..., ... της προσθήκης των πρωτόδικων προτάσεών της), το περιεχόμενο της οποίας διαλαμβάνει τις διαμαρτυρίες της για την ανωτέρω πρακτική και εκ της έμμεσης συνομολόγησής τους από την εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχο, η οποία δεν τα αρνείται και περιορίζεται στο να επικαλείται ότι, διά της πρακτικής αυτής, η δικαιοδόχος δεν στερούταν ρευστότητας. Ειδικότερα, οι μάρτυρες ανταπόδειξης ... και ...., οι καταθέσεις των οποίων διαλαμβάνονται στις αναφερόμενες παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, ένορκες βεβαιώσεις τους, καταθέτουν ακριβώς την ως άνω εμπορική πρακτική πίστωσης - χρέωσης - επιστροφής και πίστωσης της επιστροφής, που ισχυρίζεται και απέδειξε η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ότι ίσχυε κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης.
Επιπροσθέτως, ο εξ αυτών ...., καταθέτει αφενός μεν ότι εκ του προγράμματος "stock in fill" είχε εξαιρεθεί, κατόπιν αιτήματός της, η ενάγουσα δικαιοδόχος ήδη από την έναρξή του, αφετέρου δε κάνει αναφορά σε προϊόντα "live demos" με τα οποία η δικαιοπάροχος εφοδίαζε τα καταστήματα των δικαιοδόχων και τα οποία αφορούσαν σε προϊόντα, τρέχοντα ή και νέα, που χρησιμοποιούνταν για τη βέλτιστη εμπειρία του πελάτη, με σκοπό να τα επεξεργασθεί πριν αποφασίσει την τυχόν αγορά τους. Ο ανωτέρω μάρτυρας καταθέτει, ειδικότερα, ότι η ενάγουσα δικαιοδόχος αγόραζε το προς επίδειξη προϊόν νέας κυκλοφορίας με τιμή εκπτώσεως 50% και το τοποθετούσε στην προθήκη προβολής (merchstanding), σύμφωνα με την προωθητική πολιτική της εναγόμενης, ενώ με βάση σχετική ενημέρωση της τελευταίας η δικαιοδόχος έβγαζε από την προθήκη το εν λόγω προϊόν και μπορούσε να το πωλήσει στην τιμή που η ίδια ήθελε. Εκ των ανωτέρω κατατεθέντων περιστατικών, το μεν πρώτο, περί εξαίρεσης της δικαιοδόχου από το πρόγραμμα "stock in fill", δεν επιβεβαιώνεται από άλλο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο, ενώ όσον αφορά το δεύτερο, περί των προϊόντων "live demos", η δικαιοδόχος δεν το αρνείται, ούτε και το αμφισβήτησε ειδικά και εμπεριστατωμένα, συναγόμενης, σε συνδυασμό και με τους λοιπούς ισχυρισμούς της, ομολογίας της. Επομένως, τα ανωτέρω προϊόντα "live demos" δεν υπάγονται στις επικαλούμενες από την δικαιοδόχο "εξαναγκασμένες αγορές", καθόσον η αγορά τους ενέπιπτε στην υποχρέωσή της για την ενεργό προώθηση των πωλήσεών της και λάμβανε χώρα στο πλαίσιο της συμμορφώσεώς της στις οργανωτικές αρχές του συστήματος δικαιόχρησης της εναγομένης και του ενδεδειγμένου σεβασμού της στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα τόσο του καταστήματος, όσο και των προϊόντων του συστήματος έπρεπε να ήταν ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γινόταν η διάθεσή τους. Τέλος, όπως και παραπάνω εκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη συνήψε, από την έναρξη της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης, με την Τράπεζα "...." τις αναφερόμενες παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας συμβάσεις πιστώσεως με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, κατόπιν υποδείξεως και με τη μεσολάβηση της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας, ενώ, επιπροσθέτως αποδεικνύεται ότι δεν είχε διακριτική προς τούτο ευχέρεια, υπό την έννοια ότι αφενός μεν το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο συμβατικής διαπραγμάτευσης, αφετέρου δε σχετικό αίτημά της για να συμβληθεί με άλλη τράπεζα, το οποίο υπέβαλε στη δικαιοδόχο, κατά τη διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης, απορρίφθηκε από την τελευταία.
Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η κατάρτιση των ανωτέρω πιστωτικών συμβάσεων υπήρξε επιζήμια για την πιστούχο-δικαιοδόχο και τούτο διότι, ουδόλως αποδεικνύεται ότι οι όροι των εν λόγω πιστωτικών συμβάσεων ήταν επαχθέστεροι σε σχέση με τους όρους, υπό τους οποίους χορηγούνταν αντίστοιχες πιστώσεις από άλλα τραπεζικά ιδρύματα, κατά τους ανωτέρω χρόνους που καταρτίστηκαν οι ανωτέρω μεταξύ της δικαιοδόχου και της τράπεζας "......", ήτοι την 31/7/2007 και 27/9/2012. Οι δε ισχυρισμοί που η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη προέβαλε στις πρωτόδικες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔικ, επαναφέρει κατ' έφεση, επαναπροβάλλοντας τους κι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι πλεοναστικοί, κι ως εκ τούτου διαφορετικοί, των διαλαμβανόμενων στην αγωγή της, αναφορικά με το ως άνω ζήτημα της επιβαλλόμενης από την αντίδικό της συνεργασία της με το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα, και αφορούν αποκλειστικά και μόνον τον τρόπο των χρεώσεων, στις οποίες προέβαινε η δικαιοπάροχος για τα εμπορεύματα που προμήθευε την δικαιοδόχο, βάσει των σχετικών, πρόσθετων στις πιστωτικές συμβάσεις, συμβάσεων που καταρτίστηκαν για συμμετοχή της τελευταίας στο σύστημα εκκαθάρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων της τράπεζας αυτής.
Συνακόλουθα, ο αγωγικός ισχυρισμός περί μονομερούς επιβολής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου στην δικαιοδόχο να συμβληθεί με την ανωτέρω τράπεζα, κρίνεται βάσιμος κατ' ουσίαν ως προς τα στοιχεία του αναφορικά με το μονομερές της επιβολής, πλην όμως αβάσιμος κατ' ουσίαν ως προς την καταχρηστικότητά του.
Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω αποδεικνυόμενων πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα επέβαλε μονομερώς στην ενάγουσα - εκκαλούσα- εφεσίβλητη, τις ανωτέρω πρακτικές της, κατά κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της τελευταίας από αυτήν, ενέργεια που είναι παράνομη, καθόσον αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 18α του ν.146/1914 και κατ' επέκταση, συνιστά και αδικοπραξία, σύμφωνα και με τις διαλαμβανόμενες παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας νομικές σκέψεις [υπό στοιχείο ΙΙ.Α.(1), (2) και (3) κεφάλαιο της παρούσας].
Ειδικότερα, μεταξύ των διαδίκων υφίστατο σχέση οικονομικής εξάρτησης, καθόσον η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος ήταν η αποκλειστική προμηθεύτρια, η ίδια ή μέσω των λοιπών δικαιοδόχων της (μετά από τροποποίηση του σχετικού, με αντίθετο αρχικά περιεχόμενο, υπ' αριθμ. 13 συμβατικού όρου), των προϊόντων και υπηρεσιών που μεταπωλούσε και παρείχε, αντίστοιχα, η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχος, η οποία, όπως προκύπτει εκ του συνόλου των συμβατικών όρων της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης (αυτών που διαλαμβάνονται κατά περιεχόμενο στην αγωγή και εκθέτονται και παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας), είχε προσαρμόσει τη λειτουργία της στις ανάγκες διάθεσης και παροχής των προϊόντων και υπηρεσιών αυτών, μη έχοντας άλλη ισοδύναμη λύση, καθόσον, εκ της συμβάσεως δεν μπορούσε αφενός μεν να προμηθευθεί τα προϊόντα αυτά, αφετέρου δε να έχει το δικαίωμα της παροχής των υπηρεσιών αυτών, από άλλη πηγή, με εξαίρεση την, προβλεπόμενη, εκ του υπ' αριθμ. 