Σύνδεσμος απόφασης
Απόφαση 187 / 2026    (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 187 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Η ΠΕΝΤΕΛΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στα Μελίσσια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μουσά, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Α. του Ι. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 5764/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 993/2022 απόφαση του Β1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Κατόπιν της απόφασης αυτής εκδόθηκε η 1177/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10-5-2023 αίτηση της και τους από 8-11-2023 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση 1) η από 10-5-2023 και με αριθμό κατάθεσης 4198/420/11-5-2023 αίτηση αναίρεσης και 2) οι από 8-11-2023 και με αριθμό κατάθεσης 159/9-11-2023 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που στρέφονται κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677-681 του ΚΠολΔ) όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την κατάργηση τους σιωπηρώς με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, (ΦΕΚ Α 87), με αριθμό 1177/7-3-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την με αριθμό 3014/2023 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που επιλήφθηκε της διαφοράς, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθμό 993/7-6-2022 απόφασης του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατόπιν παραδοχής της από 22-7-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4992/608/23-7-2020 αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος εκεί αναιρεσείοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα, κατ' ευδοκίμηση του από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτου σκέλους του τρίτου και τετάρτου αναιρετικών λόγων, αναιρέθηκε στο σύνολό της, η με αριθμό 5764/7-10-2019 προηγούμενη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) και παραπέμφθηκε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου ήταν εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Με την από 18-7-2022 και με αριθμό κατάθεσης ...-2022 κλήση του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η από 6-12-2016 και με αριθμό κατάθεσης ...-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και προσδιορίσθηκε για συζήτηση την 22-11-2022 και μετ' αναβολή την 14-2-2023. Με την προσβαλλόμενη με αριθμό 1177/7-3-2023 απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, δέχθηκε τυπικά την ως άνω έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δ. Α. του Ι. , κατά της εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, με αριθμό 10/14-1-2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσία, την από 19-11-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 174386/485/23-12-2013 αγωγή του, με αντικείμενο αξιώσεις του για δικηγορική αμοιβή, με βάση τα κατώτατα όρια αμοιβής που ορίζονται από τον Κώδικα Δικηγόρων, από την υπ' αυτού διεκπεραίωση εξώδικων και δικαστικών πράξεων των ανατεθεισών σ' αυτόν υποθέσεων στα πλαίσια της μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας, συναφθείσας σύμβασης εντολής, χωρίς να υπάρχει ειδική συμφωνία για την αμοιβή του. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση και κατά παραδοχή του τρίτου λόγου αυτής, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, ακολούθως, δε, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 661.108,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, την 11-5-2023, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης την 11-4-2023, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα στο αναιρετήριο και δεν αντιλέγει περί αυτού ο αναιρεσίβλητος, οι δε πρόσθετοι λόγοι με κατάθεση ιδιαίτερου δικογράφου και επίδοση αυτού στον αναιρεσίβλητο μέσα στην προθεσμία των τριάντα πλήρων ημερών πριν από τη δικάσιμο της 12-12-2023 που είχε οριστεί για την αναίρεση, όπως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. σχετικά την ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Α. Μ.) [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 569 και 144 του ΚΠολΔ]. Επομένως πρέπει να συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), και να ερευνηθούν για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμός 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 580 παρ. 1-4 ΚΠολΔ (όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίηση και αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 ν. 4335/2015, ως εκ του εδώ κρίσιμου χρόνου άσκησης της ένδικης αναίρεσης την 11-5-2023, άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου), εφόσον ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, πλην των περιπτώσεων της υπέρβασης δικαιοδοσίας και παράβασης των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αν δεν κρατήσει και δικάσει την υπόθεση, την παραπέμπει προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση ή σε άλλο ισόβαθμο και ομοειδές κλπ, τα οποία, ερευνώντας, σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, δεσμεύονται από την αναιρετική απόφαση (της Ολομέλειας ή των Τμημάτων) ως προς τα νομικά ζητήματα που επιλύθηκαν απ' αυτήν. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, εάν μία απόφαση αναιρεθεί και στη συνέχεια η υπόθεση παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο, ο ερευνώμενος εδώ λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του δικαστηρίου της παραπομπής μόνο ως προς τα νομικά ζητήματα ουσιαστικής και δικονομικής φύσεως, όταν δηλ. το δικαστήριο της παραπομπής δεν ακολούθησε ως προς το νομικό ζήτημα, ως προς το οποίο απαγγέλθηκε η αναίρεση, τη λύση που έδωσε ο Άρειος Πάγος (ΑΠ 121/2020, ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 682/2014, ΑΠ 108/2014). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται, όπως προαναφέρθηκε, είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 2083/2007). Δεν αποτελεί, επομένως και σύμφωνα με τα παραπάνω, νομικό ζήτημα η κρίση του Αρείου Πάγου ότι παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη κάποιο αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε νόμιμα ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (αριθμός 11 γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου σε περίπτωση αναίρεσης για το λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν δε το δικαστήριο της παραπομπής υποπέσει, τυχόν, στην ίδια αναιρετική πλημμέλεια, δημιουργείται εκ νέου ο ίδιος λόγος αναίρεσης και όχι από τον αριθμό 18 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 1000/2017, ΑΠ 407/2016, ΑΠ 780/2009).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά την νοηματική του απόδοση, μόνο από τον αριθμό 18 (και όχι και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι, το δικαστήριο της παραπομπής με την τώρα προσβαλλόμενη με αριθμό 1177/7-3-2023 απόφασή του, που εκδόθηκε μετά την αναίρεση της προηγούμενης με αριθμό 5764/2019 απόφασής του, δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προεκτέθηκε, η εκδοθείσα για την ίδια υπόθεση με αριθμό 5764/7-10-2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε στο σύνολό της, εκτός του κεφαλαίου αυτής, που αφορούσε το δεύτερο λόγο της έφεσης και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, ύστερα από αίτηση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την με αριθμό 993/7-6-2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, και δη διότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο τα αναφερόμενα σ' αυτή έγγραφα, τα οποία είχαν προσκομιστεί νόμιμα με επίκληση ενώπιόν του. Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, εφόσον η ως άνω προηγούμενη απόφαση αναιρέθηκε για το λόγο αυτό, δεν τίθεται θέμα συμμόρφωσης ή μη της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την αναιρετική και, επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής : Με την από 19-11-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 174386/485/23-12-2013 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είχε εκθέσει ότι κατόπιν εντολής της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ανέλαβε και διεκπεραίωσε εντός των πλαισίων της εντολής αυτής τις παρακάτω αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες, για τις οποίες δικαιούται την αμοιβή του, υπολογιζόμενη με βάση τα κατώτατα όρια αμοιβής που ορίζονται από τον Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον δεν υπήρχε ειδική συμφωνία για την αμοιβή του. Ειδικότερα, είχε εκθέσει ότι η εναγόμενη είχε αντιδικία με το Ι.Κ.Α., το οποίο μίσθωνε το αναλυτικώς περιγραφόμενο στην αγωγή ακίνητο ιδιοκτησίας της, και στο πλαίσιο αυτής της αντιδικίας και της σχετικής εντολής που του δόθηκε, ενήργησε τις παρακάτω δικαστικές πράξεις: 1) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 11-6-2011 και με αριθμό κατάθεσης 4609/2001 αγωγή της εναγόμενης σε βάρος του Ι.Κ.Α. , με την οποία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του μισθίου λόγω λήξης του χρόνου της μίσθωσης, για την οποία ζήτησε αμοιβή ποσού 10.000 ευρώ, 2) συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της ανωτέρω αγωγής κατά τη συζήτησή της στη δικάσιμο της 4-9-2001, για τις οποίες ζήτησε αμοιβή ποσού 5.000 ευρώ, 3) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 20-2-2002 και με αριθμό κατάθεσης 1381/2002 έφεση κατά της με αριθμό 537/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της ως άνω ασκηθείσας αγωγής, για την οποία ζήτησε αμοιβή ποσού 2.500 ευρώ, 4) συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της ως άνω έφεσης, καθώς και επί της ασκηθείσας αντίθετης έφεσης του Ι.Κ.Α. και της προσθέτου υπέρ του τελευταίου παρέμβασης του Δήμου Μελισσίων, για τις οποίες ζήτησε αμοιβή ποσού (2 X 5.000) 10.000 ευρώ, 5) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 19-1-2006 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1799/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί των ως άνω αντίθετων εφέσεων, για την οποία ζήτησε αμοιβή ποσού 5.000 ευρώ, 6) συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της ως άνω αναίρεσης, καθώς και επί της αντίθετης ασκηθείσας αναίρεσης του Ι.Κ.Α, για τις οποίες ζήτησε αμοιβή ποσού (2 X 5.000) 10.000 ευρώ), επί των οποίων αναιρέσεων εκδόθηκαν οι με αριθμούς 827/2011 και 828/2011 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, με τις οποίες έγινε δεκτή η αναίρεση της εναγομένης και απορρίφθηκε η αναίρεση του Ι.Κ.Α., 7) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-6-2003 και με αριθμό κατάθεσης 4312/2003 αγωγή της εναγόμενης κατά του Ι.Κ.Α., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στην εναγόμενη το ποσό των 7.752.526 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω παράνομης κατακράτησης του μίσθιου ακινήτου για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως και 31-5-2003, για την οποία ζήτησε αμοιβή ποσού 155.050,52 ευρώ, 8) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 10-7-2007 και με αριθμό κατάθεσης 4139/2007 αγωγή της εναγομένης κατά του Ι.Κ.Α., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στην εναγόμενη το ποσό τιον 10.128.708 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω παράνομης κατακράτησης του μισθίου ακινήτου για το χρονικό διάστημα από 1-6-2003 έως και 30-6-2007, για την οποία ζήτησε αμοιβή ποσού 202.574,16 ευρώ, 9) συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της αμέσως ανωτέρω αγωγής, για τις οποίες ζήτησε αμοιβή ποσού 101.287 ευρώ, 10) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης 6471/2009 αγωγή της εναγομένης κατά του Ι.Κ.Α., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στην εναγομένη το ποσό των 24.900.084,2 ευρώ, ως αποζημίωση, λόγω παράνομης κατακράτησης μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως και τον Αύγουστο του έτους 2009, για την οποία ζήτησε αμοιβή, μετά την παραίτηση από το δικόγραφο για μέρος αυτής ύψους 357.624,68 ευρώ από το αρχικά αιτηθέν ποσό των 498.001,684 ευρώ, ποσού 140.377 ευρώ , 11) συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-9-2010 και με αριθμό κατάθεσης 5547/2010 αγωγή της εναγομένης κατά του Ι.Κ.Α., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στην εναγομένη το ποσό των 3.005.864,4 ευρώ ως αποζημίωση, λόγω παράνομης κατακράτησης του μισθίου για το χρονικό διάστημα από 1-9-2009 έως και 31-8-2010, για την οποία ζήτησε αμοιβή 60.117,288 ευρώ.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι παρά την εκτέλεση των ενεργειών αυτών, η εναγόμενη δεν του κατέβαλε την αμοιβή του, παρά το ότι έχει οχληθεί προς τούτο εξωδίκως. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως αναλύεται ειδικότερα στο δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων, μετά από νομότυπο περιορισμό των αγωγικών κονδυλίων (άρθρο 223 του ΚΠολΔ), με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει ως αμοιβή του, το συνολικό ποσό των 701.905 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που το κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 έως 681 του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) η με αριθμό 10/2016 οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά το αναφερόμενο μέρος των αιτουμένων αμοιβών για τις υπό στοιχ. α, β, γ, δ και ε δικαστικές ενέργειες του ενάγοντος, στη συνέχεια έκρινε κατά τα λοιπά νόμιμη την αγωγή και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Ακολούθως, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 6-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2016 έφεσης του ενάγοντος, με την οποία παραπονέθηκε για λόγους, που ανάγονταν σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή, ώστε να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του, εξέδωσε την με αριθμό 5764/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της ως άνω εφετειακής απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους λόγους, ζήτησε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 22-7-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 4992/608/23-7-2020 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 993/2022 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, α) απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο εκεί αναιρεσείων, επικαλούμενος την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιάτο την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 98 του τότε ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και την απόρριψη του δευτέρου λόγου της έφεσής του, β) απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο ο εκεί αναιρεσείων επικαλούμενος την από τον αριθμό 11 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιάτο την προσβαλλόμενη απόφαση για λήψη υπόψη του αναφερόμενου ανυπόστατου αποδεικτικού μέσου, γ) κατά παραδοχή του από το άρθρο 559 αριθμός 11 γ του ΚΠολΔ τρίτου κατά το τρίτο σκέλος του και τετάρτου αναιρετικού λόγου, αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβληθείσα με αριθμό 5764/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκτός του κεφαλαίου που αφορούσε το δεύτερο λόγο της έφεσης ως και του κεφαλαίου των δικαστικών εξόδων και παραπέμφθηκε, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση. Ακολούθως, επαναφερθείσας της υπόθεσης προς συζήτηση με την προαναφερθείσα κλήση του ενάγοντος - εκκαλούντος το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που επιλήφθηκε, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατ' άρθρο 581 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, εξέδωσε την ήδη προσβαλλόμενη με αριθμό 1177/2023 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη με αριθμό 10/2016 απόφαση και δικάζοντας εκ νέου την αγωγή, δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσία και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 661.108,53 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σχετικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: " Από την επανεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (....), της από 3.12.2018 ένορκης βεβαίωσης της Ε. Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. -η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, κατ' άρθρο 422 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κλήτευση του εκκαλούντος από την εφεσίβλητη να παραστεί σε αυτή (βλ. σχετικά την υπ' αριθ. ....2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Μ. Μ. , που επικαλείται και προσκομίζει η εφεσίβλητη)- των διδαγμάτων της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους (άρθρα 261 και 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εφεσίβλητη-εναγόμενη είναι η πέμπτη επωφελούμενη εταιρεία που προήλθε από τη διάσπαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ "H ΠΕΝΤΕΛΗ" ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", δυνάμει της υπ' αριθ. ....1995 πράξης διάσπασης Α.