13 συμβατικού όρου, όπως αυτός τροποποιήθηκε την 2/3/2015, δυνατότητά της να προμηθεύεται εξοπλισμό σύνδεσης στο διαδίκτυο από λοιπούς δικαιοδόχους του ίδιου συστήματος δικαιόχρησης, οι οποίοι, ομοίως, είχαν την ίδια προμηθεύτρια. Η δε εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος επέβαλε μονομερώς τις ανωτέρω πρακτικές, εκμεταλλευόμενη την ισχύ που της έδινε η αδυναμία της αντισυμβαλλόμενης αντιδίκου της να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, αποκομίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο η ίδια οφέλη και συγκεκριμένα, την αύξηση του κύκλου πελατών της και της κερδοφορίας της, σε βάρος της τελευταίας, τα οποία δεν θα αποκόμιζε αν υπήρχε για την εξαρτημένη ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη δικαιοδόχο άλλη εναλλακτική λύση. Αντιθέτως, όπως προεκτέθηκε, η ενάγουσα - εκκαλούσα - εφεσίβλητη, λόγω των ανωτέρω ενεργειών, αντιμετώπιζε μεγάλη δυσχέρεια έως και αδυναμία, κατά περίπτωση, να επιτύχει τους στόχους της, καίτοι εξασκούσε την επιχειρηματική της δραστηριότητα με σύνεση και αδιαλείπτως, γεγονός που επέδρασε μειωτικά στα έσοδά της, ενώ, επιπροσθέτως και κυρίως, η συνέχιση της συνεργασίας της με την εναγόμενη κατέστη, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, υπέρμετρα δυσχερής, ώστε, ενόψει και των εκατέρωθεν σκοπών των συμβαλλομένων, να μην είναι αυτή ανεκτή.
Ειδικότερα, κατά σύνοψη όλων των παραπάνω αποδειχθέντων, η από 10/5/2017 έκτακτη καταγγελία της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης, εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου εταιρείας, έγινε για σπουδαίους λόγους, που την δικαιολογούν και βρίσκονται στη σφαίρα επιρροής της εναγόμενης - εφεσίβλητης - εκκαλούσας δικαιοπαρόχου εταιρείας, η οποία επέδειξε, κατά τη συναλλακτική σχέση της με την αντίδικό της, συμπεριφορά που συνιστά παραβίαση των όρων της επίδικης σύμβασης, της εν γένει υποχρέωσής της για καλόπιστη εκτέλεση των εξ αυτής υποχρεώσεών της, καθώς και παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.3959/2011 και του άρθρου 18α του ν.146/1914.
Ακολούθως, η ανωτέρω καταγγελία πρέπει να αποδοθεί σε υπαιτιότητα της εναγόμενης-εφεσίβλητης - εκκαλούσας δικαιοπαρόχου εταιρείας και συγκεκριμένα, στην εκ μέρους της (α) υπαίτια παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών της, (β) τέλεση αδικοπραξίας και (γ) παράβαση της από το άρθρο 288 του ΑΚ , απορρέουσας γενικότερης υποχρέωσής της για ένταξη και διαρκή υποστήριξη της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης δικαιοδόχου εταιρείας στο σύστημα δικαιόχρησης, ώστε να διατηρεί ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στην σχετική αγορά, ένεκα της οποίας η εκ μέρους της τελευταίας συνέχιση της συμβατικής δέσμευσης καθίστατο, σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, επαχθής και μη ανεκτή γι' αυτήν, σε συσχέτιση και με τον σκοπό της συμβάσεως, ο οποίος συνίστατο στην οικονομική ευημερία αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών κι όχι μόνον της εναγομένης δικαιοπαρόχου. Ως εκ τούτου, βάσει του υπ' αριθμ. 