Ε. με σύσταση 5 νέων ανώνυμων εταιρειών (επωφελούμενων) της συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Θ. , σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. .../1996 πράξη-διόρθωση της ανωτέρω πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου. Η ανωτέρω διάσπαση εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. ....1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκε στις 29.12.1995 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών με αριθμό ΜΑΕ ... και περίληψή της δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 1270/27.3.1996 Φ.Ε.Κ. Με την πιο πάνω δε απόφαση του Νομάρχη Αθηνών εγκρίθηκαν και τα καταστατικά των 5 επωφελούμενων εταιρειών, μεταξύ των οποίων και αυτό της εναγόμενης, καταχωρήθηκαν στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών και δημοσιεύθηκαν στο Φ.Ε.Κ. Η πιο πάνω διασπασθείσα εταιρεία δυνάμει του από 18.12.1987 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, εκμίσθωσε στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΕΚ.Α.) ένα κτιριακό συγκρότημα που βρίσκεται στα Μελίσσια Αττικής, στο οποίο λειτουργούσε το θεραπευτήριο "Η ΠΕΝΤΕΛΗ". Το κτιριακό αυτό συγκρότημα αποτελείται: α) από μία εδαφική έκταση 17.022 τ.μ. μέσα στην οποία βρίσκεται ένα κεντρικό πενταόροφο κτίριο με ημιυπόγειο, συνολικής επιφάνειας 6.525 τ.μ. και ο πρώτος όροφος της νέας πτέρυγας ημιτελούς κτιρίου, συνολικής επιφάνειας 812,70 τ.μ. και β) από μία εδαφική έκταση 50.000 τ.μ. με το ευρισκόμενο σε αυτή κτίσμα, συνολικής επιφάνειας 604 τ.μ. (302 τ.μ. στο ισόγειο αυτό και 302 τ.μ. στον πρώτο όροφο αυτού) στο οποίο λειτουργούσε νευρολογική κλινική. Με την ανωτέρω δε πράξη διάσπασης και σύστασης νέων Α.Ε., όπως αυτή διορθώθηκε και τροποποιήθηκε, μεταβιβάστηκαν κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητας, νομής και κατοχής, στην πρώτη επωφελούμενη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." το πιο πάνω υπό στοιχ. α ακίνητο και στην εναγόμενη το υπό στοιχ. β ακίνητο. Κατά τη λήξη της πιο πάνω μίσθωσης, η οποία (λήξη) κατά την εναγόμενη επήλθε στις 31.12.1999, το Ι.Κ.Α. δεν απέδωσε τη χρήση των ανωτέρω μισθίων ακινήτων στις πιο πάνω εταιρείες, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μεταξύ τους διαφορά, για τη διευθέτηση της οποίας οι εταιρείες αυτές απευθύνθηκαν στον εκκαλούντα- ενάγοντα, δικηγόρο και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Στη συνέχεια, ο ενάγων, στα πλαίσια της ανωτέρω αντιδικίας και στα πλαίσια της σχετικής εντολής που έλαβε από την εναγόμενη, εκτέλεσε τις πιο κάτω δικαστικές ενέργειες για λογαριασμό της εναγόμενης: 1) Συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 11.6.2001 (με αριθ. κατάθ. .../2001) αγωγή της εναγόμενης κατά του Ι.Κ.Α. με την οποία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του μισθίου λόγω λήξης του χρόνου της μίσθωσης από 31.12.1999. 2) Συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της ως άνω αγωγής κατά τη συζήτηση αυτής στις 4.9.2001. Επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 537/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή και υποχρεώθηκε το Ι.Κ.Α. να αποδώσει στην εναγόμενη τη χρήση του πιο πάνω μισθίου στις 31.12.2004. 3) Συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 20.2.2002 (με αριθ. κατάθ. 1381/2002) έφεση κατά της ως άνω, υπ' αριθ. 537/2002, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. 4) Συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της ως άνω έφεσης, επί της ασκηθείσας αντίθετης έφεσης του Ι.Κ.Α. και επί της πρόσθετης υπέρ του Ι.Κ.Α. παρέμβασης του Δήμου Μελισσίων. Επί των ανωτέρω εφέσεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1799/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, έκανε δεκτή την αγωγή της νυν εναγόμενης, υποχρεώνοντας το Ι.Κ.Α. να αποδώσει στην τελευταία τη χρήση του μίσθιου ακινήτου στη 1.1.2000, υπό τον όρο ότι αυτή θα καταβάλει προηγουμένως στο Ι.Κ.Α. το ποσό των 61.131 ευρώ. 5) Συνέταξε και κατέθεσε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 19.1.2006 αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω απόφασης του Εφετείου Αθηνών. 6) Συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης καθώς και επί της ασκηθείσας αντίθετης αίτησης αναίρεσης του Ι.Κ.Α. Επί των ανωτέρω αιτήσεων αναίρεσης εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 827/2011 και 828/2011 αποφάσεις του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεση της εναγόμενης και απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης του Ι.Κ.Α., αντίστοιχα. 7) Συνέταξε και κατέθεσε την από 2.6.2003 (με αριθ. κατάθ. 8213 3/4312/2003) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του Ι.Κ.Α., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στη νυν εναγόμενη το ποσό των 7.752.526 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω παράνομης κατακράτησης του ως άνω μίσθιου ακινήτου από 1.1.2000 έως 31.5.2003. 8) Συνέταξε και κατέθεσε την από 10.7.2007 (με αριθ. κατάθ. .../2007) αγωγή της εναγόμενης κατά του Ι.Κ.Α. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στην εναγόμενη το ποσό των 10.128.708 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω παράνομης κατακράτησης του ως άνω μισθίου ακινήτου από 1.6.2003 έως 30.6.2007. 9) Συνέταξε και κατέθεσε προτάσεις επί της ανωτέρω αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2555/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω αγωγή λόγω μη καταβολής από την εναγόμενη στο Ι.Κ.Α. του ως άνω αναφερόμενου ποσού των 61.131 ευρώ. 10) Συνέταξε και κατέθεσε την από 23.9.2009 (με αριθ. κατάθ. .../2009) αγωγή της εναγόμενης κατά του Ι.Κ.Α. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στην εναγόμενη το ποσό των 24.900.084,20 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω παράνομης κατακράτησης του ως άνω μισθίου ακινήτου από 1.1.2000 έως και τον Αύγουστο του 2009. 11) Συνέταξε και κατέθεσε την από 27.9.2010 (αριθ. κατάθ. .../2010) αγωγή της εναγόμενης κατά του Ι.Κ.Α. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι το τελευταίο οφείλει στην εναγόμενη το ποσό των 3.005.864,40 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω παράνομης κατακράτησης του ως άνω μισθίου ακινήτου από 1.9.2009 έως 31.8.2010. Η εφεσίβλητη-εναγόμενη ισχυρίζεται ότι μεταξύ του ενάγοντος και της μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." (ως άνω πρώτη επωφελούμενη εταιρεία) είχε καταρτιστεί σύμβαση έμμισθης εντολής και ότι αυτή αφορούσε τις υποθέσεις που απέρρεαν από τη μίσθωση των πιο πάνω ακινήτων στο Ι.Κ.Α. και δη τόσο της ανωτέρω εταιρείας όσο και της εφεσίβλητης-εναγόμενης. Ο ισχυρισμός αυτός, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης και για λογαριασμό της εφεσίβλητης-εναγόμενης. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται: 1) Από το γεγονός ότι η ως άνω πρώτη επωφελούμενη εταιρεία ("... Α.Ε.") με τις από 1.10.2013 προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών -τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών- κατά τη συζήτηση της από 29.2.2012 αγωγής του νυν εκκαλούντος-ενάγοντος κατ' αυτής, αρνήθηκε την παροχή νομικών υπηρεσιών από τον εκκαλούντα σε αυτή υπό το καθεστώς πάγιας αντιμισθίας, ισχυρίστηκε δε (η πιο πάνω εταιρεία) ότι αυτή συνεργαζόταν με εξωτερικούς δικηγόρους" (ήτοι με μορφή εξωτερικής συνεργασίας) για τις υποθέσεις της, αρνήθηκε επίσης ότι η ίδια αναδέχθηκε χρέος της νυν εφεσίβλητης- εναγόμενης προς τον εκκαλούντα-ενάγοντα και ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση εφόσον υφίσταται οφειλή της νυν εφεσίβλητης κατά του νυν εκκαλούντος, η εταιρεία "... Α.Ε." δεν νομιμοποιείται παθητικά και η αγωγή του εκκαλούντος πρέπει να ασκηθεί κατά της εφεσίβλητης. 2) Από την ένορκη βεβαίωση του λογιστή της ανωτέρω εταιρείας Β. Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών -την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών- στην οποία ο ανωτέρω βεβαίωσε ότι ο νυν εκκαλών συνεργαζόταν με την πιο πάνω εταιρεία ως εξωτερικός συνεργάτης-δικηγόρος, όπως του είχε αναφέρει και ο Διευθύνων Σύμβουλος της ανωτέρω εταιρείας. 3) Από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη εξέδωσε τρεις (3) βεβαιώσεις -τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών- σε καθεμία από τις οποίες βεβαίωσε ότι ο εκκαλών εισέπραξε από αυτή κατά το έτος 2000 το ποσό του 1.000.000 δραχμών (μεικτά), κατά το έτος 2001 το ποσό των 1.000 ευρώ (μεικτά) και κατά το έτος 2002 το ποσό των 2.544 ευρώ (μεικτά). 4) Από το γεγονός ότι ο Φ. Λ. , μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανωτέρω μη διαδίκου στην παρούσα δίκη εταιρείας από το 2001, στην ένορκη κατάθεσή του στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στη 1.10.2013 κατά τη συζήτηση της ως άνω, από 29.2.2012 αγωγής του εκκαλούντος κατά της πιο πάνω εταιρείας -την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν τόσο ο εκκαλών όσο και η εφεσίβλητη- κατέθεσε ότι έγινε λάθος στην από 31.3.2011 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της πιο πάνω εταιρείας προς τον εκκαλούντα και γράφτηκε σε αυτό εκ παραδρομής και δη επειδή ο υπογράψας την ανωτέρω εξώδικη δήλωση- καταγγελία Α. Λ. , πατέρας του- Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος (τότε) της πιο πάνω εταιρείας, δεν γνώριζε τον όρο πάγια αντιμισθία, ότι ο εκκαλών παρείχε στον όμιλο των εταιρειών "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ Α.Ε." "Η ΠΕΝΤΕΛΗ Α.Ο.Τ.Κ.Ε." και "ΠΑΤΡΙΝΑ Α.Τ.Κ.Ο.Ε. από τις αρχές του 2003 για ορισμένες μόνο υποθέσεις τις νομικές του συμβουλές (παραστάσεις στα δικαστήρια, εξώδικες και δικαστικές ενέργειες) με πάγια περιοδική (μηνιαία) αμοιβή...".
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1608/2022) ή κατ` άλλη έκφραση αδιαστίκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1608/2022, ΑΠ 1229/2022), όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που το αποδεικτικό μέσο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, οπότε το δικαστήριο οφείλει να το αντικρούσει ειδικά (ΑΠ 668/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 479/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 του KΠολΔ, το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου εκείνου που το προσκόμισε (ΟλΑΠ 58/1978). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 106 του KΠολΔ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος, ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος (ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1320/2021), εφόσον όμως ο αναιρεσείων είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο άλλος διάδικος και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 845/2018, ΑΠ 161/2017). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση αποδεικτικού μέσου κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 516/2017, ΑΠ 2047/2014).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, και όχι τρίτου προσώπου, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ως αληθές ένα γεγονός αμφισβητούμενο, το οποίο βλάπτει τα έννομα συμφέροντα αυτού που ομολογεί. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι αυτός που εξωδίκως ομολόγησε επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός είχε πρόθεση ομολογίας, δεν είναι απαραίτητο να βεβαιώνεται ρητώς και πανηγυρικώς στην απόφασή του, ούτε να αιτιολογείται η κρίση ότι από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους διαδίκους, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1302/2023, ΑΠ 1218/2020). Σημειώνεται δε ειδικότερα, ότι η αγωγή και οι προτάσεις άλλης δίκης, όπως και οι προανακριτικές καταθέσεις της ποινικής διαδικασίας και το αιτιολογικό και διατακτικό των ποινικών αποφάσεων, είναι δυνατόν να χρησιμεύσουν προς συναγωγή εξώδικης ομολογίας ή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 663/2001, ΑΠ 1356/2010, ΑΠ 755/2011, ΑΠ 623/2018). Αν το δικαστήριο, ενώ από προσκομισθέντα νομίμως αποδεικτικά έγγραφα προέκυπτε εξώδικη ομολογία του διαδίκου, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι την έλαβε υπόψη του και την εκτίμησε ελεύθερα, υποπίπτει στην πλημμέλεια του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 212/2011). Ο διάδικος που επικαλείται την εξώδικη ομολογία του αντιδίκου του πρέπει να αναφέρει ότι την επικαλέστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ) και να προσκομίσει και το κρίσιμο έγγραφο (ΑΠ 1037/2010). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, γ) ο κρίσιμος ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 493/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 1278/2017)
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 11 γ` του άρθρου 559 του KΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε όλα τα αναγραφόμενα στον αναιρετικό αυτό λόγο έγγραφα που είχε παραδεκτά προσκομίσει και επικαλεσθεί με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου καθώς και έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί με τις προτάσεις του ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου ο αναιρεσίβλητος, για την απόδειξη της βασιμότητας του ισχυρισμού της ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συμφωνήσει να παρέχει δικηγορικές υπηρεσίες προς την αναιρεσίβλητη και την εταιρεία "... Α.Ε." για την συγκεκριμένη μισθωτική αντιδικία των δυο εταιρειών με το ΙΚΑ αντί μηνιαίας περιοδικής αμοιβής ποσού 3.500 ευρώ με τις νόμιμες κρατήσεις, και ειδικότερα: Α. ότι δεν έλαβε υπόψη: α) την (υπό σχετ. 5) από 31-3-2011 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της εταιρείας "... Α.Ε." υπό την προγενέστερη επωνυμία της "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ Α.Ε.", προς τον αναιρεσίβλητο, β) την (υπό σχετ. 2) από 29-2-2012 με αριθμό κατάθεσης .../2012 αναγνωριστική αγωγή του αναιρεσειβλήτου κατά της εταιρείας "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ Α.Ε." ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα αμοιβών), γ) την (υπό σχετ. 3) με αριθμό 196/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης αγωγής και τα (υπό σχετ. 3 α) ταυτάριθμα πρακτικά της δίκης αυτής, δ) το (υπό σχετ. 10) με αριθμό ...-1995 συμβόλαιο διάσπασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", από την οποία προήλθαν η αναιρεσείουσα και η εταιρεία "... Α.Ε.", ε) την (υπό σχετ. 17 Α) ανακοίνωση για την από 21-4-2003 καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του από 23-7-2002 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας για την συγκρότηση σε σώμα, στο με αριθμό ...-2003 (ΦΕΚ Α.Ε.-Ε.Π.Ε), στ) την (υπό σχετ. 17 Β) ανακοίνωση για την από 22-2-2006 καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του από 20-12-2005 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας για την συγκρότηση αυτού σε σώμα, στο με αριθμό ...-2006 (ΦΕΚ Α.Ε-Ε.Π.Ε.), ζ) την (υπό σχετ. 17 Γ) ανακοίνωση για την από 19-9-2011 καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του από 1-7-2011 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας για την συγκρότηση αυτού σε σώμα, στο με αριθμό ...-2011 (ΦΕΚ Α.Ε.-Ε.Π.Ε.), η) την (υπό σχετ. 18 Α) ανακοίνωση για την από 21-4-2003 καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του από 23-7-2002 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την συγκρότηση αυτού σε σώμα, στο με αριθμό ...-2003 (ΦΕΚ Α.Ε-Ε.Π.Ε.), θ) την (υπό σχετ. 18 Β) ανακοίνωση για την από 13-12-2007 καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του από 14-11-2007 (και όχι όπως από προφανή παραδρομή αναγράφεται στο αναιρετήριο 1-7-2011) πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την εκλογή νέου μέλους κατόπιν παραίτησης, στο με αριθμό ...-2007 (ΦΕΚ Α.Ε.-Ε.Π.Ε.), ι) την (υπό σχετ. 18 Γ) ανακοίνωση για την 6-9-2011 καταχώρηση στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών του από 1-7-2011 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "ΠΑΡΚΟ ΥΓΕΙΑΣ ΠΕΝΤΕΛΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την συγκρότηση αυτού σε σώμα, στο με αριθμό ...-2011 (ΦΕΚ Α.Ε.-Ε.Π.Ε.), ια) την (υπό σχετ. 21) από 2-6-2003 με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του ΝΠΔΔ "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιβ) την (υπό σχετ. 22) από 31-3-2003 με αριθμό κατάθεσης .../2003 αγωγή της εταιρείας "... ... Α.Ε." κατά του ΝΠΔΔ ΙΚΑ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιγ) την (υπό σχετ. 23) από 8-10-2001 με αριθμό κατάθεσης .../2001 αγωγή της εταιρείας "... ... Α.Ε." κατά του ΝΠΔΔ ΙΚΑ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιδ) την (υπό σχετ. 24) από 9-7-2002 με αριθμό κατάθεσης .../2002 αγωγή της εταιρείας "... ... Α.Ε." κατά του ΝΠΔΔ ΙΚΑ , ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιε) την (υπό σχετ. 25) από 13-6-2001 με αριθμό κατάθεσης .../2001 αγωγή της εταιρείας "... ... Α.Ε." κατά του ΝΠΔΔ ΙΚΑ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ιστ) την (υπό σχετ. 28) από ...-1987 σύμβαση μίσθωσης μεταξύ της αρχικής δικαιοπαρόχου εταιρείας "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και του ΙΚΑ, που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα παραδεκτά ενώπιον του Εφετείου, και Β. ότι δεν έλαβε υπόψη τις ομολογίες του ιδίου του αναιρεσιβλήτου που διαλαμβάνονται στην από 11-6-2001 με αριθμό κατάθεσης .../2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά του ΙΚΑ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία συνέταξε ο αναιρεσίβλητος και είχε προσκομίσει και επικαλεστεί αυτός με τις προτάσεις του (υπό σχετ.1) ενώπιον του Εφετείου για την απόδειξη της από 19-11-2013 ένδικης αγωγή του. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως το περιεχόμενό της εκτέθηκε παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης-εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η σύμβαση έμμισθης εντολής που είχε καταρτιστεί μεταξύ του εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου με την εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." αφορούσε τις υποθέσεις που απέρρεαν από τη μίσθωση των ανωτέρω (αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση) ακινήτων στο ΙΚΑ και δη τόσο της ανωτέρω εταιρείας, όσο και της εφεσίβλητης-εναγομένης, "κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, διότι από τα ανωτέρω (αναφερόμενα στην απόφαση) αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης και για λογαριασμό της εφεσίβλητης-εναγομένης", και ακολούθως δέχτηκε την ένδικη αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία, σύμφωνα με τη διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ` όψη του και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...". Το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, κάνοντας ειδική μνεία, εκ των φερομένων ως αγνοηθέντων εγγράφων, μόνο για α) την από 31-3-2011 εξώδικη δήλωση-καταγγελία της εταιρείας "... Α.Ε." προς τον αναιρεσίβλητο, β) το με αριθμό ...-1995 συμβόλαιο διάσπασης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ" εκ της οποίας προήλθαν η αναιρεσείουσα και η εταιρεία "... Α.Ε." και γ) την από ...-1987 σύμβαση μίσθωσης μεταξύ της αρχικής δικαιοπαρόχου εταιρείας "... ... ΑΝΩΝΥΜΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και του ΙΚΑ, ενώ στήριξε την ως άνω κρίση του στα ειδικά μνημονευόμενα έγγραφα, που προσκόμισε ενώπιόν του ο αναιρεσίβλητος και αναφέρονται στην με αριθμό 993/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε για την εκ του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια η προγενέστερη με αριθμό 5764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αντίθετα το Εφετείο δεν κάνει μνεία (πλήν των προαναφερομένων τριών εγγράφων) των λοιπών αναφερομένων στον υπό έρευνα λόγο της αίτησης αναίρεσης εγγράφων, τα οποία ούτε αντικρούει ούτε αναφέρει ειδικά, παρά το γεγονός ότι, και ενόψει του λόγου για τον οποίο αναιρέθηκε η με αριθμό 5764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για μη λήψη υπ' αυτού των προσκομισθέντων με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο (εκεί αναιρεσείοντα) εγγράφων, έχουν αποδεικτική αξία, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της βασιμότητας του ως άνω υπό της αναιρεσείουσας προβληθέντος ισχυρισμού, ότι δηλαδή, με την καταρτισθείσα μεταξύ της εταιρείας "... Α.Ε." και του αναιρεσιβλήτου σύμβαση έμμισθης εντολής, εκ της οποίας προέκυψε κι η μεταξύ της εταιρείας αυτής και του αναιρεσιβλήτου διαφορά με την άσκηση από τον τελευταίο εναντίον αυτής της από 29-2-2012 με αριθμό κατάθεσης .../2012 αναγνωριστικής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, επικαλούμενος ακυρότητα της υπό της πρώτης καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με μηνιαία πάγια αντιμισθία, είχε ζητήσει το συνολικό ποσό των 101.261,74 ευρώ, ως αποζημίωση του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/1954 και για τη νόμιμη αμοιβή του μέχρι του χρονικού σημείου πλήρους καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης, συμφωνήθηκε να παρέχει αυτός τις νομικές του υπηρεσίες και για την αναιρεσίβλητη, δοθέντος ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι δύο εταιρείες ("... Α.Ε." και η αναιρεσείουσα) κοινών συμφερόντων, είχαν κοινή διοίκηση και διεύθυνση, οι δε ανατεθείσες στον αναιρεσίβλητο μισθωτικές υποθέσεις είχαν και αυτές μια ενότητα, αφορούσαν την μισθωτική διαφορά των εταιρειών αυτών με τον ίδιο αντίδικο, το ΙΚΑ, διακριτών μεν ακινήτων, αποτελούντων όμως ένα ενιαίο με λειτουργική ενότητα κτιριακό συγκρότημα, περιστατικά που εκτίθενται στις υπό του αναιρεσιβλήτου συνταγείσες αγωγές και για τις δυο εταιρείες, είχαν δε αυτές όμοιο αγωγικό αίτημα, ίδια νομική βάση, ταυτόσημο περιεχόμενο και η μόνη τους διαφοροποίηση ήταν ως προς τις επωνυμίες των ως άνω εναγουσών εταιρειών και τα αιτούμενα ποσά. Από την γενική όμως βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες της απόφασης, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο, αλλά αντίθετα καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και τα προαναφερθέντα έγγραφα. Τούτο, διότι, παρά την, κατ` αρχήν, μη ύπαρξη δικονομικού καθήκοντος του δικαστηρίου προς διαμνημόνευση ενός εκάστου των ληφθέντων υπόψη αποδεικτικών μέσων, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα προεκτεθέντα, η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς ή σχολιασμού του Εφετείου, έστω και εμμέσως, στο περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, όπως έπραξε για τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, ενόψει δε και της σοβαρότητας αυτών, γεννά αμφιβολία αν πράγματι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν αυτά από το Εφετείο, ενόψει και της αντίθετης ουσιαστικής κρίσης στην οποία κατέληξε με το να δεχθεί ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.