29.7 όρου της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης, η καταγγέλλουσα δικαιοδόχος δικαιούται, πέραν της καταγγελίας, να απαιτήσει από την υπαιτίως προκαλέσασα την καταγγελία δικαιοπάροχο, το ποσό των 29.347 ευρώ, ως ποινική ρήτρα, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος και κατά ποσοστό 20%, επί του ποσού του αμέσως προηγούμενου έτους. Επομένως, βάσει της εν λόγω συμβατικής πρόβλεψης και δεδομένου ότι η επίδικη σύμβαση δικαιόχρησης λύθηκε, διά της εκτάκτου καταγγελίας εκ μέρους της δικαιοδόχου, για σπουδαίο λόγο που οφείλεται σε υπαιτιότητα της δικαιοπαρόχου, τον δέκατο χρόνο ισχύος της (10/5/2017), η καταπίπτουσα (καταπεσούσα) υπέρ της δικαιοδόχου ποινική ρήτρα ανέρχεται στο συνολικό χρηματικό ποσό των 151.424,04 ευρώ και συγκεκριμένα για καθένα έτος ισχύος της σύμβασης (1/7/2007 έως 10/5/2017) ως εξής: (παρατίθεται αναλυτικός υπολογισμός των ποσών). Ο ως άνω τρόπος διατυπώθηκε στον ως άνω συμβατικό όρο, ενώ επιπροσθέτως, ενόψει του ότι η εναγόμενη - εφεσίβλητη - εκκαλούσα δικαιοπάροχος δεν τον αρνείται, ούτε αμφισβητεί τη διατύπωση του συμβατικού όρου που τον προβλέπει, συνάγεται, σε συνδυασμό και με τους λοιπούς ισχυρισμούς της, ομολογία της.
Περαιτέρω, η εναγόμενη δικαιοπάροχος, με τις έγγραφες, νομότυπα επαναφερόμενες κατ' έφεση (άρθρο 240 ΚΠολΔικ) πρωτόδικες προτάσεις της, καθώς και με τις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, συνομολογεί ότι, παρά το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια ισχύος της επίδικης σύμβασης, η ενάγουσα δικαιοδόχος επιτύγχανε ως επί το πλείστον τους στόχους της και επιπροσθέτως, είχε αυξηθεί η επισκεψιμότητα στο κατάστημά της, παρουσίαζε σταδιακά μειούμενη κερδοφορία, ιδίως από το έτος 2014 και εντεύθεν, ισχυριζόμενη, περαιτέρω, ότι τούτο δεν οφείλεται στην αποδιδόμενη σε βάρος της συμπεριφορά και ιδίως στον τρόπο καθορισμού και στη μέθοδο υπολογισμού, εκ μέρους της, της στοχοθεσίας και της γενικής και ειδικής εμπορικής πολιτικής της, αλλά στο ότι η ενάγουσα δικαιοδόχος παρέμεινε αναποτελεσματική, δεν εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες πώλησης, οι οποίες αυξήθηκαν μετά τη σύστοιχη, προς την επέκταση του καταστήματος της το έτος 2011, αύξηση της επισκεψιμότητας αυτού, προέβη σε λανθασμένες επιχειρηματικές επιλογές και δεν επέδειξε τις απαιτούμενες διοικητικές επιδεξιότητες και επιδεξιότητες στην προσέλκυση πελατείας. Ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά ένσταση συνυπαιτιότητας της ενάγουσας - εκκαλούσας, η οποία επαναφέρεται νομότυπα, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔικ, με τις κατ' έφεση προτάσεις που η εναγόμενη - εφεσίβλητη κατέθεσε νομότυπα στα πλαίσια και προς αντίκρουση της υπ' αριθμ. πινακίου -...- έφεσης που η αντίδικός της άσκησε σε βάρος της, υπό το πρίσμα της οποίας και μόνον ερευνάται κατ' ουσίαν, καθόσον, όπως εκτέθηκε παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας, ως λόγος της υπ' αριθμ. -...- έφεσης (δεύτερος λόγος - τρίτο σκέλος), κρίθηκε ότι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Όσον δε αφορά την κατ' ουσίαν βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού, εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε αυτή (...).
Τέλος, εκ του συνόλου των αποδείξεων, δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγόμενης - εφεσίβλητης- εκκαλούσας δικαιοπαρόχου (επιβολή τιμών λιανικής μεταπώλησης, καθυστερημένα ανακοινωθείσα και συνεχώς τροποποιούμενη εμπορική πολιτική και στοχοθεσία, επιβάρυνση με πρόσθετες εργασίες άνευ πρόσθετης αμοιβής, εξαναγκασμένες αγορές προϊόντων με άμεση εξόφλησή τους μέσω πιστώσεως διά αλληλόχρεου λογαριασμού, έλλειψη εξοπλισμού και εν γένει τεχνικά προβλήματα στις συνδέσεις), που, όπως εκτέθηκε αναλυτικά παραπάνω στις οικείες θέσεις του σκεπτικού της παρούσας, συνιστά αντισυμβατική, συνάμα και αδικοπρακτική (άρθ. 1 ν. 3959/2011 και 18α ν.146/2014) συμπεριφορά, ένεκα της οποίας δικαιολογείται η εκ μέρους της αντιδίκου της καταγγελία της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης, συνιστούσε και αθέμιτη (δόλια) μεθόδευση αυτής να την ανταγωνιστεί. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι οι παραπάνω μονομερείς ενέργειές της εμφορούνταν από σκοπό ανταγωνισμού της ενάγουσας δικαιοδόχου, με σκοπό τον εκτοπισμό της από την σχετική αγορά, ή ότι, η μονομερής επιβολή τους κατά κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, υπό την οποία τελούσε η δικαιοδόχος, αποσκοπούσε σε ανταγωνισμό της, καθόσον μάλιστα, όπως η ίδια η ενάγουσα ισχυρίζεται, στην αγωγή και στις προτάσεις της, την ίδια συμπεριφορά επιδείκνυε η εναγόμενη στην πλειοψηφία των δικαιοδόχων του συστήματος. Εκ τούτου παρέπεται ότι επρόκειτο για μία εμπορική πρακτική εντασσόμενη αποκλειστικά και μόνον στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 18α του ν.146/2014, προς το σκοπό ενίσχυσης της οικονομικής ισχύος της εναγόμενης, κι όχι προς το σκοπό ανταγωνισμού των δικαιοδόχων του ίδιου του συστήματός της ...".
Μετά ταύτα, το Εφετείο αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες από 2-12-2020 και 4-6-2020 εφέσεις, απέρριψε τύποις την από 2-12-2020 έφεση κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του 2ου εφεσίβλητου Κ. Χ., καθώς και την αντίθετη από 4-6-2020 έφεση που άσκησε ο τελευταίος ως εκκαλών, δέχθηκε αμφότερες τις εφέσεις κατ'ουσίαν ως προς τους λοιπούς διαδίκους, εξαφάνισε την πρωτόδικη υπ'αριθ. 2972/2019 απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την από 22-11-2018 αγωγή της 1ης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη υπό εκκαθάριση Ε.Ε. για την σ'αυτήν αναφερομένη αιτία το συνολικό ποσό των 195.444,04 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και συγκεκριμένα ότι: α) η σχέση της δικαιοπαρόχου "ΓΕΡΜΑΝΟΣ Α.Β.Ε.Ε" με την δικαιοδόχο εταιρεία συμφωνήθηκε ως συμβατική σχέση μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, στην οποία η δικαιοδόχος αποκτά την κυριότητα των προϊόντων της σύμβασης και αναλαμβάνει τους συνυφασμένους με αυτή οικονομικούς κινδύνους, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2007 έως 2/3/2015 είχε περιληφθεί στη σύμβαση δικαιόχρησης ο υπ' αριθμ. 