Έτσι όμως η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων, που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα, και συνεπώς ο ως άνω, εκ του αριθμού 11 περ. γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, κατά το με αρίθμηση Α σκέλος του, είναι ουσιαστικά βάσιμος. Ο αυτός λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το με αρίθμηση Β σκέλος του είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Τούτο δε διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει το επικαλούμενο σχετικό αγωγικό δικόγραφο (έγγραφο), από το οποίο ισχυρίζεται ότι προκύπτει εξώδικη ομολογία του αντιδίκου της αναιρεσιβλήτου, ούτε μνημονεύει ότι το προσκόμισε με επίκληση και ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, παραλείπει δε να αναφέρει αν επικαλέστηκε την εξώδικη ομολογία του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Εφετείου, στοιχεία καθοριστικά του παραδεκτού του λόγου αναίρεσης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται σε αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τη διάταξη δε αυτή του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321 και 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο ανωτέρω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε, αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους, της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου (ΑΠ 169/2019)).
Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου. Διαφορετικά ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως ερειδόμενος σε αναληθή προϋπόθεση (ΑΠ 134/2024, ΑΠ 509/2022, ΑΠ 1504/2021, ΑΠ 2016/2017).
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση που συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά ή εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε τις διατάξεις, που επικαλείται ο αναιρεσείων, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του KΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1351/2021, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 412/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 11 περ. α' και 16 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο για την αιτιολόγηση του εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος στο οποίο κατέληξε έλαβε υπόψη την από 1-10-2013 ένορκη κατάθεση του Φ. Λ. στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μολονότι είχε ήδη κριθεί με την με αριθμό 5764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου έφεσης του αντιδίκου της, ότι η συγκεκριμένη ένορκη κατάθεση συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, κρίση η οποία είχε καταστεί αμετάκλητη λόγω μη άσκησης ενδίκων μέσων κατά του συγκεκριμένου κεφαλαίου της ως άνω απόφασης. Υπό το εκτεθέν περιεχόμενο ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό του είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), α) ως προς την επικαλούμενη από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχεται κρίση περί ύπαρξης ή μη δεδικασμένου σχετικά με την λήψη υπόψη της από 1-10-2013 ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα Φ. Λ. που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την με αριθμό 196/2014 απόφαση πρακτικά συζήτησης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) ως προς αμφότερες τις επικαλούμενες πλημμέλειες, το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του και κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη την από 1-10-2013 ένορκη κατάθεση του Φ. Λ., που περιέχεται στα με αριθμό 196/2014 πρακτικά συζήτησης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 29-2-2012 με αριθμό κατάθεσης .../2012 αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της εταιρείας "... Α.Ε.", συμμορφούμενο προς την με αριθμό 993/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, και όχι, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, την από 1-10-2013 ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Φ. Λ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε ήδη κριθεί με την 5764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθόσον με την τελευταία αυτή απόφαση κρίθηκε αμετάκλητα ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Φ. Λ., η οποία περιέχεται στα πρακτικά συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών της ένδικης αγωγής, κατά τη δικάσιμο της 19-11-2015 και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 10/2016 απόφασή του και για την οποία έκρινε αμετακλήτως το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την 5746/2019 απόφασή του, ότι συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και ακολούθως δεν το έλαβε υπόψη. Μετά ταύτα, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης κατά το με αρίθμηση Α σκέλος αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει δε της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα όλων των λοιπών λόγων αυτής, ως και του μοναδικού λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, που αναφέρονται και συνάπτονται με το αναιρούμενο κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης. Με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο, του Άρθρου 1, του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά από πρώτη αναίρεση, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει την ουσία της υπόθεσης, η οποία εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα. Επομένως, σε περίπτωση δεύτερης αναιρετικής απόφασης στην ίδια υπόθεση, ο Άρειος Πάγος δεν έχει τη δυνατότητα εκ νέου παραπομπής στο δικαστήριο της ουσίας, αλλά οφείλει να κρατήσει και να δικάσει την υπόθεση κατ' ουσία, λειτουργώντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Δεν προχωρεί, όμως, αμέσως μετά την αναίρεση της απόφασης στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και αν οι διάδικοι, ενόψει της συζήτησης της αναίρεσης και υπό την προϋπόθεση παραδοχής αυτής έχουν καταθέσει προτάσεις και για την ουσία της υπόθεσης, εφ' όσον δεν υφίσταται και δεν νοείται υπό την ισχύ της προαναφερόμενης διάταξης ενοποιημένο στάδιο συζήτησης της αίτησης αναίρεσης και της ουσίας της υπόθεσης. Το αναιρετικό τμήμα, το οποίο, όταν δικάζει κατ' ουσία την υπόθεση, που εισάγεται προς συζήτηση με κλήση από τον επιμελέστερο των διαδίκων, οφείλει να τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 581 παρ. 2 και 570 παρ. 2 ΚΠολΔ, συζητεί την υπόθεση εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, εφόσον όμως κατατεθούν προτάσεις σύμφωνα με όσα ορίζει το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ και μετά την αναίρεση παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1603/2023, ΑΠ 1781/2022, ΑΠ 760/2019, ΑΠ 1123/2017). Δεδομένου δε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά την 993/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 5764/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο αλλά με άλλη σύνθεση, πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάβει χώρα μετά από κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 1177/7-3-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.
Κρατεί την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαϊου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΟΥΣΑ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ταύτης καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτου αποχωρησάντων, η αμέσως αρχαιότερη Αρεοπαγίτης της σύνθεσης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