12 συμβατικός όρος, δυνάμει του οποίου η δικαιοπάροχος επέβαλε στην δικαιοδόχο και εφάρμοζε στη μεταξύ τους συναλλακτική σχέση, τον καθορισμό τιμών λιανικής που μονομερώς αποφάσιζε, με άμεση (παρ. 12.5) και έμμεση πρόβλεψη τούτου, ως εκ του αντιφατικού, αλληλοαναιρούμενου, διφορούμενου κι εν τέλει ασαφούς νοηματικού περιεχομένου των λοιπών παραγράφων του όρου αυτού, κατάσταση (έμμεση πρόβλεψη) που δημιουργούσε, κατά την κοινή πείρα, ανασφάλεια στην δικαιοδόχο, αναφορικά με το εάν η όποια εμπορική απόφασή της για τις τιμές λιανικής που διέθετε τα εμπορεύματα, θα ήταν συμβατές με τον όρο αυτό, γ)κατά το χρονικό διάστημα από 2/3/2015 έως τη λήξη της σύμβασης στις 10/5/2017, η δικαιοπάροχος, τροποποίησε μεν τον παραπάνω συμβατικό όρο, ορίζοντας σαφέστερα ότι η δικαιοδόχος διαμορφώνει ελεύθερα τις τιμές λιανικής, πλην όμως στην πράξη συνέχισε, με τον έμμεσο τρόπο που αναλύθηκε στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης, να της επιβάλει προκαθορισμένες τιμές λιανικής. δ) το ότι καθ' όλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης, η δικαιοπάροχος (αναιρεσείουσα) επέβαλε στην δικαιοδόχο (αναιρεσίβλητη) , αρχικά μεν, με ρητό συμβατικό όρο, εν συνεχεία δε, με την συναλλακτική πρακτική που ακολούθησε στη συναλλακτική σχέση της με αυτήν, την αποδειχθείσα περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού εμπορική πολιτική να καθορίζει τις τιμές λιανικής πώλησης στις οποίες η τελευταία μεταπωλούσε τα προϊόντα του δικτύου, συνιστά πράξη που είναι παράνομη κι ως εκ τούτου πληροί το πραγματικό της αδικοπραξίας, ταυτόχρονα δε είναι και αντισυμβατική, αντιβαίνουσα για το μεν χρονικό διάστημα από 1/7/2007 έως 2/3/2015 στους υπ' αριθμ. 1.6, 10.1, 10.2 και 12.1 εδαφ. β' και γ' συμβατικούς όρους συνδυαστικά με το άρθρο 288 του ΑΚ, για το δε μετέπειτα χρονικό διάστημα από 2/3/2015 έως τη λήξη της σύμβασης στις 10/5/2017, στον τροποποιημένο, κατά τα ανωτέρω, υπ' αριθμ. 12 συμβατικό όρο , ε) εκ του λόγου τούτου η αναιρεσίβλητη στις 10-5-2017 κατήγγειλε τη σύμβαση δικαιόχρησης για σπουδαίους λόγους, που οφείλονται σε υπαιτιότητα της δικαιοπαρόχου (αναιρεσείουσας), συνιστούν δε όπως προεκτέθηκε, αντισυμβατική και συνάμα αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής, ως αθέμιτες μονομερώς επιβαλλόμενες σε βάρος της δικαιοδόχου πρακτικές κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της θέσης οικονομικής ισχύος της έναντι της δικαιοδόχου και συγκεκριμένα για: (α) επιβολή σύνθετων και αντικειμενικά ανέφικτων (υψηλών) στόχων, (β) επιβολή πρόσθετων εργασιών άνευ πρόσθετης αμοιβής, (γ) επιβολή εξαναγκασμένων αγορών εμπορευμάτων, με άμεση εξόφληση του τιμήματός τους μέσω της τράπεζας, με ταυτόχρονη καθυστέρηση εκ μέρους της δικαιοπαρόχου της πίστωσης του τιμήματος των επιστρεφόμενων εμπορευμάτων, (δ) καθυστερημένη ανακοίνωση των στόχων και (ε) τεχνικά προβλήματα στην επίτευξη των στόχων σταθερής τηλεφωνίας, λόγω έλλειψης εξοπλισμού (στ) η αναιρεσείουσα-δικαιοπάροχος επέβαλε μονομερώς στην αναιρεσίβλητη δικαιοδόχο, τις λεπτομερώς στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αναφερόμενες πρακτικές της, κατά κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης της τελευταίας από αυτήν, ενέργεια που είναι παράνομη, καθόσον αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 18α του ν.146/1914 και κατ' επέκταση, συνιστά και αδικοπραξία, (ζ) βάσει του υπ' αριθ. 29.7 όρου της κρίσιμης σύμβασης δικαιόχρησης, η καταγγέλλουσα δικαιοδόχος δικαιούται, πέραν της καταγγελίας, να απαιτήσει από την υπαιτίως προκαλέσασα την καταγγελία δικαιοπάροχο, το ποσό των 29.347 ευρώ, ως ποινική ρήτρα, αναπροσαρμοζόμενο κατ' έτος και κατά ποσοστό 20%, επί του ποσού του αμέσως προηγούμενου έτους, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 18α του ν.146/1914, 288 και 914 του ΑΚ, ενώ δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενά ή ασάφειες ανατρέχοντας στην αναζήτηση του αληθούς νοήματος με τη χρησιμοποίηση πρόσθετων μέσων εκτός σύμβασης ή με επιχειρήματα που αποδεικνύουν προσπάθεια ερμηνείας της σύμβασης. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη έκρινε ότι η παραβίαση της σύμβασης δικαιόχρησης από την δικαιοπάροχο αναιρεσείουσα εκτείνεται σε δύο χρονικές περιόδους: Η πρώτη από την έναρξη της σύμβασης το 2007 μέχρι την τροποποίησή της το 2015, ενώ η δεύτερη από την τροποποίηση της σύμβασης (2-3-2015) μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας της. Για την πρώτη χρονική περίοδο έκρινε ότι ναι μεν ο όρος του άρθ. 12.1 της σύμβασης δικαιόχρησης έδιδε τη δυνατότητα να ορίζει η δικαιοδόχος ελεύθερα τις λιανικές τιμές πώλησης των προϊόντων της, πλην όμως η ελευθερία αυτή αναιρείτο από τις προβλέψεις των όρων των άρθ. 12.5, 12.6 και 13 αυτής. Για τη δεύτερη χρονική περίοδο ήτοι από την τροποποίηση της σύμβασης δικαιόχρησης λόγω της απόφασης της Επιτροπής Ανταγωνισμού, με την οποία επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα πρόστιμο, μέχρι την καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης, η προσβαλλόμενη διαπίστωσε ανέλεγκτα με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία που έλαβε υπόψη της, ότι υπήρξε συμβατική παράβαση επειδή η αναιρεσείουσα με τις πράξεις της αναιρούσε τη δυνατότητα της αναιρεσίβλητης να διαμορφώνει μόνη της τις λιανικές τιμές των προϊόντων της συνεχίζοντας την παράβαση του άρθ. 18α του ν.146/1914 σε συνδ.με τα άρθ. 288 και 914 ΑΚ. Ειδικότερα έκρινε ότι η συνεχής ενημέρωση των καταναλωτών με τις λιανικές τιμές της δικαιοπαρόχου συνιστά παραβίαση στην πραγματικότητα του άρθ. 18α Ν.146/1914, 288 και 914 ΑΚ και συνεπώς της τροποποιηθείσας σύμβασης δικαιόχρησης, καθόσον η αναιρεσίβλητη δικαιοδόχος ήταν οικονομικά εξαρτημένη από την αναιρεσείουσα, με βάση τη σχέση αποκλειστικότητος που είχαν και της μεγάλης διαφοράς οικονομικής ισχύος. Το αποδεικτικό δε πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές , εφόσον έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης οφείλεται σε σπουδαίο λόγο και πλήρες ούτως ώστε να δικαιολογείται πλήρως η παραδοχή περί παραβίασης των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339, 352 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία αποτελεί αποδεικτικό μέσο που όταν γίνει ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.
Εξάλλου, από το άρθρο 353 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι σύνθετη ομολογία είναι εκείνη, όταν ο διάδικος παραδέχεται τα θεμελιωτικά ισχυρισμών του αντιδίκου του περιστατικά, αλλά επικαλείται και άλλα που περιέχονται στους ισχυρισμούς του αντιδίκου του και τα οποία συνθέτουν προσθήκη ή περιορισμό ωφέλιμο γι' αυτόν (ΑΠ 1759/2023, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 791/2017, ΑΠ 1746/2013, ΑΠ 1747/2013).
Στην περίπτωση της σύνθετης ομολογίας, αυτή παράγει πλήρη αποτελέσματα σχετικά με τον ομολογούμενο επιβλαβή ισχυρισμό και δεν θίγεται από την παρεμβολή σ' αυτήν του αυτοτελούς ισχυρισμού, με του οποίου την απόδειξη βαρύνεται ο ομολογών (ΑΠ 593/2021). Αν το πραγματικό γεγονός, το ωφέλιμο για εκείνον που ομολογεί, δεν είναι αυτοτελές, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα την ομολογία (ΑΠ 24/2008).
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η εισαγωγή με το αγωγικό δικόγραφο γεγονότων που είναι επιβλαβή για τον ενάγοντα, χωρίς να τα έχει επικαλεσθεί ο εναγόμενος, (τα αποκαλούμενα επιζήμια γεγονότα), δεν πληρούν τον όρο της δικαστικής ομολογίας, αλλ'αυτόν της αποκαλούμενης προκαταβολικής ή αυθόρμητης ομολογίας, η οποία για να εξελιχθεί σε δικαστική ομολογία απαιτεί, κατά την ορθότερη άποψη, την προβολή αντίστοιχου ισχυρισμού εκ μέρους του αντιδίκου. Χωρίς αυτήν, η αναφορά στην αγωγή επιζήμιου για τον ενάγοντα πραγματικού γεγονότος, είναι ελεύθερα ανακλητή χωρίς τις προϋποθέσεις της 354 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία στην περίπτωση που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στην περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 874/2018). Με τον 2ο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 11γ του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την στην αγωγή εμπεριεχόμενη δικαστική ομολογία των εναγόντων σχετικά με το ότι επι 117 μήνες που διήρκησε η σύμβαση με την εναγόμενη, τους 96 πέτυχαν τους στόχους τους και ότι από αυτούς του 43 μήνες παρουσίασαν υπερ-επίτευξη στόχων. Ότι αν την ελάμβανε υπόψη του δεν θα έκανε δεκτό ότι η στοχοθεσία αποτελούσε σπουδαίο λόγο για την καταγγελία της συμβάσεως δικαιόχρησης εκ μέρους των εναγόντων. Ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής καθόσον από την παράθεση των παραδοχών του εφετείου προκύπτει ότι για να καταλήξει η προσβαλλόμενη στη συνδρομή του σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της συμβάσεως δικαιόχρησης έλαβε υπόψη της όχι μόνον την υψηλή στοχοθεσία αλλά και όλες τις άλλες παραβάσεις που μνημονεύτηκαν παραπάνω και συνετέλεσαν ώστε η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης καταγγελία της συμβάσεως δικαιόχρησης να πληροί της προϋποθέσεις συνδρομής της νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και να έχει ως έννομη συνέπεια τα όσα κατέγνωσε η προσβαλλόμενη σε βάρος της αναιρεσείουσας.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας ήταν επίσης η επιβολή λιανικών τιμών, η συνεχώς αυξανόμενη και περίπλοκη στοχοθεσία, οι αναγκαστικές παραγγελίες, η αναγκαστική συνεργασία με την τράπεζα Eurobank , καθώς και τα τεχνικά προβλήματα, τα οποία οφείλονταν στην δικαιοπάροχο και δεν επέτρεπαν την ολοκλήρωση των συνδέσεων που επιτύγχανε η αναιρεσίβλητη. Ακόμα δηλαδή και αν γινόταν δεκτό ότι η υψηλή στοχοθεσία δεν επηρέασε την πορεία της αναιρεσίβλητης, αποδείχθηκαν και άλλες πρακτικές της αναιρεσείουσας εταιρίας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΒΕΕ", οι οποίες κρίθηκαν αυθαίρετες κατά την έννοια του άρθ. 18α ν. 146/1914, το οποίο ορθά εφάρμοσε η προσβαλλόμενη, και δικαιολογούσαν την καταγγελία της σύμβασης δικαιόχρησης, γεγονός που οδήγησε στην κατάπτωση της ποινικής ρήτρας του άρθρου 29.7 της σύμβασης δικαιόχρησης. Η δε προσβαλλόμενη έλαβε υπόψη της όλες τις πρακτικές της ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΒΕΕ (βλ. 33°-39° φύλλο), για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η καταγγελία οφειλόταν σε σπουδαίο λόγο, με υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας δικαιοπαρόχου εταιρίας. Μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 106, 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ) όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει της από 14-11-2022 αίτηση της εταιρίας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ" για την αναίρεση της υπ'αριθ. 4636/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